Η Εποχή της Μουσικής

Δεν μπορώ να καταλάβω και στη συνέχεια να διατυπώσω τα «πώς» και τα «γιατί» αλλά ίσως να πάνε και χρόνια που κάποια παράσταση, “performance” να το πω και πιο Ελληνικά, και ιδιαίτερα παράσταση που νάναι και ποιητική και μουσική και εικαστική μαζί, να μου «μίλησε» κατ΄ευθείαν στην ψυχή.

Δεν ξέρω να το πω παρά περιγραφικά. Να δηλαδή: είναι κάτι εικόνες και κάτι ήχοι, κάτι λέξεις, που λειτουργούν σαν μια γροθιά στο στομάχι εκεί που είσαι ανυποψίαστος. Είναι κάτι θεάματα που πέφτει μια παγερή σχεδόν σιωπή στο ακροατήριο που μοιάζει σαν να κρατήσαμε όλοι για μια στιγμή την ανάσα μας. Σαν όλα τα μάτια να συντονίστηκαν στην ίδια ακριβώς τροχιά. Και σαν η μουσική να ξεσήκωσε ένα κύμα που μας παίρνει και μας πάει. Πού; Δεν ξέρω, κάπου πιο ψηλά από την πλατεία του θεάτρου ενώ το ίδιο κύμα μας επαναφέρει σώους, ωστόσο αλλαγμένους.

Δεν ξέρω αν η μουσική έχει παίξει και σε σας το ρόλο του μεταμορφωτή, αν έχετε νοιώσει κι εσείς σαν βγαίνετε από τη παράσταση «κάπως» και πως ό,τι κι αν πείτε θάναι τόσο μα τόσο φτωχό κι ανίκανο να περιγράψει την εντός σας μετατόπιση, της ίδιας της ψυχής σας.

Μία παράσταση με μουσική και λόγια, σαν κι αυτή, την Εποχή της Μελλισάνθης, ήταν, είναι για μένα τελικά εφάμιλλη και σε συναίσθημα και σε προσήλωση και σε δόνηση ψυχής μη αναστρέψιμη αυτό που άλλοι ονομάζουν θρησκεία. Mία στιγμή που γίνομαι ικανή να τα ξεχάσω όλα και να τα επαναφέρω, να συγχωρήσω ή να θυμώσω χωρίς επιστροφή, να λησμονήσω τους εχθρούς μου ή να λατρέψω από την αρχή εκείνους που συντήρησαν τη μουσική, τα λόγια και τη σύζευξή τους. Αυτό, μόνο αυτό και τίποτα άλλο είναι για μένα η θρησκεία. Δική μου και των διπλανών, κοινή και αποκλειστικά δική μου. Αλήθεια περιγεγραμμένη με τις άπειρες της αποχρώσεις και πολλές αλήθειες την ίδια τη στιγμή. Αυτή, η μουσική είναι το πιστεύω και το θέλω μου, αυτή είναι η κινητήρια δύναμή μου κι η ιερή εικόνα της ζωής.

Αυτή μονάχα είναι ικανή να με δονήσει αποφασιστικά καθώς οι νότες της και το αλφάβητό της καταγράφονται σαν μελωδία και σαν λόγια που στροβιλίζονται επίμονα εκεί που προηγούμενα δεν ήταν τίποτα, εκεί που εδραζόταν το κενό και η απογοήτευση από δεκάδες και εκατοντάδες παραστάσεις.

Που άμα φτάσεις και συσκέφτεσαι με τον εαυτό ή τον διπλανό σου για το «τί θα φάμε αύριο», κλάφτα Χαράλαμπε. Άμα αρχίζεις να ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κινητό και το ρολόι σου πάει να πει πως αυτή η μουσική είναι για ασανσέρ, για διαφημίσεις (κι αν, αυτό το τελευταίο). Δεν είναι τίποτα για τη ψυχή σου που διψάει ανάμεσα σε τόσους άλλους πιστούς και οπαδούς είτε θρησκειών είτε και κομμάτων ή άλλων «πιο» μοντέρνων ιδεολογιών του τύπου χορτοφάγοι και λοιπά, διψάει η ψυχή για μια θρησκεία «αληθινή», δική της, μουσική. Και λόγια να ταιριάζουν.

Advertisements

Μικρό οδοιπορικό στη Νάξο

φωτο Μ.Ι.

Η Νάξος με γοήτευσε από τα δεκατρία μου. Τότε που άνθρωποι πάτησαν το φεγγάρι, μου είχε φανεί ότι η Κυκλαδική γη είχε «κρατήρες» και σε συνδυασμό με τους Ενετικούς πύργους συνέθεταν τα ασύνδετα: την παιδική μου ηλικία και τα παραμύθια της με την εφηβεία αφ’ ενός, την απογείωση αφ΄ετέρου με τη «προσελήνωση», την καινούργια λέξη: ολίγον αμερικάνικη, ολίγον φουτουριστική και πολύ φαντασιακή…

Επισκέπτομαι το νησί τα τελευταία χρόνια και πάντα το ανακαλύπτω. Ετούτη τη χρονιά το οδοιπορικό έγινε πιο πλήρες και άνετο αφού η Μαρκέλλα, ατρόμητη στο τιμόνι του τζιπ της, ήτανε μέρα νύχτα έτοιμη για βόλτες και ανακαλύψεις, για όλα τα δύσκολα  παρκαρίσματα, τη πορεία πάνω στους αμμόλοφους όποτε χρειάστηκε και τις διαβάσεις ανάμεσα από καλαμιώνες.

Ξεκινήσαμε την «ένδον» γνωριμία από το αρχαιολογικό μουσείο. Δρασκελώντας τα μεγάλα σκαλοπάτια του μεσαιωνικού κτίσματος όπου στεγάζεται, διανύσαμε και τις ιστορικές περιόδους. Κυκλαδικά ειδώλια ή ελληνιστικά αγάλματα, φτιαγμένα από τα ίδια υλικά, μάρμαρο και ήλιο, όλα φθαρμένα, όλα  πλασμένα για τον τόπο αυτό. Και στη ταράτσα μετά, λιμάνι με Μπλου Σταρ και άλλα ταχύπλοα, εκκλησία, παλιά και νέα πόλη, μας προσφέρθηκαν «στο πιάτο» μαζί  με ένα δροσερό πράσινο τσάι. Το διάφανο φως, οι σαφείς διακρίσεις από το κίτρινο ως το πράσινο σε αγρούς και καλαμιώνες, το άσπρο της πέτρας, δίνουν την αίσθηση ότι είναι όλα απλά, σαφή αλλά κυρίως, γόνιμα.

Η περιήγηση στην ενδοχώρα αποκαλύπτει άλλα «μυστήρια» και παράδοξες συνυπάρξεις: Στις Μέλανες ο κούρος  -σε αντίθεση με τον συνάδελφό του στον Απόλλωνα που είναι φωλιασμένος σ ένα ύψωμα- ξαπλώνει τραυματισμένος με ραγισμένο το ένα πόδι μέσα σε ένα καταφύγιο παραδείσιο: Η ρεματιά και τα νερά, καλλιεργημένη, με φρεσκοποτισμένα μποστάνια δίπλα σε βελανιδιές αιώνιες. Με τις πέτρινες πεζούλες να ορίζουν ιδιοκτησίες, να προσπαθούν να τιθασεύσουν νερά και χώματα, ενώ στη καρδιά της πανδαισίας, το νεανικό πέτρινο κορμί, αναπαύεται από τη πορεία του μέσα σε αιώνες συνύπαρξης. Απλώνοντας το χέρι, κόβουμε την κοντούλα από το δέντρο που ούτε αντιστέκεται και ούτε απαγορεύει τίποτα στη συγκεκριμένη Εδέμ.

Στη διαδρομή προς τα χωριά, σε κάθε στροφή του δρόμου αποκαλύπτεται από άλλη οπτική γωνία το μαρμάρινο λατομείο αλλά η αρχική εντύπωση δεν αλλάζει: το νταμάρι, έργο φύσης και ανθρώπου, λαξεμένο μέσα στο βουνό, δίνει μια αίσθηση μοναδική, ναού, γλυπτού. Στημένες σαν κίονες οι λευκές διαβαθμίσεις της φθοράς με φόντο τον ουρανό, υπαινίσσονται ότι και τους ναούς και τα γλυπτά, κι ό,τι είδες στο μουσείο, κάποτε μπορεί να τάχαν δει και ο Φειδίας κι ο Μοντιλιάνι και ο Μουρ, ν΄ άντλησαν τις γραμμές και να σμίλεψαν την ύλη.

Για τα ίδια τα χωριά της Νάξου όμως τί να πρωτοπώ; ‘Εχουν ζωή, τελεία: Ο Απείρανθος παίζει με την ίδια τη γλώσσα και τη γεωγραφία. Άλλοτε αρσενικός και άλλοτε θηλυκός, άλλοτε Κυκλαδικός και άλλοτε Κρητικός στο γλωσσικό ιδίωμά του, σου δείχνει μια ακόμα γωνία θέασης από ψηλά. Και όταν κουράζεσαι σου προσφέρουν την πιο «τίμια» σαλάτα και το παγωμένο νερό που δεν χρεώνεται…

Το Χαλκί αν και τουριστικό είναι κουκλίστικο, αλλά το Φιλώτι, με τον γιγάντιο πλάτανό του στη πλατεία και όλα τα στοιχεία του, μαρτυρούν ότι τόσο η αγορά όσο και η κοινωνία λειτουργούν ολοχρονίς. Τράπεζα, φαρμακείο, δύο σιδεράδικα, ιατρείο, σχολείο αλλά και ανακοινώσεις για «ντόπια» πολιτιστικά, πήρε το μάτι μου. Ο καφές από το μπρίκι συνοδεία σπιτικού γλυκού βύσσινο στη βαθιά δροσιά της πλατείας δεν αφήνει περιθώρια για περίσκεψη ή βαθυστόχαστες παρατηρήσεις.

Το μάτι πέφτει απέναντι στο εμπορικό με τα καλάθια, τα ντενεκέδια παρέα με τα φρούτα και τα λαχανικά και δίνει «άδεια» στο πνεύμα. Ακούω μέσα μου έναν βαθύ αναστεναγμό και όλα εκείνα που θυμάμαι δεν είναι πλάσματα φαντασίας αλλά αντέχοντας στο χρόνο, συνεχίζουν από «τότε» που πρωτοήρθα σε επαφή με το φαινόμενο «Κυκλάδες» ως τα σήμερα: ο αδιάσπαστος κύκλος της φύσης και της ανθρώπινης παρέμβασης, το εμπόριο που σχετίζεται μ΄αυτές τις δραστηριότητες…  όχι, δεν είναι κοινωνικές παρατηρήσεις. Είναι μια ανάσα που θυμίζει ότι η ζωή σε κάποιους τόπους δεν σ΄έχει προσπεράσει με τη φούρια της καινούργιας εποχής, σε κάποιους τόπους το νερό δροσίζει ακόμα.

Με ένα μόνο βλέμμα, ζεις μες την εικόνα που είναι η ενσάρκωση του μινιμαλισμού. Oι πέτρες συγγενεύουν με τα ξωκλήσια, τα δέντρα κι οι καλαμιώνες με τα κύματα, όλα τα περιττά απλοποιούνται και καταλήγουν σε μαγικές δυάδες ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, τη στεριά και τη γη, τον αέρα που σου καθαρίζει το μυαλό από ό,τι μολυσμένο και μπερδεμένο κουβάλησες, εσύ ο βέβηλος, από τη πόλη.

Γενικά, για τις Κυκλάδες, μην ξεκινήσεις με βαριές βαλίτσες. Ό,τι φορέσεις τη μέρα θα το απλώσεις στον βοριά και θα σε προστατέψει και τη νύχτα. Κι ό,τι σχεδιάσεις να κάνεις με χάρτες και οδηγούς θα αναιρεθεί από τους δρόμους που σου δείχνει με το τρόπο του ο τόπος. Όταν θα καταφύγεις στις παραλίες, προχωρημένο μεσημέρι πια, θα απολαύσεις τις βουτιές και δεν θα χάσεις τη δύση από το “west coast”. Αη Προκόπης, Αγία Άννα και  Πλάκα θα σου απλώσουν το πιο ονειρικό σκηνικό: σιμιγδαλένια αμμουδιά και πράσινα βαθιά νερά με τον  ήλιο να γέρνει και να ξαναγεννιέται εκείνη η παλέτα του μωβ και του πορτοκαλί που νόμιζες ότι είχε «καταργηθεί».

Βραδιάζει χωρίς να μελαγχολείς, όχι γιατί είσαι διακοπές αλλά γιατί ο ανοιχτός ορίζοντας και οι χαμηλές γραμμές των οικημάτων με τα αρμυρίκια από τη μια και το απέραντο γαλάζιο από την άλλη, επαναλαμβάνουν τραγουδιστά ότι δεν έχεις κάνει λάθος: η ζωή συνεχίζεται και μάλιστα χωρίς πολυκατοικίες, χωρίς φανάρια και τον περίφημο Σαββοπουλικό «ρόγχο του αιρ κοντίσιον». Όλες οι μορφές, κολυμβητές και σκάφη και σύννεφα ψηλά και βράχια παρακάτω, όλα αιωρούνται με αρμονία και χάρη για όσο φτάνει το ανθρώπινό σου μάτι. Και σου ξανασυστήνεται το καλοκαίρι με όλα του τα στερεότυπα: μαγιώ και στάχυα, άσπρο και μπλε από πρώτο χέρι, και μια ώχρα που ξεπροβάλλει σαν σκουριά μέσα από το πέτρωμα. Όσα είχες ακουστά από τους φωτισμένους αρχιτέκτονες ξεπροβάλλουν, αλλά εδώ είναι το real thing, εδώ είναι η πηγή!

Το θέμα πάλι, «ναξιώτικο φαγητό», μοιάζει ανεξάντλητο σαν και τις τεράστιες χορταστικές μερίδες! Το γεγονός ότι και πατάτες και μοσχάρια και κοκόρια και λαχανικά παράγονται κάτω από τη πόρτα του ξενοδοχείου που σε φιλοξενεί, εξηγεί τα γενναιόδωρα πιάτα. Ίσως θάπρεπε να αποτελεί «πρότυπο» για τον κάθε επαγγελματία που στην αντίπερα όχθη, βαφτίζει τη κάθε μπουκιά με ονομασίες και επεξεργάζεται με τεχνικές εξ εσπερίας προκειμένου να προσδώσει υπεραξία. Αφού γευτείς φαγητό στη Νάξο και μετά, θα γίνεις  σωβινιστής και λαϊκιστής όσον αφορά στη μάσα. Θα υποκλιθείς στα λαδερά και στην υπέροχη τηγανητή πατατούλα, στη χωριάτικη με το ντόπιο τυρί, στις πίτες και στα γλυκά του κουταλιού που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν σύμπασα τη μαγειρική κοινότητα πολύ περισσότερο από το υγρό άζωτο και το ζελέ σε χρώμα τεχνητό φλούο λαχανί ή φούξια…

Κορυφαία εμπειρία που ζήσαμε και δεν θα ήθελα με τίποτα να έχω χάσει ήταν και το «Φεστιβάλ Πατάτας», μάζωξη που έγινε στο προαύλιο του ντόπιου συνεταιρισμού ένα ακόμα μαγεμένο Αξιώτικο σούρουπο. Κόσμος πολύς, φαμίλιες ολόκληρες από τους παππούδες με τα χαραγμένα από τον ήλιο πρόσωπα, ως τα μωρά των πρόσφατων ξενιτεμένων, ακόμα και ένα χορευτικό συγκρότημα φιλελλήνων από την Ιταλία! Η επαφή με την παραγωγή και με τη θάλασσα ενώνει, καθώς η μάζωξη δεν γιορτάζει μόνο την επάρκεια στο γεώμηλον αλλά και το εμπόριο που θα ακολουθήσει. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ούτε το τηγανητό λάδι δεν ενοχλεί, που η παρουσία των  εκπροσώπων των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ακόμα και των απαραίτητων για τη μεταφορά, πλοιοκτητών δεν ξενίζει, το έδαφος -ή το υπέδαφος- της Νάξου ενώνεται με θάλασσα.

Κοντά μεσάνυχτα φεύγουμε με τη γεύση της τηγανητής πατάτας ακόμα στο στόμα και καταφεύγουμε στο πιο κοντινό σουβλατζίδικο στο ξενοδοχείο μας για μια μπύρα που να ξεπλύνει όλη τη περίεργη βραδιά. Ξεχασμένοι προσκυνητές της χτεσινής γιορτής του Άγιου Νικόδημου και παπάδες προερχόμενοι προφανώς από άλλες γειτονικές Κυκλάδες και κορίτσια με μίνι φούστες και «κλατς» στα χέρια κρατάνε το μαγαζί ζωντανό ενώ ο κόκορας αρχίζει να κακαρίζει…

Κάτω από το παράθυρο του ξενοδοχείου, αγρότες με τις γαλότσες και το στέϊσον φορτώνουν το ξημέρωμα ντομάτες και το απόβραδο χορταρικά ενώ το λάστιχο ποτίζει στάγδην το δεντρολίβανο, την αρμπαρόριζα και τη λεβάντα. Τα τρία αρώματα μαζί, μοσχοβολούν στο μικρό βεραντάκι όπου σερβίρεται το πρωινό και ανακατεύονται με τις μυρωδιές από τις πίτες, το φρεσκοψημένο ψωμί και το καφέ που προσφέρεται σχεδόν αυτόματα: ο καλός ξενοδόχος καραδοκεί και μόλις δει τον κάθε πελάτη να κατεβαίνει για το πρωινό, βάζει να γίνεται ο καφές της ιδιαίτερης προτίμησής του.

Φαίνεται ότι εδώ το μέτρον είναι άριστον, και ελπίζω έτσι να διατηρηθεί, καθώς ο τουρισμός και οι υπηρεσίες του, αν και ψηλού επιπέδου, αν και μπολιασμένες από παραδοσιακές αξίες όσον αφορά στην καθαριότητα, την ευγένεια και το μεράκι των νησιωτών, δεν έχει «ξεφύγει» από ορισμένα όρια όπως συμβαίνει με τις καινούργιες Dinsneylands του αιγαίου, παρακείμενες και κοσμικές Κυκλάδες.

φωτο Μ.Χ.

Αναδημοσιεύεται από το Βαρελάκι

Οι μορφές της Πελαγίας Κυριαζή

Η Πελαγία Κυριαζή επανέρχεται με μία ακόμα ατομική της έκθεση όπου εκκινώντας από ένα φόντο «νυχτερινό» -ονειρικό- συλλαμβάνει τις διαβαθμίσεις του σκότους, του αγνώστου, του ασαφούς, του ασυνειδήτου τελικά.

 

Το σώμα είναι πανταχού παρόν ακόμα κι όταν είναι διαμελισμένο, κατακερματισμένο ανάμεσα στους διάφορους ρόλους και τις στάσεις που επιτάσσει η κοινωνία και το όλον μέσα στο οποίο το ίδιο κινείται και αναζητά να βρει τη ψυχή, το πρόσωπο,  που φέρει. Πινελιές έγχρωμες και έμψυχες, το χρώμα του αίματος και της ζωής αλλά και το ιώδες της ασάφειας, της σύζευξης θερμού-ψυχρού, η φθορά αλλά και οι επιθυμίες που επιβιώνουν και οι πληγές που χαίνουν, προβάλλουν και έλκουν την όραση, τις αισθήσεις. Η ζωώδης ροπή και οι χυμοί της ωριμότητας ξεχύνονται με τη μορφή σκίτσου, χρώματος, γραμμών και σκιών.

Η σκιά, όχι όμως σαν σύμβολο ούτε και σαν απεικόνιση, καταγράφεται σαν πέρασμα του χρόνου και της οδύνης της ίδιας της ύπαρξης, απαλείφει τα επί μέρους χαρακτηριστικά των προσώπων. Αποτυπώνοντας έτσι, το γεγονός: το περίγραμμα παραμένει αναλλοίωτο αλλά ό,τι διαμορφώνει το «πρόσωπο», την ιδιαίτερη χροιά, και εντύπωση που δημιουργεί ο ένας στον άλλον άνθρωπο, συνθλίβονται -ή πατινάρονται – από ένα πέρασμα που μπορεί να είναι είτε βίαιο είτε επαναλαμβανόμενο.

Η τεχνική αυτή παραπέμπει -κατά τη δική μου εντύπωση- σε σοβατισμένες τοιχογραφίες, στον μέγιστο Ε. Μουνκ αλλά και σε κάτι περισσότερο κοινωνικό παρά υπαρξιακό ή τεχνικό: στα καθεστώτα και στις συνθήκες που απαλείφουν την προσωπικότητα, που καθιστούν το άτομο σκιά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ίσως και εντελώς ανεξάρτητα από την πρόθεση της καλλιτέχνιδας…
Αφού Η Πελαγία Κυριαζή δηλώνει ότι η πρωταρχική εντύπωση είναι και ο οριστική, οπότε και στα έργα της, μένοντας πιστή σ αυτή τη δήλωση και παρότρυνση του  Γύζη, τελειοποιεί τις μορφές και συνακόλουθα και τις εκφράσεις τους: απαλείφοντας ό,τι δεν αντέχει, στην ανάλυση, στην περαιτέρω αποκωδικοποίηση. Χωρίς να χάνει στιγμή την επαφή με τον μέσα κόσμο οι απεικονίσεις που θα μπορούσαν να αποδίδουν μία πομπή προσφύγων, ένα δέντρο νεκρωμένο ή τις δονήσεις μιας μοναδικής ψυχής, καθιστούν το έργο της πολυδιάστατο, οικουμενικό και πέρα για πέρα αυθεντικό.

 

 

 

Διάρκεια: 8 Ιουνίου – 15 Ιουλίου 2017

Αίθουσα τέχνης «ε κ φ ρ α σ η – γιαννα γραμματοπουλου», Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα

 

Ατομική έκθεση της  Πελαγίας Κυριαζή  με τίτλο An imagean Eidólon / Μια εικόνα, ένα Είδωλο.

 

 

 

 

H Πελαγία Κυριαζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική και κεραμική στην Α.Σ.Κ.Τ. και το 1993, με υποτροφία Fulbright, σε συνεργασία με τον Βασίλη Λαμπρινό, πήγε στη Νέα Υόρκη όπου, παράλληλα με τη ζωγραφική και το σχέδιο δούλεψε με ψηφιακά μέσα και τη πειραματική χαρακτική σε γυαλόχαρτο.  Τα χαρακτικά  της διακρίθηκαν σε δύο διαγωνισμούς του Διεθνούς Κέντρου Χαρακτικής Νέας Υόρκης. Έργα της έχουν επίσης εκτεθεί σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις όπως στο Kunst Europa Kunsthalle Berlin, στην 6η International Biennial of Drawing and Graphic Arts στο Μουσείο του Györ στην Ουγγαρία και στη Διεθνή Έκθεση Art Athina. Πρόσφατα συμμετείχε  στην έκθεση Βουτιά στον Ψηφιακό πολιτισμό με την ΑΣΚΤ. Ατομικές εκθέσεις της στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη έχουν παρουσιαστεί ανάμεσα σε άλλες στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, στη Γκαλερί 3 και στη Νέα Υόρκη στη New York Public Library 96th Str., στο Tenri Cultural Institute και στο A.S. Onassis Cultural Center. Συμμετέχει στην έκθεση του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστήμιου με θέμα το Λαβαρο του Γύζη. Η Πελαγία Κυριαζή δραστηριοποιείται στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη.     

είχε δημοσιευτεί στο http://fractalart.gr/oi-morfes-tis-pelagias-kyriazi/

 

 

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗ ΚΟΡΥΦΗ, ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015

 

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ

 

Ο τίτλος, σε συνδυασμό με το εξώφυλλο, εξ ίσου πολύσημα. Η φωτογραφία μιας βουνοκορφής, η φυσική μορφή της συγγραφέως με τα ολόλευκα μαλλιά, προδιαθέτουν για μία ακόμα περιπλάνηση στο χρόνο: ένα αστέρι στο βάθος του ορίζοντα- ήλιος ή φεγγάρι, στην ανατολή ή στη  δύση του- ενώ σε πρώτο πλάνο μια κουκουβάγια, πουλί σοφό αλλά και νυκτόβιο, ατενίζει τον αναγνώστη. Τα «Λευκά στην Κορυφή» ενδέχεται να δηλώνουν τα άσπρα της κεφαλής, σοφία και ωριμότητα, αλλά και τα χιόνια εκείνα που ποτέ δεν λιώνουν.

Τα δεκαεννέα διηγήματα πραγματεύονται το θάνατο και την απόσταση. Αρχίζοντας με την κηδεία της μάνας, μια γυναίκα μαυροφορεμένη προσπαθεί να προσεγγίσει εν μέσω καύσωνα το νεκροταφείο, με αγωνία, σιωπή και λόγια καλά φυλαγμένα για το κατευώδιο.  Έτσι ξεκινάει μια αφήγηση σταθερά πρωτοπρόσωπη  όσο κι αν ποικίλουν τα επόμενα δέκα οκτώ διηγήματα. Το απόλυτο μαύρο και θερμό της πρώτης ιστορίας θα διαδεχθούν οι διαφορετικές αποχρώσεις του μοιραίου μέχρι την ύστατη προσπάθεια να ελεγχθεί το ανεξέλεγκτο επέκεινα. Ενδιάμεσα ο απόηχος του θανάτου θα ακουστεί σε καταστάσεις υπόκωφης βίας αλλά και αναπολήσεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν με τις ομοιότητες τις διαφορές ανάμεσα σε τόπους και συνήθειες, να ερμηνεύσουν σχέσεις με  τις διαρρήξεις τους, παρουσίες με απουσίες, ίσως και το δίπολο «εγγύτητα – απόσταση», εν τέλει.

Η φωνή της αφηγήτριας μαρτυρά τη πορεία μιας γυναίκας ώριμης στα χρόνια και πλούσιας στις εμπειρίες, κοσμοπολίτισσας με γερές ρίζες στη γενέθλια γη και συχνή αναφορά στις ανάλογες μνήμες που την ακολουθούν. Διατηρεί τη ψύχραιμη, διεισδυτική ματιά στη φύση, στους τόπους και τους τύπους των ανθρώπων που συμπληρώνεται από τη παιδεία, τη τριβή με τη λογοτεχνία και τη πολιτική επικαιρότητα. Οι περιστάσεις που βιώνονται διατηρούν μια συνεχή ένταση, η έκβαση κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις και η ελλειπτική γραφή προσδίδει οικονομία στο λόγο. Αυτή είναι όμως μία, η πρώτη κι όχι μοναδική ανάγνωση.

Τα πρώτα διηγήματα αναφέρονται σε θανάτους, κηδείες και νεκρικά έθιμα  που αφορούν  σε αποχαιρετισμούς κλιμακωτά πιο απόμακρους σε σχέση με τον πρώτο. Στη συνέχεια η Καρατζαφέρη εστιάζει σε σχέσεις με ομάδες ή άτομα που έφυγαν από τη ζωή -ή από τη δική της – με τρόπο λίγο ή πολύ βίαιο. Θάνατοι ομαδικοί, ατυχήματα, δολοφονίες, αποχωρισμοί και απομακρύνσεις δίνουν μεταξύ άλλων το στίγμα της σχετικότητας: Ο θάνατος βιώνεται ανάλογα με την συναισθηματική, γεωγραφική ή χρονική απόσταση που έχουν –ή που θέτουν- οι ζώντες από κείνους που φεύγουν.

Η αφηγήτρια, όσο κι αν υιοθετεί διαφορετικές περσόνες, θα διατηρήσει το σταθερό –και αναγνωρίσιμο- ύφος και θα περιγράψει όλα τα μοιραία συμβάντα εντοπίζοντας κοινές φιγούρες σε ανόμοιες περιστάσεις, π.χ.: άντρες με μαύρα κοστούμια, ξεχωρίζουν καθώς  υποδύονται εκ περιτροπής τους σερβιτόρους, σεκιουριτάδες, τελετάρχες ή νεκροπομπούς. Θα συνομιλήσει και θα σχετιστεί με κλοσάρ ή μπεηζμπολίστες, υπόδικους  και μαστροπούς και καθώς θα μπαίνει σε προφανώς ανοίκειους χώρους, θα μπολιάζει τα άγνωστα με τα δεδομένα του πάτριου εδάφους αφ΄ενός, με «ασκήσεις επί χάρτου» αφ΄ετέρου. Όσο σκληρό, οργανωμένο και απόρθητο φαίνεται το άγνωστο σύμπαν των γηπέδων, των εκρήξεων και των δολοφονιών, τόσο καταφεύγει σε νοητικές αναπαραστάσεις ή σκηνοθετικές οδηγίες για εγκλήματα κατά άλλων και του εαυτού της, αναφορές στη λογοτεχνία αλλά και στο πασίγνωστο στους αναγνώστες της Ι.Κ., πανταχού παρόν,  Διαβολίτσι, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Eνώσο  ζώα περιφέρονται, αμέριμνα για τη δική τους μοίρα, ατίθασα, αυτόνομα, ίσως και σαν τα ένστικτά μας…

Η δεύτερη ανάγνωση φανερώνει ότι στις ιστορίες κλιμακώνονται, η ίδια η  βία της ζωής, το πέρασμα του χρόνου, η λήθη και ο φόβος, ενώ οι αποχωρισμοί, ο πόθος και η σαγήνη του θανάτου, που ξεπροβάλλουν πίσω από τις γραμμές, ευνουχισμένα και ορθά πολιτικοποιημένα, επιβιώνουν∙ μέχρι η Ι.Κ. να «σκοτώσει» σε μια ύστατη πράξη ακτιβιστικού φεμινισμού αυτό που θεωρεί αιτία μιας βίας, κοινωνικής. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά η βία καραδοκεί, ως ανεκπλήρωτο πάθος, ή ενοχή για «πράξεις και για παραλήψεις», προς εαυτόν, για κάποιες λέξεις, παρορμήσεις ή πάθη που δεν βρήκαν διέξοδο. Οι περιγραφές που παίρνουν μεγάλη έκταση και οι μακροπερίοδες διατυπώσεις κάνουν την ελλειπτική γραφή να «σκοντάφτει» σε μια πιο ισχυρή διάθεση απολογισμού. Το ίδιο ισχύει για εποχές που σηματοδοτούνται από πολιτικά γεγονότα τα οποία δεν  παίζουν κάποιον εμφανή ρόλο στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων. Προφανώς η κατά μέτωπο αντιμετώπιση του τέλους προδιαθέτει για μια άλλη -και αμήχανη- «φλυαρία» που δεν πείθει σαν ευλογοφανής κατασκευή, αφού προφανώς δεν είναι.

Περισσότερο αυθεντικό, το ομώνυμο με τη συλλογή, διήγημα, συνυφαίνει εμπειρίες πραγματικές ή/και μυθοπλαστικές, αρμονικά. Η παθογένεια της επαρχίας, ο στενός κλοιός της οικογένειας, σφίγγουν γύρω από ένα τρισδιάστατο ήρωα, με παρελθόν ευανάγνωστο, ο οποίος βιώνει και έναν εμφανή «θάνατο», των ονείρων και της ίδιας της λίμπιντο του, θυσιάζοντας την δυνατότητά του να παίξει έναν άλλο ρόλο στη κεντρική σκηνή της συλλογής και στη καρδιά της συγγραφέως. Που του αφιερώνει τη σχεδόν μοναδική εσωτερική ανάγνωση πριν τον παραδώσει στη μοίρα του και στη πένα της.

Εκείνα τα  «Λευκά στην Κορυφή» μπορεί να είναι παγωμένα συναισθήματα, εν τέλει.

Δημοσιεύευται στο http://varelaki.blogspot.gr/2017/06/notationes-2017_66.html

 

 

Σκουπίδια. Σακούλες σκουπιδιών.

 

Πραγματικά δεν θυμάμαι πόσες φορές έγραψα και εν συνεχεία πέταξα (ηλεκτρονικά) τις σκέψεις μου για τα σκουπίδια. Πρώτα απ΄ όλα, έχω την «τύχη» να περιστοιχίζομαι από κάδους, δύο από τη μια μεριά του σπιτιού και δύο από την άλλη. Ευκολία στην καθημερινότητα, δυστυχία στην απεργία, καθώς ξέχειλοι υψώνουν τα φορτία τους απειλώντας το μικρό μου μπαλκονάκι με την εγγύτητα της ανάλογης σκηνής του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας.

Δεύτερον, και εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι κάδοι αποτελούν στρατηγικό στόχο των ρακοσυλλεκτών της περιοχής που με έχουν οδηγήσει σε παρατηρήσεις: ένας γκριζομάλλης και μεσόκοπος, ανοίγει καθημερινά τον μπλε της ανακύκλωσης, ψαρεύει τα οικονομικά ένθετα -που διακρίνονται από το ροζ τους χρώμα- ανάβει τσιγαράκι, διαβάζει και στη συνέχεια κάνει τη σχετική διαλογή: χαρτόκουτες, παλιά περιοδικά μπαίνουν με τη σειρά και με επιμέλεια στην μεγάλη shopping bag του και φεύγει για τον επόμενο σταθμό.

Σημειώστε ότι ο άστεγος και αποσυνάγωγος αυτός της κοινωνίας, είτε από σύμπτωση είτε από κάποια πολύ πρακτική ανάγκη, ενημερώνεται για τα οικονομικά -δωρεάν- αλλά και φέρει τσάντα πολλαπλών χρήσεων, σε αντίθεση με τους συμπολίτες της γειτονιάς μου που εναποθέτουν στα σκουπίδια ένα πλήθος από αντικείμενα που δεν έχουν κλείσει τον κύκλο της ζωής και της χρήσης τους, περιττό να τα απαριθμήσω.

Το πιο μεγάλο «πάρτυ» δε των κάδων συντελείται όταν από τα φαινόμενα -παπούτσια, παλιές κουβέρτες, χύδην συσκευασίες από καλλυντικά και φάρμακα και πολλά ρούχα- στη περίπτωση θανάτου. Όπου προφανώς οι κληρονόμοι -ή οι παλαιοπώλες που επιτελούν το σχετικό «καθαρισμό» – αδειάζουν όπως όπως τα ενδιαιτήματα όπου πριν λίγο ξεψύχησε πλαισιωμένος από τα παλιά του ρούχα και από τα σύγχρονα φάρμακα ο παππούς ή η γιαγιά της απέναντι πόρτας…

Δεν θα επιμείνω άλλο στις σκουπιδοπεριγραφές. Πιστεύω ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται μια κοινωνία τα άχρηστα, ή μάλλον τα χρησιμοποιημένα της είναι ενδεικτικός:

Τα σκουπίδια του Έλληνα είναι πολλά, πάρα πολλά και ανάκατα. Εκτός που δεν ανακυκλώνει και εκτός που ακυρώνει και την προσπάθεια εκείνων που το πράττουν, καπακώνοντας το μπλε κάδο με τα οργανικά

-πετάει ολόκληρες σακούλες από το μπαλκόνι

-δεν δένει τις σακούλες

-η θέα του γεμάτου κάδου του είναι αδιάφορη. Θεωρεί το πεζοδρόμιο προέκταση.

– θεωρεί «άχρηστο» αυτό που παρέχεται «δωρεάν»

Για να κλείσω με το διπλανό αλλά όχι υποδεέστερο θέμα που είναι η φοβερή πλαστική σακούλα: χρόνια ωρύομαι στους μανάβηδες που χαραμίζουν καμιά φορά και χάρτινη και πλαστική και λαστιχάκι για ένα μάτσο μαϊντανό ή για δυο μπανάνες… Κάποτε δε, που αποτόλμησα να επιστρέψω τις πλαστικές για επανάχρηση οι συμπαθείς έμποροι της λαικής με ρωτούσαν «μα γιατί;» κοιτώντας με το μάτι της συμπόνιας για τη λόξα μου…

Ένας δε από όλους -ο πιο πολιτικοποιημένος- προσπάθησε να με πείσει με όρους «Αμαζονίου», του τύπου «με τόση μέγα ρύπανση των βιομηχανιών, τι να σου κάνει μια σακουλίτσα παραπάνω!»

Τα σκουπίδια θα μαζευτούν κάποτε, θέλω να πω, αλλά αν δεν μας φάει η χολέρα, στο μέλλον θα μας «φάει» στα σίγουρα το πρόστιμο της ΕΕ για την κακή διαχείριση των σκουπιδιών και κάποτε θα χρειαστεί με κάποιο «μνημόνιο» για τη προστασία των νερών και του αέρα αυτού του κόσμου

-να μην μας δίνουν σακούλες τζάμπα στα σούπερ μάρκετ
-να μην μπορούμε να πετάμε στους κάδους και στο πεζοδρόμιο ανεξέλεγκτες ποσότητες σκουπιδιών ανά νοικοκυριό
-να είναι υποχρεωτική η ανακύκλωση
-να περνάει ο σκουπιδιάρης 2-3 φορές τη βδομάδα και ανάλογα να κατεβάζουμε τα σκουπίδια λίγο πριν τις καθορισμένες ώρες

Μέχρι τότε, enjoy!!! τη ρωμέϊκη ελευθερία όσο την έχουμε γιατί θα την αποθυμήσουμε….

 

ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Εκεί που «αλλάζει του κόσμου ο ρυθμός»
είν’ όπου γίνεται στο σώμα ο σεισμός
εκεί θα γίνουνε τα λόγια μουσική
εκεί θα βγάλει φύλλα το κορμί

Εκεί που η ρίζα από μόνη της θα βρει
όλο το υπόγειο νερό και θα το πιει
εκεί που θα απλώσει τα κλαδιά
το δέντρο θα αποκτήσει μια καρδιά

Εκεί που αρχίζει μέσα σου τρελός χορός
εκεί που νοιώθεις να χτυπάει ο σφυγμός
εκεί είναι η φωνή του τραγουδιού
και «η ανάσα ενός μικρού παιδιού»

Μην το ρωτάς λοιπόν το πού να βάλεις τη τελεία
και μην διστάζεις να τη γράψεις στο χαρτί
εκεί που η πένα επιμένει να πατεί
είναι εκεί που θα χορέψει κι η πλατεία

 

ΤΑ ΕΙΧΑ ΔΕΙ

 

Τα είχα δει σαν μαύρους οιωνούς
εκείνα τα πουλιά στους ουρανούς
κι όλα τα στάχυα να ωριμάζουν
κάτω από ήλιους, φως να στάζουν

Σκούρα  πινέλα και ψυχή και νους
επάνω σε καμβάδες γαλανούς
κι ένα αυτί λιγότερο να μάθεις
τι λέει ο κόσμος πως θα πάθεις

Αν επιμένεις να κοιτάς απ΄το παράθυρο του ηλίου
Θα σε τυφλώσει η λάμψη του Ιουλίου
κι όλα τα ηλιοτρόπια του κόσμου
δεν θα φτάσουν για να στρέψει
το βλέμμα σου ο άλλος να αντέξει

Είναι ακριβό το φως που έχεις φτιάσει
και όσο ζεις κανείς δεν θ΄αγοράσει

Την ένοιωσα τη λάμψη της ψυχής
μέσα στην ερημιά και της φτωχής
της παράγκας που αντέχει
με μια καρέκλα όταν βρέχει

Τα είχα δει τα δύο μάτια, σκοτεινά
στο Άμστερνταμ με άνθη ταπεινά
κι η μπλε σου νύχτα στο Παρίσι
ό,τι δε χόρτασα στη ζήση

 

 

 

  • Calendar

    • December 2017
      M T W T F S S
      « Nov    
       123
      45678910
      11121314151617
      18192021222324
      25262728293031
  • Search