The city rat ταξιδεύει με το ΚΤΕΛ

apollo2

Δεν έχει νόημα η εξοχή αν δεν ταξιδέψεις με το ΚΤΕΛ για «παραλίες». Το σκηνικό γνωστό αλλά πάντα τόσο αναπάντεχο, τόσο ζωογόνο.

Κανένας από τους βορειουευρωπαίους συνταξιούχους με τη μπύρα, την αναψοκοκκινισμένη μύτη και το βιβλίο-τούβλο δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει αυτό το «μεγαλείο» των νησιώτικων ΚΤΕΛ. Το πώς μέσα σε ένα όχημα σούπερ υπερφορτωμένο με όρθιους παίζει και Πάριο στη διαπασών, πώς από κάποιο ασύρματο κέντρο εκπέμπει καληνύχτες κάποια γυναικεία φωνή στο τελευταίο δρομολόγιο στον νταλκαδιάρη νεαρό οδηγό. Που σταματάει απρόσμενα κάπου στη μέση του πουθενά και λέει «δώσε και σε μένα μία» -αφίσα εννοεί, για την αυριανή παράσταση γνωστού ντι τζέϊ – και την κολλάει στο παρ μπρίζ με περίσσιο καμάρι ανίδεος, ανυποψίαστος –και ευτυχώς- για τους κανόνες του σύγχρονου μάρκετιν..

Κανένας Βρετανός δεν θα καταλάβει παρά δια της νοηματικής το «Μαντάμ, τίκετς γκόου» πώς γίνεται δηλαδή να σταματάει το λεωφορείο και να στέλνει τους αμελείς επιβάτες στο παρακείμενο ψιλικατζίδικο  για να πάρουν  εισιτήριο στη μέση της διαδρομής καθώς και τη φοβερή του «ακύρωση» αμέσως μετά με σκίσιμο στα δύο…

Κανείς απ΄τους συνδαιτημόνες μου στο πρωινό του ξενοδοχείου δεν θα καταλάβει πλήρως ότι ο «οτέλ μάνατζερ» δεν μου κάνει χειραψία γιατί κατά πως λέει «τώρα μόλις ήρθα από τις κατσίκες». Αλλά και ευτυχώς δεν θα καταλάβει και τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό όπου αυτοδιαφημίζεται κάποιος υποψήφιος με το ακαταμάχητο επιχείρημα «Με ευρώ ή με εθνικό νόμισμα οι κατσίκες μας θα κατεβάζουν γάλα». Μπορεί και να κλάνουν και ταραμά, λέω εγώ;

Καμιά φορά μιλάνε μια διάλεκτο αλλά και μια γλώσσα Ελληνική μεν, ακατανόητη ακόμα και για μένα δε, οι οδηγοί του ΚΤΕΛ. Ανταλλάσουν κουτσομπολιά με τους ντόπιους επιβάτες, διαδίδουν ειδήσεις, παραποιούν σπαρταριστά ονόματα ξενικά, προσπαθούν να είναι φιλόξενοι και είναι, μετράνε κεφάλια, στέλνουν μηνύματα, μαζεύουν τους λογής λογής  ημιμεθισμένους τουρίστες, φλερτάρουν τα κορίτσια με τα σορτς, τα δικά τους κορίτσια, τα ντόπια, από το ύψος του βολάν και του ανοιχτού καλοκαιριού που έσβησε φέτος απαλά με εκλογές μαζί και θάλασσα.

17/09/15
δημοσιεύεται στο http://anemologio.tumblr.com/post/157054022288/the-city-rat-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85

 

Μικρό Χρονικό Τρέλας, Α. Κορτώ

Για τον Δεκέμβρη εκείνο, ο Αύγουστος…  

 

Μικρό χρονικό τρέλας
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα

Αύγουστος Κορτώ

Εκδόσεις Πατάκη, 2016
246 σελ.
ISBN 978-960-16-7083-6, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 12,20

%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%8e

“Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή»*

Έχω και στο παρελθόν εκφράσει τον βαθύ μου σεβασμό στους συγγραφείς που αυτοβιογραφούνται. Ειδικά αν ο «βίος» που εξιστορούν δεν είναι ακριβώς ανθόσπαρτος και αν η εξιστόρησή τους δεν αποκρύπτει, δεν μεταμφιέζει και δεν «αξιοποιεί» τα πρόσωπα και τα γεγονότα . Εν προκειμένω, ο Αύγουστος Κορτώ, αναλαμβάνει με τον ανεπανάληπτο δικό του τρόπο –και με αφορμή την εξιστόρηση των βιωμάτων του- να απενοχοποιήσει την ψυχική αρρώστια, να βγάλει δηλ. «από τη ντουλάπα» την ντροπής, της περιθωριοποίησης και του στιγματισμού, τον τρελό∙ που «δεν τον αφήνει στην τρέλα του», αλλά τον οδηγεί στην κεντρική σκηνή για να μας τον συστήσει: τον άλλον του εαυτό, πώς τον συνάντησε μια κρύα –όχι τυχαία- νύχτα, πώς τον ακολούθησε στις δαιδαλώδεις –πνευματικές αλλά και αληθινές, στους δρόμους της πόλης- διαδρομές του παραληρήματός του.

Το πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ιστορία είναι απόλυτα σύγχρονο και οικείο, ιδωμένο ωστόσο μέσα από τον φακό της διαταραχής, που ο Κορτώ αναδεικνύει σε ευκαιρία για να τον κάνει από παραμορφωτικό, επιμορφωτικό. Όχι τυχαία, στην Αθήνα του –πολύ πρόσφατου στη μνήμη μας- φοβερού μήνα Δεκέμβρη του 2008, στη καρδιά των γεγονότων, στα καπνισμένα από φωτιές και δακρυγόνα Εξάρχεια δεν έσκασε μύτη μόνο η κορυφή του παγόβουνου της  επερχόμενης κρίσης. Δεν έστειλε μόνο μια πιστολιά στον άλλο κόσμο έναν έφηβο. Η λογοτεχνία έχει καταγράψει σε πολλά και ποικίλα έργα τις μέρες και τις νύχτες του φοβερού εκείνου μήνα ως δραματικό φόντο για άλλες ιστορίες που φιλοδόξησαν να συνυφάνουν τον ζόφο της εποχής με τα πρόσωπα και τους ήρωες της αλλά ο Κορτώ κάνει τη διαφορά:

Αφού, η αφήγηση του δεν αφορά σε κανέναν «ήρωα», δεν προσπαθεί να συνδέσει τεχνητά τη μυθοπλασία με τα γεγονότα μολονότι η ουσία του μυθιστορήματος εκφράζει την πιο εσωτερική ίσως, αλλά αυθεντική κραυγή, την απεγνωσμένη αντίδραση στο πνιγηρό, βίαιο και φορτισμένο κλίμα που ωθεί τον υπερευαίσθητο αφηγητή στην άρνηση της πραγματικότητας. Η Αθήνα του Δεκέμβρη με τα ζοφερά της χαρακτηριστικά, τη βία, την καταστροφή και την αίσθηση πόνου, οργής και απειλής, στέλνει τον Αύγουστο Κορτώ στο χώρο του παραλόγου, τον ωθεί με πολλούς τρόπους να σπάσει τους δεσμούς του με την αφόρητη εκείνη πραγματικότητα, να βάλει σε κίνδυνο ακόμα την ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα. Ο θυμός, ο φόβος ίσως αλλά και η άφατη θλίψη συνιστούν ένα μίγμα τόσο εκρηκτικό όσο και το δημόσιο αίσθημα για τα τεκταινόμενα.

Η παραίσθηση που βίωσε ο γράφων, ότι δηλαδή επέπρωτο να γίνει ο επόμενος Δαλάϊ Λάμα, θα μπορούσε εάν ο συγγραφέας κατέφευγε σε μια μυθοπλαστική «ευκολία», να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για να ανθίσει ένα ποίημα, μια μυστήρια αλλά γοητευτική υπερρεαλιστική εικόνα ζωντανεμένη από την επιδέξια γραφίδα του. Αντ΄αυτού θα διαλέξει τον πιο δύσκολο –και λυτρωτικό- δρόμο, αυτόν της παραδοχής και εξιστόρησης της σκληρής πραγματικότητας! Πιστεύω ότι αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο καθιστά μεταξύ άλλων, τον Κορτώ ικανό να κρούει τις πιο ευαίσθητες χορδές στους αναγνώστες του που πολλαπλασιάζονται μαζί με τα αντίτυπα των έργων του∙ η γνήσια κατάθεση ψυχής δεν είναι τζάμπα, αλλά ενώ δεν «κοστολογείται» η γνησιότητα και το συναισθηματικό βάθος των πληγών όπου ο συγγραφέας εισχωρεί με τόλμη για να γιατρέψει εαυτόν και αλλήλους, ανταμείβεται με την μεγάλη αναγνωσιμότητα. Για να μετατραπεί η εξιστορούμενη βαθιά απόγνωση και η εξ αυτής «τρέλα» σε χειρονομία αλληλεγγύης προς τον κάθε πάσχοντα, απαιτείται ένα ιδιαίτερο «κλικ» μια ικανότητα να παραδέχεται κανείς, να οικειοποιείται ό,τι πιο ζοφερό κουβάλαγε εντός του για να το μετασχηματίσει. Για να την κάνει ο συγγραφέας τη δυστυχία του -ή την παραφροσύνη- λογοτεχνία με ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χρειάζεται να την παραδεχτεί χωρίς ηρωισμούς, χωρίς «κρυφτό», «κυνηγητό», και άλλα παιχνίδια που παίζουνε οι άνθρωποι –και ορισμένοι λογοτέχνες- για να κρυφτούν ή να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Ο Κορτώ, αντίθετα, την  κοιτάζει κατάματα μαζί με τα αληθινά γεγονότα, τα αισθήματα και την ερμηνεία τους για να  κάνει την ψυχική του ήττα, νίκη και την διαταραχή, αρμονία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στην καθεαυτό εξιστόρηση. Μια νύχτα ο γράφων ξυπνάει απότομα και ενστερνίζεται μια παράλογη ιδέα. Το μείζον εσωτερικό του –και χαίνον- τραύμα από τον θάνατο της μητέρας κάποιες τέτοιες μέρες, συναντάει το εξωτερικό τραύμα της κατάμαυρης, μπαρουτοκαπνισμένης, θυμωμένης και μαζί πενθούσας Αθήνας. Τα δύο αυτά δεδομένα φαίνεται να αναιρούν τελικά στη συνείδησή του τη πραγματικότητα. Ο πόνος του θανάτου συναντά την απειλή του θανατικού, το κρύο της νύχτας το κρύο δέρμα του ύστατου ασπασμού…

Από κει και πέρα αρχίζει μια περιπέτεια που ο Κορτώ διανθίζει με το πικρό του χιούμορ καθώς αναθυμάται τον ίδιο του τον εαυτό, γυμνό, χωρίς τα προστατευτικά του πολιτισμού-χρήματα, γυαλιά μυωπίας, αστυνομική ταυτότητα – να περιπλανάται στην πόλη, να ταλανίζεται από την ψυχική ανισορροπία ανάμεσα σε παραισθήσεις και παράλογες πράξεις, μέχρι οι οικείοι του να καταφέρουν να τον οδηγήσουν στο ψυχιατρείο και να προφυλάξουν τη ζωή του από τους κινδύνους που ο ίδιος την εκθέτει.

Με δεδομένη την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα (γεν. 1979),  την πνευματική  σκευή και τις εικόνες και γραφές στις οποίες είχε ήδη καταφύγει ως παιδί και έφηβος, θα προστρέξει πάλι σε ήρωες παραμυθιών ή μυθοπλασίας που θα ανακατέψει με ιδέες

μεγαλείου και θέωσης. Με τα φρένα του σπασμένα τρέχει να κρυφτεί στις αυταπάτες και στα παραμύθια, στην παραμυθία –παρηγοριά – που αναζητά ένα ανυπεράσπιστο παιδί αφού σε στιγμές σαν κι αυτές που περιγράφονται γινόμαστε παιδιά –τόσο ευάλωτα, γυμνά και φοβισμένα- όπου όλα είναι θεμιτά για να παρηγορηθούμε.

Το αυθεντικό μεγαλείο-η ψυχική δύναμη και γενναιοδωρία-  του ανθρώπου και συγγραφέα Κορτώ, αυτό που εξυψώνει το συγκεκριμένο βιβλίο από τη λογοτεχνική σφαίρα σε ανώτερη ανθρώπινη μαρτυρία και χειρονομία είναι το γραπτό που –έργω- τείνει στον αναγνώστη. Ο καθένας που έχει αρρωστήσει ποτέ ψυχικά θα διαβάσει την απερίφραστη δήλωση του Κορτώ «δεν είσαι μόνος», «έχω περάσει κι εγώ από κει». «Ακούγεται» μέσα από τις γραμμές η ελπιδοφόρα φράση «κι αυτό θα περάσει…».

Και βέβαια χρειάζεται κανείς τεράστια κότσια για να ομολογήσει γραπτά, ανοιχτά και δημόσια, χαρακτηρίζοντας αυτοβιογραφικό το μυθιστόρημα, ότι νοσηλεύτηκε στο Δρομοκαΐτειο, ότι έχασε για ένα μικρό έστω διάστημα τα λογικά του, ότι ξέφυγε από τον σκληρό κι ανάλγητό μας κόσμο με την ελπίδα να συναντήσει ίσως την πεθαμένη μάνα, με την ψευδαίσθηση που δημιουργεί στον πονεμένο, στον απελπισμένο, στον ανασφαλή και πολλαπλά «ορφανό» νέο που ζει μες την Αθήνα του Δεκέμβρη του ’08 ότι αν ίσως μεταμορφωνόταν σε κάτι θεϊκό θα έσπερνε και αγάπη, λύτρωση και αρμονία στον κόσμο όλο.

Η αλήθεια είναι ότι ο Πέτρος Χατζόπουλος –το πραγματικό όνομα του συγγραφέα- επανήλθε στα συγκαλά και τα λογικά του ενώ ξεκίνησε και ένα δημιουργικό ταξίδι με τη ψυχανάλυση. Ωστόσο η φαντασίωσή του για προσφορά ενός πάνδημου αγαθού κατά κάποιο τρόπο πραγματοποιείται μέσα από τις γραμμές αυτού του αναγνώσματος, αφού ο Α.Κ. τείνει χείρα βοηθείας, συμπάθειας και εξιλέωσης σε όλους τους αναγνώστες του και πρέπει κανείς να επισημάνει –ξανά- ότι όντας ο ίδιος διάσημος για τα μυθοπλαστικά του δημιουργήματα θα μπορούσε κάλλιστα εκεί, και επιδέξια, και να κρύψει και να παρουσιάσει και να μας αφήσει όλους άφωνους εξιστορώντας τα επί μέρους στοιχεία. Θα μπορούσε να «ταΐζει» λογοτεχνικούς ήρωες για χρόνια, να στήνει σκηνικά γλαφυρά με εικόνες από ψυχιατρεία και να περιγράφει τους άλλους συν-αρρώστους, γιατρούς, τραυματιοφορείς και νοσοκόμες χωρίς να «αναλαμβάνει» την ευθύνη της αυτοβιογραφίας.

Αλλά ο Κορτώ –ακόμα και με το πρόσχημα της αυτολύτρωσης- εκτίθεται ανεπανόρθωτα,  διαρρηγνύει το φράγμα του φόβου και της ρετσινιάς του ψυχασθενούς, σπάζει το ταμπού του Δημόσιου Ψυχιατρείου, και τιμά τον άνθρωπο που πάσχει σαν να λέει στον αναγνώστη να περάσει μαζί του μέσα από τους ιμάντες και τα κάγκελα και να αφυπνιστεί, αυτή τη φορά μαζί του: Ναι, είναι σκληρή και η ζωή και η πραγματικότητα αλλά και η ζωή και η αγάπη σε περιμένουν εκεί έξω να τις ζήσεις (και να αναστήσεις ακόμα και τους αγαπημένους που δεν ζουν, όπως το έχει κάνει με τη μαμά του Κατερίνα,).

*Απόσπασμα από κείμενο που παρέδωσε στο διαγώνισμα μια συμμαθήτρια του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τις μέρες εκείνες…

Μαρία Ιωαννίδου

 

δημοσιεύεται στο NOTATIONES χειμώνα 16-17, ένθετο στο Βαρελάκι

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Ημερολόγιο απουσίας

Επανέρχομαι εδώ, μετά από σχεδόν έναν χρόνο απουσίας για λόγους πέρα από τη θέλησή μου. Τι έγινε στο μεταξύ; Τι συνέβη; Τι πέρασε ασχολίαστο; Μα είναι εποχή που μένει κάτι ασχολίαστο, ή που περιμένει τέλος πάντων από μένα; Η απάντηση είναι όχι διπλό. Παρατηρώντας και διαβάζοντας περισσότερο από γράφοντας όλο το διάστημα αυτό όπου και η συγκέντρωση σε ένα θέμα αλλά και η προτεραιότητα άλλων θεμάτων με οδήγησαν, έβγαλα τα συμπεράσματά μου.

Τουτέστιν, μου χρειάζεται και η βλακεία, η αποβλάκωση με θέματα ανώδυνα, μακριά από τη πολιτική επικαιρότητα και η οικονομική πραγματικότητα, συνακόλουθα η ανάλυσή τους και η εξαγωγή συμπερασμάτων.

Δηλώνω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα –πια-. Καμία βεβαιότητα, καμία απόλυτη διαπίστωση. Δηλώνω ότι θέλω χωρίς σκιές και ενοχές να απολαμβάνω ό,τι μου χαρίζει η ζωή. Το γεγονός ότι ζω και κινούμαι, ότι απολαμβάνω τη δυτικού τύπου ελευθερία που δεν αλλάζω με τίποτα. Το γεγονός πως ό,τι έχω κερδίσει σε ετούτη τη ζωή δεν το χρωστάω σε κανέναν από δαύτους που αν βρεθούν ποτέ στη θέση που είμαι τώρα θα κοιτάξουν να αναρριχηθούν κάπου πιο «ψηλά» και μπορεί και να με πετάξουν από την ανεμόσκαλα με μια κλωτσιά. Είναι οι τύποι που δεν ζουν χωρίς εχθρούς, χωρίς «βαρβάρους» -μάλιστα παλιέ μου Κωσνταντίνε-. Εκείνοι που δεν ζουν χωρίς εχθρούς, αυτούς μονάχα απεχθάνομαι.

Αντίθετα η θεία (η θεϊκή) Αγγελάκη Ρουκ ευγνωμονεί τον καθρέφτη που της επιτρέπει να μισεί την ίδια την εικόνα της, και την λατρεύω για την αυτογνωσία και τη λεβεντιά της.

Έτσι λοιπόν ξανά προσδιορίζω τον πυρήνα μέσα από τα λόγια ποιητών κι ας παραμένει η δική μου η παραγωγή εκεί που έμεινε εδώ και ένα χρόνο, στο συρτάρι. Να κι ένα «πράμα» που δεν φορολογείται, ούτε και κοστολογείται –γιατί έτσι το θέλησα- είμαι και γι αυτό το γεγονός χαρούμενη (όχι ευτυχισμένη).

Θα επανέλθω σύντομα, ελπίζω και με τα δυο μου χέρια…

Για να μη χανεσαι στη γειτονια, Π. Μοντιανό

8-Πόλις

Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, μυθιστόρημα, Πατρίκ Μοντιανό, μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδόσεις Πόλις 2015
Ο συγγραφέας Ζαν Νταραγκάν επιθυμεί, με τα χρόνια, να παραδοθεί στο πέρασμά τους και στο ξεθώριασμα της μνήμης, «…θα προτιμούσε να επιπλεύσει στο νερό» αντί για «βουτιά στα βαθιά». Ένας άγνωστος όμως του τηλεφωνεί για να του παραδώσει μια χαμένη του ατζέντα. Δεν θυμάται με ευκρίνεια τα ονόματα που βρίσκονται μέσα, όπως συμβαίνει και με το υλικό που καταγράφει στα μυθιστορήματά του, όπως «ένας δρόμος που τον καλύπτει μια αψίδα από φυλλωσιές, ένα άρωμα, ένα οικείο όνομα που όμως δεν γνωρίζετε σε ποιόν ανήκε, μια τσουλήθρα.»
Αφού συναντήσει τον ευρόντα και τη φίλη του ωστόσο, θα μπει στη διαδικασία να ψάξει τόπους και πρόσωπα, να αναζητήσει ένα παλιό χειρόγραφο –καταχωνιασμένο από χρόνια- και να συσχετίσει τα στοιχεία της ατζέντας, τους νέους γνώριμους και μια ιστορία που τον αφορά. Το ημιτελές χειρόγραφο όσο και άλλα, εξ ίσου δυσανάγνωστα, θα έρθουν στο προσκήνιο. Όπως και ένα γεγονός «αυτό που είχε χάσει, αυτό για το οποίο δεν είχε μπορέσει να μιλήσει σε κανέναν», που καθιστούσε τον παλιό του εαυτό ένα «παιδί που οι δεκάδες χρόνια το κρατούσαν τόσο μακριά σε σημείο να το κάνουν έναν ξένο». Ο Πατρίκ Μοντιανό κεντάει ακόμα μια φορά ένα νουάρ μυθιστόρημα όπου παρόν και παρελθόν ξεδιπλώνονται παράλληλα για να αποκαλύψουν το ίδιο κέντρο βάρους: το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης και της συναισθηματικής αποσύνδεσης.
Η έρευνα θα εστιάσει στη ταυτότητα και τη μοίρα μιας συσκοτισμένης μητρικής φιγούρας ενώ πλαισιώνεται από γκρίζες εικόνες/καταστάσεις αποξένωσης και μελαγχολίας στο παρόν, με ρίζες στα παλιά: οι κακές σκέψεις που βρίσκουν τους μοναχικούς ένα φθινοπωρινό σούρουπο, οι φόβοι των μικρών παιδιών, οι μάταιες αναζητήσεις μέσω Google, η ανωνυμία και η ψευδωνυμία. Και κάποιος που δεν ταυτοποιήθηκε, που κατέδωσε αθώους, εντοπισμένους αργότερα σε λίστα επιβατών βυθισμένου πλοίου και ένα «τρένο φάντασμα», να παραπέμπουν στα γεγονότα της ζωής του Εβραίου πατέρα Μοντιανό που διασώθηκε συνεργαζόμενος με τους Γερμανούς. Η γονεϊκή εγκατάλειψη που συνδέεται με ενοχή, γίνεται φάντασμα.
Κρίνοντας και από τη «Μικρή Μπιζού», διαφαίνεται ότι ο νομπελίστας συνδέει τα κομμάτια της ιστορίας που τον στοιχειώνει ανασύροντας τα κοινά τους στοιχεία και παρακάμπτοντας την άμυνα της λήθης που τον προστατεύει: Θα ξαναπάμε στο Παρίσι με σκηνικό τους σταθμούς, του δρόμους, τα μίζερα διαμερίσματα σε αντίθεση με τα πολυσύχναστα καφέ όπου οι ήρωες προσπαθούν να πνίξουν τη μοναξιά τους σε ένα ποτό ανάμεσα σε αγνώστους. Θα μάθουμε για μια γυναίκα και το σύντροφο που την εκμεταλλεύεται, κάποια που έχει κάνει φυλακή, ένα παιδί που δεν ξέρει αν η μητέρα του ζει. Παραποιημένα ονόματα, ένα παιδί που ξέχασαν να το πάρουν από το σχολείο, που δεν θυμάται τίποτα από την έννοια «το σπίτι του» (ή τη «γενέτειρά του»), τα άδεια σπίτια, το γκαράζ, τα ιδρύματα, ένα πορτρέτο και μια φωτογραφία από αυτόματο μηχάνημα και σημειώματα στη θέση της επικοινωνίας, επανέρχονται . Και άνθρωποι που θέλουν απλά να διανυκτερεύσουν με παρέα, τηλέφωνα αναπάντητα: «Οι άνθρωποι δεν απαντούν πια στο τηλέφωνο… Δεν ξέρω αν είναι ακόμα ζωντανοί, αν με ξέχασαν, ή αν δεν έχουν πια χρόνο για επικοινωνία…»
Τα γραπτά χρήζουν αποκωδικοποίησης, οι λέξεις εκπέμπουν «σήματα μορς σε κάποια πρόσωπα που δεν ήξερε τι έχουν απογίνει» και μια «φωνή που πιάσατε στο ραδιόφωνο αργά τη νύχτα, που νομίζετε ότι απευθύνεται για να σας στείλει κάποιο μήνυμα», όλα απηχούν την ίδια αγωνία, ενώ αντίθετα η ποίηση, παρεμβάλλεται σαν γλώσσα μοναδική και άμεση που διατηρεί στο πέρασμα του χρόνου ακέραια την ικανότητά της να συγκινεί και να λυτρώνει.
Προφανώς τα μοτίβα δεν επαναλαμβάνονται τυχαία. Αν και απωθημένα, τα τραύματα λειτουργούν και προκαλούν δυσπιστία. Ο Νταραγκάν αποφεύγει τις οικειότητες, επιδιώκει τον διάλογο σχετικά με το παρελθόν αλλά ο συγχρωτισμός του με τους ανθρώπους που μπορεί να το ξέρουν τον φοβίζει, φαίνεται σαν ανάκριση και παραβίαση τού καλά φυλαγμένου ιδιωτικού του χώρου. Παλαιότερα κατείχε την ικανότητα «να γίνεται συμπαθής» αλλά θέλει να φεύγει από τη ζωή – ή να διώχνει -τους ανθρώπους από τη δική του, να τους διαγράφει με τον τρόπο που σκίζει ένα χειρόγραφο.
Μια φράση γραμμένη με μεγάλα κεφαλαία γράμματα θυμίζει το ταμπελάκι στο στήθος της Μικρής Μπιζού όταν η μητέρα της την φόρτωνε σε τρένο: Ένα ακόμα παιδί που δεν ξέρει πού το οδηγούν όσοι εμπιστεύεται καταδιώκεται ισόβια από τις αδέσποτες –συναισθηματικές- αποσκευές μαζί με το φόβο της απώλειάς τους. (Το θέμα δεν είναι η εύρεση αλλά η απώλεια, θα δηλώσει σε μια συνέντευξη ο Μοντιανό). Τις αναζητά με αγωνία, μαζί κι έναν ερμηνευτή ή αναγνώστη του ίδιου του εαυτού.«Για να φτάσω ίσαμε εσένα, τι παράξενους δρόμους έπρεπε να πάρω» θα συμπεράνει. Ως αναγνώστρια είχα συγκλίνει στην ίδια διαπίστωση “…Δεν είναι ο συντομότερος ο δρόμος αυτός και σίγουρα δεν είναι και ευθύς.”, κατά την ανάγνωση της Μικρής Μπιζού.
Η αφηγηματική αρχιτεκτονική Μοντιανό μοιάζει με δουλειά αρχαιολόγου και ψυχαναλυτή στην επιμονή και στον συσχετισμό θραυσμάτων και πληροφοριών. Καθώς αφυπνίζεται η μνήμη, οι πληροφορίες έρχονται σταδιακά στο φως γύρω πάντα από το κυρίαρχο –και ανερμήνευτο – συναίσθημα. «…Σε περιόδους … μαρασμού δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο» ομολογεί στοχαστικά σε σχέση με τους πολέμους και τις ταραγμένες εποχές καθώς καλείται να ξαναγράψει το αρχικό και πιο κρίσιμο κεφάλαιο της ζωής του. Παράλληλα με τη παρατεταμένη –και συνεχιζόμενη- αναδρομή και αναψηλάφηση του τραύματος αναδεικνύεται γλαφυρά, εκτός από την εσωτερική, και η κοινωνική αποξένωση.
Ο καινούργιος «χάρτης» της γειτονιάς, μοιάζει στο τέλος με αποτέλεσμα ανασκαφής, μια γειτονιά αναστηλωμένη με όσα υλικά δεν σκεπάστηκαν από τα συντρίμμια του χρόνου και της λήθης, με όσα δεν κατεδαφίστηκαν ακόμα, ενώ ένα χορταράκι φυτρώνει μέσα στα ερείπια, ερήμην. Στο φόντο, το άστυ συνεχίζει σταθερά να σκεπάζει με θόρυβο και ανωνυμία έναν ήχο απρόσμενου τηλεφώνου. Θα μπορούσε να είναι και δικό μας.
Προφανώς επίπονη αλλά πιστή στο κλίμα μετάφραση και περιεκτικό επίμετρο της Ρούλας Γεωργακοπούλου.

από το Βακχικόν

Περιπέτειες στην Ευρώπη, Ε. Ζάχου-Παπαζαχαρίου

cinema
«Η ζωή για την ζήσεις θέλει τέχνη»
Πριν αρχίσει ο Μάρκος ο Έλληνας να καταγράφει τα ταξίδια του είχε ήδη απομυθοποιήσει στο Παρίσι του Μάη, και τους ομοϊδεάτες του αριστερούς Γάλλους διανοούμενους με την επιφανειακή υιοθέτηση του πολιτικώς ορθού αλλά και τους «φωνακλάδες» αυτοεξόριστους συμπατριώτες του. Πριν ξεκινήσει να συλλέγει υλικό από περιηγήσεις και αφηγήσεις  για την κοινωνία μέσω διαλόγων  και «παραμυθιών», ψάχνοντας μια «αλήθεια» που να αντέχει, είχε ενθαρρυνθεί από τον ίδιο τον Μπέκετ. Ο ανατρεπτικός θεατρικός συγγραφέας είχε αναγνωρίσει αυθεντικότητα και ουσία στην προφορική κληρονομιά που μετέφερε ο νέος ‘Ελληνας από τους Πόντιους προγόνους του και την είχε θεωρήσει άξια καταγραφής, ακόμα και δραματοποίησης.
Με το ίδιο μοτίβο, κόντρα στα στερεότυπα και με διάθεση για έρευνα και συσχετισμό των πολιτισμών βάσει των εθνολογικών, ιστορικών και γλωσσολογικών του γνώσεων θα ταξιδέψει ανά την Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση. Θα κουβεντιάσει με τους σοφούς γέροντες, τους χειρώνακτες, τους περιθωριακούς της μεγαλούπολης, θα αφουγκραστεί τους μύθους που επιβιώνουν, θα αναρωτηθεί για τους δρόμους που παίρνουν οι γλώσσες, για τη λαϊκή σοφία και τις δοξασίες που δεν χαμπαριάζουν από πολιτικές σκοπιμότητες. Σπαρταριστά επεισόδια διανθίζουν τη διαδρομή, σαν το «μυστήριο του ανθρώπου με τις σαγιονάρες», το δίλημμα ποιος ποιάν θα πηδήξει στη παρέα, η αντιμετώπιση των εξαγριωμένων σοβιετικών φρουρών αλλά και των πεινασμένων λύκων μια χιονισμένη νύχτα Χριστουγέννων όταν διέσχιζε το πέρασμά τους, αναζητώντας, μόνος, τα λόγια της αγάπης…
Με το Μάρκο θα πιούμε καφέ, θα μπούμε σε τρένα και σε τρύπες παλιατζήδων, σε μουσεία και μαυσωλεία για να τον δούμε να αναζητάει πάντα τις λέξεις του, τους ήρωές του και εν τέλει τους δικούς του μύθους. Θα κουβεντιάσει και θα σχετιστεί με ανώνυμους κι επώνυμους, κρατώντας από το ένα χέρι τις γνώσεις για την ιστορία, από το άλλο την κοινωνική πραγματικότητα που ζει σε κάθε χώρα. Από το συσχετισμό εθνοτήτων και πολιτισμών, από το διάλογο και τη ανθρώπινη δυναμική κατά καιρούς θα ανακύπτουν τα  επιστεγάσματά του: «Η ζωή, για να την ζήσεις θέλει τέχνη», «μοναξιά, ο πιο φριχτός κοινός παρονομαστής», «η μουσική παντρεύει τους πολιτισμούς», και «η ομιλία είναι και αυτή μια τέχνη» αποφαίνεται θυμόσοφα, σε γλώσσα άμεση κι απλή.
Η γλώσσα και οι γλώσσες του κόσμου, τα σύμβολα και η συλλογική πίστη από τη μια, οι εξουσίες και οι επεμβάσεις τους από την άλλη, ο πεζός και ο έμμετρος λόγος σαν φορείς έκφρασης, μπαίνουν στο επίκεντρο της σκέψης του περιηγητή που προσπαθεί να γεφυρώσει την πάτρια ανατολίτικη καταγωγή με την αποκτημένη στη Δύση, γνώση και κουλτούρα του. Τα επιστημονικά δεδομένα, βέβαια,  ο μέσος αναγνώστης δεν είναι σε θέση να τα κρίνει, αλλά η όλη αφήγηση έχει τη γοητεία που βγαίνει από το γόνιμο κλίμα διαλόγου και καφενείου. Τα λόγια που εκφέρονται ανάμεσα από άρωμα καφέ, τσίκνας αλλά και αναθυμιάσεις αλκοόλ είναι αποσταγμένα. Η ζύμωση της ομήγυρης και το ευφάνταστο πρίσμα του Μάρκου, θα κάνει τα σοβιετικά αγάλματα να φαίνονται φαντάσματα, τις σοβαροφανείς εκδηλώσεις να  διακωμωδούνται από την άρρητη φιλική συνομωσία, ενώ αυτός θα συνεχίζει να τραγουδάει στη γλώσσα και στη μουσική που κουβαλάει από τη πατρίδα του όπου κι αν βρεθεί και παραδόξως, θα συνηχεί…
Το κλίμα μιας παρέας οξυδερκούς, διονυσιακής ενίοτε, με τις αντιθέσεις και τους έντονους διαλόγους –με αντιπαραθέσεις αλλά και γέννημα ιδεών- είναι η ραχοκοκαλιά που κρατάει την εξιστόρηση ζωντανή. Ο Παπαζαχαρίου τιμά το «καφενείο» με την ευρύτερή του έννοια, καθώς η συντροφιά με τη φιλοσοφική διάθεση, που άλλοτε συνέχεται από κοινή ιδεολογία, κουλτούρα και ρίζα του καθένα, άλλοτε από καλλιτεχνικό δεσμό, διατηρεί πάντα το «αγοραίο» χιούμορ της. Και ο συγγραφέας προφανώς υπακούοντας σ’ εκείνη τη παλιά προτροπή του μπαμπα-Μπέκετ, αναπτύσσει το -κατά τη γνώμη μου- πιο μεγάλο του ταλέντο: το  σπινθηροβόλο θεατρικό, πνεύμα που μεταφέρει στο χαρτί τους διαλόγους που ανθολογεί και τις διηγήσεις που συλλέγει. Ενώ  διατυπώνοντας τις απόψεις του διατηρεί μια αιρετική/εικονοκλαστική  ματιά και δεν κολλάει σε καμία δεδομένη αντίληψη πραγμάτων, σε κανένα δέος προς τα παραδεδεγμένα σε Δύση και Ανατολή. Ίσως και να ΄ναι αυτή η μοίρα εκείνων που στοχάζονται βαθιά κι ελεύθερα, η μετέωρη θέση των τέκνων της διασποράς.
Όσο οι ιστορίες, χτίζονταν η κάθε μια πάνω στην άλλη (τα πέντε διηγήματα) διέβλεψα μια σχεδόν αδιόρατη, ιδεολογική δήλωση «συγγένειας» προς τη μεταφυσική και την ανατολίτικη ρίζα που άλλωστε ο Ζ.Π. διά του Μάρκου δείχνει να μην άφησε ποτέ από το χέρι του, ως μίτο μέσα στον λαβύρινθο των τόπων, χρόνων και αντιλήψεων που περιπλανήθηκε. Παρόλα αυτά οι «περιπέτειες» ανοίγουν μια βεντάλια προβληματισμού και φαντασίας στον δημιουργικό περιηγητή που η μετακίνηση από τόπο σε τόπο δίνει μια καλύτερη ευκαιρία να στοχαστεί από απόσταση και να ξαναζυγίσει, να εκτιμήσει -με την ουδέτερη έννοια της λέξης- τον δικό του τόπο. Είναι αποτέλεσμα ισορροπίας του στοχαστή σαν πολίτη του παγκοσμιοποιημένου κόσμου και σαν πατριώτη, δίχως στεγανά.
Πριν από δύο χρόνια (2013) είχαμε απολαύσει στη μεγάλη οθόνη  σε σκηνοθεσία Νίκου Παναγιωτόπουλου την κινηματογραφική βερζιόν των περιπετειών του Παπαζαχαρίου ως road movie, ή «κωμωδία παρεξηγήσεων» με τον τίτλο Η Λιμουζίνα, δομημένο πάνω σε επί μέρους χαρακτήρες (Μάρκος, Μπέκετ, Νόρμαν Μέηλερ, Μαξ και Κολέτ) ενώ στον επίσης στοιχειώδη μύθο και κορμό παρεμβλήθηκαν μερικά από τα φιλοσοφικά και διαλεκτικά κομμάτια.Σύντομα αναμένεται και Η Κόρη του Ρέμπραντ όπου ο ίδιος σκηνοθέτης και ο Ζ.Π. υπογράφουν το σενάριο.

ευρωπη

Σημ. Oι “Περιπέτειες στην Ευρώπη” του Ε. Ζάχου-Παπαζαχαρίου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Φαρφουλάς (2010).

Δημοσιεύεται στο “Ένθετο της Δευτέρας του Βακχικόν”

Η αποκάλυψη της Μαρίας Ελπίδας

Αη Γιώργης

 

 

Η Μαρία Ελπίδα (Μαριέλα) Κωνταντινίδου υπηρετεί τις εικαστικές τέχνες από παιδί. Ή μπορεί και να την υπηρέτησαν κι εκείνες, αφού βρέθηκε στη κατάσταση ανάγκης που βρίσκεται ο αληθινός καλλιτέχνης να εκφραστεί με το μολύβι, το χρώμα και να συλλάβει την αναπαράσταση μιας πραγματικότητας που χρειαζόταν να αντιληφθεί, να αποτυπώσει.

Η ζωγράφος αυτή «δεν είναι μια ζωγράφος», μόνο… αλλά δεν είναι και υπερρεαλίστρια στις απεικονίσεις της! Καθώς ταξιδεύει συλλέγει εντυπώσεις, κοιτώντας πάντα την πλευρά εκείνη των πραγμάτων που δεν πληγώνουν, που επουλώνουν, αποκαλύπτουν και γαληνεύουν την ψυχή. Από το πέταγμα των γλάρων ως κάτω από τον βυθό, μέτρησε πολλές φορές την απόσταση, από την καμπίνα του αεροπλάνου που την ταξίδευε σε άλλα ημισφαίρια είδε τον ήλιο να συναντάει το φεγγάρι, είδε την έρημο και τα άγρια ζώα της Αφρικής, ρίζωσε για λίγο στο Παρίσι κι έριξε άγκυρα εν τέλει, για τα καλοκαίρια της τουλάχιστον στη Νάξο, στις Κυκλάδες…

Κι εκεί που είχε διαγράψει κύκλους, από τη γραφιστική στην εικονογράφηση των τρυφερών παιδικών αναγνωσμάτων, και αφού καθοδηγεί ακόμα όποιον και όποιαν θέλουν να την ακολουθήσουν στους δρόμους της τέχνης της διδάσκοντάς την, έξαφνα της προέκυψε ένα ταξίδι, άλλο, εσωτερικό, η αγιογραφία.

Κάθησε πάλι σε θρανίο, μα ετούτη τη φορά, εκπαιδεύτηκε, παιδεύτηκε, έγινε ξανά παιδί που αναζητάει το φως, το χρώμα, τη μορφή και την ουσία των εικόνων. Και τις ξανάπλασε, μαζί με τα μεγάλα εφόδια της απλής αναπαράστασης, στα μέτρα τα δικά της, τα ανθρώπινα και όλως διόλου ταπεινά.

Και η ζωγράφος, βρήκε ξαφνικά το «πρόσωπό της». Με την έννοια ότι οι μορφές που απεικονίζει, με πρόσχημα τη λειτουργική τους διάσταση, τη λατρευτική, της έδωσαν την αφορμή, το εργαλείο και την οπτική για να αποκαλύψει ένα βαθύ, αλύτρωτο και μαζί σεπτό σχήμα. Όλη η προηγούμενη άσκηση, μοιάζει σαν να την οδήγησε εκεί ακριβώς που ήταν προορισμένη. Και που ενδεχομένως να είχε για κάποιο λόγο «παραγραφεί» -το πρόσωπο- σε όλο το προηγούμενο της έργο.

Κοιτώντας τα αγιογραφική πορτρέτα τής Μ.Κ., ο θεατής, ακόμα κι αν δεν τα προσεγγίσει από τη θρησκευτική/λατρευτική τους πλευρά, θα ταξιδέψει στον Φώτη Κόντογλου, στον υπέροχο λαϊκό Θεόφιλο , στα δάνεια του Μποστ από την Βυζαντινή παράδοση και την ενσωμάτωση της γραφής στα εικαστικά έργα που είχαν υιοθετήσει και οι πρωτοπόροι εικαστικοί του μεσοπολέμου.

Κι εκτός από τους συσχετισμούς του νου, δεν είναι δυνατόν να μην συγκινηθεί κανείς απέναντι στο ύφος, την έκφραση, την οδύνη αλλά και την γαλήνη που αποπνέουν τα πρόσωπα αυτά, που η θρησκεία τους αποδίδει θεϊκή υπόσταση αλλά η τέχνη δίνει εν τέλει την πνοή. Έμψυχα έργα που αποπνέουν «πρόσωπο», βλέμματα, χειρονομίες που ανασαίνουν μέσα στη σιωπή του ξύλου που έχει σκεπαστεί με λάδι και υπομονή, δουλειά και μια εσώτερη μελέτη του ανθρώπου.

Αν είσαι θρήσκος θα εναποθέσεις πάνω τους τη προσευχή σου, όπως θα έκανες σε οποιαδήποτε εικόνα, αλλά αν είσαι φιλότεχνος, θα διαβλέψεις στον Αη Νικόλα την αγωνία για τη θαλασσοταραχή, θα δεις του Αη Γιώργη τη νεανική ορμή και της Μητέρας του Θεού την πανανθρώπινη φροντίδα. Πρόσφατα μοιράζεται και αυτή την τέχνη της, παραδίδοντας μαθήματα αγιογραφίας.

Δημοσιεύεται στο Fractal

αναμμένο φως

CTziubFUsAA0bj1

  • Calendar

    • March 2017
      M T W T F S S
      « Feb    
       12345
      6789101112
      13141516171819
      20212223242526
      2728293031  
  • Search