Διάγραμμα ευγνωμοσύνης

Δεν χρειάζεται ειδικές γνώσεις. Ιδού οι κολώνες, τα λένε όλα. Η συνήθης ημερίσια επισκεψιμότητα του μπλογκ κάτω του 10.
Φυτοζωεί το μαγαζί αλλά το κρατάω από μεράκι και ερασιτεχνισμό με τη σημασία της λέξης
Και ξαφνικά ξεπερνάει τις 200 θεάσεις. Από μια κοινοποίηση.
Μόνο

Ευγνωμοσύνη μόνο, στον Οδυσσέα Ιωάννου για τη χειρονομία που δεν είναι αυτονόητη
Η συνήθης συμπεριφορά σε ανάλογες αναρτήσεις μου -με λίγες στο ένα χέρι μετρημένες εξαιρέσεις- ανά τα 15 χρόνια είναι sine nobilitate

Τουτέστν, αφού η γράφουσα δεν είναι δημοσιογράφος έγκριτης εφημερίδας, δημοφιλής έστω μπλόγκερ, λαμβάνω ένα τυπικό ευχαριστώ, με τη γαρνιτούρα “ωραίο κείμενο”

Να δίνεις από κείνο παράγεις άφθονο δεν στο λιγοστεύει. Το πολλαπλασιάζει
Αλλά μπορεί να το φυλάς “για καλύτερες” καταστάσεις.
Κάτι σαν το κλειστό σαλόνι για τους “ξένοι” της δεκαετίας του ’60.


του Οδυσσέα τα παραμύθια

Τον πρωτογνώρισα μέσα στη κουζίνα του σπιτιού μου. Απόγεμα, βραδάκι, σταθερή παρέα και εξιστόρηση. Τραγούδια μα και λόγια, χαρακτηριστική φωνή, στο ραδιόφωνο.

Έκτοτε, τον ξανασυνάντησα μες τα τραγούδια, τους στίχους που καν δεν ήξερα ότι ήτανε δικοί του.

Αλλά έτσι γίνεται με ό,τι είναι βασικό, που ελάχιστα φωνάζει, μια ραχοκοκαλιά που σε στηρίζει αφανής, ψίθυρος είναι σε ώρες σκοτεινές, χαμόγελο που γράφεται πλατύ όταν ακούς μια μελωδία.

Το Μελωδία fm, τα χρόνια φύγαν, μαζί κι η αθωότητα της νιότης, μαζί οι αγώνες της κουζίνας που έδινα με συντροφιά το ραδιόφωνο ακουμπισμένο εκεί στον πάγκο, στη γωνία. Κατά καιρούς να το επισκιάζουν ο ήχος απορροφητήρα, παιδιά που έκαναν μαθήματα, τηλέφωνα επιθυμητά ή όχι που χτυπούσαν, ανήγγειλαν ειδών ειδών νεότερα, καλά, κακά, αδιάφορα. Κι ο Οδυσσέας εκεί να σχολιάζει τα τραγούδια κι ανεπαισθήτως να τα χτίζει.

Γκρεμίσαμε και χτίσαμε ξανά, σαν οικογένεια, και σαν μονάδα κατέληξα εγώ σε άλλο μέρος, άλλο πάγκο κι άλλες μουσικές. Ξεστρατισμένη αλλά αποφασισμένη, αναζητούσα όμως κάποιο έστω λεπτό νήμα που να συνδέει με εξωτερικά ερεθίσματα και μουσικές τα παλιά με τα καινούργια.

Και πάλι βρήκα του Οδυσσέα Ιωάννου τα αφηγήματα, κάποια άλλα απογέματα μέσα σε αίθουσα βιβλιοπωλείου. Τώρα ήτανε απέναντι και όχι μια φωνή μες τη κουζίνα, ρουφάγαμε με άλλους είκοσι και άλλοτε εικοσιπέντε, τα λόγια, ό,τι κι αν μας έλεγε. Του λέγαμε κι εμείς.

Δεν ήταν μόνο οι κανόνες που μας μύησε για τη στιχουργική, που άλλοι μεταπλάσαμε, άλλοι σαν και εμένα όχι, ήταν τα παραμύθια που εξιστορούσε ζωντανά. Περνώντας από τη τραγω-δία, στο τραγούδι, στη ποίηση, στιχουργική, και όλα τα σπαρταριστά του στιγμιότυπα, την όμορφη πλευρά, την “ιστορία” που την κάνουν “οι παρέες” χωρίς μια στάλα έπαρση, ή σνομπισμό, χωρίς να κλείνει πίσω του τις πόρτες στο μαγικό κι όμως απλό, το κόσμο πούχει ζήσει.

Εκείνα τα απογέματα που ήταν όλα ανοιχτά κι ελεύθερα, γελάσαμε εκτός που κλάψαμε ενίοτε όταν γινόταν μια κατάθεση ακριβή, δεν ξέρω αλήθεια πως να περιγράψω.

Τόσα πολλά και τόσα λίγα να χωράν τον στιχουργό, το είπαν και στην παρουσίαση χτες το βράδυ για τον άνθρωπο, δημιουργό.

Παραμυθάς μας είπε ήθελε να είναι, κι εγώ του λέω: Οδυσσέα, το παραμύθι, η παραμυθία είναι και παρηγοριά. Νάχουμε κι εμείς να δίνουμε, να λέμε, κι ας μην τραγουδηθούν τα λόγια.

https://www.facebook.com/maria.ioannidou.7503/

λίγα ακόμα για το σίχαμα

Πόσο ανέπνευσα χτες, μετά από φιλική κουβέντα με βιβλιοπώλη. Αφού βρίσκουμε στο ράφι του μικρού καταστήματος που εργάζεται, πιάνουμε κουβέντα για τα πρόσφατα. “Μα από την άσκημη φάτσα του φαίνεται” μου λέει.

Δεν είχα σκεφτεί ποτέ την α-σχήμια έτσι. Αλλά στους νέους, τους γονείς και τους εφήβους που μπορεί να διαβάζουν θα πω να κοιτάτε και τις κινήσεις, τα μάτια, τα μελιστάλαχτα λόγια, και να αφουγκράζεστε τι κρύβεται

πίσω από το ρόλο του θύματος που μπορεί να παίζει ο θύτης, την ειρωνεία, την απαξίωση και μετά το χάδι, τα “αστειάκια”, καρότο και μαστίγιο.

Να προσέχετε για μην πάθετε, όχι μόνο για το αυτονόητο αλλά και για να μην τραυματιστεί η εμπιστοσύνη σας στην ομορφιά του κόσμου. Στην ανοιχτωσιά της ψυχής, στο πάρε δώσε του έρωτα αλλά και της φιλίας, στο αέναο παιχνίδι της ζωής.

Κι όπου ακούτε αγαπούλες, λουλουδάκια, γλυκούλικα και τρυφερά, να δι και τριπλοκουμπώνεστε.

Και να φοβάστε όσους φοβούνται.


Να, μου λέει η κοπέλα, στο μαγαζί, το ημερολόγιο ενός δειλού, αυτό είχε γράψει το παιδόφιλο σίχαμα.

Θυμήθηκα και το απόσπασμα που διάβασα αλλού όπου περιέγραφε την ίδια τη κηδεία του, καυλώνοντας με τον πόνο των οικείων του.


το σίχαμα. Όχι, να μη φοβάστε, να φεύγετε μακριά και να παρακολουθείτε αν χρειαστεί να προστατεύσετε ή να καταγγείλετε.

Μέρα μ΄ήλιο σαν κι αυτό, η Αθήνα αφ΄υψηλού

Το Ξυλουρέικο 50 χρόνια, τώρα, Μαρία

1972, βράδυ των Φώτων βρίσκεται στη Λήδρα, στο υπόγειο. Είναι έφηβη και αλλιώς περίμενε εκείνη τη βραδιά, καμία ντίσκο για χορό, όταν οι φοιτητές που έκανε παρέα της είχαν πει “πάμε Πλάκα”. Αλλά το μαγαζί δεν έχει πίστα και απογοητεύεται.

Μέχρι να αρχίσει η μυσταγωγία. Ο τραγουδιστής που δεν μοιάζει με κανέναν άλλον, αντιλαλεί βουνά και θάλασσες, μιλάει μια γλώσσα που έρχεται από τον Όμηρο, ακούγεται σαν ψαλμουδιά, κοιτάει ψηλά ως να καρφώνει μία μία τις ψυχές στην αίθουσα, όλα σιωπούν κι όλα τα ξεσηκώνει.

Ριζίτικα της λένε είναι, και ένα Χρονικό και χτυπάνε τα τραγούδια, κομματιάζουν το παγωμένο μέσα της. Είχαν περάσει λίγοι μόνο μήνες από τότε που είχε πεθάνει η μάνα της. Στο σπίτι απουσία και σιωπή. Έξω, στο κόσμο δικτατορία, ψίθυροι και φόβος. Λόγος ακέραιος για τίποτα δεν είχε γίνει.

Πίνει αλκοόλ αλλά αυτό που τη μεθάει είναι ό,τι ζει

Το άλλο πρωί κάτι ανώτερο από γνώση, κάτι βαθύτερο από χαρά ξυπνάει μέσα

θα καταφύγει στη βιβλιοθήκη, ψάχνει, αναζητά
τον Καζαντζάκη και τον Προυστ, τον Τόμας Μαν, τον Μπέρναρντ Ράσσελ, διαβάζει ό,τι βρίσκει

Δεν θα πάει το πρωί σχολείο, το σώμα της τής έχει στείλει σήμα, μια ηλεκτρική εκκένωση

μια κρίση επιληψίας


**

Τι να την δένει με τη μουσική της Κρήτης; Σίγουρα κάτι δυνατό, κάτι που ταξιδεύει από τη ψυχή στο σώμα και τανάπαλιν, τα συγκλονίζει

50 χρόνια μετά, 26 Οκτωβρίου 2022

Από την οικογένεια Ξυλούρη πάλι στη σκηνή, τα νεότερά της μέλη απ΄την Αυστραλία, μαζί οι Nederlands Blazers, το σύνολο. Τα όργανα, τα κρητικά τα έγχορδα μαζί με τα σοφιστικέ τα Ευρωπαϊκά, δεν ακούγονται απλά μαζί· συμπληρώνονται, χορεύουν. Ο Ψηλορείτης, σε μια εικόνα του προβάλλεται στο σκηνικό, αλλάζει διαθέσεις, πετούν πουλιά, βόσκουν ζώα, περνάνε άνθρωποι και αυτοκίνητα ακόμα, όλα αληθινά, καμία εξιδανίκευση ή εικόνα καλή για ρεσεψιόν ξενοδοχείου.

Κι από το Άμστερνταμ, οι ψηλοί, ξανθοί, ανεπιτήδευτα εκπαιδευμένοι, τα ζυμωμένα με τη μουσική κορίτσια, χωρίς πόζα κατάλληλη για music hall ξένης πρωτεύουσας. Χωρίζει η ξένη γλώσσα, αλλά μιλάνε με τη μουσική και με το σώμα οι Ολλανδοί και σχολιάζουν με το χαρακτηριστικό τους χιούμορ. Το κοινό ανταποκρίνεται, χειροκροτεί, γελάει. Αναποδογυρισμένη παγκοσμιοποίηση.

Μηδενική σοβαροφάνεια, από τους αγαπημένους βορειοευρωπαίους -έτσι τους γνωρίσαμε- αλλά κι οι Κρητικοί μαέστροι στην ακροβασία, σχεδόν μοναδικοί, από το κλάμα του Rameau στον πεντοζάλη, από τις μαντινάδες -απίθανα σημερινές σε γλώσσα και μενταλιτέ- στο Διόνυσο και τον σκοπό να ξεσηκώνει μια αίθουσα ολόκληρη που κρατάει το ρυθμό με σύμπνοια που ξέρει να υπαγορεύει μόνο η καρδιά. Ούτε η γνώση ούτε η προπαίδεια στη μουσική. Και κάθε τους στιγμή όλοι τους οι μουσικοί να ενώνουν, να συνθέτουν με πάθος και με κέφι, χαμόγελο: το νέο γεννιέται επί σκηνής, το μπολιασμένο με τους δυο πολιτισμούς,τις τρεις γενιές, το Νέο που γεννιέται μετά απ΄την οδύνη, κλαίγοντας χαρμόσυνα και την παράδοση να του ανοίγει σήμερα φτερά.

Νομίζει ότι θα σπάσει η καρδιά της, φοβάται μην το σώμα δώσει ακόμα μια φορά το σήμα. Αλλά αυτό τη διαψεύδει, χειροκροτεί με το πονεμένο, το αδύναμό της χέρι, αλλά παράδοξα το βράδυ εκείνο δεν κουράζεται. Κρατάει το ρυθμό με το πόδι που μόλις μία μέρα πριν έχει υποστεί επώδυνες ενέσεις, και ω του θαύματος δεν τη πονάει τίποτα, δεν κουράζονται τα μέλη.

Είναι που τα δονεί η ίδια η καρδιά, με τους Ξυλούρηδες, τη μουσική, το ήθος, τη σεμνότητα, ακόμα μια φορά να σημαδεύουν τη ζωή της.

Μαρία, μοίρες, μάγισσες

Η γέννησή της σημαδεύτηκε όπως στα παραμύθια, με μοίρες και με μάγισσα. Της έδωσαν οι μοίρες ένα σωρό καλά, νάναι γλυκιά, να είναι έξυπνη, και τίποτα να μην της λείψει. Πώς τίποτα; Πετάχτηκε η μάγισσα που καιροφυλακτούσε. Κι απλώνοντας τη βρωμιάρα σκούπα: Πριν φτάσει τα δέκα οχτώ, να γίνει αιτία για πολλά κακά. Να χάσει ό,τι χάνεται, να παραμορφωθεί, μέσ΄ στο κεφάλι της να σπάσει μία μπόρα. Και όταν αργά αρχίσει να μοιράζει τη χαρά να βρίσκει απέναντί της, αχαριστία, φθόνο.

Με εξαίρεση την έλευση του Χάροντα που παρέλαβε τον θείο, στα πέντε της περίπου, δεν έδειχναν να έχουν πιάσει τόπο οι κατάρες. Η διπλοκατοικία όμως έκτοτε χωρίστηκε αποφασιστικά στα δυο. Οι “επάνω”, η οικογένεια της χήρας θείας με τον γιο που συγκατοικούσε με τους γονείς και την πεθερά, μέσα σε λίγο χρόνο αντιμετώπισε αιφνίδια ένδεια. Τα πάνω κάτω ήρθαν αφού οι “κάτω”, η οικογένεια της Μαρίας ευημερούσε.

Σαν μοιραία απάντηση στην ύβρη αφού η άλλη αδελφή είχε αρπάξει το καλύτερο κομμάτι από τη προίκα, η μνησικακία άνθισε. Καμιά συμπόνια για τη χηρεμένη, τον ορφανό υιό και τους τρεις γέροντες του πρώτου ορόφου που με μία σύνταξη κι έναν μικρό μισθό πάλευαν να τα βγάλουν πέρα αλλά και να χωνέψουν το χτύπημα της μοίρας. Εκτός που τους στέρησε τον άντρα, τον πατέρα και το γιο, αποκαλύφθηκε ότι ο εκλιπών είχε αφήσει χρέη αντί για εργοστάσιο, ότι το μαγαζί έπεσε έξω γιατί τα είχε φάει με τον “ποδόγυρο”. Πράγμα που η Μαρία αδυνατούσε να αντιληφθεί, τη σχέση που είχε το χρήμα με το στρίφωμα…

Οι κάτω πάλι σκαρφάλωναν ταχύτατα την κοινωνική ιεραρχία. Ο άλλοτε φτωχότερος γαμπρός κι η αδικημένη κόρη, παλεύαν για να αναβαθμιστούν, να ξεπεράσουν με τον τρόπο τους την αδικία στο μοίρασμα της προίκας. Όσο έκαιγε όμως η φλόγα του ανταγωνισμού από κάτω τόσο έσταζε από πάνω φθόνος. Με την πρόοδο της κάθε οικογένειας, η άλλη γέμιζε χολή και “τώρα θα τους δείξω εγώ” ή “όμφακες εισί”.

Με ιδιωτικά σχολεία, γιώτα χι αυτοκίνητο και πυρετώδεις εργασίες ανακαίνισης του ακινήτου οι “κάτω” πάσχιζαν να ρεφάρουν. Η κατοικία εκμοντερνιζόταν κι άλλαζε μορφή την ώρα που η επάνω μαράζωνε και σημαδευόταν από λεκέδες υγρασίας και ανίατες ζημιές. Έπαψαν να μαζεύονται κάτω απ΄ τη σκιά του πεύκου τα καλοκαιρινά βραδάκια, οι συγκάτοικοι. Δεν τους χωρούσε όλους, οι μεν γιατί ήταν δυστυχείς κι αμήχανοι, αναγκεμένοι και ως επί το πλείστον γεροντότεροι, οι δε γιατί εξέδραμαν ή γιατί αντάλλασαν επισκέψεις με άτομα από τον καινούργιο, λαμπερό τους κύκλο.

Οι διασκεδάσεις μπήκαν δυναμικά στο πεδίο του ανταγωνισμού. Οι μυρωδιές από τα φαγητά στην προετοιμασία, η πληθώρα αυτοκινήτων που πάρκαραν τα βράδια στον περίγυρο και τα ποδοβολητά των επισκεπτών, έκαναν αντιληπτό και σαφέστατο ότι στο ένα από τα δύο σπίτια γινόταν μάζωξη όπου οι άλλοι έπαψαν πια να είναι καλεσμένοι.

Η επιθυμία της χήρας για κοινωνικότητα ήταν αμείωτη αλλά προσέκρουε αφ΄ενός στον γιο της που γινόταν όλο και πιο ζηλιάρης κι ιδιόρρυθμος, αφ΄ετέρου γιατί δυσκολευόταν να συμβιβάσει τους γέροντες γονείς της με τον δικό της κύκλο. Γλεντζέδες νέας κοπής, συνεργεία από τη δουλειά, οδηγοί και λαϊκά αγόρια στα οποία είχε και σουξέ και πέραση με το περίσσιο νάζι που είχε υιοθετήσει ως νέα, διαθέσιμη και εύθυμη παρ΄όλες της τις συμφορές, η χήρα.

Ο εμφύλιος είχε καλά καλά εδραιωθεί στο μεγάλο σπίτι. Και όχι μόνο ανάμεσα αλλά και μέσα στους ορόφους, εκσφενδόνιζαν κουτάλες οι γυναίκες ανάμεσα στα γεύματα, μαγείρευαν με όξος και χολή, κατάρες και από την άλλη μοίραζαν χάδια, δώρα και γλυκά.

Οι μοίρες και οι μάγισσες είχαν γίνει πια μία εικόνα μαγική, αδύνατον και να τις ξεχωρίσεις, ποτίζανε μαζί στον κήπο τα άνθη της διχόνοιας, και εν καιρώ, θανάτου.

Αφορμή το βιβλίο Μία Φιλία στη Σμύρνη

Διαβάζω

Η βουκαμβίλια και το γιασεμί σήμα κατατεθέν των κήπων και των χειρονομιών.
Ασήμαντο στοιχείο, με συγκλονίζει.
Φύτευαν ό,τι άνθιζε εκεί, όταν ήρθαν εδώ.
Τα ίδια άνθη στον κήπο που μεγάλωσα, μπροστά

Οι αποκλειστικά αστικές συνήθεις, οι καπάτσες, μερακλούδες γυναίκες, η συναναστροφή με αλλόγλωσσους που έφεραν πολιτισμό
η αγάπη και η χαρά για τη ζωή, να την γιορτάζεις κάθε μέρα

Και να την κουμαντάρεις

(Πατρίδα: οι στρεβλές επιλογές που έκανα ή η καταγωγή μου;)

Τα νέα θερινά

Αίθουσες και αίθουσες: Πήγα για τη δροσιά και το νεωτερισμό, στη πρώτη παράσταση στο Πολεμικό Μουσείο και στο ομώνυμο καινούργιο σινεμά. Λίγα καθίσματα, τραπεζάκια, γλάστρες με βασιλικό, οθόνη, ήχος, προβολή, τέλεια όλα, ανεμπόδιστα, το ευνοεί ο χώρος.

Με το που μπαίνει κανείς από τις ευκολοδιάβαστες ράμπες – η αλήθεια είναι με ακριβότερο από όποιο άλλο θερινό το εισιτήριο – βρίσκει τη θέση που τον βολεύει, σε επίσης άνετα καθίσματα και απολαμβάνει τον αφρώδη οίνο που πρόσφεραν για τα καλορίζικα.

Παρά που η μέρα ήταν εξαιρετικά ζεστή, φυσάει ένα δροσερό αεράκι. Σ΄αυτές τις συντεταγμένες, τις ίδιες πάνω κάτω με το Λύκειο του Αριστοτέλη, παρεμφερείς με το “πρώην” ξενοδοχείο Χίλτον ή τον Εθνικό Κήπο έχω παρατηρήσει ότι δημιουργείται ένα μικροκλίμα με δροσιά, με τη βοήθεια των δέντρων φυσικά, που με υπομονή κι επιμονή δροσίζουν τις γωνιές αυτές της πόλης.

Με φόντο μόνο ουρανό, μια μύτη από κυπαρίσσι, το σπίτι της γειτόνισσας Δουκίσης Πλακεντίας, το Βυζαντινό Μουσείο, η κάτασπρη οθόνη περιμένει να δεχτεί εικόνες και ταινίες. Υπάρχει μια καθυστέρηση, ελάχιστη, που θα καλυφθεί με τη φωνή του Κηλαηδόνη απ΄τα ηχεία να εκπλήσσει. “Τα θερινά τα σινεμά” παρόλο που απηχούν μιαν άλλη, πολύ αλλιώτικη εποχή, έρχονται και “κουμπώνουν” τέλεια, το σούρουπο αυτό που κάτι νέο “μες τη δύση του ανατέλλει”.

Δεν θα αγνοήσω το φαινόμενο: Η επέλαση μεγάλου τουριστικού – και δολάρια φέροντος- ρεύματος ευνοεί τις πολυτελείς υπηρεσίες, αφ΄ενός. Προφανώς και ό,τι νεωτεριστικό κοστίζει και ζητά να πληρωθεί ακριβότερα, αφ΄ετέρου.

Βγαίνοντας στο τέλος της προβολής, με δική του πρωτοβουλία, ένας ταξιθέτης όχι μόνο με κατεύθυνε σε άλλη, χωρίς σκαλιά, έξοδο, αλλά επέστησε τη προσοχή στους υπόλοιπους θεατές που κινούνταν αντίθετα από μένα με τις κινητικές δυσκολίες.

Και δεν θα μπορέσω να μην κάνω τη θλιβερή σύγκριση με άλλη αίθουσα, κεντρική και αυτή, θερινή, και διαχειριζόμενη από δημόσιο φορέα όπου χορηγούνται τα ελευθέρας με το κιλό όπως και με το κιλό αντιμετωπίζονται οι θεατές, και να αναρωτηθώ: Τελικά μόνο με την ιδιωτική και ακριβοπληρωμένη επιχειριματικότητα θα περιμένουμε από δω και μπρος τα αυτονόητα;

Μαρία, αξέχαστη γκάφα

Μόλις είχε αποκτήσει αυτοκίνητο. έναν σκαραβαίο, η οικογένεια και η περηφάνια τους μεγάλη. Νέοι δρόμοι ανοίγονταν με τον πατέρα στο τιμόνι, που μολονότι δεν διέπρεψε ποτέ ως οδηγός, έσπευδε να αποκομίσει οφέλη για την εργασία. Έτσι στο πλαίσιο της φιλοξενίας του Γερμανού εκπροσώπου εταιρείας, που αν και νεότατος εξέφρασε ενδιαφέρον για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, οργανώθηκε ημερήσια εκδρομή.

Η μητέρα, πρότεινε να προηγηθεί θαλάσσιο μπάνιο στις παραλίες της περιοχής και γέμισε το πορτ μπαγκάζ με ένα σωρό συμπράγαλα, επίσης νεοαποκτηθέντα, πτυσσόμενα καθίσματα, θερμός για κρύο νερό και άλλο για ζεστό καφέ μαζί με τα ανάλογα μεταλλικά ποτήρια. Δείγματα εκμοντερνισμού της φαμίλιας που θα επιδεικνύονταν διακριτικά αλλά σκόπιμα στον βορειοευρωπαίο επισκέπτη.

Η οκτάχρονη Μαρία παρατηρούσε με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον τον Βάλτερ, Ρίχτερ στο επώνυμο, νεαρό και νόστιμο, που καθισμένος στη θέση του συνοδηγού μιλούσε σπαστά αλλά ευκρινή Αγγλικά. Αντίθετα με τους προηγούμενους ανοίκειους εκπροσώπους εξ Αυστραλίας, συνήθως ψηλοκρεμαστούς, με δόντια πεταχτά, κόκκινα μαλλιά και διάσπαρτες φακίδες να μιλάνε με τη βαριά και ακατάληπτη σ΄εκείνην προφορά.

Στις οδικές εκδρομές που ήταν και καινούργιο φρούτο, η Μαρία, απολάμβανε τη διαδοχή των εικόνων του τοπίου συγχρόνως συνυπάρχοντας με τα μέλη της πυρηνικής της οικογένειας, πράγμα που δεν συνέβαινε στην καθημερινότητα, στο σπίτι. Απελευθερωνόταν και προς μεγάλη της έκπληξη οι παρατηρήσεις που εξέφραζε στη διαδρομή γίνονταν αποδεκτές με ενθουσιασμό ως έξυπνες και -παρά τη δική της πρόθεση – αστείες, προκαλώντας εκρήξεις άφθονου γέλιου μες τη καμπίνα του γαλάζιου σκαραβαίου.

Όταν ολοκληρώθηκε η περιήγηση στο αρχαίο θέατρο και βρέθηκαν πάλι στο παρκαρισμένο όχημα, οι γονείς έδειχναν ευτυχείς, ο μπαμπάς γιατί θα είχε πια ανεβεί στα μάτια του Γερμανού φιλοξενούμενου λόγω και του “φάου βε” που τους είχε φέρει επιτυχώς στον αρχαιολογικό χώρο, ενώ η μαμά γιατί θα επεδείκνυε ακόμα μια φορά και μάλιστα εκτός έδρας την οικιακή της μαεστρία προσφέροντας στην ύπαιθρο χλιαρό και όπως έπρεπε, τον απογεματινό καφέ.

Εκεί λοιπόν, μπροστά στο ανοιχτό πορτ μπαγκάζ, της ήρθε της μικρής να ξεστομίσει μια από τις γνωστές της εξυπνάδες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, το κοινό στόχος είχε αλλάξει. Ήθελε να πει κάτι στον νεαρό Γερμανό που να τον αφορά και να τον εντυπωσιάσει.

“Βάλτερ, you know” του λέει, με τα λίγα αλλά επαρκή Αγγλικά που είχε ήδη μάθει, “το όνομά σου, αν του αλλάξεις ένα μόνο γράμμα, και μόλις λίγο τη σειρά, είναι ίδιο με του Χίτλερ”, γκρεμίζοντας με μία μόνο φράση, όλες τις προθέσεις γεφύρωσης της Ελληνογερμανικής παρέας. Έπεσε μια μακρά, αμήχανη σιωπή, τα βλέμματα επικεντρώθηκαν στις πιο αδιάφορες κατευθύνσεις ενώ μία βουή τους τάραζε υπόκωφα.

Τόσο ο φιλελληνισμός του Γερμανού, όσο και ο κοσμοπολιτισμός των γονέων μαζί με τις πέτρινες κερκίδες του υπεραιωνόβιου αμφιθεάτρου έτριξαν εκείνο το ζεστό απόγεμα, έμοιαζαν να σείονται και να βρυχώνται με μια βοή και ταραχή εφάμιλλη πολλών μονάδων Ρίχτερ!

Μαρία, θεία Ζουζού, Ηρακλής και Αδάμ

Δεν καταλάβαινε η Μαρία τι είχε αυτή η θεία που την έκανε ξεχωριστή. Εκτός βεβαία από τα υπέροχα δώρα. Αντί γλυκών έφερνε παιδικά βιβλία. Δύο συγκεκριμένα, ήταν τόσο εντυπωσιακά που τα θυμόταν ως να ήταν ένα. Το πρώτο Οι Άθλοι του Ηρακλέους, το άλλο Οι Πρωτόπλαστοι. Κυριαρχούσαν στα γυαλιστερά πολύχρωμα εξώφυλλα, ο Ηρακλής με λεοντή, ο Αδάμ με φύλλο συκής.

Κάτι είχε αυτή η θεία που έκαμπτε τη σθεναρή και ομόθυμη αντίσταση προς τα παντός είδους “σόγια” των φιλόδοξων γονέων που μόλις είχαν πιάσει την καλή ώστε να τα αποκλείουν από την κοινωνική ζωή τους. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 οι ίδιοι κάλπαζαν προς την μεταπολεμική ευεξία, αποφεύγοντας ό,τι θύμιζε τις ευρύτερες οικογένειές που θες από φόβο, θες από ατυχία ή από τεμπελιά δεν είχαν ανεβεί στο άρμα της οικονομικής προόδου που θα τους έβγαζε απ΄τη μιζέρια.

Η θεία Ζουζού με το παιχνιδιάρικο όνομα, ήταν γεροντοκόρη, γκριζαρισμένη και κοντή, φορούσε πάντα ολόισια παπούτσια και ρούχα με το ίδιο ακριβώς πατρόν χειμώνα καλοκαίρι, φούστες πλισέ, πουκαμισάκια και ζακέτα με πολλά κουμπιά. Τίποτα εντυπωσιακό δεν είχε επάνω της που να δικαιολογεί την εξαίρεση από το εμπάργκο συγγενών στο σπίτι της Μαρίας.

Τους επισκεπτόταν κάθε τόσο και διημέρευε. Απ΄το πρωί στο μπροστινό καθιστικό να ανταλλάσσουν τα πρώτα νέα με τη μαμά, το μεσημέρι με φαγητό που είχε ετοιμαστεί επιμελώς απ΄την προηγουμένη, ενώ για σιέστα της παραχωρούσαν το ντιβάνι της τραπεζαρίας. Βραδάκι πια, πριν φύγει για τη στάση του λεωφορείου φορτωμένη με λουλούδια από τον κήπο, σπιτικά γλυκά και περιοδικά μόδας, παρήλαυναν από το φερ φορζέ σαλόνι της βεράντας όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες του σπιτιού, γιαγιάδες, συμπεθέρες και λοιπές της γειτονιάς για να την δουν, να κουβεντιάσουν, να αποδώσουν με κάποιο τρόπο τιμή στην καλεσμένη.

Ανάμεσα τους ήταν και η ζωηρή και νεότατη χήρα του επάνω ορόφου. Με τη συγκεκριμένη συγγενή η οικογένεια γειτόνευε αναγκαστικά αφού κατείχε το ήμισυ της διπλοκατοικίας. Αντίθετα από την επισκέπτρια ήταν ζουμερή και κοκέτα, ενώ κατά τα λεγόμενα δεν είχε αφήσει τον καιρό της χηρείας να πάει χαμένος. Κουνούσε την αχλαδιά σε κάθε ευκαιρία. Ό,τι αρσενικό την περιέβαλε, συνάδελφοι και συνεργάτες, μάστορες ή έμποροι με τους οποίους υπήρχε πρόσκαιρη γνωριμία εξελισσόταν και σε εξ ίσου πρόσκαιρη συνεύρεση στη κρεβατοκάμαρα από ξύλο εληάς, μέρος της άκαιρα αχρηστευθείσας λόγω της χηρείας, προίκας.

Πέρασαν χρόνια και όταν η χήρα κατόρθωσε να βρει μόνιμη παρέα, συνάντησε τυχαία τη Ζουζού στη κεντρική πλατεία, εκεί που τα καμάκια ψώνιζαν τουρίστριες. Αφού κι δύο είχαν γεράσει, η χήρα πλησίασε με ύφος θριαμβευτικό τη γεροντοκόρη με σκοπό να της τρίψει πια στα μούτρα την υπεροχή της. “Ζουζού μου, τι μου κάνεις;” τη ρωτάει με οικεία περιφρόνηση προσδοκώντας συνάμα να ακούσει περί μοναξιάς και να θριαμβεύσει. Για να πάρει την απάντηση με δυνατή φωνή εν μέσω της πολυσύχναστης πλατείας συνοδευόμενη με σταυροκόπημα: “Δόξα τον παντοδύναμο, γλυκιά μου, βρίσκεται πάντα κάποιος να με γαμήσει”.

Έβαλε την ουρά στα σκέλια η χήρα, και αποχώρησε έχοντας χάσει οριστικά στον ακήρυχτο και σιωπηλό ανταγωνισμό με αυτήν που απολάμβανε το μυστηριώδες κύρος τα περασμένα χρόνια.

Όταν η Μαρία πληροφορήθηκε μετά από χρόνια την ιστορία κατάλαβε επιτέλους τη σχέση ανάμεσα στον Ηρακλή και τον Αδάμ, και συμπέρανε ότι το πλήρες όνομα από όπου προέκυπτε εκείνο το Ζουζού, θα πρέπει να ήταν το υποκοριστικό για το “τεκνατζού”.

  • Calendar

    • December 2022
      M T W T F S S
       1234
      567891011
      12131415161718
      19202122232425
      262728293031  
  • Search