οι μηδενικές αποχρώσεις του όχι

Η λέξη «όχι», το μισό μας σύμπαν. Το παιδάκι, δύο ή τριών ετών, όχι λέει, ό,τι κι αν του πεις. Λέει όχι γιατί έμαθε αυτή τη λεξούλα, γιατί κατάλαβε με το μικρό και αφιλτράριστο μυαλουδάκι του ότι με τη λεξούλα αυτή αναστατώνεται το περιβάλλον. Κι επέμενε με το βρεφικό του πείσμα ακόμα κι αν κινδύνευε, ή θα μπορούσε και να κινδυνεύσει.

Μεγαλώνει, περνάει την εφηβεία του και πάλι λέει όχι σε όλα γιατί θυμάται με το αναστατωμένο από την ορμονική έκρηξη εγκέφαλό του ότι μ΄εκείνη τη λεξούλα δήλωνε καθαρά ότι ήταν άλλο, ξεχωριστό, ότι είχε γνώμη και άποψη, ίσως και να «περνούσε το δικό του». Κι ήταν περήφανο, χαρούμενο γι΄αυτό και γιατί δεν είχε ακόμα δημιουργήσει κάτι πολύ χειροπιαστό που να το κάνει όντως και διαφορετικό αλλά και ανεξάρτητο από τους άλλους, τους μεγάλους.

Αλλά βέβαια μπορεί και να μην περνούνε το δικό του ποτέ. Μπορεί να αναγκαζόταν παρά την άρνηση να ζήσει την κατάφαση κι έτσι έχανε κάθε εμπιστοσύνη στους άλλους τους μεγάλους, τους έβλεπε σαν απειλή. Τελεία.

Και έτσι μεγαλώνοντας συνήθισε να λέει πάντα όχι, χωρίς πολύ πολύ να ζυγίζει τα πράματα, να σκέφτεται και να βλέπει άσπρο και μαύρο, να αγνοεί τις αποχρώσεις και να αντιδρά αυτόματα και άκριτα.

Και στα λογικά και στα σωστά και στα λογικοφανή και σε αυτά που υπήρχε η περίπτωση να είναι σωστά. Δεν έλεγε πάντα όχι όταν πιεζόταν και όταν έπρεπε να αποφύγει κάτι, αυτά τα ανεχόταν αδιαμαρτύρητα σχεδόν, γιατί είχε συνηθίσει γιατί εμπιστευόταν κείνους εκεί τους «κοντινούς» του «μεγάλους» αλλά ξέδινε αποτελεσματικά αρνούμενος τους έξω από τον κύκλο.

Όταν μεγάλωσε ακόμα παραπάνω, σκαλίζοντας τις στάχτες δίπλα στο τζάκι, αρέσκετο να διηγείται ιστορίες πολύ μεγάλου ηρωισμού.

Την ώρα που μωρά παιδιά και μέλλον, μαθαίνανε αδιάφορα και ζωηρά να λένε «ίσως».

Στροφή για την Αθήνα

φωτο: Ν.Χ.

Φαίνεται ότι το δημόσιο συναίσθημα για την Αθήνα είναι συντονισμένο με τη γενικότερη αμφιθυμία αλλά στα χρόνια της κρίσης το μίσος ήταν επικρατέστερο. Την έσπασαν, την έκαψαν, την μαγάρισαν, την βανδάλισαν όσο μπόρεσαν -όσοι το έκαναν-. Και φάνηκε και  «φυσιολογικό». Άνθρωποι οργισμένοι, αγανακτισμένοι, ξεσπιτωμένοι και κυνηγημένοι, τι να έκαναν άλλο;

Από την άλλη, άλλοι τόσοι αγαπούσαν μάλλον λαθραία την Αθήνα. Γιατί πως αλλιώς να ερμηνεύσω το γεγονός ότι ξεμύτισαν και ότι η πόλη ανατέμνεται, αναλύεται, βιογραφείται, σχεδόν δοξάζεται;

Κτίρια του μεσοπολέμου απαθανατίζονται, πόρτες και παράθυρα αναδεικνύονται  από κάμερες, σοκάκια φωτογραφίζονται. Ακόμα κι η ασκήμια της Αθήνας, τα καλώδια, οι ταμπέλες, οι κεραίες, τα μισογκρέμια και τα κατεδαφιστέα γνωρίζουν δόξα νέα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ούτε καν μια νύχτα σκοτεινή και άγρια, με όλα όσα κρύβει και υποθάλπει η κάθε μεγαλούπολη.

Φαίνεται πως τα χρόνια του θυμού, η Αθήνα έγινε το εξιλαστήριο θύμα. Της φέρθηκαν όπως οι έφηβοι που μέσα τους πιστεύουν ότι για όλα φταίει ένας, μία, ή ό,τι τους περιβάλλει. Οπότε και ο φταίχτης, εν προκειμένω, ο τόπος, μπορεί και να πληρώσει τα σπασμένα. Και όταν η κρίσιμη κατάσταση κι η ηλικία παρέρχεται, το θύμα το υποτιθέμενο της πόλης, πάλι σ΄αυτήν γυρίζει, κοιτάει την ιστορία της, φροντίζει τις πληγές της κι εκτιμάει ό,τι δεν καταστράφηκε τελείως στην επίμαχη την εποχή.

Συνετέλεσε και ο οικονομικός παράγοντας που σταμάτησε το χτίσιμο, και πιο συγκεκριμένα το μη γκρέμισμα. Αντίθετα από την εποχή της αντιπαροχής όπου τα πάντα τα γκρεμίζαμε για να αναγείρουμε στη θέση τους, άλλα, νεότερα, και πιο συμφέροντα πρωτίστως, επέζησαν όλα τα ετοιμόρροπα και όλα τα εγκαταλειμμένα σπίτια και οι πολυκατοικίες ακόμα, απλά γιατί το χρήμα δεν υπήρχε.

Ξένοι, τουρίστες και άλλοι αιτούντες τη χρυσή βίζα, άρχισαν να βάζουν πόδι και χρήμα, πολλά πουλήθηκαν, πολλά έγιναν από σπίτια για νοίκιασμα rbnb, λιγόστεψαν τα σπίτια και μαζί άλλαξε θαρρείς και το βλέμμα, όπως πάντα συμβαίνει με τη σπάνιδα. Εκτιμήθηκαν οι μικρές μονοκατοικίες, οι απόμερες συνοικίες, οι μικρές αυλές και τα παράθυρα με θέα σε δρόμους ταπεινούς, έναντι της παλαιότερης των ρετιρέ με την «απρόσκοπτη» σε λόφους και βουνά του λεκανοπεδίου.

Έτσι άνθισε μια όψιμη αγάπη για την πόλη, έτσι άρχισε το σκύψιμο στις ομορφιές και στις ιδιαιτερότητές της, έτσι χαίρομαι μαζί με τους μεγεθυντικούς φακούς, τις κάμερες και τις παλέτες, και τα μολύβια που κάνουν ένα «αλτ» στη γκρίνια και μιζέρια, που κάνουν ένα pause για λίγο στη διαμαρτυρία, στη ταχύτητα που τρέχουμε και στη ταχύτητα που οι άλλοι κυνηγάνε -τι αλήθεια-;

Ενδεχομένως τώρα να καταλάβουν όσοι μίσησαν με όλη τους τη δύναμη τη πόλη, κι εκείνοι που μισήσανε και όσους δεν μισούσαν ότι άμα είσαι άρρωστος και μένεις σ΄ένα σπίτι, σ΄έναν τόπο, δεν θα σωθείς αν τον πυρπολήσεις για “απολύμανση”.

 

Η Αθήνα τη (άγια;) νύχτα 2019

Αν υποθέσουμε ότι η κρίση απέρχεται, σίγουρα φεύγει… νύχτα. Γιατί η νύχτα και ο κόσμος της, καλά κρατούν. Και ανακαινίζεται και ξαναβγαίνει στο κλαρί, αν είχε υποστείλει και ποτέ την μεθυσμένη της -ευγενικά το διατυπώνω- σημαία.

Στο κέντρο της Αθήνας η νύχτα τραβά ξανά προς τη δόξα. Και όποιος νύχτα περπατεί εκτός από τα περιττώματα που πατεί σύμφωνα με το λαϊκό ρητό, θα σκοντάψει και στα κατειλημμένα πεζοδρόμια όπου ο πεζός καλείται να κάνει σλάλομ για να μην καεί από τα αναμμένα τσιγάρα που εκσφενδονίζονται από τα στόματα των διωγμένων καπνιστών.

Ένα μαγαζί, μάλιστα, από τα άρτι ανακαινισμένα φρόντισε γι΄αυτό, εγκαθιστώντας κάτι γιγάντια χάλκινα καζάνια με τρίποδο, όπου δεν χρειάζεται ευστοχία Γουιέλμου Τέλλου για να στείλει ο καπνιστής την αναμμένη γόπα του στο στόχο. Αν δεν βρισκόμασταν στη καρδιά της πόλης θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να εκλάβει τα εν λόγω δοχεία και για κολυμπήθρες.

Παρακάτω, κάποιοι άλλοι, στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να πρωτοτυπήσουν διακόσμησαν τους τοίχους με μυριάδες φλούο πλαστικές ανθισμένες ορτανσίες που τύφλα νάχει το Πήλιο την άνοιξη.

Και σαν μην έφταναν όλα αυτά τα κιτσάτα σκηνικά που πλαιώνουν μενού με τιμές κοντά στο εικοσάρικο για μια χωριάτικη με ονομασία προέλευσης και άιζο γκουρμεδιάς, σου στέλνει και μπροσούρα και ο παραδοσιακός οικισμός του Χίλτωνος τη δική του πρόταση: Κρατηθείτε! 345 ευρώ το κεφάλι για να περάσετε τη πρώτη νύχτα της χρονιάς στο Γκάλαξι, όπου προφανώς και μόνο από τη τιμή θα δείτε τον ουρανό με τ΄ άστρα.

Θα δείτε όμως και τις «παύλες» επί της Βασιλίσσης Σοφίας και καλύτερα να δέσετε καλά τον τάρανδο της παιδικής σας ηλικίας μην αρχίσει τις κλωτσιές. Η ιδιωτική πρωτοβουλία που πατάει τα πόδια της στο πεζοδρόμιο, η προσγειωμένη επιχειρηματικότητα, ξέρει: Ο Έλληνας που διατίθεται να ξοδέψει κάτι τις παραπάνω «μέρες πούναι» θέλει και τη κολυμπήθρα του και  το λέλουδο το πλαστικό για να πει «χαλάλι, πλερώνω».

Ο μινιμαλισμός μπορεί να έχει παρισφρύσει στα πολύ καλά σαλόνια, τα άδεια, όπου απαγορεύεται διά νόμου το όποιο χρώμα πλην του γκρι και του γκρεζ, όπου το κάπνισμα είναι μια αισχρή μπαναλιτέ για το λαουτζίκο, αλλά του Έλληνος ο τράχηλος τη μεταμοντερνιά δεν υποφέρει.

Με όλα αυτά ήθελα να πω, κάθε χρόνο αναρωτιέμαι κι εγώ. Πού είναι τα Χριστούγεννα; Σε ποια εικόνα; Στο φωτισμένο σπιτάκι με το στολισμένο έλατο και γύρω του η πυρηνική οικογένεια με τις παντόφλες και τις κάλτσες τους αναρτημένες στο τζάκι να περιμένουν Αη Βασίλη; Ή μήπως στην Times Squair, New York, New York, με άπειρα νέον να διαφημίζουν το αύριο που δεν έρχεται ποτέ; Ή μήπως σε παιδιά που ατενίζουν το λιμάνι με καράβι ανά χείρας και τον Παπαδιαμάντη κάπου εκεί να σημειώνει μελαγχολικά;

Προσωπικά πάντως, σήμερα τα συνάντησα τα Χριστούγεννα, σε δρόμο κεντρικό, και ήταν μία μπάντα από νέους, με χάλκινα και ήχο ανάμεσα σε κάλαντα, Βαλκάνια και τζαζ. Και ήθελα αντί να πάρω κατηφόρα και να συνεχίσω για το δρόμο μου, σαν μαγεμένη να τους ακολουθήσω.

Να τα ξαναπούμε;

άι φων

Πόση ώρα αντέχεις χωρίς;…

Τη συσκευή σου, το κινητό, το άϊ κάτι σου, το τάμπλετ;

Πόση ώρα θα αντέξεις χωρίς να μιλάς, να σχολιάζεις, να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ποστ, κυβερνήσεις, φίλους, φόλοουερς;

Πόσοι σ΄ακολουθούν, πόσοι δηλώνουνε φιλία;

Πόση ώρα μπορείς να αντέξεις την ωραιότατη σιωπή που επιβάλλει η ομορφιά αυτών που βλέπεις, που ζεις, που δεν αντέχεις;

Ναι, δεν αντέχεται η ομορφιά καμιά φορά αν περισσεύει, αν είναι πιο μεγάλη από όσο μπορείς να αντέξεις κι εκεί θα πάω πάσο…

Ωστόσο, είδα με τα μάτια μου εφέτος, σ΄αυτή τη χώρα, μόνο, πουθενά αλλού τόσο πολύ, ανθρώπους που μόλις εγκαθίστανται οπουδήποτε να τραβάν φωτογραφίες και να κάνουν «σερ». Επίτηδες το γράφω έτσι με Ελληνικά στοιχεία. Θυμάμαι μια προϊστορική εποχή που μούλεγε ένας φίλος «κάνε ούντο», εννοώντας το undo!

Πόση ώρα αντέχει ο νέος γείτονας που καμαρώνω στο απέναντι μπαλκόνι; Και τον χαίρομαι, γιατί αντέχει. Βγαίνει στο μικρότατό του βεραντάκι μ΄έναν καφέ το πρωινό, με ένα ποτό τ΄απόγεμα. Βολεύεται ανάμεσα στα απλωμένα ρούχα ενός μωρού, ανάμεσα από γλαστράκια, σε μια καρέκλα κάθεται και έχει ραδιοφωνάκι.

Και κάθεται ο όμορφος αυτός άνθρωπος, χωρίς καμία άλλη συσκευή, χωρίς ένα βιβλίο ή ένα πιάτο, κάθεται και κοιτάει την όχι συγκλονιστική θέα της απέναντι πολυκατοικίας και επιδίδεται απ΄ό,τι φαίνεται στο πιο πολύτιμο, πιο σπάνιο, πιο γόνιμο που δεν στερείται εξ αιτίας μίας «σμαρτ» οθόνης και μίας συσκευής: ο άνθρωπος αυτός νομίζω ότι σκέφτεται.

Και σίγουρα θα έχει κάτι πια να πει όταν βρεθεί μαζί με άλλους (το ένδον διαμέρισμα είναι συνέχεια γεμάτο μ΄άλλους «άλλους», σημαντικούς ή μη). Όταν βρεθεί με άλλους θα έχει κάτι περισσότερο να πει από το «είσαι κούκλος/α», «καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα», «τυχεράκια σε ζηλεύω για εκεί που είσαι», «τί είπες πάλι και τί έγραψες, υπέροχη φωτο» και άλλα πολλά ασπόνδυλα σχολιάκια που οι μυριάδες μοναχικοί που είναι μόνοι ή και όχι ανά τον κόσμο ανταλλάσσουν μέσω των συσκευών όταν δεν την αντέχουν την ωραία γόνιμη σιωπή που θα γεννήσει κάτι άλλο.

Αμήν

Ο Μίκης και το σούσι

Και ξεκινάς για μία παραλία Κυκλαδίτικη αναζητώντας την ηφαιστειακή άμμο τη μαύρη και χρυσή και το πρασινογάλαζο εκείνο που είχες ήδη φανταστεί πριν να το φτάσεις. Και φτάνεις, εκεί, και είναι το τοπίο ανοιχτό πέρα για πέρα, περνάει και ένα μπλε καΐκι με μπλε πανί, και λες δεν ονειρεύομαι, ζω αυτό που από παιδί ακόμα ονειρεύτηκα: Κυκλάδες, και δεν ξέρεις γιατί σου έρχονται οι στίχοι του Ελύτη μες το στόμα κι αν πρώτα ερωτεύτηκες τους στίχους ή τη μουσική εκείνη ή αν ήτανε η μουσική που τους έφερνε, ή οι γωνιές που γίνονταν στο φως αόρατες καθώς δεν σταματούσε ο ασβέστης σε κεραμίδια και σκεπές αλλά με μια καμπύλη που φωτιζότανε απλά αλλιώς.

Που δεν μπορείς να περιγράψεις, μπορέσαν άλλοι, και το λες.

Μ΄αυτές τις σκέψεις και τα ερωτήματα εάν αγάπησες το κάτι που υπήρξε ή το κάτι που το δόξασαν οι καλλιτέχνες, εικαστικοί και ποιητές και μουσικοί και φωτογράφοι, πηγαίνεις για να βρεις και μια σκιά και ένα κάθισμα, το μπουκαλάκι το νερό. Το μπουκαλάκι το νερό; Εδώ αρχίζει η γκρίνια. Όταν η τιμή αυτή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα, εδώ η ποίηση στομώνεται κι αρχινάει η δίψα και η γκρίνια. Όχι γιατί δεν διαθέτεις κάποια παραπάνω σεντς για το νερό αλλά γιατί βρωμάει η ιστορία από μακριά.

Και κάνοντας close down αρχίζουν οι διαπιστώσεις. Οι ομπρέλες είναι ρεζερβέ. Για ποιόν; Για κάποιον που δεν εμφανίζεται καμία από τις τρεις ώρες τις μεσημεριανές που είμαι εκεί. Για κάποιον ένοικο του άνωθεν «τάχα» και χλιδάτου ξενοδοχείου. Για κάποιον που δεν έκανε χιλιόμετρα για νάρθει, για κάποιον που δεν μπαίνει σε δημόσιες συγκοινωνίες, για κάποιον που δεν συμμερίζεται την αγωνία του πτωχού λουόμενου και που απαιτεί με τα παχυλά του πουρμπουάρ να διατηρεί τη θέση πρώτο τραπέζι πίστα στη παραλία να τον περιμένει αχρησιμοποίητο ενώ ο άλλος ψήνεται στον ήλιο.

Κι εκεί που έχεις πάψει πια να σκέφτεσαι γιατί ψήνεσαι και έχεις βγάλει και το εσωτερικό σου περισκόπιο που προσπαθεί να εντοπίσει μια θέση όχι στον ήλιο αλλά στη σκιά, νάτη πετιέται αποξαρχής η Ρωμιοσύνη.

Ένα παιδάκι 8χρονο, 10χρονο, ρωτάει τη μαμά: «Το δικό μου σούσι δεν ήταν καλύτερο από του Γιωργάκη;»

Και η μαμά, ω του θαύματος απαντά «ναι, και είχε και απίθανες γαρίδες»

Το βράδυ αναμεταδίδεται στη τιβι μια συναυλία του Μίκη. «Αυτός που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά». Και στη ειδήσεις, η παλιά καινούργια εθνική μας Αντουανέτα, νάτη πετιέται κι αυτή και παίρνει το τιμόνι για να γιορτάσουμε την «επανάσταση»!

Συγνώμη Μίκη, αλλά φαντάστηκες κι εσύ έναν λαό ήρωα, σαν το μπλε καΐκι με το μπλε πανί μου. Μόνο που αυτό εγώ το είδα με τα μάτια μου, ενώ ο Έλληνας που δυστυχώς θα γίνει κάποτε αυτό που ήταν παλιά, αναρωτιέμαι αν υπήρξε.

Κι αν οι γαρίδες με το σούσι ταιριάζουν με τις πιέτες φουστανέλας ή μήπως με soleil.

Συνταγή (επιτυχίας) για μελό (κι όχι μακάρονα)

Είναι εποχιακό, είναι και νόστιμο, είναι και -κυρίως- οικονομικό, συμφέρον. Αν θέλετε μέρες που είναι να κερδίσετε, συμπάθεια, ενίσχυση, αναγνώριση και κυρίως ουδετερότητα απέναντι στην όποια μαλακία έχετε κάνει κατά τη διάρκεια του έτους (αλλά και ολόκληρης ζωής) η συνταγή είναι αλάνθαστη.

Βάζουμε στη φωνή και στο βλέμμα μπόλικο μέλι, μαρμελάδα ή και ζάχαρη άχνη πασπαλισμένη. Ο καιρός σηκώνει γλύκα, συγκίνηση επιφανειακή και επίσης επιφανειακή συναδέλφωση. Σκεφτείτε τα παιδάκια, τα προσφυγάκια, τα παιδιά της Μάνδρας και ανακοινώστε το αρμοδίως όπου και όσο μπορείτε. Σκεφτείτε τα αδέσποτα ζώα, φωτογραφίστε τα, ταΐστε τα με τα αποφάγια σας, ποζάρετε μαζί τους.

Αλλά ας γυρίσουμε στη συνταγή μας. Κοσκινίστε καλά τις γνωριμίες σας και στη συνέχεια μη χωρίσετε την ήρα από το στάρι. Όσο πιο πολλοί τόσο πιο καλοί (υποτίθεται). Χαμογελάστε από τα βάθη των εντέρων σας στους πιο θανάσιμους εχθρούς σας. Και καλέστε τους στο event σας σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλο και κάτι μπορεί να τσιμπήσετε (και) απ΄ αυτούς. Σκεφτείτε τους μεγάλους κομματάρχες και μιμηθείτε τους.

Στάξετε σιγά στο μίγμα αίμα, δάκρυ, ιδρώτα -και σπέρμα όσοι έχετε- και χτυπήστε τα καλά καλά μέχρι να βγει στην επιφάνεια η Γκρίνια. Όταν θα συμβεί αυτό θα σημάνει και η συνταγή της επιτυχίας. Στα πρωταρχικά κύτταρα του λαϊκισμού και του φασισμού: την οικογενειοκρατία, τον τοπικισμό και τον εθνικισμό, όπου ακούγεται δηλαδή η φράση «ο/η δικός/ιά μας» η Γκρίνια ήταν πάντα το μεγάλο λίπασμα που τα θέριευε, σε αντίθεση με την προσπάθεια, τη δουλειά, την επιμονή και το καλό πείσμα για επίτευξη στόχων.

Στη συνέχεια κλείστε την πόρτα σε οτιδήποτε νέο και φρέσκο και ρυθμίστε τη θερμοκρασία στο μηδέν. Όχι στο κρύο αλλά στο ανύπαρκτο. Κλειστείτε στα στερεότυπα που σας έχει διδάξει το κόμμα σας, η θρησκεία σας και η οικογένειά σας και τηρείστε τα όλα σε διασκευή ή ατόφια. Τίποτα να μην αλλάζει, τίποτα να μην σας ταράξει, τίποτα να μην παρεισφρύσει σε ό,τι ξέρετε, σε ό,τι σας παραδόθηκε, σε ό,τι σας είναι γνωστό, ασφαλές, μη ανταγωνιστικό. Όσο κινείστε στο μικρό αυτόν χώρο τίποτα δεν πρόκειται να σας υπενθυμίσει οποιαδήποτε μειονεξία σας, μακριά από ξένους, αλλοδαπούς, μη συγγενείς ή μη ενταγμένους σε κάποιο σύστημα που εσείς και η μικρή σας κοινότητα έχει καταδικάσει. Και μη σταματάτε να γκρινιάζετε γιατί το φαΐ δεν θα φουσκώσει και δεν θα ψηθεί. Θα παραμείνει ωμό και ματωμένο να σας θυμίζει την άγριά σας φύση ενώ εσείς πίσω από την ατέλειωτη γκρίνια θα πλασάρεστε ως άλλος Μεσσίας, άγιος και μελωμένος… κουραμπιές (τόσο αηδιαστικός στη γλυκύτητα του).

Μην τολμήσετε να κάνετε την οποιαδήποτε αυτοκριτική, θα χαθούν όλα.

Ευχουλίτσες, φιλάκια, σκυλάκια, γατάκια, λουλουδάκια και πεταλουδίτσες γλυκιές, μέλισσες ξουτ γιατί ως γνωστόν για την παραγωγή γνήσιας γλυκύτητας απαιτούνται άλλα πικρά, πολύ δουλειά και αλήθεια.

Σκουπίδια. Σακούλες σκουπιδιών.

 

Πραγματικά δεν θυμάμαι πόσες φορές έγραψα και εν συνεχεία πέταξα (ηλεκτρονικά) τις σκέψεις μου για τα σκουπίδια. Πρώτα απ΄ όλα, έχω την «τύχη» να περιστοιχίζομαι από κάδους, δύο από τη μια μεριά του σπιτιού και δύο από την άλλη. Ευκολία στην καθημερινότητα, δυστυχία στην απεργία, καθώς ξέχειλοι υψώνουν τα φορτία τους απειλώντας το μικρό μου μπαλκονάκι με την εγγύτητα της ανάλογης σκηνής του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας.

Δεύτερον, και εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι κάδοι αποτελούν στρατηγικό στόχο των ρακοσυλλεκτών της περιοχής που με έχουν οδηγήσει σε παρατηρήσεις: ένας γκριζομάλλης και μεσόκοπος, ανοίγει καθημερινά τον μπλε της ανακύκλωσης, ψαρεύει τα οικονομικά ένθετα -που διακρίνονται από το ροζ τους χρώμα- ανάβει τσιγαράκι, διαβάζει και στη συνέχεια κάνει τη σχετική διαλογή: χαρτόκουτες, παλιά περιοδικά μπαίνουν με τη σειρά και με επιμέλεια στην μεγάλη shopping bag του και φεύγει για τον επόμενο σταθμό.

Σημειώστε ότι ο άστεγος και αποσυνάγωγος αυτός της κοινωνίας, είτε από σύμπτωση είτε από κάποια πολύ πρακτική ανάγκη, ενημερώνεται για τα οικονομικά -δωρεάν- αλλά και φέρει τσάντα πολλαπλών χρήσεων, σε αντίθεση με τους συμπολίτες της γειτονιάς μου που εναποθέτουν στα σκουπίδια ένα πλήθος από αντικείμενα που δεν έχουν κλείσει τον κύκλο της ζωής και της χρήσης τους, περιττό να τα απαριθμήσω.

Το πιο μεγάλο «πάρτυ» δε των κάδων συντελείται όταν από τα φαινόμενα -παπούτσια, παλιές κουβέρτες, χύδην συσκευασίες από καλλυντικά και φάρμακα και πολλά ρούχα- στη περίπτωση θανάτου. Όπου προφανώς οι κληρονόμοι -ή οι παλαιοπώλες που επιτελούν το σχετικό «καθαρισμό» – αδειάζουν όπως όπως τα ενδιαιτήματα όπου πριν λίγο ξεψύχησε πλαισιωμένος από τα παλιά του ρούχα και από τα σύγχρονα φάρμακα ο παππούς ή η γιαγιά της απέναντι πόρτας…

Δεν θα επιμείνω άλλο στις σκουπιδοπεριγραφές. Πιστεύω ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται μια κοινωνία τα άχρηστα, ή μάλλον τα χρησιμοποιημένα της είναι ενδεικτικός:

Τα σκουπίδια του Έλληνα είναι πολλά, πάρα πολλά και ανάκατα. Εκτός που δεν ανακυκλώνει και εκτός που ακυρώνει και την προσπάθεια εκείνων που το πράττουν, καπακώνοντας το μπλε κάδο με τα οργανικά

-πετάει ολόκληρες σακούλες από το μπαλκόνι

-δεν δένει τις σακούλες

-η θέα του γεμάτου κάδου του είναι αδιάφορη. Θεωρεί το πεζοδρόμιο προέκταση.

– θεωρεί «άχρηστο» αυτό που παρέχεται «δωρεάν»

Για να κλείσω με το διπλανό αλλά όχι υποδεέστερο θέμα που είναι η φοβερή πλαστική σακούλα: χρόνια ωρύομαι στους μανάβηδες που χαραμίζουν καμιά φορά και χάρτινη και πλαστική και λαστιχάκι για ένα μάτσο μαϊντανό ή για δυο μπανάνες… Κάποτε δε, που αποτόλμησα να επιστρέψω τις πλαστικές για επανάχρηση οι συμπαθείς έμποροι της λαικής με ρωτούσαν «μα γιατί;» κοιτώντας με το μάτι της συμπόνιας για τη λόξα μου…

Ένας δε από όλους -ο πιο πολιτικοποιημένος- προσπάθησε να με πείσει με όρους «Αμαζονίου», του τύπου «με τόση μέγα ρύπανση των βιομηχανιών, τι να σου κάνει μια σακουλίτσα παραπάνω!»

Τα σκουπίδια θα μαζευτούν κάποτε, θέλω να πω, αλλά αν δεν μας φάει η χολέρα, στο μέλλον θα μας «φάει» στα σίγουρα το πρόστιμο της ΕΕ για την κακή διαχείριση των σκουπιδιών και κάποτε θα χρειαστεί με κάποιο «μνημόνιο» για τη προστασία των νερών και του αέρα αυτού του κόσμου

-να μην μας δίνουν σακούλες τζάμπα στα σούπερ μάρκετ
-να μην μπορούμε να πετάμε στους κάδους και στο πεζοδρόμιο ανεξέλεγκτες ποσότητες σκουπιδιών ανά νοικοκυριό
-να είναι υποχρεωτική η ανακύκλωση
-να περνάει ο σκουπιδιάρης 2-3 φορές τη βδομάδα και ανάλογα να κατεβάζουμε τα σκουπίδια λίγο πριν τις καθορισμένες ώρες

Μέχρι τότε, enjoy!!! τη ρωμέϊκη ελευθερία όσο την έχουμε γιατί θα την αποθυμήσουμε….