Χαιρετισμός

Γεια σου Ιταλία χαριτωμένη
γειτόνισσα ασθενή στο διπλανό κρεβάτι
στο διπλανό μπαλκόνι
βγες, τραγούδα να ακουστείς

Δώσε στο δρόμο τραγούδια, άριες
άνοιξε τη αυλαία
να φανεί
μια Ιουλιέτα που προσμένει έναν Ρωμαίο

Άνοιξε το παράθυρο
να βγει ο Δάντης
να μας πει
το δρόμο για να βγούμε
απ΄ το πιο βαθύ πηγάδι

Άπλωσε τη μπουγάδα σου, Ιταλία
κι εγώ θα την περάσω πάνω από το Ιόνιο με σκοινί
βγες και τραγούδα να τρομάξει η αρρώστια και να φύγει
να ενώσουμε κι εσύ κι εγώ
μία φωνή
την ίασή μας, τη χαριτωμένη

Γειά σου Ιταλία
που με τα λόγια του δικού σου Σολομού
«χαίρε ω χαίρε», έχω κι εγώ τραγούδι για ελευθερία
γεια σου, να βρεις υγειά
σ΄έναν αγρό ηλιόλουστο
και μόνο ο Giotto να φυτεύει κυπαρίσσια

Έλα χαριτωμένη μιας χώρας διπλανής
να με διδάξεις
λειτουργία τι σημαίνει

Είναι να ακούς του διπλανού σπιτιού
τον αναστεναγμό
τραγούδι να τον κάνεις

Όλοι κλεισμένοι, φιμωμένοι όχι
Γεια σου Ιταλία

(με την ευχή να συνετιστούν οι παππάδες)

 

οι μηδενικές αποχρώσεις του όχι

Η λέξη «όχι», το μισό μας σύμπαν. Το παιδάκι, δύο ή τριών ετών, όχι λέει, ό,τι κι αν του πεις. Λέει όχι γιατί έμαθε αυτή τη λεξούλα, γιατί κατάλαβε με το μικρό και αφιλτράριστο μυαλουδάκι του ότι με τη λεξούλα αυτή αναστατώνεται το περιβάλλον. Κι επέμενε με το βρεφικό του πείσμα ακόμα κι αν κινδύνευε, ή θα μπορούσε και να κινδυνεύσει.

Μεγαλώνει, περνάει την εφηβεία του και πάλι λέει όχι σε όλα γιατί θυμάται με το αναστατωμένο από την ορμονική έκρηξη εγκέφαλό του ότι μ΄εκείνη τη λεξούλα δήλωνε καθαρά ότι ήταν άλλο, ξεχωριστό, ότι είχε γνώμη και άποψη, ίσως και να «περνούσε το δικό του». Κι ήταν περήφανο, χαρούμενο γι΄αυτό και γιατί δεν είχε ακόμα δημιουργήσει κάτι πολύ χειροπιαστό που να το κάνει όντως και διαφορετικό αλλά και ανεξάρτητο από τους άλλους, τους μεγάλους.

Αλλά βέβαια μπορεί και να μην περνούνε το δικό του ποτέ. Μπορεί να αναγκαζόταν παρά την άρνηση να ζήσει την κατάφαση κι έτσι έχανε κάθε εμπιστοσύνη στους άλλους τους μεγάλους, τους έβλεπε σαν απειλή. Τελεία.

Και έτσι μεγαλώνοντας συνήθισε να λέει πάντα όχι, χωρίς πολύ πολύ να ζυγίζει τα πράματα, να σκέφτεται και να βλέπει άσπρο και μαύρο, να αγνοεί τις αποχρώσεις και να αντιδρά αυτόματα και άκριτα.

Και στα λογικά και στα σωστά και στα λογικοφανή και σε αυτά που υπήρχε η περίπτωση να είναι σωστά. Δεν έλεγε πάντα όχι όταν πιεζόταν και όταν έπρεπε να αποφύγει κάτι, αυτά τα ανεχόταν αδιαμαρτύρητα σχεδόν, γιατί είχε συνηθίσει γιατί εμπιστευόταν κείνους εκεί τους «κοντινούς» του «μεγάλους» αλλά ξέδινε αποτελεσματικά αρνούμενος τους έξω από τον κύκλο.

Όταν μεγάλωσε ακόμα παραπάνω, σκαλίζοντας τις στάχτες δίπλα στο τζάκι, αρέσκετο να διηγείται ιστορίες πολύ μεγάλου ηρωισμού.

Την ώρα που μωρά παιδιά και μέλλον, μαθαίνανε αδιάφορα και ζωηρά να λένε «ίσως».

Μέρες επαπειλούμενου εγκλεισμού

Θα φύγουν όλοι όπως πάντα
αφού θα έχουν σπείρει το σπόρο μέσα μου του φόβου
θα φύγουν όλοι
θα περάσουνε αυτοί καλά
κι εγώ χειρότερα όπως πάντα
θα επιστρέφουν πάντα
μια Δευτέρα
για να μου διηγηθούν
τι δεν έκατσε καλά στην εκδρομή

Έξω απ΄το παράθυρο πάλι θα μαίνεται ζωή
κι εγώ θα προσπαθώ να κρατηθώ
όχι μακριά από το θάνατο
και την αρρώστια
αλλά από το βάραθρο του φόβου
που χαίνει μες το σπίτι

την ωραία φυλακή μου

 

να μην ξεχάσω
τότε που έγκυος
κατακαλόκαιρο
στο δεύτερο παιδί
και εγκαταλειμμένη

γιατί άλλοι πιο ξύπνιοι
δεν ήθελαν να χάσουν
τις διακοπές

μέσα στο σώμα
τότε
μαινότανε ζωή

 

 

 

Στροφή για την Αθήνα

φωτο: Ν.Χ.

Φαίνεται ότι το δημόσιο συναίσθημα για την Αθήνα είναι συντονισμένο με τη γενικότερη αμφιθυμία αλλά στα χρόνια της κρίσης το μίσος ήταν επικρατέστερο. Την έσπασαν, την έκαψαν, την μαγάρισαν, την βανδάλισαν όσο μπόρεσαν -όσοι το έκαναν-. Και φάνηκε και  «φυσιολογικό». Άνθρωποι οργισμένοι, αγανακτισμένοι, ξεσπιτωμένοι και κυνηγημένοι, τι να έκαναν άλλο;

Από την άλλη, άλλοι τόσοι αγαπούσαν μάλλον λαθραία την Αθήνα. Γιατί πως αλλιώς να ερμηνεύσω το γεγονός ότι ξεμύτισαν και ότι η πόλη ανατέμνεται, αναλύεται, βιογραφείται, σχεδόν δοξάζεται;

Κτίρια του μεσοπολέμου απαθανατίζονται, πόρτες και παράθυρα αναδεικνύονται  από κάμερες, σοκάκια φωτογραφίζονται. Ακόμα κι η ασκήμια της Αθήνας, τα καλώδια, οι ταμπέλες, οι κεραίες, τα μισογκρέμια και τα κατεδαφιστέα γνωρίζουν δόξα νέα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ούτε καν μια νύχτα σκοτεινή και άγρια, με όλα όσα κρύβει και υποθάλπει η κάθε μεγαλούπολη.

Φαίνεται πως τα χρόνια του θυμού, η Αθήνα έγινε το εξιλαστήριο θύμα. Της φέρθηκαν όπως οι έφηβοι που μέσα τους πιστεύουν ότι για όλα φταίει ένας, μία, ή ό,τι τους περιβάλλει. Οπότε και ο φταίχτης, εν προκειμένω, ο τόπος, μπορεί και να πληρώσει τα σπασμένα. Και όταν η κρίσιμη κατάσταση κι η ηλικία παρέρχεται, το θύμα το υποτιθέμενο της πόλης, πάλι σ΄αυτήν γυρίζει, κοιτάει την ιστορία της, φροντίζει τις πληγές της κι εκτιμάει ό,τι δεν καταστράφηκε τελείως στην επίμαχη την εποχή.

Συνετέλεσε και ο οικονομικός παράγοντας που σταμάτησε το χτίσιμο, και πιο συγκεκριμένα το μη γκρέμισμα. Αντίθετα από την εποχή της αντιπαροχής όπου τα πάντα τα γκρεμίζαμε για να αναγείρουμε στη θέση τους, άλλα, νεότερα, και πιο συμφέροντα πρωτίστως, επέζησαν όλα τα ετοιμόρροπα και όλα τα εγκαταλειμμένα σπίτια και οι πολυκατοικίες ακόμα, απλά γιατί το χρήμα δεν υπήρχε.

Ξένοι, τουρίστες και άλλοι αιτούντες τη χρυσή βίζα, άρχισαν να βάζουν πόδι και χρήμα, πολλά πουλήθηκαν, πολλά έγιναν από σπίτια για νοίκιασμα rbnb, λιγόστεψαν τα σπίτια και μαζί άλλαξε θαρρείς και το βλέμμα, όπως πάντα συμβαίνει με τη σπάνιδα. Εκτιμήθηκαν οι μικρές μονοκατοικίες, οι απόμερες συνοικίες, οι μικρές αυλές και τα παράθυρα με θέα σε δρόμους ταπεινούς, έναντι της παλαιότερης των ρετιρέ με την «απρόσκοπτη» σε λόφους και βουνά του λεκανοπεδίου.

Έτσι άνθισε μια όψιμη αγάπη για την πόλη, έτσι άρχισε το σκύψιμο στις ομορφιές και στις ιδιαιτερότητές της, έτσι χαίρομαι μαζί με τους μεγεθυντικούς φακούς, τις κάμερες και τις παλέτες, και τα μολύβια που κάνουν ένα «αλτ» στη γκρίνια και μιζέρια, που κάνουν ένα pause για λίγο στη διαμαρτυρία, στη ταχύτητα που τρέχουμε και στη ταχύτητα που οι άλλοι κυνηγάνε -τι αλήθεια-;

Ενδεχομένως τώρα να καταλάβουν όσοι μίσησαν με όλη τους τη δύναμη τη πόλη, κι εκείνοι που μισήσανε και όσους δεν μισούσαν ότι άμα είσαι άρρωστος και μένεις σ΄ένα σπίτι, σ΄έναν τόπο, δεν θα σωθείς αν τον πυρπολήσεις για “απολύμανση”.

 

Τσόκλης αυτοβιογραφούμενος

ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟ BOOK PRESS

 

Για το βιβλίο του Κώστα Τσόκλη «”Εν τέλει”, πάλι ο Λόγος είναι!» (εκδ. Καστανιώτη).

«Εν τέλει, πάλι ο Λόγος είναι» αντιπαραβάλλει στην ευαγγελική ρήση, ο Κώστας Τσόκλης  και τιτλοφορεί τη συλλογή κειμένων που τον αφορούν: Ομιλίες που εκφώνησε, σχόλια άλλων πάνω στην τέχνη και το πρόσωπό του, συνεντεύξεις που παραχώρησε και σχόλια του ίδιου πάνω στα εικαστικά, τη ζωή και τη κοινωνία.

Θα διαβάσουμε κομμάτια τρυφερά ακόμα κι όταν είναι σκληρά, τα παιδικά του βιώματα και τα δύσκολα χρόνια. Θα διηγηθεί τα γεγονότα από μια νιότη λαμπερή, γεμάτη πάθος, έρωτα και τέχνη. Θα μας μιλήσει για τη δικαίωση από τον βιωμένο πόνο, το παρελθόν και το παρόν του πάθος για ζωή, ομορφιά κι ουσία καθώς θεάται τον κόσμο με το ατίθασο και ασυμβίβαστό του βλέμμα

Είναι Έλληνας, το γνωρίζει και το αποδέχεται παράλληλα με  την διεθνή του αναγνώριση. Όντας σαφής, βαθύς και αυτοδημιούργητος, σεβόμενος τη δύναμη και την ορμή της φύσης και καθώς αισθάνεται την ανθρώπινη απουσία όπου αυτή κυριαρχεί,   αποδίδει ψυχή στο χώμα και στο νερό, γίνεται Ποιητής.  Ένα παιδί που ανατράφηκε στα σκοτεινά συνωστισμένα υπόγεια της Αθήνας, που ένοιωσε κατάσαρκα το ζόφο του πολέμου, αντιπαρέβαλε με έργο, τους πιο φωτεινούς και καθαρούς ορίζοντες. Καθόλου τυχαίο, αφού η πρόθεσή του, μας δηλώνει, δεν είναι να διδάξει, να συμβολίσει ή να υπονοήσει αλλά να «καθαρίσει τη βρωμιά» και να μας τον αποδώσει τον κόσμο, αληθινό και διαυγή συγχρόνως.

Ενώ συμπύκνωσε στο έργο του πολλαπλές τάσεις, κατάφερε να αρθρώσει μια καινούργια γλώσσα εικαστική, για να επικοινωνήσει με την εποχή και με το «σήμερα». Ασπάστηκε τη τωρινή -σχεδόν μελλοντική- απεικόνιση με τις τεχνολογικές εφαρμογές που σέβεται και χρησιμοποιεί, αλλά ως γραφιάς, εκφράζεται σε μια γλώσσα απλή, σαφή και κατανοητή, εξίσου παραστατική με την εικαστική.

Ακόμα και ο αναγνώστης που δεν έχει  εξοικειωθεί με τους κώδικες αυτούς, θα απολαύσει το ταξίδι. Οι προβληματισμοί του Τσόκλη, έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους και τις αγωνίες τους, διατυπώνονται με ταπεινότητα, η επιτυχία αντιμετωπίζεται σαν μια βαριά αποσκευή, αλλά με λόγο πόσο ανάλαφρο αλήθεια, ενόσω ξετυλίγει μια σκέψη κατά περίσταση αιρετική, αδιάλειπτα διαυγή, σίγουρα κοστολογημένη από εμπειρία ζωής, και ψάξιμο ασταμάτητο.

Αθεράπευτα δεμένος με την Τέχνη αναφέρεται σ΄ αυτήν και σε όλα τα διλήμματα: ο καλλιτέχνης ή τα δημιουργήματά του δικαιώνονται στο τέλος; Τι πρέπει να γίνει για να διασωθεί η Τέχνη και σε ποια γλώσσα να της μιλήσεις; Και εύχεται να βρει η δική του δημιουργία στέγη στην ανθρώπινη ψυχή αντί για τ΄ άψυχα μουσεία, οπότε την επιβιβάζει σοφά στο σωστό όχημα προς την αθανασία, στις επερχόμενές του γενεές, και όπως φαίνεται το καταφέρνει.

Ποιος είναι στο τέλος ο Κώστας Τσόκλης; Αυτός που φορτώθηκε το κάτοπτρο στο σχήμα του σταυρού και ανηφόρισε ως το κολαστήριο στη Σπιναλόγκα, για να καθρεφτιστεί εκεί, μες το χυμένο αίμα, μέσα στη φλόγα που κατατρώει όλο το νερό, μέσα στον ουρανό που όλα τα γιατρεύει.

Είναι αυτός που κάποτε αντάλλαξε ένα λαμπτήρα με άρτο επιούσιο, που σκαρφάλωσε στις σκαλωσιές για να αναστήσει μνήμες και καταγωγή, να εξουθενώσει τους εφιάλτες και τους δράκους. Ο Τσόκλης που οραματίστηκε με χρώματα το ίδιο διαφανή το δράμα της Μήδειας ή του ξυπόλητου παιδιού, τις σκιές του φόβου και  του πόνου, ονόμασε τον εαυτό του «τελευταίο λεπρό», περπάτησε πάνω σε ένα χιόνι από κάτασπρο αλάτι, και συνεχίζει σαν παιδί, μπορεί, ακόμα να δακρύζει .

Απ΄την αρχή μέχρι το τέλος, Τσόκλης είναι!

«Εν τέλει», πάλι ο Λόγος είναι!
Κώστας Τσόκλης
Καστανιώτης 2019
Σελ. 352, τιμή εκδότη €15,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΚΛΗ

 

στο Γιάννη Τσεκλένη

Ήταν η εποχή που ντυνόμασταν ή ονειρευόμαστε ρούχα να φορέσουμε και πιστεύαμε ότι θα ομορφαίναμε. Πριν διαδώσει ο lifestyle τύπος το ημι-γδήσιμο “ζαρτιέρα, και άγιος ο θεός”. Μάλλον και ο σχεδιάστης μας αγαπούσε τις γυναίκες όταν μας έντυνε με σχέδια από το φως, την ιστορία και τη κίνηση.

Με το ένα χέρι ακίνητο.

Και δεν μπορώ να μην το χαιρετίσω αυτό, το τελευταίο.

Όχι γιατί ήταν “ηρωισμός”, κατόρθωμα, ή ό,τι άλλο. Αλλά για την αξιοπρέπεια.

Καλό ταξίδι, Γιάννη Τσεκλένη, δώσε στα σύννεφα δικό σου σχήμα.

Κατερίνα μου

ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

Kαμαρώστε την πώς τρέχει
πώς δρέπει τον καρπό της φυστικιάς
-δεν θα μπορούσε δέντρο πιο ταιριαστό να της τύχει-
δείτε πώς τρέχει σαν αερικό
και πώς σπέρνει σπόρο ομορφιάς και καλοσύνης
δείτε τα μάτια της, ηλιοτρόπια
μόνο προς το φως κοιτούν
δείτε την αγκαλιά της που ανοίγει σαν την αχιβάδα
που φυλάσσει το κρυφό της δάκρυ
δείτε το χάρισμά της
μαργαριτάρι
φτιαγμένο με σύμμαχο το χρόνο
την επιμονή στη δύναμη της φύσης
και το πάθος του νερού

Δείτε πώς αφομοίωσε της θάλασσας τον παφλασμό
τη μουσική της
ακούστε την καλά
η μουσική της νότα νότα από όργανα μεταλλικά
κι από πνευστά ξανθά και γαλανά
αερικά
και χρίσματα
και ανοιξιάτικα νερά
μέσα τους στροβιλίζονται
οι μούσες και οι χάριτες

Αλλά στο χέρι της
κρατά μία γραφίδα σταθερά
γιατί εκτός από γεωργός που έσκαψε βαθιά
εκτός από αηδός
εκτός από γυναίκα
η Κατερίνα είναι φυλαχτό

Της μελωδίας φύλακας
και της παραφωνίας της ζωής
η πιο καλή ασπίδα