Οι μορφές της Πελαγίας Κυριαζή

Η Πελαγία Κυριαζή επανέρχεται με μία ακόμα ατομική της έκθεση όπου εκκινώντας από ένα φόντο «νυχτερινό» -ονειρικό- συλλαμβάνει τις διαβαθμίσεις του σκότους, του αγνώστου, του ασαφούς, του ασυνειδήτου τελικά.

 

Το σώμα είναι πανταχού παρόν ακόμα κι όταν είναι διαμελισμένο, κατακερματισμένο ανάμεσα στους διάφορους ρόλους και τις στάσεις που επιτάσσει η κοινωνία και το όλον μέσα στο οποίο το ίδιο κινείται και αναζητά να βρει τη ψυχή, το πρόσωπο,  που φέρει. Πινελιές έγχρωμες και έμψυχες, το χρώμα του αίματος και της ζωής αλλά και το ιώδες της ασάφειας, της σύζευξης θερμού-ψυχρού, η φθορά αλλά και οι επιθυμίες που επιβιώνουν και οι πληγές που χαίνουν, προβάλλουν και έλκουν την όραση, τις αισθήσεις. Η ζωώδης ροπή και οι χυμοί της ωριμότητας ξεχύνονται με τη μορφή σκίτσου, χρώματος, γραμμών και σκιών.

Η σκιά, όχι όμως σαν σύμβολο ούτε και σαν απεικόνιση, καταγράφεται σαν πέρασμα του χρόνου και της οδύνης της ίδιας της ύπαρξης, απαλείφει τα επί μέρους χαρακτηριστικά των προσώπων. Αποτυπώνοντας έτσι, το γεγονός: το περίγραμμα παραμένει αναλλοίωτο αλλά ό,τι διαμορφώνει το «πρόσωπο», την ιδιαίτερη χροιά, και εντύπωση που δημιουργεί ο ένας στον άλλον άνθρωπο, συνθλίβονται -ή πατινάρονται – από ένα πέρασμα που μπορεί να είναι είτε βίαιο είτε επαναλαμβανόμενο.

Η τεχνική αυτή παραπέμπει -κατά τη δική μου εντύπωση- σε σοβατισμένες τοιχογραφίες, στον μέγιστο Ε. Μουνκ αλλά και σε κάτι περισσότερο κοινωνικό παρά υπαρξιακό ή τεχνικό: στα καθεστώτα και στις συνθήκες που απαλείφουν την προσωπικότητα, που καθιστούν το άτομο σκιά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ίσως και εντελώς ανεξάρτητα από την πρόθεση της καλλιτέχνιδας…
Αφού Η Πελαγία Κυριαζή δηλώνει ότι η πρωταρχική εντύπωση είναι και ο οριστική, οπότε και στα έργα της, μένοντας πιστή σ αυτή τη δήλωση και παρότρυνση του  Γύζη, τελειοποιεί τις μορφές και συνακόλουθα και τις εκφράσεις τους: απαλείφοντας ό,τι δεν αντέχει, στην ανάλυση, στην περαιτέρω αποκωδικοποίηση. Χωρίς να χάνει στιγμή την επαφή με τον μέσα κόσμο οι απεικονίσεις που θα μπορούσαν να αποδίδουν μία πομπή προσφύγων, ένα δέντρο νεκρωμένο ή τις δονήσεις μιας μοναδικής ψυχής, καθιστούν το έργο της πολυδιάστατο, οικουμενικό και πέρα για πέρα αυθεντικό.

 

 

 

Διάρκεια: 8 Ιουνίου – 15 Ιουλίου 2017

Αίθουσα τέχνης «ε κ φ ρ α σ η – γιαννα γραμματοπουλου», Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα

 

Ατομική έκθεση της  Πελαγίας Κυριαζή  με τίτλο An imagean Eidólon / Μια εικόνα, ένα Είδωλο.

 

 

 

 

H Πελαγία Κυριαζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική και κεραμική στην Α.Σ.Κ.Τ. και το 1993, με υποτροφία Fulbright, σε συνεργασία με τον Βασίλη Λαμπρινό, πήγε στη Νέα Υόρκη όπου, παράλληλα με τη ζωγραφική και το σχέδιο δούλεψε με ψηφιακά μέσα και τη πειραματική χαρακτική σε γυαλόχαρτο.  Τα χαρακτικά  της διακρίθηκαν σε δύο διαγωνισμούς του Διεθνούς Κέντρου Χαρακτικής Νέας Υόρκης. Έργα της έχουν επίσης εκτεθεί σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις όπως στο Kunst Europa Kunsthalle Berlin, στην 6η International Biennial of Drawing and Graphic Arts στο Μουσείο του Györ στην Ουγγαρία και στη Διεθνή Έκθεση Art Athina. Πρόσφατα συμμετείχε  στην έκθεση Βουτιά στον Ψηφιακό πολιτισμό με την ΑΣΚΤ. Ατομικές εκθέσεις της στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη έχουν παρουσιαστεί ανάμεσα σε άλλες στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, στη Γκαλερί 3 και στη Νέα Υόρκη στη New York Public Library 96th Str., στο Tenri Cultural Institute και στο A.S. Onassis Cultural Center. Συμμετέχει στην έκθεση του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστήμιου με θέμα το Λαβαρο του Γύζη. Η Πελαγία Κυριαζή δραστηριοποιείται στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη.     

είχε δημοσιευτεί στο http://fractalart.gr/oi-morfes-tis-pelagias-kyriazi/

 

 

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗ ΚΟΡΥΦΗ, ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015

 

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ

 

Ο τίτλος, σε συνδυασμό με το εξώφυλλο, εξ ίσου πολύσημα. Η φωτογραφία μιας βουνοκορφής, η φυσική μορφή της συγγραφέως με τα ολόλευκα μαλλιά, προδιαθέτουν για μία ακόμα περιπλάνηση στο χρόνο: ένα αστέρι στο βάθος του ορίζοντα- ήλιος ή φεγγάρι, στην ανατολή ή στη  δύση του- ενώ σε πρώτο πλάνο μια κουκουβάγια, πουλί σοφό αλλά και νυκτόβιο, ατενίζει τον αναγνώστη. Τα «Λευκά στην Κορυφή» ενδέχεται να δηλώνουν τα άσπρα της κεφαλής, σοφία και ωριμότητα, αλλά και τα χιόνια εκείνα που ποτέ δεν λιώνουν.

Τα δεκαεννέα διηγήματα πραγματεύονται το θάνατο και την απόσταση. Αρχίζοντας με την κηδεία της μάνας, μια γυναίκα μαυροφορεμένη προσπαθεί να προσεγγίσει εν μέσω καύσωνα το νεκροταφείο, με αγωνία, σιωπή και λόγια καλά φυλαγμένα για το κατευώδιο.  Έτσι ξεκινάει μια αφήγηση σταθερά πρωτοπρόσωπη  όσο κι αν ποικίλουν τα επόμενα δέκα οκτώ διηγήματα. Το απόλυτο μαύρο και θερμό της πρώτης ιστορίας θα διαδεχθούν οι διαφορετικές αποχρώσεις του μοιραίου μέχρι την ύστατη προσπάθεια να ελεγχθεί το ανεξέλεγκτο επέκεινα. Ενδιάμεσα ο απόηχος του θανάτου θα ακουστεί σε καταστάσεις υπόκωφης βίας αλλά και αναπολήσεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν με τις ομοιότητες τις διαφορές ανάμεσα σε τόπους και συνήθειες, να ερμηνεύσουν σχέσεις με  τις διαρρήξεις τους, παρουσίες με απουσίες, ίσως και το δίπολο «εγγύτητα – απόσταση», εν τέλει.

Η φωνή της αφηγήτριας μαρτυρά τη πορεία μιας γυναίκας ώριμης στα χρόνια και πλούσιας στις εμπειρίες, κοσμοπολίτισσας με γερές ρίζες στη γενέθλια γη και συχνή αναφορά στις ανάλογες μνήμες που την ακολουθούν. Διατηρεί τη ψύχραιμη, διεισδυτική ματιά στη φύση, στους τόπους και τους τύπους των ανθρώπων που συμπληρώνεται από τη παιδεία, τη τριβή με τη λογοτεχνία και τη πολιτική επικαιρότητα. Οι περιστάσεις που βιώνονται διατηρούν μια συνεχή ένταση, η έκβαση κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις και η ελλειπτική γραφή προσδίδει οικονομία στο λόγο. Αυτή είναι όμως μία, η πρώτη κι όχι μοναδική ανάγνωση.

Τα πρώτα διηγήματα αναφέρονται σε θανάτους, κηδείες και νεκρικά έθιμα  που αφορούν  σε αποχαιρετισμούς κλιμακωτά πιο απόμακρους σε σχέση με τον πρώτο. Στη συνέχεια η Καρατζαφέρη εστιάζει σε σχέσεις με ομάδες ή άτομα που έφυγαν από τη ζωή -ή από τη δική της – με τρόπο λίγο ή πολύ βίαιο. Θάνατοι ομαδικοί, ατυχήματα, δολοφονίες, αποχωρισμοί και απομακρύνσεις δίνουν μεταξύ άλλων το στίγμα της σχετικότητας: Ο θάνατος βιώνεται ανάλογα με την συναισθηματική, γεωγραφική ή χρονική απόσταση που έχουν –ή που θέτουν- οι ζώντες από κείνους που φεύγουν.

Η αφηγήτρια, όσο κι αν υιοθετεί διαφορετικές περσόνες, θα διατηρήσει το σταθερό –και αναγνωρίσιμο- ύφος και θα περιγράψει όλα τα μοιραία συμβάντα εντοπίζοντας κοινές φιγούρες σε ανόμοιες περιστάσεις, π.χ.: άντρες με μαύρα κοστούμια, ξεχωρίζουν καθώς  υποδύονται εκ περιτροπής τους σερβιτόρους, σεκιουριτάδες, τελετάρχες ή νεκροπομπούς. Θα συνομιλήσει και θα σχετιστεί με κλοσάρ ή μπεηζμπολίστες, υπόδικους  και μαστροπούς και καθώς θα μπαίνει σε προφανώς ανοίκειους χώρους, θα μπολιάζει τα άγνωστα με τα δεδομένα του πάτριου εδάφους αφ΄ενός, με «ασκήσεις επί χάρτου» αφ΄ετέρου. Όσο σκληρό, οργανωμένο και απόρθητο φαίνεται το άγνωστο σύμπαν των γηπέδων, των εκρήξεων και των δολοφονιών, τόσο καταφεύγει σε νοητικές αναπαραστάσεις ή σκηνοθετικές οδηγίες για εγκλήματα κατά άλλων και του εαυτού της, αναφορές στη λογοτεχνία αλλά και στο πασίγνωστο στους αναγνώστες της Ι.Κ., πανταχού παρόν,  Διαβολίτσι, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Eνώσο  ζώα περιφέρονται, αμέριμνα για τη δική τους μοίρα, ατίθασα, αυτόνομα, ίσως και σαν τα ένστικτά μας…

Η δεύτερη ανάγνωση φανερώνει ότι στις ιστορίες κλιμακώνονται, η ίδια η  βία της ζωής, το πέρασμα του χρόνου, η λήθη και ο φόβος, ενώ οι αποχωρισμοί, ο πόθος και η σαγήνη του θανάτου, που ξεπροβάλλουν πίσω από τις γραμμές, ευνουχισμένα και ορθά πολιτικοποιημένα, επιβιώνουν∙ μέχρι η Ι.Κ. να «σκοτώσει» σε μια ύστατη πράξη ακτιβιστικού φεμινισμού αυτό που θεωρεί αιτία μιας βίας, κοινωνικής. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά η βία καραδοκεί, ως ανεκπλήρωτο πάθος, ή ενοχή για «πράξεις και για παραλήψεις», προς εαυτόν, για κάποιες λέξεις, παρορμήσεις ή πάθη που δεν βρήκαν διέξοδο. Οι περιγραφές που παίρνουν μεγάλη έκταση και οι μακροπερίοδες διατυπώσεις κάνουν την ελλειπτική γραφή να «σκοντάφτει» σε μια πιο ισχυρή διάθεση απολογισμού. Το ίδιο ισχύει για εποχές που σηματοδοτούνται από πολιτικά γεγονότα τα οποία δεν  παίζουν κάποιον εμφανή ρόλο στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων. Προφανώς η κατά μέτωπο αντιμετώπιση του τέλους προδιαθέτει για μια άλλη -και αμήχανη- «φλυαρία» που δεν πείθει σαν ευλογοφανής κατασκευή, αφού προφανώς δεν είναι.

Περισσότερο αυθεντικό, το ομώνυμο με τη συλλογή, διήγημα, συνυφαίνει εμπειρίες πραγματικές ή/και μυθοπλαστικές, αρμονικά. Η παθογένεια της επαρχίας, ο στενός κλοιός της οικογένειας, σφίγγουν γύρω από ένα τρισδιάστατο ήρωα, με παρελθόν ευανάγνωστο, ο οποίος βιώνει και έναν εμφανή «θάνατο», των ονείρων και της ίδιας της λίμπιντο του, θυσιάζοντας την δυνατότητά του να παίξει έναν άλλο ρόλο στη κεντρική σκηνή της συλλογής και στη καρδιά της συγγραφέως. Που του αφιερώνει τη σχεδόν μοναδική εσωτερική ανάγνωση πριν τον παραδώσει στη μοίρα του και στη πένα της.

Εκείνα τα  «Λευκά στην Κορυφή» μπορεί να είναι παγωμένα συναισθήματα, εν τέλει.

Δημοσιεύευται στο http://varelaki.blogspot.gr/2017/06/notationes-2017_66.html

 

 

Σκουπίδια. Σακούλες σκουπιδιών.

 

Πραγματικά δεν θυμάμαι πόσες φορές έγραψα και εν συνεχεία πέταξα (ηλεκτρονικά) τις σκέψεις μου για τα σκουπίδια. Πρώτα απ΄ όλα, έχω την «τύχη» να περιστοιχίζομαι από κάδους, δύο από τη μια μεριά του σπιτιού και δύο από την άλλη. Ευκολία στην καθημερινότητα, δυστυχία στην απεργία, καθώς ξέχειλοι υψώνουν τα φορτία τους απειλώντας το μικρό μου μπαλκονάκι με την εγγύτητα της ανάλογης σκηνής του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας.

Δεύτερον, και εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι κάδοι αποτελούν στρατηγικό στόχο των ρακοσυλλεκτών της περιοχής που με έχουν οδηγήσει σε παρατηρήσεις: ένας γκριζομάλλης και μεσόκοπος, ανοίγει καθημερινά τον μπλε της ανακύκλωσης, ψαρεύει τα οικονομικά ένθετα -που διακρίνονται από το ροζ τους χρώμα- ανάβει τσιγαράκι, διαβάζει και στη συνέχεια κάνει τη σχετική διαλογή: χαρτόκουτες, παλιά περιοδικά μπαίνουν με τη σειρά και με επιμέλεια στην μεγάλη shopping bag του και φεύγει για τον επόμενο σταθμό.

Σημειώστε ότι ο άστεγος και αποσυνάγωγος αυτός της κοινωνίας, είτε από σύμπτωση είτε από κάποια πολύ πρακτική ανάγκη, ενημερώνεται για τα οικονομικά -δωρεάν- αλλά και φέρει τσάντα πολλαπλών χρήσεων, σε αντίθεση με τους συμπολίτες της γειτονιάς μου που εναποθέτουν στα σκουπίδια ένα πλήθος από αντικείμενα που δεν έχουν κλείσει τον κύκλο της ζωής και της χρήσης τους, περιττό να τα απαριθμήσω.

Το πιο μεγάλο «πάρτυ» δε των κάδων συντελείται όταν από τα φαινόμενα -παπούτσια, παλιές κουβέρτες, χύδην συσκευασίες από καλλυντικά και φάρμακα και πολλά ρούχα- στη περίπτωση θανάτου. Όπου προφανώς οι κληρονόμοι -ή οι παλαιοπώλες που επιτελούν το σχετικό «καθαρισμό» – αδειάζουν όπως όπως τα ενδιαιτήματα όπου πριν λίγο ξεψύχησε πλαισιωμένος από τα παλιά του ρούχα και από τα σύγχρονα φάρμακα ο παππούς ή η γιαγιά της απέναντι πόρτας…

Δεν θα επιμείνω άλλο στις σκουπιδοπεριγραφές. Πιστεύω ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται μια κοινωνία τα άχρηστα, ή μάλλον τα χρησιμοποιημένα της είναι ενδεικτικός:

Τα σκουπίδια του Έλληνα είναι πολλά, πάρα πολλά και ανάκατα. Εκτός που δεν ανακυκλώνει και εκτός που ακυρώνει και την προσπάθεια εκείνων που το πράττουν, καπακώνοντας το μπλε κάδο με τα οργανικά

-πετάει ολόκληρες σακούλες από το μπαλκόνι

-δεν δένει τις σακούλες

-η θέα του γεμάτου κάδου του είναι αδιάφορη. Θεωρεί το πεζοδρόμιο προέκταση.

– θεωρεί «άχρηστο» αυτό που παρέχεται «δωρεάν»

Για να κλείσω με το διπλανό αλλά όχι υποδεέστερο θέμα που είναι η φοβερή πλαστική σακούλα: χρόνια ωρύομαι στους μανάβηδες που χαραμίζουν καμιά φορά και χάρτινη και πλαστική και λαστιχάκι για ένα μάτσο μαϊντανό ή για δυο μπανάνες… Κάποτε δε, που αποτόλμησα να επιστρέψω τις πλαστικές για επανάχρηση οι συμπαθείς έμποροι της λαικής με ρωτούσαν «μα γιατί;» κοιτώντας με το μάτι της συμπόνιας για τη λόξα μου…

Ένας δε από όλους -ο πιο πολιτικοποιημένος- προσπάθησε να με πείσει με όρους «Αμαζονίου», του τύπου «με τόση μέγα ρύπανση των βιομηχανιών, τι να σου κάνει μια σακουλίτσα παραπάνω!»

Τα σκουπίδια θα μαζευτούν κάποτε, θέλω να πω, αλλά αν δεν μας φάει η χολέρα, στο μέλλον θα μας «φάει» στα σίγουρα το πρόστιμο της ΕΕ για την κακή διαχείριση των σκουπιδιών και κάποτε θα χρειαστεί με κάποιο «μνημόνιο» για τη προστασία των νερών και του αέρα αυτού του κόσμου

-να μην μας δίνουν σακούλες τζάμπα στα σούπερ μάρκετ
-να μην μπορούμε να πετάμε στους κάδους και στο πεζοδρόμιο ανεξέλεγκτες ποσότητες σκουπιδιών ανά νοικοκυριό
-να είναι υποχρεωτική η ανακύκλωση
-να περνάει ο σκουπιδιάρης 2-3 φορές τη βδομάδα και ανάλογα να κατεβάζουμε τα σκουπίδια λίγο πριν τις καθορισμένες ώρες

Μέχρι τότε, enjoy!!! τη ρωμέϊκη ελευθερία όσο την έχουμε γιατί θα την αποθυμήσουμε….

 

ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Εκεί που «αλλάζει του κόσμου ο ρυθμός»
είν’ όπου γίνεται στο σώμα ο σεισμός
εκεί θα γίνουνε τα λόγια μουσική
εκεί θα βγάλει φύλλα το κορμί

Εκεί που η ρίζα από μόνη της θα βρει
όλο το υπόγειο νερό και θα το πιει
εκεί που θα απλώσει τα κλαδιά
το δέντρο θα αποκτήσει μια καρδιά

Εκεί που αρχίζει μέσα σου τρελός χορός
εκεί που νοιώθεις να χτυπάει ο σφυγμός
εκεί είναι η φωνή του τραγουδιού
και «η ανάσα ενός μικρού παιδιού»

Μην το ρωτάς λοιπόν το πού να βάλεις τη τελεία
και μην διστάζεις να τη γράψεις στο χαρτί
εκεί που η πένα επιμένει να πατεί
είναι εκεί που θα χορέψει κι η πλατεία

 

ΤΑ ΕΙΧΑ ΔΕΙ

 

Τα είχα δει σαν μαύρους οιωνούς
εκείνα τα πουλιά στους ουρανούς
κι όλα τα στάχυα να ωριμάζουν
κάτω από ήλιους, φως να στάζουν

Σκούρα  πινέλα και ψυχή και νους
επάνω σε καμβάδες γαλανούς
κι ένα αυτί λιγότερο να μάθεις
τι λέει ο κόσμος πως θα πάθεις

Αν επιμένεις να κοιτάς απ΄το παράθυρο του ηλίου
Θα σε τυφλώσει η λάμψη του Ιουλίου
κι όλα τα ηλιοτρόπια του κόσμου
δεν θα φτάσουν για να στρέψει
το βλέμμα σου ο άλλος να αντέξει

Είναι ακριβό το φως που έχεις φτιάσει
και όσο ζεις κανείς δεν θ΄αγοράσει

Την ένοιωσα τη λάμψη της ψυχής
μέσα στην ερημιά και της φτωχής
της παράγκας που αντέχει
με μια καρέκλα όταν βρέχει

Τα είχα δει τα δύο μάτια, σκοτεινά
στο Άμστερνταμ με άνθη ταπεινά
κι η μπλε σου νύχτα στο Παρίσι
ό,τι δε χόρτασα στη ζήση

 

 

 

ΚΑΣΣΕΛ – ΑΓ. ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

 

 

Αχ, πόσο μου λείπει ο Μποστ… να απεικόνιζε με τα έμμετρα λόγια του και το μαγικό πενάκι του σε ΜΙΑ σελίδα όλη την παράνοια  που ζούμε! Γιατί αν δεν είναι κανείς ορκισμένος, οπαδός ή τσιράκι, όποιος βλέπει και ακούει και με το δεξί και με το αριστερό μάτι και αυτί, δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τις μεγάλες αντιθέσεις που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία. Και δεν εννοώ στους μισθούς και στις συντάξεις αφού τα φαινόμενα που απορρέουν από τα νούμερα με ενδιαφέρουν κι όχι τα ίδια τα νούμερα. Με αυτά ασχολούνται μέσα στα έγκατα του Χίλτον οι Τσακαλώτοι ενώ στα έγκατα των κομματικών γραφείων, αυτοί που προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε παιάνες ή φόβητρα για τους ανυποψίαστους ψηφοφόρους, πρώην ή επόμενους, ανάλογα της περίστασης.

Από τη μια, ακούσαμε λοιπόν για την πομπή αλόγων τύπου πόνι με απώτερο τάχα σκοπό να αναπαρασταθεί  η ζωοφόρος του Παρθενώνα της περίφημης Ντοκουμέντα(ς)… Και πολύ θάθελα να δω την αντίδραση της Παλλάδας Αθηνάς βλέποντας τους Κασσελιώτες να διασχίζουν έφιπποι την Αεροπαγίτου καθ΄οδόν προς Γερμανία. Θάθελα να καταλάβω τι   κρύβεται πίσω από το μπογιάτισμα προβάτων σε γαλανόλευκους χρωματισμούς υπό Αφρικανού κονσεψουαλιστού ή το σκέπασμα της πλατείας Ομονοίας με λινάτσα. Που όταν την πρωτοαντίκρισα φαντάστηκα η αδαής ότι κάποιος είχε τη φαεινή να προσφέρει στους παροικούντες μετανάστες ευκολία και άνεση και για σκιά εκτός από το παροιμιώδες «λιάσιμο» τους.

Θάθελα νάταν εδώ ο σκιτσογράφος, στο πλαινό μου κάθισμα αυτοκινήτου όταν σε μια διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας προς το Τατόϊ, με τον ευσεβή πόθο να πάρουμε λίγο πρωτομαγιάτικο αέρα, μποτιλιαριστήκαμε σε μιαν άλλη πομπή ακινητοποιημένων οχημάτων που είχαν προφανώς τον ίδιο σκοπό. Η βασιλεία μπορεί να καταργήθηκε στη χώρα μας, αλλά τα πρώην βασιλικά «κτήματα» αποτελούν δημοφιλή προορισμό. Αφού διαπίστωσα ότι έχουν ξεφυτρώσει μες το δάσος δεκάδες, μην πω εκατοντάδες «κτήματα» για “events”,  γάμους και βαφτίσεις με βασιλική εσάνς, υποψιάζομαι.  Παρομοίως, ο εμβληματικός Λεωνίδας (ταβέρνα) της περιοχής έχει περιβληθεί, προφανώς εναρμονιζόμενος στο μεγαλουσιάνικο πνεύμα της περιοχής με κίονες, αετώματα και άλλα νεοαποικιακού στυλ αρχιτεκτονικά στοιχεία καθώς και ατελείωτα πάρκιν ολόγυρα για τα οχήματα –ή μήπως και τα (παρ)άλογα των πελατών;-

Από την άλλη, μέσα στα δεκάδες ριάλιτι επίδοξοι «αστέρες» της τιβι, βλέπε ανώνυμοι και σταχυολογημένοι από το κοινό της τηλεόρασης, διαγωνίζονται: ποιος τραγουδάει και ποιος χοροπηδάει καλύτερα, ποιος τηγανίζει και ποιος «στήνει» καλύτερα το πιάτο για να το σερβίρει, ποια άμοιρη κοπελίτσα διαλέγει τα καταλληλότερα ρούχα για τη Χ ή Ψ περίσταση και βεβαίως και ποιος επιβιώνει στον Άγιο Δομίνικο, μεγάλη η χάρη του.

Ο περίφημος τηλεοπτικός Survivor μαζεύει γύρω από την εστία της οθόνης την ελληνική οικογένεια που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τους παίκτες να υποδύονται τους άστεγους, τους άπορους, τους πρωτόγονους. Να εξαργυρώνουν –προφανώς- τις ώρες που έχουν σπαταλήσει σε γυμναστήρια προκειμένου να χτίσουν το κατάλληλο σώμα και τις αντοχές –κάτι που μυρίζει fitnessomania, αλλά δεν θα το κάνω θέμα- που απαιτούνται για να παραστήσεις –και να ανταποκριθείς στο ρόλο του άμοιρου μες το τροπικό νησί.

Αυτή είναι η πλήρης παράνοια της σημερινής κοινωνίας, ημέρα Πρωτομαγιάς, οι αφίσες του ΠΑΜΕ καλούσαν «όλους» να «βγουν στους δρόμους». Και βγήκαν, με τα αυτοκίνητά τους να προϋπαντήσουν το Μάη στις βασιλικές εξοχές –καλά, είδαμε και κάτι μαδημένες διαδηλώσεις στο κέντρο- με αποτέλεσμα το μποτιλιάρισμα και τις ατέλειωτες πομπές  αυτοκινήτων  κατά μήκος ενός οδοστρώματος που έφερε στα πλάγια του συγχρόνως ΚΑΙ πρόβατα αλλά ΚΑΙ τα «κτήματα κουφέτα», την κατάκτηση του νεοέλληνα, μάλλον της νεοελληνίδας και της μαμάς ή της πεθεράς της να την καμαρώσει με δόξα, τιμή και φτώχια να κόβει τούρτες πολυόροφες και να γίνεται «βασίλισσα» τάχα στη ζωή κάποιου ταλαίπωρου γαμπρού.

Άντε, και στα δικά σας, όπου κι αν ανήκετε…

Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)

  • Calendar

    • August 2017
      M T W T F S S
      « Jul    
       123456
      78910111213
      14151617181920
      21222324252627
      28293031  
  • Search