Μικρό Χρονικό Τρέλας, Α. Κορτώ

Για τον Δεκέμβρη εκείνο, ο Αύγουστος…  

 

Μικρό χρονικό τρέλας
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα

Αύγουστος Κορτώ

Εκδόσεις Πατάκη, 2016
246 σελ.
ISBN 978-960-16-7083-6, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 12,20

%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%8e

“Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή»*

Έχω και στο παρελθόν εκφράσει τον βαθύ μου σεβασμό στους συγγραφείς που αυτοβιογραφούνται. Ειδικά αν ο «βίος» που εξιστορούν δεν είναι ακριβώς ανθόσπαρτος και αν η εξιστόρησή τους δεν αποκρύπτει, δεν μεταμφιέζει και δεν «αξιοποιεί» τα πρόσωπα και τα γεγονότα . Εν προκειμένω, ο Αύγουστος Κορτώ, αναλαμβάνει με τον ανεπανάληπτο δικό του τρόπο –και με αφορμή την εξιστόρηση των βιωμάτων του- να απενοχοποιήσει την ψυχική αρρώστια, να βγάλει δηλ. «από τη ντουλάπα» την ντροπής, της περιθωριοποίησης και του στιγματισμού, τον τρελό∙ που «δεν τον αφήνει στην τρέλα του», αλλά τον οδηγεί στην κεντρική σκηνή για να μας τον συστήσει: τον άλλον του εαυτό, πώς τον συνάντησε μια κρύα –όχι τυχαία- νύχτα, πώς τον ακολούθησε στις δαιδαλώδεις –πνευματικές αλλά και αληθινές, στους δρόμους της πόλης- διαδρομές του παραληρήματός του.

Το πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ιστορία είναι απόλυτα σύγχρονο και οικείο, ιδωμένο ωστόσο μέσα από τον φακό της διαταραχής, που ο Κορτώ αναδεικνύει σε ευκαιρία για να τον κάνει από παραμορφωτικό, επιμορφωτικό. Όχι τυχαία, στην Αθήνα του –πολύ πρόσφατου στη μνήμη μας- φοβερού μήνα Δεκέμβρη του 2008, στη καρδιά των γεγονότων, στα καπνισμένα από φωτιές και δακρυγόνα Εξάρχεια δεν έσκασε μύτη μόνο η κορυφή του παγόβουνου της  επερχόμενης κρίσης. Δεν έστειλε μόνο μια πιστολιά στον άλλο κόσμο έναν έφηβο. Η λογοτεχνία έχει καταγράψει σε πολλά και ποικίλα έργα τις μέρες και τις νύχτες του φοβερού εκείνου μήνα ως δραματικό φόντο για άλλες ιστορίες που φιλοδόξησαν να συνυφάνουν τον ζόφο της εποχής με τα πρόσωπα και τους ήρωες της αλλά ο Κορτώ κάνει τη διαφορά:

Αφού, η αφήγηση του δεν αφορά σε κανέναν «ήρωα», δεν προσπαθεί να συνδέσει τεχνητά τη μυθοπλασία με τα γεγονότα μολονότι η ουσία του μυθιστορήματος εκφράζει την πιο εσωτερική ίσως, αλλά αυθεντική κραυγή, την απεγνωσμένη αντίδραση στο πνιγηρό, βίαιο και φορτισμένο κλίμα που ωθεί τον υπερευαίσθητο αφηγητή στην άρνηση της πραγματικότητας. Η Αθήνα του Δεκέμβρη με τα ζοφερά της χαρακτηριστικά, τη βία, την καταστροφή και την αίσθηση πόνου, οργής και απειλής, στέλνει τον Αύγουστο Κορτώ στο χώρο του παραλόγου, τον ωθεί με πολλούς τρόπους να σπάσει τους δεσμούς του με την αφόρητη εκείνη πραγματικότητα, να βάλει σε κίνδυνο ακόμα την ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα. Ο θυμός, ο φόβος ίσως αλλά και η άφατη θλίψη συνιστούν ένα μίγμα τόσο εκρηκτικό όσο και το δημόσιο αίσθημα για τα τεκταινόμενα.

Η παραίσθηση που βίωσε ο γράφων, ότι δηλαδή επέπρωτο να γίνει ο επόμενος Δαλάϊ Λάμα, θα μπορούσε εάν ο συγγραφέας κατέφευγε σε μια μυθοπλαστική «ευκολία», να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για να ανθίσει ένα ποίημα, μια μυστήρια αλλά γοητευτική υπερρεαλιστική εικόνα ζωντανεμένη από την επιδέξια γραφίδα του. Αντ΄αυτού θα διαλέξει τον πιο δύσκολο –και λυτρωτικό- δρόμο, αυτόν της παραδοχής και εξιστόρησης της σκληρής πραγματικότητας! Πιστεύω ότι αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο καθιστά μεταξύ άλλων, τον Κορτώ ικανό να κρούει τις πιο ευαίσθητες χορδές στους αναγνώστες του που πολλαπλασιάζονται μαζί με τα αντίτυπα των έργων του∙ η γνήσια κατάθεση ψυχής δεν είναι τζάμπα, αλλά ενώ δεν «κοστολογείται» η γνησιότητα και το συναισθηματικό βάθος των πληγών όπου ο συγγραφέας εισχωρεί με τόλμη για να γιατρέψει εαυτόν και αλλήλους, ανταμείβεται με την μεγάλη αναγνωσιμότητα. Για να μετατραπεί η εξιστορούμενη βαθιά απόγνωση και η εξ αυτής «τρέλα» σε χειρονομία αλληλεγγύης προς τον κάθε πάσχοντα, απαιτείται ένα ιδιαίτερο «κλικ» μια ικανότητα να παραδέχεται κανείς, να οικειοποιείται ό,τι πιο ζοφερό κουβάλαγε εντός του για να το μετασχηματίσει. Για να την κάνει ο συγγραφέας τη δυστυχία του -ή την παραφροσύνη- λογοτεχνία με ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χρειάζεται να την παραδεχτεί χωρίς ηρωισμούς, χωρίς «κρυφτό», «κυνηγητό», και άλλα παιχνίδια που παίζουνε οι άνθρωποι –και ορισμένοι λογοτέχνες- για να κρυφτούν ή να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Ο Κορτώ, αντίθετα, την  κοιτάζει κατάματα μαζί με τα αληθινά γεγονότα, τα αισθήματα και την ερμηνεία τους για να  κάνει την ψυχική του ήττα, νίκη και την διαταραχή, αρμονία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στην καθεαυτό εξιστόρηση. Μια νύχτα ο γράφων ξυπνάει απότομα και ενστερνίζεται μια παράλογη ιδέα. Το μείζον εσωτερικό του –και χαίνον- τραύμα από τον θάνατο της μητέρας κάποιες τέτοιες μέρες, συναντάει το εξωτερικό τραύμα της κατάμαυρης, μπαρουτοκαπνισμένης, θυμωμένης και μαζί πενθούσας Αθήνας. Τα δύο αυτά δεδομένα φαίνεται να αναιρούν τελικά στη συνείδησή του τη πραγματικότητα. Ο πόνος του θανάτου συναντά την απειλή του θανατικού, το κρύο της νύχτας το κρύο δέρμα του ύστατου ασπασμού…

Από κει και πέρα αρχίζει μια περιπέτεια που ο Κορτώ διανθίζει με το πικρό του χιούμορ καθώς αναθυμάται τον ίδιο του τον εαυτό, γυμνό, χωρίς τα προστατευτικά του πολιτισμού-χρήματα, γυαλιά μυωπίας, αστυνομική ταυτότητα – να περιπλανάται στην πόλη, να ταλανίζεται από την ψυχική ανισορροπία ανάμεσα σε παραισθήσεις και παράλογες πράξεις, μέχρι οι οικείοι του να καταφέρουν να τον οδηγήσουν στο ψυχιατρείο και να προφυλάξουν τη ζωή του από τους κινδύνους που ο ίδιος την εκθέτει.

Με δεδομένη την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα (γεν. 1979),  την πνευματική  σκευή και τις εικόνες και γραφές στις οποίες είχε ήδη καταφύγει ως παιδί και έφηβος, θα προστρέξει πάλι σε ήρωες παραμυθιών ή μυθοπλασίας που θα ανακατέψει με ιδέες

μεγαλείου και θέωσης. Με τα φρένα του σπασμένα τρέχει να κρυφτεί στις αυταπάτες και στα παραμύθια, στην παραμυθία –παρηγοριά – που αναζητά ένα ανυπεράσπιστο παιδί αφού σε στιγμές σαν κι αυτές που περιγράφονται γινόμαστε παιδιά –τόσο ευάλωτα, γυμνά και φοβισμένα- όπου όλα είναι θεμιτά για να παρηγορηθούμε.

Το αυθεντικό μεγαλείο-η ψυχική δύναμη και γενναιοδωρία-  του ανθρώπου και συγγραφέα Κορτώ, αυτό που εξυψώνει το συγκεκριμένο βιβλίο από τη λογοτεχνική σφαίρα σε ανώτερη ανθρώπινη μαρτυρία και χειρονομία είναι το γραπτό που –έργω- τείνει στον αναγνώστη. Ο καθένας που έχει αρρωστήσει ποτέ ψυχικά θα διαβάσει την απερίφραστη δήλωση του Κορτώ «δεν είσαι μόνος», «έχω περάσει κι εγώ από κει». «Ακούγεται» μέσα από τις γραμμές η ελπιδοφόρα φράση «κι αυτό θα περάσει…».

Και βέβαια χρειάζεται κανείς τεράστια κότσια για να ομολογήσει γραπτά, ανοιχτά και δημόσια, χαρακτηρίζοντας αυτοβιογραφικό το μυθιστόρημα, ότι νοσηλεύτηκε στο Δρομοκαΐτειο, ότι έχασε για ένα μικρό έστω διάστημα τα λογικά του, ότι ξέφυγε από τον σκληρό κι ανάλγητό μας κόσμο με την ελπίδα να συναντήσει ίσως την πεθαμένη μάνα, με την ψευδαίσθηση που δημιουργεί στον πονεμένο, στον απελπισμένο, στον ανασφαλή και πολλαπλά «ορφανό» νέο που ζει μες την Αθήνα του Δεκέμβρη του ’08 ότι αν ίσως μεταμορφωνόταν σε κάτι θεϊκό θα έσπερνε και αγάπη, λύτρωση και αρμονία στον κόσμο όλο.

Η αλήθεια είναι ότι ο Πέτρος Χατζόπουλος –το πραγματικό όνομα του συγγραφέα- επανήλθε στα συγκαλά και τα λογικά του ενώ ξεκίνησε και ένα δημιουργικό ταξίδι με τη ψυχανάλυση. Ωστόσο η φαντασίωσή του για προσφορά ενός πάνδημου αγαθού κατά κάποιο τρόπο πραγματοποιείται μέσα από τις γραμμές αυτού του αναγνώσματος, αφού ο Α.Κ. τείνει χείρα βοηθείας, συμπάθειας και εξιλέωσης σε όλους τους αναγνώστες του και πρέπει κανείς να επισημάνει –ξανά- ότι όντας ο ίδιος διάσημος για τα μυθοπλαστικά του δημιουργήματα θα μπορούσε κάλλιστα εκεί, και επιδέξια, και να κρύψει και να παρουσιάσει και να μας αφήσει όλους άφωνους εξιστορώντας τα επί μέρους στοιχεία. Θα μπορούσε να «ταΐζει» λογοτεχνικούς ήρωες για χρόνια, να στήνει σκηνικά γλαφυρά με εικόνες από ψυχιατρεία και να περιγράφει τους άλλους συν-αρρώστους, γιατρούς, τραυματιοφορείς και νοσοκόμες χωρίς να «αναλαμβάνει» την ευθύνη της αυτοβιογραφίας.

Αλλά ο Κορτώ –ακόμα και με το πρόσχημα της αυτολύτρωσης- εκτίθεται ανεπανόρθωτα,  διαρρηγνύει το φράγμα του φόβου και της ρετσινιάς του ψυχασθενούς, σπάζει το ταμπού του Δημόσιου Ψυχιατρείου, και τιμά τον άνθρωπο που πάσχει σαν να λέει στον αναγνώστη να περάσει μαζί του μέσα από τους ιμάντες και τα κάγκελα και να αφυπνιστεί, αυτή τη φορά μαζί του: Ναι, είναι σκληρή και η ζωή και η πραγματικότητα αλλά και η ζωή και η αγάπη σε περιμένουν εκεί έξω να τις ζήσεις (και να αναστήσεις ακόμα και τους αγαπημένους που δεν ζουν, όπως το έχει κάνει με τη μαμά του Κατερίνα,).

*Απόσπασμα από κείμενο που παρέδωσε στο διαγώνισμα μια συμμαθήτρια του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τις μέρες εκείνες…

Μαρία Ιωαννίδου

 

δημοσιεύεται στο NOTATIONES χειμώνα 16-17, ένθετο στο Βαρελάκι

Η Ζωή μου Σαν Μάγισσα, ανάγνωση

b200037

Αντιόπη Αθανασιάδου

Momentum, 2015

 

Mία γυναίκα –που θεωρεί τον εαυτό της- αράχνη, η πρώτη μου αναγνωστική εντύπωση. Μία γυναίκα που βγαίνει από τα σπάργανα μιας αστικής οικογένειας, και αφού διαισθάνεται νωρίς την ανθρωποφάγα φύση του θεσμού στρέφεται σε συνεχείς μεταμορφώσεις κατά τις επιμέρους αφηγήσεις που θα μπορούσαν να είναι και αυτοτελείς
Στο πρώτο μέρος, η ιστορία της χαμένης παιδικότητας διανθίζεται από τις ποιητικές παρεκβάσεις της ενήλικης περσόνας. Ο τρόπος είναι υπερρεαλιστικός και μαζί φιλοσοφικός, στοχαστικός, σαρκαστικός –στη κυριολεξία-. Η σάρκα και οι εμπειρίες της χαράζουν την ψυχή που πετάει σε κόσμους ονειρικούς.
Επανέρχεται στη «φωλιά» με τις ενήλικες αποσκευές της, την βυθομετρά, την καταγράφει. Με πρόσχημα στο μύθο κάποια «εναλλακτική κοινότητα», θα ξεδιπλωθούν οι ιστορίες που η αφηγήτρια ως… «πεταλούδα» θα αφουγκραστεί καθώς έλκεται από ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, «εμπριμέ» και καθόλου σοβαροφανές.
Οι προσερχόμενοι εκεί, ως μέλη της κοινότητας, θα διηγηθούν τα πάθη τους με έναν σπαρταριστό τρόπο, και σε μια γλώσσα ρέουσα. Η αφηγήτρια κάθεται πότε μαζί τους και πότε απέναντι. Χοντροί, κοντοί αλλά «ψηλοί» στη συμπεριφορά, ανορεξικοί, μια έφηβη πόρνη, ετοιμοθάνατοι ενώπιον του κενού- ή της φιλοχρήματης ή/και της ανθρωπιστικής, πολιτικής τους δράσης-. Καρδιοκατακτητές και ναυαγισμένοι, μιας ιδιότυπης «κιβωτού», φορείς ενός ξύλινου σταυρού που πονάει και μιλάει.
Ερπετά, πουλιά, ψάρια και έντομα, ως «κατώτερες» έναντι των θηλαστικών συνομοταξίες των έμβιων, παρίστανται χωρίς νατουραλιστικές αναλογίες, θυμίζοντας πίνακες του Μπος ή του Μπρέγκελ. Εκφράζουν αυτά που είτε αποσιωπώνται είτε διατυπώνονται και διατρέχουν τις τύπου ψυχαναλυτικές ακροάσεις. Τα ζώα καιροφυλακτούν και ερμηνεύουν με παγωμένα μάτια, ξεσκισμένες σάρκες και αρπακτική διάθεση την επιφάνεια της λογικής: Τα άγρια ένστικτά μας.
Η μεταφυσική αγωνία απέναντι στο νόημα της ζωής τρώει τα παιδιά της. Τη νόηση, την ανάλυση, την τακτοποίηση των ηρώων στα φέρετρα της μνήμης και της λήθης. Το αίμα, η ρευστότητα της ύπαρξης, κυλάνε αλλά δεν αποτελειώνουν τίποτα. Μια αφήγηση για πονεμένους ανθρώπους από μία οντότητα πονεμένη. Προσπαθεί να κατανείμει τον πόνο, να τον ανακουφίσει, να διαβάσει τις αιτίες του πέρα από τις αισθήσεις και τη νόηση.
Το φυσικό περιβάλλον και οι κοινωνικές κατασκευές ενοποιούνται, με αρκετή επιτυχία. Σκοτεινά δάση συνυπάρχουν με λαϊκές πολυκατοικίες και τα ενδότερά τους. Τα πολυτελή ενδιαιτήματα των θεραπευτών με τις απόκοσμες γωνιές της πόλης. Ενώ το αστικό τοπίο –μαζί και οι «φυγές» προς τους ονειρικούς κόσμους- κυριαρχεί ως φυσικός χώρος, μαζί και οι κοινωνικές του αντιθέσεις, ευτυχώς απουσιάζουν οι επικολυρισμοί, οι στρεβλές ηρωποιήσεις των πιο ευάλωτων ομάδων (νεόφτωχοι, γυναίκες) αλλά θεώνται με έναν τρόπο κατά κάποιο τρόπο ρομαντικό (γυναίκες που καθαρίζουν λάχανο σε σπίτια με μωσαϊκά). Συνυπάρχουν αρμονικά με τους «θύτες» που αναδεικνύονται κι αυτοί, θύματα του ίδιου κανιβαλισμού, της ίδιας ματαιότητας. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι εκεί αλλά η οπτική γωνία έχει μια «στράτευση» που είναι υπαρξιακή και μόνο.
Το πλούσιο υλικό που προσκομίζει η συγγραφέας από περιπτώσεις ατόμων κακοποιημένων, αποσυνάγωγων, κλινικών ή δικονομικών περιπτώσεων προσπαθεί να συνενωθεί με την επαναφορά κάποιων «ηρώων». Ωστόσο η πρώτη μου ανάγνωση δεν στάθηκε σ΄ αυτό το νήμα που ενώνει, που θεώρησα και αφηγηματική αδυναμία. Οι χαρακτήρες χάνονται μέσα στις σαφώς πιο δυνατές εικόνες. Και στα ακόμα πιο δυνατά επιστεγάσματα, τις παρατηρήσεις που εμφορούνται σταθερά από το πνεύμα και το βλέμμα της αφηγήτριας που τους δημιούργησε και τους ελέγχει.
Αντίθετα, η δομή του έργου -δραματικά περιστατικά εναλλάξ με στοχασμούς, ή εκτεταμένα αφηγήματα εναλλάξ με βινιέτες μεταφυσικής ενόρασης- μου έδωσε την αίσθηση που στο αφήγημα το ίδιο προεξάρχει :Οι αναμνήσεις σβήνουν και η ανάδυσή τους από τον σκοτεινό και αδηφάγο κόσμο θέλει κόπο και χρόνο, συσχετίσεις, κυρίως.
Η ετεροπαρατήρηση γίνεται αυτοπαρατήρηση, οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, κι όταν μικραίνουν κυριαρχεί ο τρόμος, η επίγνωση της επιθυμίας, που φροϋδικά καταλήγει στη σαγήνη του ανεκπλήρωτου θανάτου, της κατασπάραξης, η ανθρωποφαγία που είπαμε…
Φονιάδες, βιαστές, κοινωνικά ανερχόμενοι, φιλόνικοι μπράβοι αλλά και βρέφη και έφηβες, είναι ενδεικτικά μόνο από τα πρόσωπα, πρωταγωνιστές ή κομπάρσους που παρίστανται. Σε τι διαφέρουν; Πόσο μας μοιάζουν; Κι αν τους πλησιάσουμε πολύ και για πολύ, τι μπορεί να μάθουμε από τη λήθη που σκεπάσαμε;
Βαθιά πηγάδια και νεκρούς, ή μήπως πουλιά πετάμενα;

(Δημοσιεύται στο Notationes Καλοκαίρι 2015) ένθετο στο Βαρελάκι

 

Ο ΤΡΙΦΥΛΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

MIRROR

 

Του λέω «κοίταξε με, πες αλήθεια
σε ποιόν χρόνο κατοικώ»

 

Μια εφηβεία βλέπει
με σπυριά, μακριά μαλλιά
τα πόδια να τεντώνονται
να προσπαθούν να φτάσουν του προσώπου την ακμή

 

Στο άλλο φύλλο του
βλέπει κάποια να ασπρίζει απότομα
-θα πήρε από τον μπαμπά-

 

Στο τρίτο
οι δυο τους να κουβεντιάσουν προσπαθούν
Ραγίζει ο καθρέφτης από το φως
δεν σπάει
«Θα το μάθεις όταν θα καταλάβεις γιατί με έσπασε το φως»
μου απαντάει

 

«Όταν θα καταλάβεις πώς,
δεν φταις εσύ που ράγισα»
μου απαντάει
με γυάλινη φωνή

 

Με ράγισε το φως
κι η κρύα επιφάνειά μου

 

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο NOTATIONES Μαρτίου Απριλίου ’15

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΑΚΙ

love

«ΤΡΥΦΕΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΧΤΑ»

Να ξενυχτάς και να φορτώνεις μπαταρίες με το νυχτερινό ρεύμα
το πιο φτηνό
το τζάμπα των ονείρων
των οραμάτων που αντέχουν

Να κάνεις απολογισμό και το μαύρο της νύχτας να μην μπορεί να σβήσει τίποτα.
Ο απολογισμός να μοιάζει θετικός
Τα ελάχιστα να γίνονται τα μέγιστα
Γελάς  μαζί
με όσους δεν μιζέριασαν ακόμα. Η χαρά, η χαρά που έχει πάρει άλλο δρόμο.

Η χαρά είναι μια άλλη πια
Δεν τρέφεται από την επιτυχία, ούτε από την ευόδωση
Μόνο από κείνα που δεν σβήνουν, τα άγραφα
Τα άγραφα είναι γραμμένα, είναι δεδομένα
Αυτά που έχεις δώσει από καρδιάς λάμπουν ακόμα πιο πολύ τη νύχτα

Όταν τα μοιράζεσαι με όσους δεν ζητούν μερίδιο, φόρο, εισφορά
υπήρχαν πάντα


Ποιήματα που γράφτηκαν για σένα.

***


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Δεν ξέρω αν και εσύ σημειώνεις
τις λέξεις που δεν λέγονται κι αν ακούς εκείνα που ακούω
Αν το ρολόϊ δείχνει κάποια ώρα

Δεν ξέρω αν και εσύ με αγαπάς με όλα τα κομπιάσματα, τα κοντινά, τα μακρινά
τις παύσεις και τα όνειρα που μπαίνουν στη κουβέντα.

Κι όταν το στόμα σου ανοίγεις και ξεπροβάλλουν χίλια κοφτερά σπαθιά
αν το αισθάνεσαι πως μπαίνουνε στη σκέψη μου βαθιά
Πώς σκάβουν δρόμους άγνωστους
με  κάνεις να γελάω πολύ, αιφνιδιάζεις

Δεν ξέρω αν τη νύχτα που ύπνος έρχεται και μας τραβάει μακριά
Και  περπατάς και όπου κι αν πηγαίνεις με κοιτάς που σε κοιτάω
Αν και εσύ  με ψάχνεις μες τον ύπνο μην με πάρει κάπου μακριά

αν και εσύ λειαίνεις ακόμα τη φωνή
αν κι άλλο ακονίζεις το όμορφο μαχαίρι σου

Γιατί στην κόψη του
Πέφτω με λαχτάρα και πεθαίνω.

 

 

Δημοσιεύονται στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ NOTATIONES (Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2014) ένθετο στο ΒΑΡΕΛΑΚΙ

Άνναμπελ Λη, Edgar Allan Poe, μετάφραση

640px-Edgar_Allan_Poe_2

It was many and many a year ago,

 

   In a kingdom by the sea,

 

That a maiden there lived whom you may know

 

   By the name of Annabel Lee;

 

And this maiden she lived with no other thought

 

   Than to love and be loved by me.

 

 

I was a child and she was a child,

 

   In this kingdom by the sea,

 

But we loved with a love that was more than love—

 

   I and my Annabel Lee—

 

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

 

   Coveted her and me.

 

 

And this was the reason that, long ago,

 

   In this kingdom by the sea,

 

A wind blew out of a cloud, chilling

 

   My beautiful Annabel Lee;

 

So that her highborn kinsmen came

 

   And bore her away from me,

 

To shut her up in a sepulchre

 

   In this kingdom by the sea.

 

 

The angels, not half so happy in Heaven,

 

   Went envying her and me—

 

Yes!—that was the reason (as all men know,

 

   In this kingdom by the sea)

 

That the wind came out of the cloud by night,

 

   Chilling and killing my Annabel Lee.

 

 

But our love it was stronger by far than the love

 

   Of those who were older than we—

 

   Of many far wiser than we—

 

And neither the angels in Heaven above

 

   Nor the demons down under the sea

 

Can ever dissever my soul from the soul

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

 

For the moon never beams, without bringing me dreams

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And so, all the night-tide, I lie down by the side

 

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

 

   In her sepulchre there by the sea—

 

   In her tomb by the sounding sea.

 

Άνναμπελ Λη

Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

‘Ημουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
‘Ανεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! – Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη

Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
– και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.

 

δημοσιεύεται στο περιοδικό NOTATIONES ένθετο στο μπλογκ Βαρελάκι