Τετραλογία της Νάπολης, Έλενα Φερράντε

Τετραλόγια της Νάπολης, μυθιστορήματα, Έλενα Φερράντε, εκδόσεις Πατάκη, 2016-17
Διαβάζοντας το έργο της Έλενα Φερράντε, μπορεί να αναρωτηθείς πού κατατάσσεται ή πού έγκειται η γοητεία του. Μου τέθηκαν όμως και άλλα ερωτήματα: Μπορεί να υπάρξει άραγε φιλία σταθερή, μεταξύ γυναικών; Ή ακόμα, αν η ιδεολογική τριβή με την αριστερά και το φεμινισμό, άλλαξαν κάτι στην ουσία μιας γυναίκας «δυτικής» όταν αναμετρήθηκε με τα βασικά της δεδομένα: Τον έρωτα και την καταγωγή, την καριέρα μαζί με τη μητρότητα∙ πώς διαμορφώνεται εν τέλει ένας άνθρωπος και πώς πορεύεται στη ζωή όταν τον έχει φέρει στη ζωή και αναθρέψει μια μητέρα ανάπηρη;
Εντόπισα έναν άξονα που γύρω του περιστρέφεται το τετράτομο έπος της Έλενα Φερράντε. Ενώ οι προβολείς παραμένουν στραμμένοι στην ίδια την πρωταγωνίστρια αλλά και σε μια ισόβια φιλία, ενώ οι εικόνες της Ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς ζωντανεύουν και πλαισιώνουν τις φαμίλιες, τους επαγγελματίες και τους μαφιόζους που την κατοικούν, ενώ η ιστορία διαγράφει τους κύκλους της ακουμπώντας σε γεγονότα πολιτικά, σε γεννήσεις και θανάτους που φέρνουν και παίρνουν πρόσωπα από το προσκήνιο, διαβάζει κανείς και για μία σχέση που είναι ικανή να φωτίσει και να ερμηνεύσει όλες σχεδόν τις υπόλοιπες. Και δεν είναι το προφανές, η σχέση με τη φίλη:Ήταν κουτσή κι αλλοίθωρη η μάνα. Κι όσο η αφηγήτρια κόρη, προικισμένη με τη διεισδυτική ματιά της συγγραφέως, έκανε βήματα μπροστά στη ζωή, η πρόγονος έμενε πίσω να την κοιτάει στραβά. Θα φύγει γεωγραφικά η νεότερη, θα ταξιδέψει κυριολεκτικά, θα διαφοροποιηθεί με τις σπουδές, τους έρωτες και τη γραφή, αλλά δεν θα πάψει να στοιχειώνεται από τον ήχο του κουτσού βηματισμού, από τη λοξή ματιά όπου η φυσική ανημποριά μπερδευόταν με την αδιαφορία. Η μάνα που την «κοίταξε» -την είδε ή την φρόντισε- έβλεπε αλλού…
Διάβασα απνευστί τους ισάριθμους -και ευμεγέθεις- τόμους της Τετραλογίας της Νάπολης μέσα σε ένα μήνα μόλις. Παρακολούθησα με κομμένη ανάσα τις ανατροπές, μπήκα στο βάθος και παρακολούθησα τη συνεπή όσο και ανατρεπτική ανάπτυξη των χαρακτήρων, διένυσα τα πενήντα και παραπάνω χρόνια μιας γυναίκας «ανδρειωμένης». Που θα σταθεί από τη μια ενεργητικά απέναντι στις καταβολές και τα στερεότυπα τόσο της καταγωγής όσο και των κοινωνικών κινημάτων της εποχής της. Ενώ από την άλλη θα παραδοθεί στα πιο καλά κρυμμένα πάθη, ανομολόγητα και εμμονικά.Η «Έλενα» (Γκρέκο) που είτε κατασκεύασε είτε (όσο) αυτοβιογραφικά ξεδίπλωσε η συνονόματή της συγγραφέας ‘Ελενα Φερράντε είναι ένα πρόσωπο απτό και τρισδιάστατο, μία φιγούρα συμπύκνωσης της εποχής της. Με τις συναρπαστικές καταστάσεις που μπλέκεται και ζει, ούτε αναμενόμενες αλλά ούτε και ξεκάρφωτες, να συνάδουν απόλυτα με τις διακυμάνσεις της συμπεριφοράς, του ψυχισμού της. Θρυλείται ότι πίσω από το ψευδώνυμο «Φερράντε» κρύβεται άντρας ή περισσότερα του ενός άτομα. Εντελώς αδιάφορο αφού το αποτέλεσμα δικαιώνει οποιοδήποτε ενδεχόμενο!
Το μοτίβο της σχέσης γυναίκας με γυναίκα που επανέρχεται αποτελείται από σιωπηλή αδιαφορία και εκρήξεις οδυνηρής απόρριψης. Οι διαφορετικές αλλά συνεπείς εκφάνσεις της προσωπικότητας τόσο της μητέρας όσο και της φίλης σημαδεύουν τη συγγραφέα. Όσο η ηρωίδα παραμένει πιστή τόσο στο παρελθόν όσο και στη μοίρα που της επεφύλαξε η Φερράντε, θα συνδεθεί με διάφορα άτομα. Καθόλου άσχετα με τις ανεξίτηλες εικόνες βίας και φόβου, τις κάθε άλλο παρά αρμονικές ή τρυφερές σχέσεις της παιδικής της ηλικίας. Φίλοι και σύντροφοι, ερωτικοί ή ιδεολογικοί, περνούν από το προσκήνιο αλλά η συναισθηματική αφετηρία, συμπυκνωμένη εν πολλοίς στο πρόσωπο της παιδικής φίλης δεν χάνεται σχεδόν ποτέ. Από τα πρώιμα ακόμα χρόνια, όχι τυχαία, από το ίδιο το παιχνίδι τους το σημαδεμένο από ζόφο, η Λίλα θα καταστεί μυστήριο και πρότυπο, καθρέφτης και ενίοτε, φανταστική ή όχι, συνοδοιπόρος.
Η γοητευτική, διαταραγμένη και ιδιοφυής κόρη του τσαγκάρη συμπρωταγωνιστεί ακόμα και διά της απουσίας της. Η χωρίς ίχνη εξαφάνισή της -θεματική που θα επαναληφθεί ποικιλοτρόπως- θα ανοίξει τη τετραλογία.Κατά τη διάρκεια της πολυετούς αφήγησης, εωσότου ο κύκλος κλείσει με αφορμή το ίδιο γεγονός, η Φερράντε συνδιαλέγεται με άπαντα τα στερεότυπα της ταραγμένης εποχής της∙ και τα καταρρίπτει. Η γυναίκα της «διπλανής μας χώρας» ανοίγει έναν γιγάντιο κύκλο που κλείνει στο τέλος του τέταρτου τόμου με αφορμή το alter ego της, την επιστήθια φίλη (ή ίσως και δεύτερη φύση της). Το ολοζώντανο σκηνικό που πλαισιώνει τους χαρακτήρες όμως αναδεικνύει και τη σκοτεινή πλευρά της σχέσης μεταξύ γυναικών, που σπαράσσονται από πάθη και ανταγωνισμό δίπλα στη αφοσίωση και την επικοινωνία. Με την εξάρτηση να φυτρώνει και να ευδοκιμεί εκεί που ο πρωταρχικός δεσμός, το πρότυπο και η στοργή μάνας και κόρης, πάσχει.
Η «υπέροχη φίλη» επινοήθηκε ως τέτοια από τη θυγατέρα της ανάπηρης κι αλλοίθωρης. Παρόμοια ασταθής βηματισμός, παρόμοια στρεβλό το βλέμμα: μια λεπτοδουλεμένη υπονόμευση που δύναται να επινοήσει μία γυναίκα κατά κάποιας άλλης όταν την ανταγωνίζεται, ίσως και να τη φθονεί…Τέσσερις τόμοι και η Έλενα Γκρέκο φαίνεται ότι έπαψε να ψάχνει εναγώνια συνοδοιπόρο με γερά πόδια, να την κοιτάει ίσια στα μάτια, συντροφιά στο συναρπαστικό ταξίδι της στη ζωή, όταν εν τέλει το μοιράστηκε μαζί μας.

Δημοσιεύεται στις Έξι βιβλιοπρατάσεις για τον Ιούνιο, Βακχικόν

*

Advertisements

εσωτερικός τουρισμός

Κάπως τόφερε η τύχη και πέρασα μισή μέρα ακολουθώντας τα βήματα του οιονεί πιο ευτυχισμένου προσωρινού κατοίκου της Αθήνας: του τουρίστα! Κάπως έγινε και είδα τη πόλη με τα δικά του μάτια το λοιπόν. Βρέθηκα ανάμεσα σε ένα πλήθος που αντίκρυζε εκστατικός για πρώτη του φορά τον Παρθενώνα, που εισέπνεε τη θαλάσσια αύρα αφού είχε διασχίσει τη Συγγρού βλέποντάς την στο ορίζοντα να «ανατέλλει»…

Βρέθηκα ανάμεσά τους και βέβαια οι λογής λογής πωλητές, από τις προαιώνιες με τα τραπεζομάντηλα με το μαίανδρο μέχρι τους εστιάτορες και τους κράχτες των σουβενιράδικων, με προσέγγισαν και πήραν απάντηση, νεύμα και «νόου θένκιου» να τελειώνουμε. Αλλά και έχοντας την περιέργεια να πιάσω στον αέρα κάποιο σχόλιο, κάποιο σιχτίρι καθώς θα παρίστανα την αλλοδαπή. Τεχνική που έχω εφαρμόσει και με τους ζητιάνους της περιοχής μου που λένε «Σας παρακαλώ πάρτε μου κάτι να φάω, εκτός από τυρόπιτα και κουλούρι» ή τις τσιγγάνες «Δώσε ένα τσιγάρο αρχόντισσα», «Δώσε να σου για ένα πρόσωπο που σε ζηλεύει».

Έτσι σιωπηλή και πίσω από την ασφάλεια των μαύρων μου γυαλιών, βρέθηκα κάτω από την Ακρόπολη διψασμένη και με βήχα αλλά δεν βρήκα ούτε μικρό νερό ούτε καμιά καραμέλα σε τιμή μικρότερη της ουγκιάς χρυσού ούτε και άνθρωπο να μου πει -θατόλεγα αυτό στη γλώσσα μας- πού υπήρχε κοινόχρηστη τουαλέτα.

Ύστερα διαπίστωσα πόσο έχει πήξει το Κουκάκι και η πέριξ περιοχή αλλά και πόσα όμορφα σπίτια προπολεμικά υπάρχουν εκεί. Και σκεφτόμουν ότι αυτή η ασχεδίαστη σε κρατικό επίπεδο πηγή ανάπτυξης, ο τουρισμός, δεν έχει μπει σε κανένα κανάλι για να ωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί και οι ευκαιρίες αρπάζονται γιατί έτσι είμαστε οι Έλληνες αλλά αυτή η έλλειψη συλλογικής συνείδησης -που πάλι έτσι είμαστε οι Έλληνες- φοβάμαι ότι δεν θα μας πάει μακριά. Σε αντίθεση με τους τουρίστες που θα πάρουν άλλη άγουσα αν αρχίσουν να στραβώνουν όλα…

Όταν υπάρχει ξαφνικά νερό, αν έχεις καλλιεργήσει κάτι, θα ανοίξεις κανάλια, να το διοχετεύσεις ώστε να ποτιστούν πολλά φυτά χωρίς να περιμένεις …τη βροχή να βρέξει ο ουρανός.

Κι άμα το rb ‘nb ξεφουσκώσει/οριοθετηθεί όλοι αυτοί που κάνουν τώρα διψασμένοι για την ευκολία (πόσο μα πόσο δεν μαθαίνουμε) αρπαχτή, θα ισιώσει άραγε η τρομερή στρέβλωση του τώρα; Αναρωτιέμαι (αδίκως και μονάχη, μάλλον).

“Ρειstart stories” της Μαριάννας Λύρα, εντυπώσεις απ’ το βίντεο


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99
https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***

 

δημοσιεύεται στο ΒΑΡΕΛΑΚl

της άνοιξης απόκρυψη

Ο άνθρωπος και το πουλί του

φωτο από το αρχαιολογικό μουσείο Θήβας

της Αθήνας, της άνοιξης το κάγκελο

Η έκφραση “σε καλό μας”

… που ακολουθεί συνήθως το πολύ και πηγαίο γέλιο δείχνει δύο πράματα: το ένα είναι η έλλειψη χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Αν γελάς και διασκεδάζεις με τον ίδιο σου τον εαυτό για ποιό λόγο και ποιός να σε βλάψει;

Το άλλο είναι η ριζωμένη ενοχή και η σοβαροφάνεια που για προφανείς λόγους έχουμε, κληροδοτημένη  (και) από τη κοινωνία: και τη συντηρητική αλλά και τη λεγόμενη προοδευτική που ευνοεί τον ηρωισμό, την αυτοθυσία και μια σκυθρωπή εικόνα που συναντιέται τόσο στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό όσο και στη ναζιστική προπαγάνδα. Μπρατσωμένοι άντρες, μαντηλοδεμένες γυναίκες, θυμωμένοι και αποφασισμένοι να αλλάξουν τη ροή του κόσμου. Σίγουρα όχι χαρούμενοι. Για να το κάνω πιο σαφές, δηλαδή.

Και να που δημοσιεύτηκε σχετική έρευνα και μελέτη και που δίνεται και η λέξη

“ΧΑΙΡΕΦΟΒΙΑ”