Συνάντηση

Κάθε τόσο με πάει ο δρόμος ως εκεί, και κάθε φορά κάθομαι και κάνω ένα τσιγάρο μαζί του. Μέχρι πριν από λίγες μέρες, είχε άλλωστε, εκεί, στο δάπεδο, τσιγάρα, μπύρες με  το μπουκάλι, ποδοσφαιρικά κασκόλ, άδεια τασάκια, αθωότητα, παιδικά βλέμματα, ενήλικα, καυτά, σκισμένα μεταξωτά, ο καθένας άφηνε εκεί κι από κάτι, αποχαιρετώντας, συνομιλώντας, φωτογραφίζοντας μερικοί…

Σήμερα, απομεσήμερο, ξαναπέρασα από κει και θάφευγα αμέσως.

Κάποιοι  ξεκάρφωναν ένα πανό από απέναντι και άκουσα κοντά μου μια φωνή, σαν βουρκωμένη.

Μία γυναίκα όμορφη, από μέσα, με τα μαύρα.

Μϊα γυναίκα με τα μαύρα.

Εκείνη που ακόμα κι αν φορούσε κατακόκκινα ο καθένας μπορούσε να καταλάβει γιατί έσπασε σε λυγμό την ώρα που αποκαθηλωνόταν το πανό.

Παράλληλα μιλούσε στο κινητό της. Είπε “αυτό θα το βάλω στο δωμάτιό του” -λόγια που λέγονται όταν πας στην αγορά και βλέπεις κάτι που χρειάζεται ένας έφηβος για το δωμάτιο του… Αλλά τον  κοίταζε εκείνη την ώρα. Και κείνος την κοίταζε, με το μαυρόασπρο, μεγάλο, καθαρό, φωτογραφημένο του βλέμμα, μια αφίσα στον τοίχο.

Στον τοίχο του σπιτιού που στον πρώτο όροφο κι αυτό το τραυμάτισαν οι σφαίρες, κάποτε.

Πιο πέρα μία παρέα έφηβοι κοιτούσαν προς το μέρος της αμήχανα.  Ίσως να βούρκωναν κι αυτοί, αλλά από μέσα τους, αλλά από σεβασμό έμειναν μόνο να κοιτάνε. Έτσι το ένοιωσα. ‘Ετσι παραβίασα κι εγώ αυτή τη κλειστή στιγμή και μπήκα μέσα. Κάθησα κι έκανα το καθιερωμένο μου τσιγάρο στη σιωπή, λίγο πιο κει. Όχι, σήμερα δεν διάβασα κανένα από τα αναθήματα, άλλωστε η ιστορία παίρνει ένα τέλος, για μας, για τους απέξω. Για τους από μακριά.

Ένας σκύλος μόνο πλησίασε το σημείο, ένας από τους σεσημασμένους κόπρους, ίσως απ αυτούς που έγραφε η Ελευθεροτυπία.

‘Ισως, και ίσως…

Και ένα πράγμα σίγουρο, καθώς τελείωνε και το τσιγάρο και ο χρόνος που είχα υπολογήσει να μείνω πριν πάω στη δουλειά μου.

Το απωλεσθέν της βάδισμα, εκείνης της γυναίκας με τα μαύρα -που δεν είδα ούτε μια σκιά από θυμό ή από κακία για τα παιδιά τα άλλα, ούτε την παραμικρή έστω ζήλια για τους ζωντανούς-.

‘Εφυγε από την πλατεία που θα φέρει γράμμα-γράμμα το όνομά της, με κατακόκκινα ακόμα τα μάτια, ξέροντας κάτι σίγουρο, ότι δεν είχε πουθενά σ΄ αυτό το κόσμο μια ελπίδα να ανταμώσει το παιδί της.

Και αυτή τη φορά δεν είχα το δικαίωμα να το σκεφτώ “αφήστε με απλά να κλάψω”.

Εχει περάσει παραπάνω από μήνας, φοράω μια κόκκινη μπλούζα, φεύγω, συνεχίζω.