ΚΑΣΣΕΛ – ΑΓ. ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

 

 

Αχ, πόσο μου λείπει ο Μποστ… να απεικόνιζε με τα έμμετρα λόγια του και το μαγικό πενάκι του σε ΜΙΑ σελίδα όλη την παράνοια  που ζούμε! Γιατί αν δεν είναι κανείς ορκισμένος, οπαδός ή τσιράκι, όποιος βλέπει και ακούει και με το δεξί και με το αριστερό μάτι και αυτί, δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τις μεγάλες αντιθέσεις που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία. Και δεν εννοώ στους μισθούς και στις συντάξεις αφού τα φαινόμενα που απορρέουν από τα νούμερα με ενδιαφέρουν κι όχι τα ίδια τα νούμερα. Με αυτά ασχολούνται μέσα στα έγκατα του Χίλτον οι Τσακαλώτοι ενώ στα έγκατα των κομματικών γραφείων, αυτοί που προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε παιάνες ή φόβητρα για τους ανυποψίαστους ψηφοφόρους, πρώην ή επόμενους, ανάλογα της περίστασης.

Από τη μια, ακούσαμε λοιπόν για την πομπή αλόγων τύπου πόνι με απώτερο τάχα σκοπό να αναπαρασταθεί  η ζωοφόρος του Παρθενώνα της περίφημης Ντοκουμέντα(ς)… Και πολύ θάθελα να δω την αντίδραση της Παλλάδας Αθηνάς βλέποντας τους Κασσελιώτες να διασχίζουν έφιπποι την Αεροπαγίτου καθ΄οδόν προς Γερμανία. Θάθελα να καταλάβω τι   κρύβεται πίσω από το μπογιάτισμα προβάτων σε γαλανόλευκους χρωματισμούς υπό Αφρικανού κονσεψουαλιστού ή το σκέπασμα της πλατείας Ομονοίας με λινάτσα. Που όταν την πρωτοαντίκρισα φαντάστηκα η αδαής ότι κάποιος είχε τη φαεινή να προσφέρει στους παροικούντες μετανάστες ευκολία και άνεση και για σκιά εκτός από το παροιμιώδες «λιάσιμο» τους.

Θάθελα νάταν εδώ ο σκιτσογράφος, στο πλαινό μου κάθισμα αυτοκινήτου όταν σε μια διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας προς το Τατόϊ, με τον ευσεβή πόθο να πάρουμε λίγο πρωτομαγιάτικο αέρα, μποτιλιαριστήκαμε σε μιαν άλλη πομπή ακινητοποιημένων οχημάτων που είχαν προφανώς τον ίδιο σκοπό. Η βασιλεία μπορεί να καταργήθηκε στη χώρα μας, αλλά τα πρώην βασιλικά «κτήματα» αποτελούν δημοφιλή προορισμό. Αφού διαπίστωσα ότι έχουν ξεφυτρώσει μες το δάσος δεκάδες, μην πω εκατοντάδες «κτήματα» για “events”,  γάμους και βαφτίσεις με βασιλική εσάνς, υποψιάζομαι.  Παρομοίως, ο εμβληματικός Λεωνίδας (ταβέρνα) της περιοχής έχει περιβληθεί, προφανώς εναρμονιζόμενος στο μεγαλουσιάνικο πνεύμα της περιοχής με κίονες, αετώματα και άλλα νεοαποικιακού στυλ αρχιτεκτονικά στοιχεία καθώς και ατελείωτα πάρκιν ολόγυρα για τα οχήματα –ή μήπως και τα (παρ)άλογα των πελατών;-

Από την άλλη, μέσα στα δεκάδες ριάλιτι επίδοξοι «αστέρες» της τιβι, βλέπε ανώνυμοι και σταχυολογημένοι από το κοινό της τηλεόρασης, διαγωνίζονται: ποιος τραγουδάει και ποιος χοροπηδάει καλύτερα, ποιος τηγανίζει και ποιος «στήνει» καλύτερα το πιάτο για να το σερβίρει, ποια άμοιρη κοπελίτσα διαλέγει τα καταλληλότερα ρούχα για τη Χ ή Ψ περίσταση και βεβαίως και ποιος επιβιώνει στον Άγιο Δομίνικο, μεγάλη η χάρη του.

Ο περίφημος τηλεοπτικός Survivor μαζεύει γύρω από την εστία της οθόνης την ελληνική οικογένεια που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τους παίκτες να υποδύονται τους άστεγους, τους άπορους, τους πρωτόγονους. Να εξαργυρώνουν –προφανώς- τις ώρες που έχουν σπαταλήσει σε γυμναστήρια προκειμένου να χτίσουν το κατάλληλο σώμα και τις αντοχές –κάτι που μυρίζει fitnessomania, αλλά δεν θα το κάνω θέμα- που απαιτούνται για να παραστήσεις –και να ανταποκριθείς στο ρόλο του άμοιρου μες το τροπικό νησί.

Αυτή είναι η πλήρης παράνοια της σημερινής κοινωνίας, ημέρα Πρωτομαγιάς, οι αφίσες του ΠΑΜΕ καλούσαν «όλους» να «βγουν στους δρόμους». Και βγήκαν, με τα αυτοκίνητά τους να προϋπαντήσουν το Μάη στις βασιλικές εξοχές –καλά, είδαμε και κάτι μαδημένες διαδηλώσεις στο κέντρο- με αποτέλεσμα το μποτιλιάρισμα και τις ατέλειωτες πομπές  αυτοκινήτων  κατά μήκος ενός οδοστρώματος που έφερε στα πλάγια του συγχρόνως ΚΑΙ πρόβατα αλλά ΚΑΙ τα «κτήματα κουφέτα», την κατάκτηση του νεοέλληνα, μάλλον της νεοελληνίδας και της μαμάς ή της πεθεράς της να την καμαρώσει με δόξα, τιμή και φτώχια να κόβει τούρτες πολυόροφες και να γίνεται «βασίλισσα» τάχα στη ζωή κάποιου ταλαίπωρου γαμπρού.

Άντε, και στα δικά σας, όπου κι αν ανήκετε…

λιποτακτώντας από τον πόλεμο των αριθμών

waves-of-emotion-150x150

 

Όταν λέω ότι δεν έχω θέση, εννοώ, ότι με τη παρούσα κατάσταση στη χώρα και τη κοινωνία μας -μαζί και τη γλώσσα και τη τέχνη- μου είναι δύσκολο να διατυπώσω κάποια θέση ή τοποθέτηση. Υπάρχει μία τάση να πρέπει να είσαι “από δω” ή “από κει”, μια φαντασιακή κατάσταση όπου όλοι πιστεύουν ότι πρεσβεύουν το σωστό για το δέον γενέσθαι, ότι έχουν αγωνιστεί τίμια και σκληρά με λόγια και άλλες μπούρδες.
Υπάρχει μία τάση να αναδύονται πρόσωπα και πράματα ως σύμβολα μιας κατάστασης που δεν επιτρέπει στον Άνθρωπο να νοιάζεται παρά για τους αριθμούς που καλλιεργήθηκε τόσο απαλά, αθώα, μετρούσες likes, έτσι δεν είναι;
Το να πεις και να δηλώσεις μία άποψη στα social media, πόσο αθώο, ριζοσπαστικό και απροσμέτρητο φαινόταν στην αρχή του… και όμως οι αριθμοί κι εκεί, όπως ακριβώς έχουν εισβάλει πια μες τη ζωή μας… κέρματα, χαρτονομίσματα, εικόνες με χρήμα, εδώ και πόσα χρόνια στις ειδήσεις; «Πλάνα αρχείου», και ύστερα οι πίνακες με τα δισεκατομμύρια του χρέους, του δανείου, των επιδοτήσεων, οι φόροι, τα συντάξιμα, οι βουλευτές και η δεδηλωμένη, τα ποσοστά και τα δημοψηφίσματα, τα ποσοστά, τα γκάλλοπ, οι προβλέψεις.

Αριθμοί, αριθμοί και αριθμοί.

Ποια θέση να πάρω αλήθεια για αυτή την επικράτηση; Μέσα σ΄αυτή την επικράτηση; Εκτός από τα δέκα δάχτυλά μου που θάθελα να έχω για να γράφω, να αγκαλιάζω, να προσφέρω και να παίρνω χειρονομίες συμφιλίωσης, όλοι οι άλλοι αριθμοί με υπερβαίνουν. Δεν μπορώ να πάρω θέση με λέξεις αφού κάποια στιγμή θα έρθουν αριθμοί και θα ισοπεδώσουν την όποια φράση σαν οδοστρωτήρας.

Το ξέρω βέβαια ότι όλοι εκείνοι οι αριθμοί και τα ψηφία δεν θα μπορέσουν, όχι ποτέ, κανένα πρόγραμμα ή εφαρμογή ψηφιακή να δημιουργήσει μουσική και αρμονία, στίχους, εικόνες ή να συγκινήσει, κι αυτό μπορεί και να μας χρειάζεται ακόμα.

Η διαφορά μου ωστόσο, και ο λόγος που δεν έχω «θέση» είναι γιατί λίγο ή πολύ για να μιλήσεις σήμερα, να γράψεις και να πεις, χρειάζεται πιο πριν μέσα στον πόλεμο των αριθμών να στοιχηθείς με «κάποιους», τους «από δω» ή «τους από κει» που πολεμούν με αριθμούς, λογαριασμούς, να μπεις, να συνταχτείς σε μια ομάδα που με τα λόγια λέει ότι «αγωνίζεται».

Και όχι, δεν θέλω να κάνω τα λόγια μου βόλια.

Δεν θέλω τα λόγια που ακούστηκαν ή γράφτηκαν από μια πρόθεση να μιλήσουν για άρρητη αγάπη κι αναζήτηση, να τα θέσω σε καμιά υπηρεσία, σκόπιμη ή τυχαία, φανερή ή συγκαλημμένη. Η πιο μεγάλη στράτευση για μένα είναι να παραμένω στο τοπίο που δεν έχει αριθμούς και λογισμό, στο αμέτρητο, στη μουσική, στην αρμονία, στη θάλασσα, στη θάλασσα, εκεί θα συναντήσω το στρατό που με εκφράζει…

Σταγόνες θάναι από έναν ωκεανό, σταγόνες σαν κι εμένα, χωρίς θέση, υγρές και άναρχες, έρμαια του ανέμου και της τυχαίας αλλαγής, σταγόνες χωρίς γλώσσα και πατρίδα και διαφωνίες για το «ποιανού να είναι αυτό το χωραφάκι, δικό μου ή δικό σου» ποιανού η ψήφος. Χωρίς καμία βεβαιότητα και για τίποτα, σταγόνα θέλω νάμαι σε έναν ωκεανό που πάλλεται και ζει και δεν μετράει πόσες σταγόνες, πόσα ευρώ, δραχμές, άϊ όου γιου, και άϊ πνίξου στο φινάλε.

Δεν έχω θέση για όλα αυτά που δεν κατανοώ, το μόνο που καταλαβαίνω είναι οι άνθρωποι, οι αντιδράσεις τους, αυτό μονάχα μπορώ να ερμηνεύσω κάπως, οι αλήθειες και τα ψέματα εκεί έξω στον μεγάλο κόσμο με τους αριθμούς και τις αντιπαραθέσεις, είναι ένα πράγμα πια. Δεν έχω θέση μάχης, ήττας μόνο, οι αριθμοί απέναντι στις λέξεις, και πες με και ουτοπική.

Ήττα μόνο αισθάνομαι απέναντι στους αριθμούς, οι λέξεις έχουν γίνει βόλια σε στρατόπεδα κι εγώ έχω ένα μόνο όνειρο.

Μια μέρα ειρηνική που θα βαλθούμε να συναγωνιζόμαστε με το ίδιο πάθος που τώρα τσακωνόμαστε για το δέον και ποιος απ΄τους στρατούς έκανε το πιο μεγάλο λάθος (συγγνώμη, ΠΟΣΑ λάθη ήθελα να πω, αποτιμώμενα σε χρήμα μόνο). Μια μέρα ειρηνική που θα συν-αγωνιζόμαστε για το ποιος και πιο πολύ –χωρίς τους αριθμούς- θα κάνει κάποιον άλλον να μιλήσει λέξεις.

Ποιος θα μπορέσει να δώσει μία λέξη μόνο για να διαδοθεί από το ένα στόμα σε άλλο στόμα.

Μια βραδιά και “εμ καταραμένα”

Βρέθηκα πολλές φορές σε παρουσιάσεις τα τελευταία χρόνια. Σχετικά με τη λογοτεχνία, στη συντριπτική πλειοψηφία τους. Σε μία απ΄αυτές , όπου οι τρεις υπό συζήτηση συγγραφείς ήταν απόντες –από το ζωή- συντόνιζε μια έμπειρη δημοσιογράφος. Οι εισηγήσεις έγιναν από κάποιους που είχαν άμεσα ή έμμεσα έρθει σε επαφή με τους συγγραφείς και με το έργο, εμπλουτισμένη με αναγνώσεις και βίντεο προβολές σχετικές,

Έγιναν οι συσχετισμοί μεταξύ των συγγραφέων με βάση ένα κοινό θέμα, αφού παρουσιάστηκαν με τρόπο εναργή, σαφή και βεβαίως υποκειμενικό –γιατί πώς αλλιώς μπορείς να μιλήσεις για λογοτεχνία;- οι πληροφορίες. Οι αναγνώσεις και οι προβολές φώτισαν παραπάνω και η δημοσιογράφος συντόνιζε την κουβέντα. Ο λόγος περνούσε ομαλά από τον έναν στον άλλον, φυσικά. Αν δεν με απατάει η μνήμη μου κανείς από τους ομιλητές δεν διάβασε χαρτιά αφού είχαν καλή γνώση του θέματος. Ο λόγος τους μου θύμισε καλούς δασκάλους, από κείνους που σου παρουσιάζουν αυτό που ίσως ήδη ξέρεις, πιο εμπεριστατωμένα, αποφεύγοντας τα σχήματα λόγου, τους τεχνικούς όρους και τους νεολογισμούς. Και το κλίμα –μου θύμιζε- την ευτυχή συγκυρία που κάποιος σε καφενείο, σου διηγείται πράγματα που έζησε ή διάβασε, χαλαρά.

Υπήρξε όμως και χρόνος για ευρύτερη κουβέντα, αλλά αφού κανείς δεν έβαλε μια ερώτηση κλειστή (απ΄ αυτές που δεν έχουν απάντηση εκτός από κείνην που προσδοκά να ακούσει ο ερωτών) και μάλιστα με πόζα, κανείς δεν προσπάθησε να προβάλει ένα «παράπονο» ή μια οργισμένη αντίδραση. Με εξαίρεση κάποιον που ήταν φανερό ότι «είδε φως και μπήκε» στην αίθουσα. Η (μη)ερώτηση που υπέβαλε δεν σήκωνε και πολλή κουβέντα, ή για να το θέσω αλλιώς, ο άνθρωπος μας είπε τον πόνο του. Κι αν οι παρουσιαζόμενοι συγγραφείς δεν ήταν οι Α, Β και Γ, αλλά οι Χ, Ψ και Ω, πάλι την ίδια ερώτηση να έβαζε.

Για τους «απόντες» συγγραφείς, που μάλιστα τυχαίνει να είναι κι από κείνους που ο βίος τους προκάλεσε πολλά ερωτηματικά, μου έκανε θετική εντύπωση ότι κανείς δεν στάθηκε σ΄ αυτές τις φήμες αφού το έργο που άφησαν πίσω τους είχε –έχει- πιο πολύ ενδιαφέρον. Ο χρόνος που παρήλθε είχε κάνει κάνει καλή δουλειά. Είχε βάλει ανάμεσα σ΄αυτούς και στους άλλους, τους παρόντες, απόσταση, σωστό ζύγισμα των έργων τους και τις ανάλογες επιδράσεις στη ζωή των αναγνωστών. Κι όταν ένας συγγραφέας σου αλλάζει τη ζωή και τη ροή της, αυτό σημαίνει κάτι. Ειπώθηκε κι αυτό το βιωματικό από έναν ομιλητή, ότι η ανάγνωση είχε αλλάξει τη ζωή του.

Θα δώσω λοιπόν, μερικές εξηγήσεις για την επιτυχία αυτής της βραδιάς που κι εμένα κάτι μου άλλαξε, αφού την επόμενη κιόλας ανακάλυψα καινούργιους αναγνωστικούς ορίζοντες, συζήτησα σχετικά και προσέγγισα ανθρώπους εν ζωή με βάση το θέμα που άκουσα.

Απόντων των συγγραφέων, και χωρίς την παράπλευρη προσδοκία να πωληθούν καφέδες, ποτά και βιβλία, η παρουσίαση δεν είχε σκοπό διαφημιστικό αλλά πληροφοριακό, εκτός της ανταλλαγής και του διαλόγου. Παρόλα αυτά, η καλή πλευρά του «καφενείου» υπήρξε…

Οι ομιλητές ήταν όλοι σε κάτι επαγγελματίες, με κάποια αυτοπεποίθηση ήδη στο τσεπάκι για το έργο τους, εξ ου και η διάθεσή τους να πληροφορήσουν τους άλλους, τόσο τους ισότιμούς τους μέσα στο κοινό, αλλά και τους πιο αδαείς για τη γνώση και την αισθητική εμπειρία από τους ανθρώπους και τα έργα τους.

Η δημοσιογράφος, που έχει την κατακτημένη εμπειρία της οικονομίας του χρόνου αλλά των ζωντανών παρουσιάσεων, ήξερε πώς να διαχειριστεί και τις κακοτοπιές που προέκυψαν και να περιορίσει την όλη κουβέντα και την εναλλαγή εικόνων και λόγου. Απόδειξη του γεγονότος αυτού ήταν ότι ανέτρεψε τη σειρά αρκετές φορές με μαεστρία και μετά από συνεννόηση με τους υπόλοιπους παρισταμένους, όπως : «Να σας το δείξω τώρα, ή μετά;»

Και το κοινό, είχε προσέλθει μάλλον για να μάθει κάτι καινούργιο, κάτι να προσθέσει στο παζλ μιας κάποιας ανάγνωσης από τους τρεις συγγραφείς. Και παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκαν διακριτικά τα παράλληλα έργα κάποιων από το κοινό που σχετίζονταν με το κεντρικό θέμα, κανείς απ΄ αυτούς δεν πήρε το λόγο για να διατυπώσει μία θέση, ψιλοάσχετη, γενική, αόριστη και μπερδεμένη απλά και μόνο γιατί άδραξε τη σπάνια ευκαιρία να βρεθεί ενώπιον κοινού.

Και αν αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο αναφέρω όλα αυτά τα προτερήματα μιας βραδιάς, θα παραθέσω ένα βιντεάκι, που με έκανε να γελάσω πάρα πολύ όταν το είδα, αλλά και να μελαγχολήσω εκάστοτε που βρισκόμουν σε μιαν άλλη βραδιά, στον αντίποδα αυτής που περιέγραψα.

το βίντεο

Ξέρω καλά ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί, το «επιχείρημα» όποιος δεν καταλαβαίνει να πάει στο γήπεδο ή στο κομμωτήριο να βρει το επίπεδό του. Σ΄αυτούς θα θυμίσω το «μαύρα κοράκια, άσπρα κοράκια», και την απέχθεια ενός μεγάλου μέρους του κοινού που κανείς (ούτε οι συγγραφείς ούτε οι εκδότες) δεν το θέλει ολιγάριθμο.

Οι εποχές της «καθαρεύουσας» κι αν παρήλθαν, ξέρουμε όλοι πια, και με τρόπο επώδυνο ότι αυτοί που «απέχουν με απέχθεια» από τη λογοτεχνία, δεν είναι απλά οι «πολλοί» και δε βαριέσαι, μπορούμε και χωρίς. Μάθαμε ότι έξω από γυάλινο κλουβί, δεν υπάρχουν μόνο οι αδιάφοροι, οι μη αναγνώστες και οι «πτωχοί τω πνεύματι» έναντι των διαβασμένων.

Αλλά ότι οι πτωχοί τω πνεύματι είναι οιονεί άγρια θηρία.

ethnik pride

paopao 2kalimarmaro
1971, μέσα στη δικτατορία, όποιος θυμάται, ο Παναθηναϊκός, έφτασε σε κάποιον ημι-τελικό, ή ημι-προκριματικό κατά της Έβερτον, της Βρετανικής και ο αγώνας τους στην Αθήνα, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Και πάλι όποιος θυμάται, κι εκείνη την εποχή όπου δεν υπήρχε τόση –και απότομη κυρίως- φτώχια, και που δεν υπήρχε ελευθερία, ο κόσμος βρήκε την ευκαιρία να βγει στους δρόμους. Να κορνάρει με όση δύναμη του διέθετε το αυτοκινητάκι του και με όση ανοχή έδειχνε το δικτατορικό πολίτευμα. Βγήκαν θυμάμαι και με τσόχες χαρτοπαίγνιου ακόμα και αγγούρια, όσοι δεν είχαν άλλο πράσινο πανί και άλλο ό,τι νάταν, φτάνει νάταν πράσινο.

Αυτή η εικόνα, διαδεδομένη από τα μέσα, είναι αρκετά συμβολική, η τσόχα του παιχνιδιού και το αγγούρι του σεξισμού. Τα άκρα τα άπιαστα του Ελληνισμού της καφρίλας, γαργαλημένα από τότε από την ανάγκη για εκτόνωση και την ανάγκη για νίκη, για θρίαμβο, για εθνική περηφάνια.
Το 2004 τα ξαναζήσαμε όλα αυτά, γιούρο και επερχόμενοι Ολυμπιακοί, και ξανά μανά να τα καλλιμάρμαρα στάδια και οι παλλαϊκές γιορτές, όπου επιστρατεύτηκε κι η εκκλησία και η ηγεσία της, βράβευαν, φώναζαν, κραύγαζαν κάτι σαν «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει».

Αλλά όπως έλεγε κι ο Μάνος Χατζιδάκις, αφού δεν πεθαίνει, πώς γίνεται να ανασταίνεται;

Να, νομίζω ότι δεν το χωνεύουμε ότι έχουμε χάσει κάτι –που είχαμε- ό,τι κι αν είναι αυτό για τον καθένα. Νομίζω πάλι, πως όσοι άντεξαν αφού πένθησαν και συνέχισαν ό,τι έκαναν και πιο πριν, ή κάτι άλλο, και δεν έχασαν εντελώς την πίστη στον εαυτό τους, στις δυνάμεις τους, ή στην ομορφιά του κόσμου αυτού δεν έχουν την ίδια ανάγκη από ομαδικά, οπαδικά, οργανωμένα, κραυγαλέα και αγελαία «ζήτω».

Από την εποχή της τσόχας και των αγγουριών κι από την εποχή του γιούρο και των Ολυμπιακών αγώνων η εθνική ταυτότητα εκδηλώνεται με το –αθλητικό- παιχνίδι και την εξής «βρισιά», «θα σας γαμήσουμε».

Υπενθυμίζοντας, ότι και το σεξ, όπως και πολλά άλλα καλά στη χώρα και στη γλώσσα αυτή, ταυτίζονται με τιμωρία, με καταναγκασμό, με σεξιστικό υπονοούμενο που δηλώνει ότι ως έθνος μπορούμε να πλησιάσουμε κάποιον ξένο, ακόμα κι όταν παίζουμε, έχοντας μια σοβαρή αποστολή χαραγμένη μέσα μας, να τον εξευτελίσουμε.

 

 

 

Διεθνής Μέρα Μουσείων

moyseiaΜερικά μνημεία και εκθέματα που δεν πρέπει να χάσουμε.

Παλαιοκομματισμός και εξουσιολαγνεία.
Λόγια, αγκαλιές, φιλιά και «σας εκτιμώ ιδιαιτέρως» υποψηφίων.
Λόγια, αγκαλιές, φιλιά και «σας εκτιμώ ιδιαιτέρως» ψηφοφόρων.
Ναζί κανείς; Ή να μη ζει καθόλου;
Ή να μη ζει σ΄ αυτή τη χώρα;
Ο Ανδρέας Παπανδρέου υποψήφιος για διεθνή αξιώματα.
Ψηφοδέλτια έτοιμα, σταυρωμένα.
Αγραμματοσύνη, ξενοφοβία, ρατσισμός, ομοφοβία και μισαλλοδοξία.
Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια.
Τηλεόραση Τηλεόραση Τηλεόραση.
Χτυπήματα κάτω από τη μέση.
Προσωπολατρεία.
Λεβέντες (διαδραστικό έκθεμα όπου βγάζεις π.χ. τα παχιά φρύδια της γοητείας και βάζεις χαμόγελο οδοντόπαστας και γένια δύο ημερών, αποκλειστικά για νοικοκυρές σε απόγνωση).
Καλύτερες μέρες.
Καμένη γη.
Μαζί τα φάγαμε σε όλα τα πρόσωπα, τους χρόνους, ιδίως μέλλοντα, και τις κλίσεις. Ιδίως ευκτική.
Πατριδολαγνεία.
Ήρωες, άπαρτα βουνά.
Φυσεκλίκια του προπάππου.
Όνομα αριστοκρατικό και βυζαντινό του προπάππου.
Τηλεπερσόνες και παρουσιαστές.
Τέλος, νέα πρόσωπα. (ειδικά αυτό το έκθεμα που είναι και το κορυφαίο μπορεί να το θαυμάσει ο επισκέπτης του μουσείου αφού έχει προσκυνήσει επιτυχώς σε όλα τα προηγούμενα, εάν αποτύχει δεν του επιτρέπεται να τα δει και να αναγνωρίσει)
Να σημειωθεί ότι οι διερχόμενοι επιτυχώς το παραπάνω προσκύνημα κερδίζουν ΙΣΟΒΙΑ δωρεάν είσοδο στο Μουσείο και δικαίωμα συμμετοχής στα εκθέματα υπό τον όρο ότι θα εκτεθούν ανωνύμως, υπό το τίτλο «ψηφοφόρος».
Προσοχή πάντως. Να μην συγχέεται το άγαλμα με τα ωραία μάτια και το κομμένο χέρι και τα ηνία στο άλλο, με τους κοψοχέρηδες γιατί αυτοί που ονειρεύτηκαν να γράψουν και να τους γράψει η Ιστορία καβάλησαν στη ζωή τους μόνο καλάμι και παράλογο, ποτέ άλογο (άτι).

ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ

Ήταν μια φορά μια «θείτσα» μια μεσόκοπη και παχουλή κυρά, σύζυγος μεσοαστού δασκάλου που κατάφερε με ό,τι έκανε να γίνει «κάτι». Στη διαδρομή γι΄ αυτό το «κάτι» που έκανε όλους τους συγγενείς της να δανείζονται απ΄ αυτήν σε σημείο να τους παρακαλάει να επωφεληθούν από το πάντα γεμάτο πορτοφόλι της, αφού ύστερα τους τάπαιρνε πίσω με το παραπάνω, η ζωή της,μάλλον η εμφάνισή της δεν άλλαξε παρά ελάχιστα.

Ποτέ δεν ξαμολήθηκε στα μαγαζιά να καλουπωθεί κομματάκι. Μα γάμοι, μα κηδείες, φόραγε το ίδιο σακάκι παντελόνι, ίσια παπούτσια και μια μπλούζα μονόχρωμη από μέσα. Όταν τις έλιωναν τα παλιά , τα ξαναγόραζε ίδια, σε σημείο να φαίνονται πως είναι τα παλιά. Μπορεί να την βόλευαν, μπορεί να μην είχε χρόνο ή διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο, δεν μάθαμε ποτέ.

Αντίθετα, οι κυράδες που έπαιρναν τα δανεικά, μόλις τάπιαναν στα χέρια τους, για πάρτη τους ή για τις μπίζνες του συζύγου, άστραφταν. Τι σινιέ συνολάκια, τι γόβες στιλέτο, και τι τραβήγματα στη μούρη, κι άλλα στενέματα στα ξεχειλωμένα τους και τι κοσμήματα που δήλωναν ότι και ήταν και φαίνονταν. Εύπορες, ενήμερες για τη μόδα και τις συνήθειες των ευπόρων. Γυναίκες αυτοκρατόρων, μπορεί κι οι ίδιες αυτοκράτειρες. Κανείς δεν απαιτούσε απ΄ αυτές τιμιότητα πόσω μάλλον επάρκεια στο πορτοφόλι για τα λούσα τους.

Οι χωρικοί, οι συγγενείς κι οι ψηφοφόροι καμάρωναν που συζούσαν στην ίδια περιοχή, ότι είχανε το ίδιο αίμα και ότι παράδιναν την τύχη τους σε καλοντυμένες κυρίες. Κυρίες ενός κυρίου που είχε χρήμα ή ακόμα καλύτερα κυρίες που είχαν χρήμα από μόνες τους. Δανεικό, αλλά αυτό δεν ήταν θέμα.

Το θέμα ήταν ότι οι κυρίες αυτές ήταν καλοντυμένες, περιποιημένες, περασμένες από την καλίμπρα του μασέρ, του ίματζ μέϊκερ, του ράφτη, του κομμωτή, του τσαγκάρη με Γαλλικό ονοματεπώνυμο, του μπωτέ και βανιτέ.

Όταν η αρχική, μεσόκοπη, κακοντυμένη θείτσα τους πήρε πίσω τα λούσα ως μη βιώσιμα και τους πήρε και τα σώβρακα των συζύγων και τις κιλότες και τις σερβιέτες τους ακόμα και δεν είχαν πια άλλα όπλα που να αποδεικνύουν ότι παρ΄όλα αυτά ήταν ανώτερές της, τάβαλαν μεταξύ άλλων με τα ρούχα της.

Μόνο που η θείτσα, αν και μεσόκοπη και όχι τραβηγμένη, αν και παχουλή και κακοντυμένη, είχε κάνει και πάλι τα κουμάντα της. Με τόκους, φόρους και περιουσία από κατασχέσεις που μάζευε από ξεβράκωτους δανειστές, θα άνοιγε μια βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Και πάλι με χρόνια με καιρούς θα τους τα πούλαγε ξανά κι αυτές θα τα ξανααγόραζαν με δανεικά που τους θα τους έδινε στο μέλλον.

Προς τα παρόν πάντως, ξέδιναν με το να την αποκαλούν κακοντυμένη, την αποκαλούσαν κακοντυμένη, οι γυμνοί –κι οι γυμνές-. (Προσέχοντας τις διατυπώσεις τους γιατί ήταν βέβαια φεμιμινίστριες).

ΓΑΤΕΝΙΣΤΑΣ

gatenistas

Μια γάτα, εκτελεί καθιστική διαμαρτυρία γιατί η αισθητική της προσβλήθηκε από το βάψιμο των σκαλιών στη Μαρασλή.

Μάλιστα συγκροτήθηκε και οργάνωση, οι ΓΑΤΕΝΙΣΤΑΣ, για τα δικαιώματα των απανταχού γαλών της πρωτεύσας να διαβαίνουν και να κυνηγούν ποντίκια και κατσαρίδες σε σκαλιά γκρίζα όπου μπορούν να ακονίζουν τα άγρια ένστικτά τους, καθόσον τα κίτρινα, πράσινα και λαχανί σκαλιά «βγάζουν» προς τα έξω τα θηράματα, με αποτέλεσμα οι οκνηρές γάτες της πόλης να αδικούν τις παλιές καλές ατσίδες που γύριζαν και μύριζαν και εντόπιζαν τα τρωκτικά και τα κατσαριδάκια.

Ακόμα οι ΓΑΤΕΝΙΣΤΑΣ συγκαλούν στη καθιστική διαμαρτυρία τους σκύλους και τα περιστέρια της περιοχής με σκοπό την επαναφορά του γκρίζου όπου οι κουτσουλιές των παραπάνω ζώων και πτηνών περνούσαν διακριτικά απαρατήρητες.

Προτεινόμενα συνθήματα για τον αγώνα, θα είναι

«Σκυλιά, πουλιά , μαζί για τα σκαλιά»
«Γάτες, φευγάτες, τις κατσαρίδες φάτες»
«Έξω οι κροκέτες απ΄ τα σκαλιά»
«Τώρα δημοψήφισμα, οι σκάλες πάλι γκρι».

Μέσα στα δίκαια αιτήματα που αφορούν στο άστυ είναι και να μετονομαστεί η «Αθηναϊκή Μαγιονέζα» σε «Ψάρι αλά Ψιψίνα» προς τιμήν των γατοκέφαλων που ενδημούν στην ίδια σκάλα, το σινεμά «Αθηναία» σε «Αθηναία Γάτα» προς τιμήν της εγχωρίου και απανταχού τυρόπιτας και των αντιστοίχων λαδόχαρτων που ευδοκιμούν στις χρωματικές κλίμακες.

Τέλος οι Ατενίστας να αποσυρθούν επιτέλους από το γατίσιο προσκήνιο και να λάμψει επιτέλους η αλήθεια.

Η σκάλα ανήκει στις γάτες της. (ρυθμικά)