κάποτε το Πάσχα, το χωριό

2015. Αποφασίζει να ακολουθήσει ένα γκρουπ των πούλμαν και της συμφοράς. Δεν έχει τίποτα καλύτερο, όλοι οι φίλοι ρέπουν ανίατα προς την οικογένεια. Κυλάει ανεκτά η Παρασκευή. Διαδρομή και εξοχή, ηγείται μια αγράμματη τύπου ξεναγός που καλεί από μικροφώνου να πει όποιος θέλει εκείνα τα απαίσια σεξιστικά ανέκδοτα με τα οποία ξελιγώνεται η τρίτη ηλικία, αλλά δε βαριέσαι, η Μαρία κοιτάει έξω, ρουφάει εικόνες εξοχής και θάλασσας και παρηγοριέται με μια άλλη σόλο ταξιδιώτισσα, ανταλλάσσουν εφημερίδες ως συγκρατούμενες σε μπλοκ αναλφαβήτων.

Εγκατάσταση στο παραλιακό ξενοδοχείο – αρχές Απρίλη, ψύχρα κι υγρασία- θέρμανση μηδέν. Μετά το σχετικό επιτάφιο και φαγητό, φοράει ό,τι έχει και κοιμάται. Το δωμάτιο έχει να ανοίξει γύρευε από πότε, αναδίδει μούχλα, σκόνη και ανακαίνιση στα όρια του μεταμοντέρνου κιτς. Αλλιώς φαινόταν στις φωτογραφίες.

Το Σάββατο τους πάνε σε ένα υπέροχο δάσος στο βουνό για να καταλήξουν σε μοναστήρι όπου ένας μοναχός -ανάμεσα σε ψεκασμένο και κατάλοιπο των αγανακτισμένων του Συντάγματος – ξεναγεί. Στην ουσία επαιτεί, δίνει εκεί κάτι ψιλά και περιμένει πως και πως να παν για γεύμα.

Με άλλους δύο σόλο ταξιδιώτες κάνουν παρέα, κάθονται με τις ταλαιπωρημένες πλάτες τους στον ήλιο, σερβίρεται ένα υπέροχο βουνίσιο φαγητό και χόρτα, πίνουν κρασάκι, και το κέφι απογειώνεται καθώς τρολάρουν την κατάσταση. Όπου η ξινή η “ξεναγός” τους τη πέφτει, το ωράριο, ο οδηγός, η διαδρομή και άλλες δικαιολογίες για να τα μαζέψουν να φύγουν, να επιστρέψουν στο άσυλο που λέγεται ξενοδοχείο με τη πισίνα και το παιδότοπο που βουίζει όλη μέρα για μια ξεκούραση που κανείς δεν είχε τη συγκεκριμένη εκείνη τη στιγμή ανάγκη.

Ατέλειωτες οι ώρες μέχρι οι εργαζόμενοι να πιάσουν απρόθυμα δουλειά, τουτέστιν να πάνε τους πελάτες τους στην εκκλησία για ανάσταση και στην επιστροφή να τους ταΐσουν. Όπερ και εγένετο στην καθορισμένη ώρα αλλά στο μεταξύ, ο εγκλεισμός πλήρης, ούτε συγκοινωνία για το κοντινό χωριό, ούτε και ταξί, και τίποτα εκεί κοντά, εκτός μια παραλία φαλακρή εκτεθειμένη στα όποια καιρικά φαινόμενα και πόσες ώρες πια να περπατάς;

Ανεκδιήγητο το δείπνο το οποίο σερβιρίστηκε με περίσσια βιασύνη σε αίθουσα αχανή και κακοφωτισμένη. Κρέας με γεύση από χαρτόνι, σούπα με κυρίαρχο συστατικό το αλεύρι, για επιδόρπιο γιαούρτι αραιωμένο και μία κουταλιά από χύμα μαρμελάδα. Έφαγε η Μαρία όλο το ψωμί από το καλάθι. Δε συζητάμε για ποτά, νερό, και αν.

Νευριασμένη, κουρασμένη, πεινασμένη ενδίδει στη πρόταση άλλου ταξιδιώτη για βόλτα παραλιακά, αλλά φευ, αυτός νομίζει ότι πάει γυρεύοντας και της την πέφτει για να απογοητευτεί.

Με δυσκολία αποκοιμιέται η Μαρία και ξυπνάει υπό τους ήχους των δημοτικών ασμάτων που συνόδευαν τους τάχα ενδεδυμένους με παραδοσιακά επαγγελματίες χορευτές παρά θιν πισινός, στη διαπασών από το πρωί πακέτο με μία τσίκνα αναδυόμενη από τις ψησταριές, πρωί πρωί χωρίς καφέ. Που χρεωνόταν ως κάτι “έξτρα” αν είχε κανείς ιδιαίτερη προτίμηση και όχι από μια κανάτα έτοιμο και κρύο.

Για να σερβιριστεί το μεσημεριανό στην αχανή αίθουσα του ασύλου με βουνά από πιλάφια και σαλάτες μαγιονεζάτες, με τα μαχαιροπήρουνα να ακούγονται στα ξενυχτισμένα της αυτιά σαν τον απόηχο από το μεγάλο φαγοπότι χωρίς καθόλου υπότιτλους, μόνο εικόνες από γέροντες να ξεκοκαλίζουν λαίμαργα κοψίδια, χέρια να αρπάζουν από τις πιατέλες και μπουκωμένα στόματα, γυναίκες να στραβοκοιτάζουν τα πιάτα και να βάζουν φρένο στους ατάσθαλους συζύγους της χοληστερίνης και το ποτό, πάλι δυσεύρετο. Το μόνο που κατάφερε μετά κόπων και βασάνων ήταν μια μπύρα των τριακοσίων τριάντα που έφερε ένας σερβιτότορος που την κοίταζε επίμονα στα μάτια για να λάβει πάραυτα το παχυλό ως είθισται στο χώρο πουρμπουάρ, στο ταμπλ ντ΄οτ αν κάτι βγει, θα είναι από τα ποτά.

Η ξεναγός παύλα “πωλήτρια not included υπηρεσιών”, τους προξενεύει μια βραδιά στο λόμπι με λάιβ μουσική. Που αρχίζει και δεν τελειώνει παρά το ξημέρωμα. Ανύπαρκτη ηχομόνωση, βαριεστησμένη ορχήστρα συνοδεία γερόντων με φάλτσα “πιο καλή η μοναξιά” που ισχύει στη περίπτωση.

Όταν την άλλη μέρα η Μαρία διαμαρτύρεται στον ρεσεψιονίστ για την ηχορύπανση παίρνει την αποστομωτική απάντηση “Και για γιατί δεν κατεβαίνατε κι εσείς, Πάσχα είχαμε”.

Κι αν ήμουν άλλης θρησκείας, δόγματος, και δεν είχα; Πως συμπεριφέρεστε έτσι στους τουρίστες, εσείς ως ξενοδοχείο; παίρνει την ακόμα πιο ευγενική, φιλόξενη και ανοιχτόμυαλη ατάκα:

“Εδώ είναι χωριό, δεν έχει τέτοια, όλοι εδώ έχουμε Πάσχα”.

Βάλε κι άλλο λάδι στο τραπέζι, μάνα

Τώρα που ανακατεύεται η τράπουλα των εορτών, των ημερών και των ωρών, λέω η μέρα της μητέρας να μη γιορτάζεται αρχές του Μάη- που σημαίνει και ξεπούλημα για ανθοπώλες και 30φυλλα -αλλά το φθινόπωρο μαζί με της εληές και λάδι, μιας και η Ελληνίδα μάνα ή που της βγάζουν ή που βγάζει από τα παιδιά το λάδι

Εξαρτάται από ποια μεριά του ελαιοτριβείου στέκεται κανείς

‘Οταν έκλαψε ο Karl

Από αμηχανία, λέω, διότι αφ΄ενός επαληθεύθηκε, αφ΄ετέρου πουθενά προλεταριάτο έτσι όπως το φαντάστηκε. Αν κάνω λάθος, διορθώστε, όπως και να έχει, τις «βασικές αρχές» τις διάβασα κάπου στον προηγούμενο αιώνα κι η μνήμη ατονεί.

Επαληθεύεται λοιπόν διότι ναι, άλλαξαν οι παραγωγικοί συσχετισμοί και έγινε και επανάσταση μόνο που δεν την έκαναν μονάχα οι προλετάριοι αλλά και οι επιχειρηματίες μαζί.

Και έγινε που λέτε η επανάσταση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, της κινητής, των οπτικών ινών και οπτικών μας νεύρων, τσατάλια. Και όλοι πια καταναλώνουμε από το πιο προνομιούχο ως το πρόσφυγα, το κινητό μας, το δίκτυό μας και τη κοινωνική μας επαφή μέσω αυτών. Είμαστε χρήστες, είμαστε εθισμένοι, είμαστε αναγκεμένοι σε σχέση με τη παμφάγα τη τεχνολογία.

Και αγαπημένε αν και ξεχασμένε Karl, ναι, είχες δίκιο πως όποιος έχει και τα μέσα της παραγωγής αυτός είναι κυρίαρχος και από την άλλη, εκείνοι οι εργάτες που χειρίζονται τα μέσα θα ανέτρεπαν το στάτους κβο…

Σου γράφω από την Αθήνα, όπου προχτές μια εταιρεία απ΄αυτές με τα τηλέφωνα και τις επικοινωνίες που τείνουν να υποκαταστήσουν πια πολλά -δεν θα εξηγήσω ποια, δεν είμαι η κατάλληλη, αλλά αν μπορείς ρίξε μια ματιά στο 2021 και θα καταλάβεις-, η εταιρεία αυτή που λες έπιασε και έστησε ένα κουτί μπροστά σε μια προθήκη για βιβλία.

Βαδίζουμε στους δρόμους της μετα-βιομηχανίας, με τα πόδια μας, μιλάμε μέσα από μηχανές, γράφουμε από μέσα πάλι, και οι χαρτογιακάδες μας μέσα από κει εργάζονται παράγοντας όπως προέβλεψες υπεραξία, είχες δίκιο.

Απλά οι επιχειρηματίες συνέτειναν απ΄τη μεριά τους, φτιάχνοντας όλες αυτές τις συσκευές που στην αρχή τις πούλησαν στα κράτη για χρήση στους πολέμους αλλά μετά τις «εκλαΐκευσαν» τις έδωσαν στον κόσμο όλο, με σχετικά φτηνές τιμές και μετά πάλι στις επιχειρήσεις που όπως πάντα -και πώς αλλιώς; από την εποχή σου έως τώρα δεν βρέθηκε άλλο κίνητρο- αποσκοπούν στο κέρδος με λιγότερα λεφτά και χέρια εργατικά αλλά, κρατήσου, ΚΑΙ ΜΥΑΛΑ. Βαδίζουμε στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης!

Μ΄αυτά και με αυτά σ΄ αφήνω Karl, και σε φαντάζομαι ακόμα με τα γένια σου μακριά να σαι κι εσύ μπροστά στον υπερκόσμιο πισι σου και να ζυγίζεις τη ποσότητα με τη ποιότητά μας, να αναρωτιέσαι, σίγουρα πιο σοφά και πιο ευφυώς από εμένα τί διάολο κάνουνε εκεί στη γη και στην οδό Ακαδημίας της Αθήνας που κλείνουνε οι καινούργιες μηχανές αυτό που επιβιώνει από την εποχή σου: Βιβλιοπωλεία, τελεία, εκεί ακόμα αναπνέεις.

Ειρωνικό, όλα αυτά συμβαίνουν στην Αθήνα, στην οδό Ακαδημίας, λίγες μόνο ώρες από μια γιορτή για ελευθερία. Κι οι εταιρείες κινητής από τη μια κάνουν αυτό, από την άλλη, διαφημίζουνε ως χορηγοί, με ηθοποιούς με βαθιά φωνή, τάχα την επικοινωνία, την ανθρωπιά και την ελευθερία .

Θα κλείσω με μια φράση ενός ποιητή που αν και ξένου, είναι και δικός μας, σαν κι εσένα.

«Και διηγώντας τα να κλαις» 
μπορεί και να γελάς, μακάρι

Weird art

Θα το πω κι ας βρω απέναντί μου και τους από δω και τους από κει. Από τη μια η τέχνη που είναι weird, πασπαλισμένη με διανοητικοποίηση εκατό μεγατόνων, συνέτεινε να γεννηθεί το νέο τέρας: Δε πα να έχεις χωρία αρχαίας τραγωδίας πρόχειρα να απαγγείλεις απ΄όξω κι ανακωτά, δεν πα να έχεις λιώσει το Λακάν, άχρηστα όλα μπροστά σε πάθη σκοτεινά.

Ένα από τα δείγματα αυτής της τάσης και ο ακραίος κυνισμός που επιδείχθηκε τα τελευταία χρόνια από καλλιτέχνες -κυρίως παραστατικούς όπου η εικόνα δεν χρειάζεται πολλά- που ΔΕΝ μας έκανε ανεκτικούς στο διαφορετικό ή σπάνιο, αλλά αδιάφορους και αναίσθητους σε έναν κόσμο δυστοπίας που μας πήγαν και μας εγκατέστησαν ή μάλλον μας ξενάγησαν ωσάν να είναι μια «πατρίδα» νέα αλλά μόνιμη, αυτή του ζόφου.

Χώροι όπου τα συναισθήματα είχαν απαγορευτεί, με καταστάσεις ολωσδιόλου αδιέξοδες, χωρίς αγάπη, χωρίς μια χαραμάδα φως. Εικόνες από τις πιο ακραίες καταστάσεις μα πιο πολύ σκιαγραφημένες με μια γλώσσα, εικαστική ή σκηνοθετική που «δεν σηκώνει» ούτε σχόλια, ούτε γόνιμες συγκρούσεις ούτε και μια προσπάθεια να ανατραπεί -ακόμα και με κόστος- η καθεστηκυία τάξη της ρομποτικής και της σκληρότητας. Ο κόσμος που μας περιέγραψαν δεν σήκωνε καμιά κουβέντα. Έτσι είναι γιατί έτσι νομίζουμε, και πάμε τρέχοντας, και κάνουμε σημειωτόν μπροστά σε μία βεβαιότητα, ό,τι στρεβλό υπάρχει ανάμεσα σε ανθρώπους, έτσι ήταν, έτσι είναι και κι έτσι θάναι. Ψευτορεαλισμός κι ο Μιθροδάτης να χαμογελάει ευχαριστημένος.

Τα είδαμε στο σινεμά και στη σκηνή, αίμα και σπέρμα να ρέουν χωρίς κανένα λόγο, τα υπέγραψαν και στο χαρτί και στον καμβά μάστορες ικανότατοι που μπορούσαν να μαγεύουν και να μετατρέπουν μία φρίκη που είτε μας απείλησε, είτε υπήρξε είτε την φαντάστηκαν. Και η κοινωνία του θεάματος ιδίως τους αντάμειψε, με εξουσία και βραβείο και πρεστίζ ανάμεσα στο χάσκον τους κοινό.

Στον αντίποδα πάλι, έργα γεμάτα από τα στείρα τους διδάγματα, κινούμενα στο χώρο της ορθότητας, της στράτευσης σε κάθε είδους νεοφυή κινήματα που επέβαλαν χάριν εμπορικότητας και μόνο μια «αναγκαστική», χωρίς βιώματα προσωπικά συμπόνια σε ευάλωτους -θέλαν δεν θέλαν οι τελευταίοι να ηρωποιούνται- μπηκαν στο τελευταίο λαϊκό ανάγνωσμα και θέαμα ως καρικατούρες, μόνο και μόνο γιατί αυτοί «πουλάνε» ή είναι συμβατοί με κώδικες καθόλου χωνεμένους.

Βγήκαμε από αίθουσες και κλείσαμε σελίδες με μία αίσθηση πως τίποτα δεν υπάρχει. Ούτε χιούμορ, ούτε σαρκασμός, ούτε ρωγμές, ούτε έστω ελπίδα, μόνο μια κοινωνία με πεθαμένες, με θαμμένες σχέσεις, με απωθημένα ή με πάθη δεδομένα. Οι αξίες καταργήθηκαν ως να μην έπαιζαν ποτέ κανένα ρόλο, σαν να καταδικάστηκαν σε πλήρη ανικανότητα να αλλάξουν, να πυροδοτήσουν κάτι.

Κάτω από χιόνι πάλλευκο, αγνό και όμορφο, μάστορες στη τέχνη τους φτιάξαν τέλεια ομοιώματα από τα πτώματα που έκρυβαν από κάτω.

Λειώνει το χιόνι τώρα, σβήνουν οι τυμπανοκρουσίες και ακούγεται στο βάθος η αδύναμη φωνή παιδιού: Ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Το χιόνι σκοτώνει το πεύκο της Μαρίας

Την οδήγησε εκεί η πανδημία, για περπάτημα σε τόπο χλοερό και καθαρό όσον αφορά στα πεζοδρόμιά του. Αφού είχε από χρόνια μετακομίσει στο κέντρο της Αθήνας, σε τόπο άνυδρο και ρυπαρό, συνηθισμένο.

Πλησίασε με φόβο το παλιό της πατρικό, και στη συνέχεια πολυκατοικία όπου και έζησε σε διαμέρισμά της κάποια χρόνια. Αίφνης το δέντρο που κυριαρχούσε στις πρώτες αναμνήσεις είχε πάρει κι άλλο ύψος και τα κλαδιά του, πλάτος απόκοσμο ενώ είχε γύρει προς την πλευρά του οικήματος ακόμα πιο πολύ. Το φως δεν πρέπει να περνούσε πια και οι σχεδόν γυμνοί του κλώνοι με τούφες τούφες από ψωραλέα φύλλα εισέβαλαν με θράσος στις βεράντες των ορόφων.

Ενώνονταν με τα άλλα πεύκα από όμορα οικόπεδα, κι ένα πυκνό χρώμα, πράσινο φαιό και σκούρο καφετί, μαύρο σχεδόν από τα χρόνια και από τη σκιά, κυριαρχούσε. Αυτόματα θυμήθηκε μια ανάλογη εικόνα και την αίσθηση από τις βόρειες παραλίες λίγα μόλις χρόνια πριν παραδοθούν στις φλόγες: αδιέξοδο, σκοτάδι κι απειλή.

Το γεγονός ότι τα πεύκα ενώνονταν εκεί ψηλά, που  μπλέκονταν με τα κλαδιά των άλλων, έδιναν μια αίσθηση σιαμαίων αδελφών, μία φιλοδοξία ισόβιας και αέναης συνύπαρξης. Το μόνο που κατόρθωνε ήταν το μπέρδεμα, το  φρένο στην ανάπτυξη ένθεν κι ένθεν. Η όποια νοσταλγία της για την παλιά εποχή, για τη δροσιά, τη λαγαρή σκιά, την προστασία και τη στέψη είχε αντικατασταθεί με μία μόνο λέξη: απειλή.

«Θες μία σπίθα, θες ένας αέρας δυνατός, θες μία καταιγίδα» και όπως σκέφτηκε το τελευταίο τα μάτια της καρφώνονταν στα παλιωμένα σύρματα του ηλεκτρικού. Όταν ήταν νέα τα μετάφραζε σε πεντάγραμμα και τα πουλιά να κάθονται επάνω, νότες. Με τη κάμερα προσπάθησε να αποτυπώσει την τωρινή εικόνα, εκ διαμέτρου αντίθετη με τη ποιητική της νιότης. Φεύγοντας έριξε μια ματιά και στην έρημη βεράντα, για να ξανανοιώσει φευγαλέα κι έντονα σαν ηλεκτρική εκκένωση τα ίδια σκούρα συναισθήματα με την ύστερη εποχή που κατοικούσε στο προάστιο.

Δεν πέρασε ούτε μήνας που οι ειδήσεις μετέδιδαν εικόνες της περιοχής. Είχε παρασύρει ο χιονιάς το πεύκο, η πολυκατοικία είχε μείνει χωρίς ρεύμα και νερό και η απειλή που είχε αισθανθεί είχε πραγματοποιηθεί. Η ίδια είχε αποποιηθεί από χρόνια το πράσινο, τον καθαρό αέρα, το κήπο αλλά και τη ζωή που υιοθετούσαν οι συγκεκριμένοι γείτονές της πίσω από τους ψηλούς τους φράχτες, ένα αυτοκίνητο για κάθε μέλος της οικογένειας και μια ολόκληρη οικογένεια Φιλιππινέζων να τους εξυπηρετεί.

Συνέχισε να ζει σε άλλο τόπο αφήνοντας τα πεύκα να ψηλώνουν, να γερνούν μαζί, να απειλούν το ένα το άλλο με την αμοιβαία πτώση τους, να εμποδίζουν το φως να μπει από τα παράθυρα, λυγίζοντας στο τέλος κάτω από το βάρος του χιονιού να φρακάρουν και τις πόρτες με τους ένοικους μέσα χωρίς καν φως, χωρίς νερό, στη φυλακή που είχαν από μόνοι τους κατασκευάσει.

Σε καταπατημένο δάσος.

Η πρώτη συνάντηση

Όταν κοιτάζομαι στα μάτια της,
τα ηλιοτρόπια που επιμένουν να κοιτάζουν  προς το φως
-το είδε, το διέκρινε ανάμεσα στις λέξεις-
όταν ακούει τις διηγήσεις  από μια περίεργα παράλληλη ζωή
ακούει καλά και σταθερά
κι όταν υψώνει το ποτήρι
δίνει προτεραιότητα
στα λουλούδια
και στο «γεια μας»
το κορίτσι αυτό
γινόμαστε «κι αυτή παιδί, κι εγώ παιδί»
δίνει προτεραιότητα
στο δικό μου αργό και αβέβαιο βήμα

Επιβιώσαντες

Παράδοξα γραμμένο και με κάποιο τρόπο επίκαιρο  κείμενο προ έτους

Συναντιόμαστε στη στάση του μετρό, στην ανατολική πλευρά. Φοράγαμε τη στολή, το δίκωχο ή το κασκέτο, και κρατούσαμε και το σάκο με τα συμπαρομαρτούντα της δουλειάς, τα γάντια φρεσκοπλυμένα οπωσδήποτε και όλα τα μικροπράματα που μας είχαν εφοδιάσει για  άψογη εμφάνιση, βερνίκι παπουτσιών, χαρτομάντηλα, τσιμπιδάκια για τις γυναίκες, ξυριστικά για τους άντρες.  

Ήμασταν πάντα, βιαστικοί αλλά σφιγμένοι, πάντα ατσαλάκωτοι και όρθιοι μες τις συγκοινωνίες γιατί ήταν επιβεβλημένο να εμφανιστούμε  του κουτιού που λένε, και στην ώρα μας, επί ποινή απόλυσης. Το πάσο για το μετρό το είχαμε πάντα έτοιμο μαζί τη μακριά ομπρέλα με το κοκάλινο χερούλι περασμένη στο μπράτσο, μη τύχει και μας πιάσει καμιά ψιχάλα στο δρόμο.  

Φτάνοντας, λίγα μέτρα μόλις πριν την είσοδο, αγοράζαμε καφέ από το συγκεκριμένο κιόσκι που ήταν  φτηνό και κοντά στο προορισμό μας. Ανεβαίναμε τη φαρδιά μαρμάρινη σκάλα, προσέχοντας μη μας πάρει χαμπάρι η προϊσταμένη και χωνόμαστε γρήγορα γρήγορα μέσα. Κανονικά εμείς οι ταξιθέτες έπρεπε να χρησιμοποιούμε τη σκάλα υπηρεσίας, στο πίσω μέρος του κτιρίου.

Κατευθυνόμαστε στο υπόγειο, στο χώρο που προοριζότανε για μας, μια αίθουσα μακρόστενη κι ανήλιαγη με ντουλαπάκια δεξιά αριστερά, στο βάθος μια άθλια καντίνα απ΄ όπου δικαιούμαστε ημερησίως ένα μήλο και ένα σάντουιτς με μπαγιάτικο άσπρο ψωμί που συνήθως, αν και πεινασμένοι το ταΐζαμε στα περιστέρια φεύγοντας. Τα πόδια μας πονούσανε στο τέλος της πρώτης παράστασης, και της δεύτερης αν είχε, ενώ περνάγανε μπροστά μας όλοι οι καλοντυμένοι κι οι καλοντυμένες, φρέσκοι, ξεκούραστοι κι ανέμελοι, οι αξιότιμοι θεατές της Όπερας στο Βουκουρέστι καθώς κατευθύνονταν φλυαρώντας ή ονειροβατώντας στα μπιστρό της πλατείας για το «μετά».

Δεν είχαμε απολαύσει εμείς, καθιστοί αναπαυτικά κανένα από τα έργα που διαδραματίζονταν επί σκηνής. Δεν είχαμε καμία πολυτέλεια, ούτε να δακρύσουμε από συγκίνηση ούτε από γέλιο, ξαπλωμένοι μες τη θαλπωρή και την άνεση του βελούδινου καθίσματος. Μόνο είχαμε το νου μας μη σηκωθεί η κουρτίνα και μας βρει η φωταψία σε άλλη στάση από εκείνη της επιβεβλημένης προσοχής.

«Σκοινί και σαπούνι τους χρειάζεται» σχολίασε με μαύρο χιούμορ ο φροντιστής, που συντηρούσε αλώβητο το ταξικό μίσος σαν παράσημο του Τσαουσέσκου, καθώς στερέωνε το ικρίωμα για τον υποτιθέμενο απαγχονισμό στη τελευταία παράσταση. Το θέατρο έκλεισε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης αφού το νέο καθεστώς δεν τα κατάφερε και τόσο καλά με τη διαχείριση. Αφού μας κάλεσαν παραδώσαμε τις στολές μας τυλιγμένες σε σακούλες καθαριστηρίου, τα τσαντάκια με τα γάντια και τα άλλα, τα αποθέσαμε με προσοχή στην άκρη και πήραμε πάλι μαζί το δρόμο του γυρισμού.

Με τον γνωστό καφέ στα χέρια που ήταν πια ελεύθερα, ήπιαμε από μια γουλιά και είπαμε: να το θυμόμαστε, να ζήσουμε!

Εκείνο το απόγεμα δεν χάσαμε απλά μια θέση εργασίας, ήταν σαν να συνοδεύαμε νεκρό.

“Οι Γέροι και η Θάλασσα”

Ξυπνάω με κακή διάθεση, προσπαθώ να διώξω τους εφιάλτες της νύχτας, τις ειδήσεις της ημέρας.

Μπαίνω στο διαδίκτυο, κάποιος γράφει, ποιητικά: Θέλω να σηκωθώ αλλά το σπίτι γέρνει.

Έγραφα κάτι τέτοια πιο νέα, αλλά τώρα που γερνώ, ας γέρνει το φανταστικό το σπίτι· και φεύγω για τη θάλασσα.

Κολυμπώντας αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω να βγω κόντρα στο κυματάκι, τις πέτρες του βυθού, μοιράζομαι με έναν κύριο στην ηλικία μου. Μην ανησυχείτε μου λέει, κάντε ένα νόημα και θα σπεύσω για να σας βοηθήσω.

Εμείς οι γέροι και η θάλασσα, μαζί κι η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, πίσω από ένα σύννεφο που φεύγει, το σήμερα το προσπερνάμε.

about Add new tag bibliotheque covid 19 do not forget E. Munch Fractal hatzidakis Notationes paranoia reperaz τέχνης Robin Williams Wim Wenters Έλενα Φερράντε Αθήνα Βακχικόν Βαρελάκι Γιώργος Σεφέρης Ευρώπη Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ Κωνσταντίνος Καβάφης Μαριέλα Κωνσταντινίδου Μετάφρασή μου Μποστ Ολυμπιακοί Αγώνες Πατρίκ Μοντιανό Το Κύμα Χέμινγουέϊ ανάγνωση ανάγνωση ποίησης αναδημοσίευση διακρίσεις ευχές ευχες η καλύτερη ποίηση θεάματα καθημερινά με καλύτερα λόγια παιχνίδι παραμύθια ποιήματα συνταγές τραγούδια φωτογραφίες με λόγια φωτογραφίες μου

Ακάλεστη, παρένθεση χωρίς αερόσακους

Έτσι το νοιώθει σαν τρακάρισμα, επαναλαμβανόμενο, κάθε φορά που μια προσδοκία διαψεύδεται. Κάθε φορά που κάποιος της γυρίζει πλάτη. Φεύγουν όλοι όσοι έδωσαν υπόσχεση. Για πού; Για τα καλύτερα, τα βολικότερα, τα συναρπαστικότερα, τα πιο μυστήρια, τα απωθημένα τους ακόμα.

Σοκ και δέος, κάθε φορά, σαν να είναι η πρώτη. Ταρακούνημα και ούτε αερόσακοι, ούτε αλεξίπτωτο για αυτή τη πτώση, απ΄τα ψηλά στο δάπεδο, από τον ουρανό στη γη με γδούπο, από την ταχύτητα και τη φυγή στην πλήρη αδράνεια, στον εγκλεισμό.

«Ακάλεστη» στην ίδια τη ζωή. Σπόρος ριγμένος και πιασμένος στη μήτρα κατά λάθος. Ο γιος αρκούσε στην οικογένειά της. Δύο γονείς, τους ένωσε η ματαιοδοξία που την πέρασαν για έρωτα, ο ένας να ανακτήσει το χαμένο έδαφος από τη χρεωκοπία του πατέρα, η άλλη, να υπερκεράσει την αδελφή που της έφαγε το καλό κομμάτι από το πατρικό, τη προίκα. Κι οι δυο με πόθο ασίγαστο να ανακτήσουν ό,τι είχαν χάσει. Το δεύτερο παιδί, παράπλευρη απώλεια της ζωής που δεν την είχαν δει στα μάτια.

Το βρέφος παίζεται πινγκ πονγκ από τη μια στην άλλη, γυναίκες που δεν ήθελαν, η μια εγκυμοσύνη και μωρό, η άλλη το παιδί μιας άλλης στην ήδη στερημένη ζωής της ανύπαντρης της ψυχοκόρης.

**

Τα πιο παλιά γενέθλιά της. Δωράκι για όλα τα παιδιά τα καλεσμένα, σφυρίχτρα, από αυτές με το στραγάλι. Γεμάτο το πλατύσκαλο με κόσμο και χαρά, φωνές. Να μη φωνάζετε πολύ, λέει με στόμφο κάποιος καλεσμένος ψηλός, φοβιστικός, θα έρθει ο αστυφύλακας. Και δεν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος που το λέει. Είναι μια συνηθισμένη απειλή όταν τα τέκνα καυγαδίζουν.

Την άλλη μέρα, Κυριακή, όλη η φαμίλια μαζεύεται στο κήπο. Από τον επάνω όροφο, κατεβαίνει ο δίσκος με τη τούρτα, σοκολάτα και κεράσι, ό,τι της αρέσει, κύκλος απόλαυσης ατόφιας. Σαν ολοκλήρωση της χτεσινής γιορτής, μετά όλοι μαζί για μπάνιο. Στους Αμπελόκηπους, ο χωροφύλακας με τη σφυρίχτρα του στο στόμα· αναρωτιέται φωναχτά από το πίσω κάθισμα αν ήταν και αυτός στο πάρτι, τι ποιο λογικό. Όλοι απαντάνε καταφατικά καθώς γελούν συγχρόνως. Και το πιστεύει σιωπηλή κι αμήχανη που δεν καταλαβαίνει το αστείο.

Πάντα στα γενέθλιά της κάποιος αστυνόμος θα απειλούσε τη προσδοκία, τη χαρά, την ίδια τη γιορτή με κρίση αυστηρή, αυθαίρετη από εξουσία ανοίκεια· να σβήνει τα κεριά της, μία τιμωρία: δεν έπρεπε Μαρία να έχεις γεννηθεί, δεν έχει θέση εδώ για σένα.

Ο δάσκαλος και δίδασκε και έπραττε

«Και τώρα για κοιτάξτε με στα μάτια» λέει, και αναζητάει και το δικό τους βλέμμα. Περίεργο μάθημα παραδίδει αυτός ο δάσκαλος και πόσο πιο μπροστά από την εποχή του, τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Οι μαθητές των τελευταίων τάξεων του δημοτικού αντιλαμβάνονται ότι γίνεται κάτι. Αλλά δεν φαντάζονται ή δεν θα θυμηθούν μετά από χρόνια πόσο σημαντική είναι η στιγμή όταν απλά, σιωπηλά οι άνθρωποι κάτι μοιράζονται, ουσιαστικό.

Ο κύριος Οδυσσέας, μεσόκοπος και άτεκνος, παχουλός και φαλακρός αλλά πάντα φρέσκος να αναδίδει άφτερ σέιβ, φοράει μποτάκια αντί για τα καθωσπρέπει δετά παπούτσια, αφήνει την έδρα και κάθεται ανάμεσα στους μαθητές, φέρνει από το σπίτι  του πικ απ και δίσκους κλασσικούς για να μυήσει τα παιδιά στην μουσική με σεβασμό αλλά χωρίς σοβαροφάνεια. Στο μάθημα της έκθεσης τους ανεβάζει στη ταράτσα να κάνουν ρεπορτάζ, να καταγράψουν ό,τι χωράει στο οπτικό πεδίο.

Μια Πέμπτη Απριλιάτικη διακόπτεται απότομα η διδαχή της δημοτικής γλώσσας απ΄ το βιβλίο του Τριανταφυλλίδη αλλά ο δάσκαλος δεν μεταφέρει τίποτα από το πένθος του όταν επανέρχεται στη τάξη τη Παρασκευή.  Για τα επόμενα επτά χρόνια θα ισχύει η ανελευθερία και το ψεύδος, η παιδεία θα κουτσουρευτεί κι η γνώση θα ψευτίσει.

Μέσα σ΄ ένα μόλις χρόνο όμως, έχει επινοήσει και τρόπους και μεθόδους για να τσαλακώσει σαν ταχυδακτυλουργός τα επίσημα προγράμματα και από μέσα τους να βγάλει αλήθειες και ουσία. Μιλά για το χρυσό αιώνα της Αθήνας κι επισημαίνει τα δεινά των διχασμών. Διδάσκει το Βυζάντιο από σημειώσεις και αγνοεί το σχολικό βιβλίο.

Η επίσκεψη που οργανώνει στην Ακρόπολη περιορίζεται στο θέατρο Διονύσου αλλά  εξάπτει και τη περιέργεια των μαθητών: «Στο Παρθενώνα θα πάτε σίγουρα πολλές φορές στη ζωή σας»· κι αφήνει παρακαταθήκη. Όταν τους πάει στη Μονή Δαφνίου, τους υποχρεώνει να ολοκληρώσουν μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία ένα παιδικό -αλλά δύσκολο- ψηφιδωτό. Βάζει σκοπό να αντιληφθούνε τα παιδιά το κόπο των μαστόρων που εργάστηκαν κρεμασμένοι στα ικριώματα, απέναντι σε αυτοκράτορες που  έδιναν μονάχα τις διαταγές.

Προτείνει σινεμά, έργα Ιταλικά, μαυρόασπρα, ρεαλιστικά, στον αντίποδα της απόλυτης ανοησίας της τηλεόρασης των «Ελλήνων Χριστιανών». Και όταν πλησιάζει η 25η Μαρτίου, μιλάει στη τάξη για το Ρήγα Φεραίο, για την Ελληνική  Νομαρχία του ανώνυμου γραφιά, και όπως προετοιμάζει μια γιορτή για όλο το σχολείο, περνάει τη τάξη οντισιόν!

Δεν της αρέσουν της Μαρίας τα μεγάλα κείμενα, στο μέγεθος, τα λόγια και στο ύφος. Κι όταν καλείται στην δοκιμαστική ανάγνωση «στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη» προκρίνεται αυτή για τη μέρα της γιορτής. Έπονται πρόβες, μαζί και ερμηνεία του δεκαπεντασύλλαβου, κρατιέται μέτρο, διδάσκεται το ανεβοκατέβασμα της φωνής. Το επαναλαμβάνει και στο σπίτι η Μαρία, λίγοι οι στίχοι αλλά τα λένε όλα. Το ξαναλέει κρυφά, στο κρεβάτι πριν να κοιμηθεί, σαν προσευχή.

Θα ανέβει στην εξέδρα που παίζει ρόλο σκηνής για την περίσταση, θα δει από κάτω -από καινούργια οπτική γωνία- όλα τα παιδιά που συνήθως την τρομάζουν με το πλήθος, την ορμή και τις φωνές τους στα διαλείμματα. Θα επαναλάβει τα λόγια του Διονυσίου Σολωμού μπροστά στο ακροατήριο, σωστά, μελωδικά και τόσο σιγανά ίσα που ακούγεται.

Είναι ο ήχος της ψυχής της που μόλις ξεπροβάλλει φοβισμένος