σαν σε όνειρο

Δεν είχε σουρουπώσει ακόμα στο δρόμο για το Μουσείο του Τσόκλη στον Κάμπο Τήνου, όταν αντίκρυσα το βράχο Εξωμβούργο. Μου φάνηκε σαν όρος βιβλικό, ακροβατώντας στο μεταίχμιο ουρανού και γης, δυό ή τριών διαστάσεων ζωγραφιά.

Αργότερα, και μέσα στο μουσείο, εκεί που πάω προς στην έξοδο γεμάτη από τις εκεί εικόνες και τις παραστάσεις, ακούγεται από ΄να υπερώον η φωνή. Ο οικοδεσπότης υπαγόρευε ή διόρθωνε ένα κείμενο μαζί με τη βοηθό του· πηγαίνω σιγοπερπατώντας στην αυλή.  Και σε λίγο κατεβαίνει και ο Κ. Τσόκλης, «καθήστε» κάνει νόημα και παίρνει θέση στο μαρμάρινο τραπέζι.

Μου φάνηκε ο βράχος Εξωμβούργου σαν να ήταν το Σινά, μοιράζομαι μαζί του, κι εσείς να κατεβαίνετε από κει. Και ζήλεψα πολύ, θα συμπληρώσω, τη θέση της βοηθού σας να γράφετε μαζί. Πόσο ποιητική εικόνα αυτή, άκου κι εσύ Χρυσάνθη, λέει στη βοηθό του και με ρωτάει αν γράφω ποίηση και ναι, σχεδόν απολογούμαι.

Εκεί, στο μαρμάρινο τραπέζι της αυλής, καθίσαμε ισότιμα και καλωσορίσαμε και τη θλίψη και τη χαρά και το γέλιο και το δάκρυ καθώς ανταλλάξαμε κουβέντες ήρεμες. Δώσαμε τα χέρια συμφωνώντας για την απέχθειά μας για τον θαυμασμό ως παθητικό συναίσθημα όπως υπέροχα το όρισε, για την λεγόμενη «κλοπή» στην τέχνη που επίσης όρισε ως «πρώτο βήμα στην αθανασία».

Και δεν μπορώ να πω ότι αρνήθηκα μια «εντολή» που μου παρέδωσε με τόση θέρμη, καλοσύνη και εκείνη την γενναιοδωρία που μόνο όσοι έχουν φτάσει με δικές τους δυνάμεις «ψηλά», ξέρουν να χαμηλώνουν για να ανταλλάξουν βλέμματα υγρά με εμάς τους ταπεινούς τους επισκέπτες.

Είναι καιρός να αρχίσετε να αντιγράφετε τον εαυτό σας, μου είπε χωρίς κανένα «δεν» από εκείνα που χρησιμοποιούν συχνά αυτοί που θάθελαν αλλά δεν μπόρεσαν να γίνουνε προφήτες…

Αλλά με όλα αυτά δεν πρόλαβα να του πω το πιο σημαντικό -για μένα- σε σχέση με το έργο του: πως ένας δράκος είχε ταράξει κάποτε τον παιδικό μου ύπνο. Και ότι εκείνη τη βραδιά τον είδα εκεί απέναντί μου, στο πλάτωμα του παλιού δημοτικού σχολείου που στεγάζει το μουσείο. Τον είδα εκεί σάμπως «μαρμαρωμένο» που λεν τα παραμύθια… κι ενώ ο ήλιος πήγαινε να δύσει,  ο έφιππος ο άγιος να «καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου».

Είναι η ίδια η ζωή καμιά φορά πιο ζοφερή κι από εφιάλτη, αλλά κι η τέχνη παρηγορητική, κι οι άνθρωποι που την υπηρετούν πίσω από τα έργα, να μας ξυπνούν γλυκά από εφιάλτες. Να διώχνουν τους προδότες των ονείρων.

Advertisements

Η μπαλάντα του Οδοιπόρου

 

Στίχοι:  

Μάνος Ελευθερίου

Μουσική:  

Μάνος Χατζιδάκις

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
στα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά.

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ’ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ’ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι πού πηγαίνω
για το χαμό.

 

 

παράδοξα καλοκαιριού

Που όπως και άλλοτε, σε ένα «άλλο επίπεδο» σε τραβάει να βγεις έξω. Θες δε θες. Αλλά θες και όσα κι αν πέρασαν χρόνια ο εγκλεισμός που σου επέβαλε ο ίδιος σου ο εαυτός επιβιώνει ακόμα.

Θέλω να πω ότι όσες έξυπνες συσκευές κι αν έχεις, ακόμα κι αν στις φυτέψουν στα δόντια σαν σφράγισμα, η ζωή είναι έξω, εκεί που δεν χρειάζονται καλώδια και δίκτυα, όσο κι αν τα τελευταία σου ανοίξαν τον ορίζοντα.

Καλά και χρήσιμα τα data bases είτε του κινηματογράφου είτε της μουσικής ή των στίχων αλλά η ανυπέρβλητη γοητεία εξακολουθεί να προέρχεται από μια «απότομη» εκπομπή στο ραδιόφωνο, από το έργο που (επαν)έρχεται στις μεγάλες οθόνες κάτω από ουρανό. Μαζί μ΄εκείνη τη περίεργη -σινεφίλ- νυχτερίδα στο συνοικιακό σινεμά, χρόνια τώρα, να πεταρίζει για το δίωρο χωρίς κανείς να ενοχλείται. Η ανυπέρβλητη γοητεία της μυρωδιάς αντηλιακού πάνω σου ή στον αέρα. Η εικόνα από τα ψάθινα μαλλιά της φυσικής ομπρέλας στη παραλία που ανεμίζουν μαραμένα και φυτεμένα σε ένα πλέγμα προς εκμετάλλευση των δήμων και σκίαση των κολυμβητών…

Όπως βέβαια και το παράδοξο «να σας δροσίσω το πρόσωπο;» ρωτάει η κοπέλα στο δρόμο που κάνει προμόσιον νερού σε σπρέϊ με γαλλικό ονοματεπώνυμο την ώρα που προσγειώνεται στο ίδιο το δικό μου πρόσωπο η σταγόνα του άνωθεν κλιματιστικού!

Δεν ξέρω αν το ελληνικό (μας) καλοκαίρι είναι ακόμα αυτό που ήταν και αν αυτό που θάναι θα είναι μια πλημμύρα από «ξένους» τουρίστες, πρόσφυγες, τί μίγμα, πόση αντίθεση και πώς να την αντέξεις;

Δεν ξέρω αν εν μέσω των  σταυρούμενων πυρών των αρχηγών κομμάτων «ακούγεται» κάτι από τον ανθρώπινο καημό. Όχι, δεν ακούγεται. Όπως και δεν αφήνουν -με την ολόιδια λογική- χώρο στη χαρά. Που υπάρχει ακόμα, που έχουν χτίσει με κόπο και καλαισθησία όσοι δεν υπέκυψαν στο τυφλό θυμό του οπαδού, του κοπαδιού. Ζητείται ατομικότητα, έχε δική σου γνώμη, μην μου παπαγαλίζεις αυτά που είπαν εκείνοι που θαυμάζεις.

Γιατί να ξέρεις, κανένα πόστο εξουσίας, πολιτικής, θρησκευτικής ή ιδεολογικής δεν με φτιάχνει, τέλος.

(αν ψάχνεις «κάτι» που όλα τα ερμηνεύει, τα ορίζει, τα ελέγχει και τα εξηγεί, αυτό το κάτι το αξιωματικό το μόνο που ζητάει είναι να επιστρέψεις πάλι σε εκείνο, σαν άσωτος υιός και να σε δικαιώσει που γυρίζεις -και μάλιστα μετανοιωμένος-)

Και πάει το ταξίδι, άκυρες όλες οι διαδρομές σου.

 

 

 

Άνθρωποι που Γελάνε, Α. Παλούκα

 

Δημοσιεύεται στο τεύχος Ιουνίου στο “Βακχικόν”

Η σπάνις των ανθρώπων που γελάνε

 

Η ποίηση του Αργύρη Παλούκα έχει τη δύναμη να ανοίγει δρόμους αυτογνωσίας στον αναγνώστη, ώστε ο δεύτερος να «αναγνωρίζει» στα βιβλία του πρώτου (Το ξέφτι, Μανδραγόρας 2007· Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, Κέδρος 2009· Θέλω το σώμα μου πίσω, Μεταίχμιο 2011) και δικά του βιώματα. Επιστρέφοντας τώρα με μια νέα ποιητική σύνθεση, ο Παλούκας μάς φέρνει Ανθρώπους που γελάνε (Κριτική 2018), επιμένοντας στις εικόνες που δανείζεται από την πάτρια φύση και την οικεία ψυχοσύνθεση, μιλώντας πάντα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, τρυφερότητα αλλά και με αντίστοιχη γλώσσα: ανεπιτήδευτη και απολύτως ακριβή (κυριολεκτικά και μεταφορικά).

Έχοντας κατακτήσει τον ουσιαστικό μινιμαλισμό χωρίς να στεγνώσει, την αποστασιοποίηση χωρίς οποιαδήποτε ευκολία και ρηχή επικαιρικότητα, καταθέτει όσα έχει να πει με ψύχραιμο ενθουσιασμό, απαλλαγμένο από ζέοντα πάθη αλλά παλλόμενο από συναίσθημα. Στοχάζεται χωρίς αφορισμούς και προσπαθεί να δει καθαρά μέσω της ποιητικής ματιάς τα πιο βαθιά και στοιχειώδη ανθρώπινα ζητήματα: την ταυτότητα, το «μέσα που μιλάει», την απώλεια και την πίστη που εφευρίσκει το σώμα.

Τολμάει να επιστρέψει στα παλιά και στα άδικα χωρίς να κρύβει τη νοσταλγική του διάθεση: επινοώντας το άπειρο ανάμεσα σε αγαπημένους, ακολουθώντας το αίμα που διατρέχει την αγάπη, διαπιστώνοντας συχνά πόσο δυνατή και επικίνδυνη είναι η ανάγκη για τη συντροφιά. Παραδοχή. Ίσως η λέξη αυτή να μπορεί να χωρέσει τους απόντες ή σκιώδεις γελαστούς ανθρώπους που ο Παλούκας γνώρισε, και μας συστήνει.

Είναι όμως και οι εικόνες: η θάλασσα στον ορίζοντα —αμετανόητα καλοσυνάτη— σαν προσδοκία ιδανική, αλλά και πιο μικρά κι ασήμαντα υλικά (πράγματα) που αποκτούν ζωή και συνεπώς υπόκεινται στη φθορά και στον θάνατο. Είναι τα ρούχα, τα ζωντανά, σκύλοι και άλογα, κουπιά στο πέλαγος, δέντρα και ρίζες νοητές αλλά και μίσχοι σε γκρεμούς. Μέσα από την ποιητική μεταστοιχείωση ο Παλούκας προβάλλει ακόμα και την επαναστατικότητά του στον τελεσίδικο καμβά της απώλειας.

Στο τέλος όμως πάντα κάτι μένει. Με μικρές αλλά απαραίτητες δόσεις ειρωνείας, που προφυλάσσουν όλα τα λόγια και τις εικόνες από τη γλυκερότητα, φαίνεται ότι ο Αργύρης Παλούκας κοσκινίζει και συνδέει προσεκτικά τα υλικά του σε μια καθόλου μηχανική αναζήτηση της ψυχικής ομορφιάς.

 

Τετραλογία της Νάπολης, Έλενα Φερράντε

Τετραλόγια της Νάπολης, μυθιστορήματα, Έλενα Φερράντε, εκδόσεις Πατάκη, 2016-17
Διαβάζοντας το έργο της Έλενα Φερράντε, μπορεί να αναρωτηθείς πού κατατάσσεται ή πού έγκειται η γοητεία του. Μου τέθηκαν όμως και άλλα ερωτήματα: Μπορεί να υπάρξει άραγε φιλία σταθερή, μεταξύ γυναικών; Ή ακόμα, αν η ιδεολογική τριβή με την αριστερά και το φεμινισμό, άλλαξαν κάτι στην ουσία μιας γυναίκας «δυτικής» όταν αναμετρήθηκε με τα βασικά της δεδομένα: Τον έρωτα και την καταγωγή, την καριέρα μαζί με τη μητρότητα∙ πώς διαμορφώνεται εν τέλει ένας άνθρωπος και πώς πορεύεται στη ζωή όταν τον έχει φέρει στη ζωή και αναθρέψει μια μητέρα ανάπηρη;
Εντόπισα έναν άξονα που γύρω του περιστρέφεται το τετράτομο έπος της Έλενα Φερράντε. Ενώ οι προβολείς παραμένουν στραμμένοι στην ίδια την πρωταγωνίστρια αλλά και σε μια ισόβια φιλία, ενώ οι εικόνες της Ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς ζωντανεύουν και πλαισιώνουν τις φαμίλιες, τους επαγγελματίες και τους μαφιόζους που την κατοικούν, ενώ η ιστορία διαγράφει τους κύκλους της ακουμπώντας σε γεγονότα πολιτικά, σε γεννήσεις και θανάτους που φέρνουν και παίρνουν πρόσωπα από το προσκήνιο, διαβάζει κανείς και για μία σχέση που είναι ικανή να φωτίσει και να ερμηνεύσει όλες σχεδόν τις υπόλοιπες. Και δεν είναι το προφανές, η σχέση με τη φίλη:Ήταν κουτσή κι αλλοίθωρη η μάνα. Κι όσο η αφηγήτρια κόρη, προικισμένη με τη διεισδυτική ματιά της συγγραφέως, έκανε βήματα μπροστά στη ζωή, η πρόγονος έμενε πίσω να την κοιτάει στραβά. Θα φύγει γεωγραφικά η νεότερη, θα ταξιδέψει κυριολεκτικά, θα διαφοροποιηθεί με τις σπουδές, τους έρωτες και τη γραφή, αλλά δεν θα πάψει να στοιχειώνεται από τον ήχο του κουτσού βηματισμού, από τη λοξή ματιά όπου η φυσική ανημποριά μπερδευόταν με την αδιαφορία. Η μάνα που την «κοίταξε» -την είδε ή την φρόντισε- έβλεπε αλλού…
Διάβασα απνευστί τους ισάριθμους -και ευμεγέθεις- τόμους της Τετραλογίας της Νάπολης μέσα σε ένα μήνα μόλις. Παρακολούθησα με κομμένη ανάσα τις ανατροπές, μπήκα στο βάθος και παρακολούθησα τη συνεπή όσο και ανατρεπτική ανάπτυξη των χαρακτήρων, διένυσα τα πενήντα και παραπάνω χρόνια μιας γυναίκας «ανδρειωμένης». Που θα σταθεί από τη μια ενεργητικά απέναντι στις καταβολές και τα στερεότυπα τόσο της καταγωγής όσο και των κοινωνικών κινημάτων της εποχής της. Ενώ από την άλλη θα παραδοθεί στα πιο καλά κρυμμένα πάθη, ανομολόγητα και εμμονικά.Η «Έλενα» (Γκρέκο) που είτε κατασκεύασε είτε (όσο) αυτοβιογραφικά ξεδίπλωσε η συνονόματή της συγγραφέας ‘Ελενα Φερράντε είναι ένα πρόσωπο απτό και τρισδιάστατο, μία φιγούρα συμπύκνωσης της εποχής της. Με τις συναρπαστικές καταστάσεις που μπλέκεται και ζει, ούτε αναμενόμενες αλλά ούτε και ξεκάρφωτες, να συνάδουν απόλυτα με τις διακυμάνσεις της συμπεριφοράς, του ψυχισμού της. Θρυλείται ότι πίσω από το ψευδώνυμο «Φερράντε» κρύβεται άντρας ή περισσότερα του ενός άτομα. Εντελώς αδιάφορο αφού το αποτέλεσμα δικαιώνει οποιοδήποτε ενδεχόμενο!
Το μοτίβο της σχέσης γυναίκας με γυναίκα που επανέρχεται αποτελείται από σιωπηλή αδιαφορία και εκρήξεις οδυνηρής απόρριψης. Οι διαφορετικές αλλά συνεπείς εκφάνσεις της προσωπικότητας τόσο της μητέρας όσο και της φίλης σημαδεύουν τη συγγραφέα. Όσο η ηρωίδα παραμένει πιστή τόσο στο παρελθόν όσο και στη μοίρα που της επεφύλαξε η Φερράντε, θα συνδεθεί με διάφορα άτομα. Καθόλου άσχετα με τις ανεξίτηλες εικόνες βίας και φόβου, τις κάθε άλλο παρά αρμονικές ή τρυφερές σχέσεις της παιδικής της ηλικίας. Φίλοι και σύντροφοι, ερωτικοί ή ιδεολογικοί, περνούν από το προσκήνιο αλλά η συναισθηματική αφετηρία, συμπυκνωμένη εν πολλοίς στο πρόσωπο της παιδικής φίλης δεν χάνεται σχεδόν ποτέ. Από τα πρώιμα ακόμα χρόνια, όχι τυχαία, από το ίδιο το παιχνίδι τους το σημαδεμένο από ζόφο, η Λίλα θα καταστεί μυστήριο και πρότυπο, καθρέφτης και ενίοτε, φανταστική ή όχι, συνοδοιπόρος.
Η γοητευτική, διαταραγμένη και ιδιοφυής κόρη του τσαγκάρη συμπρωταγωνιστεί ακόμα και διά της απουσίας της. Η χωρίς ίχνη εξαφάνισή της -θεματική που θα επαναληφθεί ποικιλοτρόπως- θα ανοίξει τη τετραλογία.Κατά τη διάρκεια της πολυετούς αφήγησης, εωσότου ο κύκλος κλείσει με αφορμή το ίδιο γεγονός, η Φερράντε συνδιαλέγεται με άπαντα τα στερεότυπα της ταραγμένης εποχής της∙ και τα καταρρίπτει. Η γυναίκα της «διπλανής μας χώρας» ανοίγει έναν γιγάντιο κύκλο που κλείνει στο τέλος του τέταρτου τόμου με αφορμή το alter ego της, την επιστήθια φίλη (ή ίσως και δεύτερη φύση της). Το ολοζώντανο σκηνικό που πλαισιώνει τους χαρακτήρες όμως αναδεικνύει και τη σκοτεινή πλευρά της σχέσης μεταξύ γυναικών, που σπαράσσονται από πάθη και ανταγωνισμό δίπλα στη αφοσίωση και την επικοινωνία. Με την εξάρτηση να φυτρώνει και να ευδοκιμεί εκεί που ο πρωταρχικός δεσμός, το πρότυπο και η στοργή μάνας και κόρης, πάσχει.
Η «υπέροχη φίλη» επινοήθηκε ως τέτοια από τη θυγατέρα της ανάπηρης κι αλλοίθωρης. Παρόμοια ασταθής βηματισμός, παρόμοια στρεβλό το βλέμμα: μια λεπτοδουλεμένη υπονόμευση που δύναται να επινοήσει μία γυναίκα κατά κάποιας άλλης όταν την ανταγωνίζεται, ίσως και να τη φθονεί…Τέσσερις τόμοι και η Έλενα Γκρέκο φαίνεται ότι έπαψε να ψάχνει εναγώνια συνοδοιπόρο με γερά πόδια, να την κοιτάει ίσια στα μάτια, συντροφιά στο συναρπαστικό ταξίδι της στη ζωή, όταν εν τέλει το μοιράστηκε μαζί μας.

Δημοσιεύεται στις Έξι βιβλιοπρατάσεις για τον Ιούνιο, Βακχικόν

*

εσωτερικός τουρισμός

Κάπως τόφερε η τύχη και πέρασα μισή μέρα ακολουθώντας τα βήματα του οιονεί πιο ευτυχισμένου προσωρινού κατοίκου της Αθήνας: του τουρίστα! Κάπως έγινε και είδα τη πόλη με τα δικά του μάτια το λοιπόν. Βρέθηκα ανάμεσα σε ένα πλήθος που αντίκρυζε εκστατικός για πρώτη του φορά τον Παρθενώνα, που εισέπνεε τη θαλάσσια αύρα αφού είχε διασχίσει τη Συγγρού βλέποντάς την στο ορίζοντα να «ανατέλλει»…

Βρέθηκα ανάμεσά τους και βέβαια οι λογής λογής πωλητές, από τις προαιώνιες με τα τραπεζομάντηλα με το μαίανδρο μέχρι τους εστιάτορες και τους κράχτες των σουβενιράδικων, με προσέγγισαν και πήραν απάντηση, νεύμα και «νόου θένκιου» να τελειώνουμε. Αλλά και έχοντας την περιέργεια να πιάσω στον αέρα κάποιο σχόλιο, κάποιο σιχτίρι καθώς θα παρίστανα την αλλοδαπή. Τεχνική που έχω εφαρμόσει και με τους ζητιάνους της περιοχής μου που λένε «Σας παρακαλώ πάρτε μου κάτι να φάω, εκτός από τυρόπιτα και κουλούρι» ή τις τσιγγάνες «Δώσε ένα τσιγάρο αρχόντισσα», «Δώσε να σου για ένα πρόσωπο που σε ζηλεύει».

Έτσι σιωπηλή και πίσω από την ασφάλεια των μαύρων μου γυαλιών, βρέθηκα κάτω από την Ακρόπολη διψασμένη και με βήχα αλλά δεν βρήκα ούτε μικρό νερό ούτε καμιά καραμέλα σε τιμή μικρότερη της ουγκιάς χρυσού ούτε και άνθρωπο να μου πει -θατόλεγα αυτό στη γλώσσα μας- πού υπήρχε κοινόχρηστη τουαλέτα.

Ύστερα διαπίστωσα πόσο έχει πήξει το Κουκάκι και η πέριξ περιοχή αλλά και πόσα όμορφα σπίτια προπολεμικά υπάρχουν εκεί. Και σκεφτόμουν ότι αυτή η ασχεδίαστη σε κρατικό επίπεδο πηγή ανάπτυξης, ο τουρισμός, δεν έχει μπει σε κανένα κανάλι για να ωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί και οι ευκαιρίες αρπάζονται γιατί έτσι είμαστε οι Έλληνες αλλά αυτή η έλλειψη συλλογικής συνείδησης -που πάλι έτσι είμαστε οι Έλληνες- φοβάμαι ότι δεν θα μας πάει μακριά. Σε αντίθεση με τους τουρίστες που θα πάρουν άλλη άγουσα αν αρχίσουν να στραβώνουν όλα…

Όταν υπάρχει ξαφνικά νερό, αν έχεις καλλιεργήσει κάτι, θα ανοίξεις κανάλια, να το διοχετεύσεις ώστε να ποτιστούν πολλά φυτά χωρίς να περιμένεις …τη βροχή να βρέξει ο ουρανός.

Κι άμα το rb ‘nb ξεφουσκώσει/οριοθετηθεί όλοι αυτοί που κάνουν τώρα διψασμένοι για την ευκολία (πόσο μα πόσο δεν μαθαίνουμε) αρπαχτή, θα ισιώσει άραγε η τρομερή στρέβλωση του τώρα; Αναρωτιέμαι (αδίκως και μονάχη, μάλλον).

“Ρειstart stories” της Μαριάννας Λύρα, εντυπώσεις απ’ το βίντεο


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99
https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***

 

δημοσιεύεται στο ΒΑΡΕΛΑΚl

  • Calendar

    • September 2018
      M T W T F S S
      « Aug    
       12
      3456789
      10111213141516
      17181920212223
      24252627282930
  • Search