ταξίδια

Να δημοσιεύσω εδώ ένα μικρό διήγημα που έγραψα επ΄ευκαιρία ενός διαγωνισμού που διοργάνωσε εκδοτικός/βιβλιοπωλείο.


Συμμετείχαν οκτακόσιοι τόσοι, προκρίθηκαν σαράντα επτά και το δικό μου δεν συμπεριλήφθηκε. Καμία έκπληξη από τη μεριά μου. Όπου κι αν συμμετείχα με γραπτά μου ήταν ή του ύψους -από τα πρώτα ή το πρώτο – ή του βάθους.

Το μικρό μου πόνημα, διαθέτει εν γνώσει μου αρκετά μειονεκτήματα, χωρίς καμιά συγκλονιστική ανατροπή, χωρίς να υπακούει στη πολιτική ορθότητα, ενώ ο αναγνώστης δεν θα βρει ούτε μια κακοποίηση έτσι τρανταχτή τρανταχτή, μα ούτε και γλάστρες με βασιλικό και φρέσκα φασολάκια. Ουδέ και καν χωριό απ΄όπου να έλκουν την καταγωγή τους παππούδες και τρισέγγονα

είτε ηρώων του ‘21 είτε πριγκίπων και γαιοκτημόνων, άντε μια μετεμψύχωση του φαραώ του Ασουρμπανιμπάλ.

Όσοι άπιστοι στα στερεότυπα, προσέλθετε!

Το θέμα το δοθέν ήταν “ταξίδια” μέχρι 400 λέξεις.

ΣΑΝ ΓΛΑΡΟΣ

Φοβότανε η μάνα τα ταξίδια. Ίδρωνε και ζαλίζονταν μόνο με τη μυρωδιά του καραβιού, από το λιμάνι ακόμα. Έτρεμε το αεροπλάνο και στα τρένα φανταζόταν εκτροχιασμό. Μα τα πλεούμενα ήταν το χειρότερό της, το κύμα και ο θόρυβος, το χτύπημα στα πλευρικά, η αίσθηση νερού κι αντάρας κάτω από τα πόδια.

Με όποιο μέσο και αν ταξίδευαν, εκτός από το γιώτα χι, υπέφερε, κι η κόρη της το ίδιο, που είχε μοιραστεί ως συγκοινωνούν δοχείο την αδυναμία της. Από την άλλη ήταν ο πατέρας, αντιπρόσωπος στο επάγγελμα, και ήθελε και μπορούσε να μετακινείται αενάως. Και γέλαγε με τη γυναίκα του, καλόκαρδα στα νιάτα τους, αλλά μετά σαρκαστικά· στερούσε μια χαρά από την οικογένεια κι έβαζε ένα σωρό προϋποθέσεις για τη παραμικρή απόδραση από τη πόλη.

Κάποτε προσκαλέστηκαν σε ταχύπλοο. Αναγκάστηκε η μητέρα να ακολουθήσει. Έφηβοι ήταν πλέον τα παιδιά, ήταν και καλοί κολυμβητές και η διαδρομή μικρή· έκανε ο φόβος της να υποχωρήσει. Εφοδιάστηκε με τα συνήθη της, τρόφιμα, αλλαξιές μην τύχει τίποτα, κι υπέμενε όλη μέρα το μαρτύριο. Άλλαζε θέση κάθε τόσο αναζητώντας μάταια σταθερότητα μέσα στο πλοιαράκι με το βλέμμα καρφωμένο στα παπούτσια της.

Η κόρη δεν είχε αντιληφθεί τη ταραχή, κύλησε η μέρα με κολύμπι, ήλιο και αέρα φρέσκο. Ένιωθε πρωτόγνωρη χαρά από την συνύπαρξή της με τη θάλασσα. Μία να έκανε με το χέρι της, θα το βούταγε στο νερό, το κύμα ήταν φιλικό κι οικείο, κοντινό. Όταν έπιασε όμως να κουνιέται λίγο παραπάνω το σκάφος προς το γυρισμό, η μικρή ένιωσε για πρώτη της φορά την ευεργετική επίδραση της αδρεναλίνης.

Η μάνα, κουρνιασμένη, τυλιγμένη με ζακέτα και μαντήλι μην της χαλάσουν τα μαλλιά, κάθονταν αγκαλιά με τάπερ, τρόφιμα που κουβαλούσε από το σπίτι για κάθε ενδεχόμενο. Η κόρη πάλι είχε την εντύπωση ότι βρισκόταν σε κανένα λούνα παρκ. Σε κάθε χτύπημα γερό καθώς το σκάφος έσκαγε στη θάλασσα μεθούσε με τη κίνηση, χαιρόταν με τη γρηγοράδα και τη βία. Ένιωσε ασφαλής.

Οπότε με μία κίνηση αρπάζοντας τα εφόδια που θα έσωζαν την οικογένεια από το φανταστικό ναυάγιο, τα πέταξε στον ταραγμένο αφρό που άφηνε η μηχανή. Στην επιφάνεια, ανέβηκαν βρασμένα αυγά, παξιμάδια και χαρτοπετσέτες, ανάκατα, τεμαχισμένα, έτοιμα για τα αδηφάγα ράμφη των πουλιών.

Σαν γλάρος, σχεδόν αμφίβια, συνέχισε να ταξιδεύει ξεχνώντας φόβο και ναυτία αλλά και την μάνα που κοίταζε εμβρόντητη, αδύναμη να αντιδράσει, χωρίς να έχει να μοιράσει το δικό της φόβο μαζί με τις τροφές, να προστατέψει θέλοντας και μη.

Να δω λίγο ουρανό

Βγαίνει μέσα από τη κουζίνα, ζωσμένη τη ποδιά, με το μαντήλι στο κεφάλι, μάσκα. Βγαίνει στο καλντερίμι την ώρα που ο ήλιος πάει να δύσει, δρασκελάει το κατώφλι με λαχτάρα. Κάποιοι την κοιτάν και δεν μιλάνε αλλά έχουν το ερωτηματικό στα μάτια.

“Να δω λιγάκι ουρανό” απαντάει στο μη λεχθέν ερώτημα και στρέφει προς τα πάνω.

Είναι η μαγείρισσα, και ξεπροβάλλει από τα εσώτερα ταβέρνας. Είναι Αλβανή, έχει κι ένα παιδάκι που ο πατέρας το πάει στη θάλασσα -χωρίς καρότσι ούτε μάρσιππο,ούτε με μια σακκούλα κουβαδάκια – κρατώντας απ΄το χέρι την ώρα που αυτή δουλεύει.

Φτιάχνει αυτή τη φάβα που δεν περνάει από μπλέντερ, και την σερβίρουν χλιαρή, είναι “της ώρας”! Μπορεί να καθαρίζει και το ψάρι που έρχεται καψαλισμένο και ψημένο στη φωτιά, εκεί που ο ιδιοκτήτης ξεροψήνεται κι αυτός πάνω από την υπαίθρια φουφού.

Μετά από απογεματινό περίπατο ο νεαρός πατέρας με το γιο, τον πάει κοντά στη φλόγα και το φούμο, του απλώνει το χεράκι και του διδάσκει και το πυρ, μετά τη θάλασσα νωρίτερα στη μέρα. Μετά από τα απλά και μινιμαλιστικά μαθήματα, τον πάει στη μάνα που μέσα από τη μάσκα και την όλη εξάρτησή της, της κουζίνας, στέλνει ένα φιλί στο παιδί, του κάνει μια αγκαλιά χωρίς να τον αγγίζει, τα λένε με τα μάτια.

Χτίζουνε το περίφημο μπραντ νέϊμ “Ελλάδα”, αυτό που δεν πουλήθηκε σε φαστφουντάδικο, είναι το μαγαζί πλάι στο κύμα με τη παγωμένη μπύρα, το χάρτινο τραπεζομάντηλο, το ψάρι με τη καψαλισμένη του ουρά και το κεφάλι, το γενναιόδωρο το λαδολέμονο. Είναι το μαγαζί που ξέρεις το όνομα της κοπέλας που σε σερβίρει με το όνομά της γιατί κι εκείνη ξέρει το δικό σου, όχι γιατί της το κρέμασαν με ταμπελάκι στη ποδιά.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι ντόπιοι μαγαζάτορες κι οι μετανάστες που φέρνουν κάτι από απλότητα μαζί τους και ας μην το ξέρουν, κρατάνε μία Ελλάδα που δεν χωράει στους δείκτες και τους υπολογισμούς των υπουργείων και λοιπών θεσμών. Χωλαίνει, ώρες ώρες, δεν το παραβλέπω, το ξέρω και ούτε νοσταλγώ τα πιο παλιά· και τι να νοσταλγήσω, τη βρωμιά, τσαπατσουλιά κι αυθαρεσία; Όχι, ό,τι ήτανε παλιό δεν ήταν και καλό κι αν αντιστέκεσαι στην αλλαγή με κάθε τρόπο, κι αν θέλεις να γυρίσεις πίσω στο χαμένο τάχατες παράδεισο, μάλλον στη κόλαση της καθημερινότητας θα πέσεις.

Αλλά εκείνη την εικόνα της μαγείρισσας “Να δω λιγάκι ουρανό” που προφανώς ενσωματώνει πιο καλά και στέρεα τις εικόνες του Γύζη και του Λύτρα, εκείνη την εικόνα την τοποθετώ σε μια πινακοθήκη νέα και αληθινή μακριά από κοσμικά εγκαίνια και ιλουστρασιόν ή καραγκούνικα μασκαριλίκια.

Και στα διακόσια χρόνια που υπάρχει η Ελλάδα δεν βλέπω τη συνέχεια στους αρνητές των πάντων, έτσι για την άρνηση, μα στη κατάφαση σ΄ αυτό που λέγεται ζωή και φυλαγμένες ομορφιές που πάνε πρίμα με τη φύση και τον ουρανό μας, και σ΄όποιον τον κοιτάει για ν΄ανασάνει.

Μαρία, 65 σήμερα

Στα μέσα του καλοκαιριού βρέθηκε πλάι στη θάλασσα, κολύμπησε, γευμάτισε κι αποκοιμήθηκε σε κρεβάτι που δεν έστρωσε, επιτέλους χωρίς έγνοιες για να ξυπνήσει με το αντίθετο του εφιάλτη. Η λάμπα που αιωρείτο στο ταβάνι είχε έναν όμοιο ρυθμό με το άγχος που απέδρα. Ένα πριόνι που ηχούσε έξω έκοβε το σώμα της στα δύο για να κλέψει μαύρες σκέψεις για το αύριο από το υπόλοιπο κορμί. Θα ερχόταν καύσωνας, λέγαν οι ειδήσεις, ένας ακόμα και μακρύς αλλά σαν νάταν μεθυσμένη το στρίψιμο της βίδας του χειμώνα, σταμάτησε για λίγο.

Τα έχει πια καλά με το πέρασμα του χρόνου, του τρέχοντος, του όλου. Δεν έχει πια να αποδείξει και πολλά, δεν περιμένει η νιότη απειλώντας πως δεν είναι ικανοποιημένη στη γωνία. Δεν απαιτεί η καριέρα γραμμές, καμπύλες και ανοδικές πορείες. Της φτάνει η ανηφόρα της ζωής η τελευταία. Θα ήθελε αλλιώς; Δεν έχει απάντηση. Ό,τι είχε φέρει η ζωή ήταν άσκημο μα είναι και ωραίο, είναι απλά ζωή. Η αγαπημένη της ποιήτρια το είχε πει “ψηφίζω το καθεστώς ζωή”*, κι όταν ψηφίζει ξέρει και γιατί υποστηρίζει, και για όσο.

Εξήντα πέντε, ο πιο πολύς ο δρόμος ως το τέλος έχει πια διανυθεί, η κάθε ώρα αποκτά άλλη αξία, δεν σπαταλιέται. Με πείσμα να μην δέχεται αυτό που δεν της κάνει. Νερό μες το κρασί, και αλάτι μετρημένο, κυριολεκτικά. Έχει αρρώστιες, έχει ένα σώμα που χρειάζεται πολλά και αποδίδει λίγα, αυτό είναι το γήρας που ανατέλλει επισήμως στα εξήντα πέντε.

Κάποια είναι δύσκολα, η μετακίνηση, η μνήμη κι η προσαρμογή, η ευόδωση των όποιων στόχων που μπαίνουν κι ύστερα βγαίνουν από την πίσω πόρτα των πραγμάτων. Τα περιθώρια μικρά, τα όνειρα προσγειωμένα. Άνθρωποι φεύγουν με τον έναν, με τον άλλον τρόπο, αφήνουν πίσω τους μια τρύπα και πέτρες που αλέθουν την αλήθεια, την συντρίβουν, βάζουν ερωτήματα: μήπως δεν ήταν και ποτέ στοιχειωδώς ειλικρινείς, παρόντες στη ζωή της;

Μα και στιγμές, πολύτιμες όσο ποτέ, ελάχιστες ή παραπάνω, με δροσιά, γαλήνη, χωρίς κανένα πάθος. Μετράς μπρος πίσω, κοιτάς δεξιά αριστερά, τι βλέπεις; Είναι κι οι Άνθρωποι που αξίζουν τη συνέχεια. Ωραία λέξη η συν-έχεια, κάπως την έχει γράψει η Μαρία ·μπορεί όποτε θέλει να αποχωρήσει.

(Και η δικαιοσύνη, η αποκατάσταση;

Είναι μικρές κι αυτές μέσα στο “σήμερα”, δεν πιάνουν χώρο. Είναι κοντές, δεν δρασκελάνε την ανάγκη να απολαύσει ό,τι ζει, ό,τι απομένει πια να βιωθεί, ό,τι αρθρώνεται από χείλια άδολα, ό,τι ακουμπάει σα νερό για να λειάνει δεν το σταματάς για να ξανακοιτάξεις τις γωνίες με τα εργαλεία και να ξύσεις.
Θα τις θυμηθεί με το καιρό, τότε που δεν θα έχουν και καμία σημασία.

Και τότε, αν έχει ακόμα ανάγκη, θα τις γράψει, με τις δύο έννοιες της γλώσσας).

* Στίχος από μνήμης της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ

γενέθλια

αντί κεριά
φυσάει πανιά
ανθρώπων για να φεύγουν

αυτών που είπαν
για σένα δεν υπάρχει χώρος

Γράφει την ιστορία της
σε γυρισμένες πλάτες

ΜΑΡΙΑ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΛΑΤΥΣΚΑΛΟ

Τι να σημαίνει ο αριθμός, αναρωτιέται. Εξήντα πέντε χρόνια. Γεννήθηκε μια μέρα καλοκαιρινή, ο πρώτος ήχος που έφτασε στ΄αυτιά της, η αγορά, η λαϊκή. Τότε που σπάσαν τα νερά τις τελευταίες ώρες στη κοιλιά, σύμφωνα πάντα με τους θρύλους που κυκλοφορούσαν μες την οικογένεια.

Μπορεί γι΄ αυτό το λόγο να αισθάνεται στο “σπίτι της” ανάμεσα στα χρώματα τις μυρωδιές, τους ήχους και τα βήματα που κάνουν οι πελάτες και οι πωλητές. Μπορεί και για τον ίδιο λόγο να διάλεξε στη τύχη να κατοικήσει ένα διαμέρισμα πάνω ακριβώς από το ίδιο μέρος, ύστερα από χρόνια.

“Πόσο νωρίς χαράζονται οι πόλοι”*Δεν είχε πάει ακόμα δημοτικό -νηπιαγωγείο δεν πήγε- όταν ζωγράφισε μία βάρκα κόντρα στα χρώματα του δειλινού, της έβαλε και ένα όνομα, ΕΡΜΑ, αντιγράφοντας τα γράμματα όπως τα είχε δει, στο ραδιόφωνο με τα κουμπιά, στη πόρτα του ψυγείου, χωρίς να ξέρει τι σημαίνουν, ποια λέξη σχηματίστηκε και που την τοποθέτησε στη παιδική της ζωγραφιά.

Σήμαιναν κάτι όλα αυτά; Ήταν διαίσθηση, ή αναμνήσεις από ένα χώρο σκοτεινό κι αθώο; Δεν θα μπορέσει να τις απαντήσει, βολεύεται στο χωνευτό καλούπι της, εκεί που μέρα με τη μέρα χύνεται η περίφημη ταυτότητα, είναι αυτή που ένωσε τα νήματα κι ας έρχονται από όπου, αδιάφορο και άγνωστο θα μείνει.

Πέρασε τη τελευταία χρονιά της απομόνωσης ισορροπώντας σε έδαφος αβέβαιο. Από τη μια, κάποιοι της έτειναν το χέρι και στηρίχτηκε. Ένας γιατρός, την ανακούφισε από τους πόνους και ήταν ο ίδιος που την ώθησε να μπει πιο αποφασιστικά στο κόσμο της τεχνολογίας. Και ένας γείτονας της έφερε ολόκληρο ψυγείο όταν το δικό της χάλασε. Οι συνεργάτιδές της έδειξαν κατανόηση, “πρώτα απ’ όλα να είμαστε καλά”. Το ίδιο κι οι θεραπευτές και κάποιοι άλλοι επαγγελματίες, παρόντες και ουσιαστικοί όποτε τους χρειάστηκε.

Ήταν κι εκείνη που δεν άφησε μια μέρα χωρίς τηλέφωνο ή βίντεο, κι εκείνος που την πήρε από το χέρι να της διδάξει πάλι κίνηση και θάρρος για να ταξιδέψει μες το καλοκαίρι, μέσα στη ζωή.

Ενώνει η αντιξοότητα αλλά και χωρίζει, αποκαλύπτει. Απαισιόδοξοι παντός καιρού, παπαγαλάκια ψεκασμένων, καταστροφολόγοι, αιτούντες τη παρηγοριά και χορηγοί του φόβου δεν αφήνουν χώρο στη Μαρία για να φοβηθεί η ίδια, να ανησυχήσει, να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να ζήσει. Διατηρεί τη ψυχραιμία της για να εισπράξει το ανεκδιήγητο: “Ε, βέβαια, τι ανάγκη έχεις;” φράση που έρχεται σα μπούμερανγκ απ΄τα παλιά, χτυπάει καίρια στο κεφάλι.

Σοκάρεται. Τι να της λείπει; Η πολυτέλεια που απολαμβάνουν κάποιοι, πίστη θρησκευτική σε μεταφυσική ή κόμμα. Να περιμένεις την εκ παντός ύψους σωτηρία, να αναθεματίζεις τους “διαόλους”, να φοβάσαι και να κρύβεσαι μες το θυμό, να γίνεσαι εκ περιτροπής ο ίδιος σωτήρας, θύμα κι οπαδός, εφόδια μίας ζωής που επιτρέπει να ρίχνεις και ευθύνες και τις λύσεις κάπου εκτός του εαυτού, εκτός της λογικής και εκτός της ανεξαρτησίας.

Ζει, συζεί με τη πραγματικότητα να αγρυπνά συνέχεια στη διπλανή καρέκλα:
Απ΄το Δεκέμβρη του περασμένου χρόνου έως τα μέσα Μάη δεν είχε συμφάει με άνθρωπο.
Τι ανάγκη έχει;

Άκουσε λόγια στον ελεύθερο πολιορκημένο χρόνο της χωρίς αντίκρυσμα, λόγια που έσβησαν μαζί με τα λοκντάουν, όταν τελείωσε κι ο ρόλος της, μια βολική παρέα με το take-a-away στο πάρκο που κάνουν την ανάγκη τους οι σκύλοι. Δόθηκαν υποσχέσεις τότε “όταν ανοίξουνε να πάμε” για να ξεχαστούν όταν οι μικροί λαϊκιστές που έχει ο καθείς μες το μικρόκοσμο του τραβάει με τα τρύπια κουβαδάκια του για τη δική του ευκολία και τη παραλία.

Γηράσκει και διδάσκεται μαθήματα, δεν έχουν όλα κακή γεύση.

(συνεχίζεται προσεχώς)

* Από μνήμης στίχος από μνήμης της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ

κάποτε το Πάσχα, το χωριό

2015. Αποφασίζει να ακολουθήσει ένα γκρουπ των πούλμαν και της συμφοράς. Δεν έχει τίποτα καλύτερο, όλοι οι φίλοι ρέπουν ανίατα προς την οικογένεια. Κυλάει ανεκτά η Παρασκευή. Διαδρομή και εξοχή, ηγείται μια αγράμματη τύπου ξεναγός που καλεί από μικροφώνου να πει όποιος θέλει εκείνα τα απαίσια σεξιστικά ανέκδοτα με τα οποία ξελιγώνεται η τρίτη ηλικία, αλλά δε βαριέσαι, η Μαρία κοιτάει έξω, ρουφάει εικόνες εξοχής και θάλασσας και παρηγοριέται με μια άλλη σόλο ταξιδιώτισσα, ανταλλάσσουν εφημερίδες ως συγκρατούμενες σε μπλοκ αναλφαβήτων.

Εγκατάσταση στο παραλιακό ξενοδοχείο – αρχές Απρίλη, ψύχρα κι υγρασία- θέρμανση μηδέν. Μετά το σχετικό επιτάφιο και φαγητό, φοράει ό,τι έχει και κοιμάται. Το δωμάτιο έχει να ανοίξει γύρευε από πότε, αναδίδει μούχλα, σκόνη και ανακαίνιση στα όρια του μεταμοντέρνου κιτς. Αλλιώς φαινόταν στις φωτογραφίες.

Το Σάββατο τους πάνε σε ένα υπέροχο δάσος στο βουνό για να καταλήξουν σε μοναστήρι όπου ένας μοναχός -ανάμεσα σε ψεκασμένο και κατάλοιπο των αγανακτισμένων του Συντάγματος – ξεναγεί. Στην ουσία επαιτεί, δίνει εκεί κάτι ψιλά και περιμένει πως και πως να παν για γεύμα.

Με άλλους δύο σόλο ταξιδιώτες κάνουν παρέα, κάθονται με τις ταλαιπωρημένες πλάτες τους στον ήλιο, σερβίρεται ένα υπέροχο βουνίσιο φαγητό και χόρτα, πίνουν κρασάκι, και το κέφι απογειώνεται καθώς τρολάρουν την κατάσταση. Όπου η ξινή η “ξεναγός” τους τη πέφτει, το ωράριο, ο οδηγός, η διαδρομή και άλλες δικαιολογίες για να τα μαζέψουν να φύγουν, να επιστρέψουν στο άσυλο που λέγεται ξενοδοχείο με τη πισίνα και το παιδότοπο που βουίζει όλη μέρα για μια ξεκούραση που κανείς δεν είχε τη συγκεκριμένη εκείνη τη στιγμή ανάγκη.

Ατέλειωτες οι ώρες μέχρι οι εργαζόμενοι να πιάσουν απρόθυμα δουλειά, τουτέστιν να πάνε τους πελάτες τους στην εκκλησία για ανάσταση και στην επιστροφή να τους ταΐσουν. Όπερ και εγένετο στην καθορισμένη ώρα αλλά στο μεταξύ, ο εγκλεισμός πλήρης, ούτε συγκοινωνία για το κοντινό χωριό, ούτε και ταξί, και τίποτα εκεί κοντά, εκτός μια παραλία φαλακρή εκτεθειμένη στα όποια καιρικά φαινόμενα και πόσες ώρες πια να περπατάς;

Ανεκδιήγητο το δείπνο το οποίο σερβιρίστηκε με περίσσια βιασύνη σε αίθουσα αχανή και κακοφωτισμένη. Κρέας με γεύση από χαρτόνι, σούπα με κυρίαρχο συστατικό το αλεύρι, για επιδόρπιο γιαούρτι αραιωμένο και μία κουταλιά από χύμα μαρμελάδα. Έφαγε η Μαρία όλο το ψωμί από το καλάθι. Δε συζητάμε για ποτά, νερό, και αν.

Νευριασμένη, κουρασμένη, πεινασμένη ενδίδει στη πρόταση άλλου ταξιδιώτη για βόλτα παραλιακά, αλλά φευ, αυτός νομίζει ότι πάει γυρεύοντας και της την πέφτει για να απογοητευτεί.

Με δυσκολία αποκοιμιέται η Μαρία και ξυπνάει υπό τους ήχους των δημοτικών ασμάτων που συνόδευαν τους τάχα ενδεδυμένους με παραδοσιακά επαγγελματίες χορευτές παρά θιν πισινός, στη διαπασών από το πρωί πακέτο με μία τσίκνα αναδυόμενη από τις ψησταριές, πρωί πρωί χωρίς καφέ. Που χρεωνόταν ως κάτι “έξτρα” αν είχε κανείς ιδιαίτερη προτίμηση και όχι από μια κανάτα έτοιμο και κρύο.

Για να σερβιριστεί το μεσημεριανό στην αχανή αίθουσα του ασύλου με βουνά από πιλάφια και σαλάτες μαγιονεζάτες, με τα μαχαιροπήρουνα να ακούγονται στα ξενυχτισμένα της αυτιά σαν τον απόηχο από το μεγάλο φαγοπότι χωρίς καθόλου υπότιτλους, μόνο εικόνες από γέροντες να ξεκοκαλίζουν λαίμαργα κοψίδια, χέρια να αρπάζουν από τις πιατέλες και μπουκωμένα στόματα, γυναίκες να στραβοκοιτάζουν τα πιάτα και να βάζουν φρένο στους ατάσθαλους συζύγους της χοληστερίνης και το ποτό, πάλι δυσεύρετο. Το μόνο που κατάφερε μετά κόπων και βασάνων ήταν μια μπύρα των τριακοσίων τριάντα που έφερε ένας σερβιτότορος που την κοίταζε επίμονα στα μάτια για να λάβει πάραυτα το παχυλό ως είθισται στο χώρο πουρμπουάρ, στο ταμπλ ντ΄οτ αν κάτι βγει, θα είναι από τα ποτά.

Η ξεναγός παύλα “πωλήτρια not included υπηρεσιών”, τους προξενεύει μια βραδιά στο λόμπι με λάιβ μουσική. Που αρχίζει και δεν τελειώνει παρά το ξημέρωμα. Ανύπαρκτη ηχομόνωση, βαριεστησμένη ορχήστρα συνοδεία γερόντων με φάλτσα “πιο καλή η μοναξιά” που ισχύει στη περίπτωση.

Όταν την άλλη μέρα η Μαρία διαμαρτύρεται στον ρεσεψιονίστ για την ηχορύπανση παίρνει την αποστομωτική απάντηση “Και για γιατί δεν κατεβαίνατε κι εσείς, Πάσχα είχαμε”.

Κι αν ήμουν άλλης θρησκείας, δόγματος, και δεν είχα; Πως συμπεριφέρεστε έτσι στους τουρίστες, εσείς ως ξενοδοχείο; παίρνει την ακόμα πιο ευγενική, φιλόξενη και ανοιχτόμυαλη ατάκα:

“Εδώ είναι χωριό, δεν έχει τέτοια, όλοι εδώ έχουμε Πάσχα”.

Βάλε κι άλλο λάδι στο τραπέζι, μάνα

Τώρα που ανακατεύεται η τράπουλα των εορτών, των ημερών και των ωρών, λέω η μέρα της μητέρας να μη γιορτάζεται αρχές του Μάη- που σημαίνει και ξεπούλημα για ανθοπώλες και 30φυλλα -αλλά το φθινόπωρο μαζί με της εληές και λάδι, μιας και η Ελληνίδα μάνα ή που της βγάζουν ή που βγάζει από τα παιδιά το λάδι

Εξαρτάται από ποια μεριά του ελαιοτριβείου στέκεται κανείς

‘Οταν έκλαψε ο Karl

Από αμηχανία, λέω, διότι αφ΄ενός επαληθεύθηκε, αφ΄ετέρου πουθενά προλεταριάτο έτσι όπως το φαντάστηκε. Αν κάνω λάθος, διορθώστε, όπως και να έχει, τις «βασικές αρχές» τις διάβασα κάπου στον προηγούμενο αιώνα κι η μνήμη ατονεί.

Επαληθεύεται λοιπόν διότι ναι, άλλαξαν οι παραγωγικοί συσχετισμοί και έγινε και επανάσταση μόνο που δεν την έκαναν μονάχα οι προλετάριοι αλλά και οι επιχειρηματίες μαζί.

Και έγινε που λέτε η επανάσταση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, της κινητής, των οπτικών ινών και οπτικών μας νεύρων, τσατάλια. Και όλοι πια καταναλώνουμε από το πιο προνομιούχο ως το πρόσφυγα, το κινητό μας, το δίκτυό μας και τη κοινωνική μας επαφή μέσω αυτών. Είμαστε χρήστες, είμαστε εθισμένοι, είμαστε αναγκεμένοι σε σχέση με τη παμφάγα τη τεχνολογία.

Και αγαπημένε αν και ξεχασμένε Karl, ναι, είχες δίκιο πως όποιος έχει και τα μέσα της παραγωγής αυτός είναι κυρίαρχος και από την άλλη, εκείνοι οι εργάτες που χειρίζονται τα μέσα θα ανέτρεπαν το στάτους κβο…

Σου γράφω από την Αθήνα, όπου προχτές μια εταιρεία απ΄αυτές με τα τηλέφωνα και τις επικοινωνίες που τείνουν να υποκαταστήσουν πια πολλά -δεν θα εξηγήσω ποια, δεν είμαι η κατάλληλη, αλλά αν μπορείς ρίξε μια ματιά στο 2021 και θα καταλάβεις-, η εταιρεία αυτή που λες έπιασε και έστησε ένα κουτί μπροστά σε μια προθήκη για βιβλία.

Βαδίζουμε στους δρόμους της μετα-βιομηχανίας, με τα πόδια μας, μιλάμε μέσα από μηχανές, γράφουμε από μέσα πάλι, και οι χαρτογιακάδες μας μέσα από κει εργάζονται παράγοντας όπως προέβλεψες υπεραξία, είχες δίκιο.

Απλά οι επιχειρηματίες συνέτειναν απ΄τη μεριά τους, φτιάχνοντας όλες αυτές τις συσκευές που στην αρχή τις πούλησαν στα κράτη για χρήση στους πολέμους αλλά μετά τις «εκλαΐκευσαν» τις έδωσαν στον κόσμο όλο, με σχετικά φτηνές τιμές και μετά πάλι στις επιχειρήσεις που όπως πάντα -και πώς αλλιώς; από την εποχή σου έως τώρα δεν βρέθηκε άλλο κίνητρο- αποσκοπούν στο κέρδος με λιγότερα λεφτά και χέρια εργατικά αλλά, κρατήσου, ΚΑΙ ΜΥΑΛΑ. Βαδίζουμε στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης!

Μ΄αυτά και με αυτά σ΄ αφήνω Karl, και σε φαντάζομαι ακόμα με τα γένια σου μακριά να σαι κι εσύ μπροστά στον υπερκόσμιο πισι σου και να ζυγίζεις τη ποσότητα με τη ποιότητά μας, να αναρωτιέσαι, σίγουρα πιο σοφά και πιο ευφυώς από εμένα τί διάολο κάνουνε εκεί στη γη και στην οδό Ακαδημίας της Αθήνας που κλείνουνε οι καινούργιες μηχανές αυτό που επιβιώνει από την εποχή σου: Βιβλιοπωλεία, τελεία, εκεί ακόμα αναπνέεις.

Ειρωνικό, όλα αυτά συμβαίνουν στην Αθήνα, στην οδό Ακαδημίας, λίγες μόνο ώρες από μια γιορτή για ελευθερία. Κι οι εταιρείες κινητής από τη μια κάνουν αυτό, από την άλλη, διαφημίζουνε ως χορηγοί, με ηθοποιούς με βαθιά φωνή, τάχα την επικοινωνία, την ανθρωπιά και την ελευθερία .

Θα κλείσω με μια φράση ενός ποιητή που αν και ξένου, είναι και δικός μας, σαν κι εσένα.

«Και διηγώντας τα να κλαις» 
μπορεί και να γελάς, μακάρι

Weird art

Θα το πω κι ας βρω απέναντί μου και τους από δω και τους από κει. Από τη μια η τέχνη που είναι weird, πασπαλισμένη με διανοητικοποίηση εκατό μεγατόνων, συνέτεινε να γεννηθεί το νέο τέρας: Δε πα να έχεις χωρία αρχαίας τραγωδίας πρόχειρα να απαγγείλεις απ΄όξω κι ανακωτά, δεν πα να έχεις λιώσει το Λακάν, άχρηστα όλα μπροστά σε πάθη σκοτεινά.

Ένα από τα δείγματα αυτής της τάσης και ο ακραίος κυνισμός που επιδείχθηκε τα τελευταία χρόνια από καλλιτέχνες -κυρίως παραστατικούς όπου η εικόνα δεν χρειάζεται πολλά- που ΔΕΝ μας έκανε ανεκτικούς στο διαφορετικό ή σπάνιο, αλλά αδιάφορους και αναίσθητους σε έναν κόσμο δυστοπίας που μας πήγαν και μας εγκατέστησαν ή μάλλον μας ξενάγησαν ωσάν να είναι μια «πατρίδα» νέα αλλά μόνιμη, αυτή του ζόφου.

Χώροι όπου τα συναισθήματα είχαν απαγορευτεί, με καταστάσεις ολωσδιόλου αδιέξοδες, χωρίς αγάπη, χωρίς μια χαραμάδα φως. Εικόνες από τις πιο ακραίες καταστάσεις μα πιο πολύ σκιαγραφημένες με μια γλώσσα, εικαστική ή σκηνοθετική που «δεν σηκώνει» ούτε σχόλια, ούτε γόνιμες συγκρούσεις ούτε και μια προσπάθεια να ανατραπεί -ακόμα και με κόστος- η καθεστηκυία τάξη της ρομποτικής και της σκληρότητας. Ο κόσμος που μας περιέγραψαν δεν σήκωνε καμιά κουβέντα. Έτσι είναι γιατί έτσι νομίζουμε, και πάμε τρέχοντας, και κάνουμε σημειωτόν μπροστά σε μία βεβαιότητα, ό,τι στρεβλό υπάρχει ανάμεσα σε ανθρώπους, έτσι ήταν, έτσι είναι και κι έτσι θάναι. Ψευτορεαλισμός κι ο Μιθροδάτης να χαμογελάει ευχαριστημένος.

Τα είδαμε στο σινεμά και στη σκηνή, αίμα και σπέρμα να ρέουν χωρίς κανένα λόγο, τα υπέγραψαν και στο χαρτί και στον καμβά μάστορες ικανότατοι που μπορούσαν να μαγεύουν και να μετατρέπουν μία φρίκη που είτε μας απείλησε, είτε υπήρξε είτε την φαντάστηκαν. Και η κοινωνία του θεάματος ιδίως τους αντάμειψε, με εξουσία και βραβείο και πρεστίζ ανάμεσα στο χάσκον τους κοινό.

Στον αντίποδα πάλι, έργα γεμάτα από τα στείρα τους διδάγματα, κινούμενα στο χώρο της ορθότητας, της στράτευσης σε κάθε είδους νεοφυή κινήματα που επέβαλαν χάριν εμπορικότητας και μόνο μια «αναγκαστική», χωρίς βιώματα προσωπικά συμπόνια σε ευάλωτους -θέλαν δεν θέλαν οι τελευταίοι να ηρωποιούνται- μπηκαν στο τελευταίο λαϊκό ανάγνωσμα και θέαμα ως καρικατούρες, μόνο και μόνο γιατί αυτοί «πουλάνε» ή είναι συμβατοί με κώδικες καθόλου χωνεμένους.

Βγήκαμε από αίθουσες και κλείσαμε σελίδες με μία αίσθηση πως τίποτα δεν υπάρχει. Ούτε χιούμορ, ούτε σαρκασμός, ούτε ρωγμές, ούτε έστω ελπίδα, μόνο μια κοινωνία με πεθαμένες, με θαμμένες σχέσεις, με απωθημένα ή με πάθη δεδομένα. Οι αξίες καταργήθηκαν ως να μην έπαιζαν ποτέ κανένα ρόλο, σαν να καταδικάστηκαν σε πλήρη ανικανότητα να αλλάξουν, να πυροδοτήσουν κάτι.

Κάτω από χιόνι πάλλευκο, αγνό και όμορφο, μάστορες στη τέχνη τους φτιάξαν τέλεια ομοιώματα από τα πτώματα που έκρυβαν από κάτω.

Λειώνει το χιόνι τώρα, σβήνουν οι τυμπανοκρουσίες και ακούγεται στο βάθος η αδύναμη φωνή παιδιού: Ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Το χιόνι σκοτώνει το πεύκο της Μαρίας

Την οδήγησε εκεί η πανδημία, για περπάτημα σε τόπο χλοερό και καθαρό όσον αφορά στα πεζοδρόμιά του. Αφού είχε από χρόνια μετακομίσει στο κέντρο της Αθήνας, σε τόπο άνυδρο και ρυπαρό, συνηθισμένο.

Πλησίασε με φόβο το παλιό της πατρικό, και στη συνέχεια πολυκατοικία όπου και έζησε σε διαμέρισμά της κάποια χρόνια. Αίφνης το δέντρο που κυριαρχούσε στις πρώτες αναμνήσεις είχε πάρει κι άλλο ύψος και τα κλαδιά του, πλάτος απόκοσμο ενώ είχε γύρει προς την πλευρά του οικήματος ακόμα πιο πολύ. Το φως δεν πρέπει να περνούσε πια και οι σχεδόν γυμνοί του κλώνοι με τούφες τούφες από ψωραλέα φύλλα εισέβαλαν με θράσος στις βεράντες των ορόφων.

Ενώνονταν με τα άλλα πεύκα από όμορα οικόπεδα, κι ένα πυκνό χρώμα, πράσινο φαιό και σκούρο καφετί, μαύρο σχεδόν από τα χρόνια και από τη σκιά, κυριαρχούσε. Αυτόματα θυμήθηκε μια ανάλογη εικόνα και την αίσθηση από τις βόρειες παραλίες λίγα μόλις χρόνια πριν παραδοθούν στις φλόγες: αδιέξοδο, σκοτάδι κι απειλή.

Το γεγονός ότι τα πεύκα ενώνονταν εκεί ψηλά, που  μπλέκονταν με τα κλαδιά των άλλων, έδιναν μια αίσθηση σιαμαίων αδελφών, μία φιλοδοξία ισόβιας και αέναης συνύπαρξης. Το μόνο που κατόρθωνε ήταν το μπέρδεμα, το  φρένο στην ανάπτυξη ένθεν κι ένθεν. Η όποια νοσταλγία της για την παλιά εποχή, για τη δροσιά, τη λαγαρή σκιά, την προστασία και τη στέψη είχε αντικατασταθεί με μία μόνο λέξη: απειλή.

«Θες μία σπίθα, θες ένας αέρας δυνατός, θες μία καταιγίδα» και όπως σκέφτηκε το τελευταίο τα μάτια της καρφώνονταν στα παλιωμένα σύρματα του ηλεκτρικού. Όταν ήταν νέα τα μετάφραζε σε πεντάγραμμα και τα πουλιά να κάθονται επάνω, νότες. Με τη κάμερα προσπάθησε να αποτυπώσει την τωρινή εικόνα, εκ διαμέτρου αντίθετη με τη ποιητική της νιότης. Φεύγοντας έριξε μια ματιά και στην έρημη βεράντα, για να ξανανοιώσει φευγαλέα κι έντονα σαν ηλεκτρική εκκένωση τα ίδια σκούρα συναισθήματα με την ύστερη εποχή που κατοικούσε στο προάστιο.

Δεν πέρασε ούτε μήνας που οι ειδήσεις μετέδιδαν εικόνες της περιοχής. Είχε παρασύρει ο χιονιάς το πεύκο, η πολυκατοικία είχε μείνει χωρίς ρεύμα και νερό και η απειλή που είχε αισθανθεί είχε πραγματοποιηθεί. Η ίδια είχε αποποιηθεί από χρόνια το πράσινο, τον καθαρό αέρα, το κήπο αλλά και τη ζωή που υιοθετούσαν οι συγκεκριμένοι γείτονές της πίσω από τους ψηλούς τους φράχτες, ένα αυτοκίνητο για κάθε μέλος της οικογένειας και μια ολόκληρη οικογένεια Φιλιππινέζων να τους εξυπηρετεί.

Συνέχισε να ζει σε άλλο τόπο αφήνοντας τα πεύκα να ψηλώνουν, να γερνούν μαζί, να απειλούν το ένα το άλλο με την αμοιβαία πτώση τους, να εμποδίζουν το φως να μπει από τα παράθυρα, λυγίζοντας στο τέλος κάτω από το βάρος του χιονιού να φρακάρουν και τις πόρτες με τους ένοικους μέσα χωρίς καν φως, χωρίς νερό, στη φυλακή που είχαν από μόνοι τους κατασκευάσει.

Σε καταπατημένο δάσος.