23/7/18 όρκος Βασιλίσσης

Φροντισμένο κούρεμα και στυλ μαλλιών, κοντά και βαμμένα, η κάθε άλλη γυναίκα ξέρει ότι απαιτείται χρόνος, χρήμα και καθρέφτης για να συντηρηθούν. Πολύς καθρέφτης το κυριότερο για να αναπτυχθεί ο διάλογος μου πάει δεν μου πάει, με μεγαλώνει με μικραίνει, με ομορφαίνει ή όχι και άλλα τινά χαριτωμένα.

Εκτός από το κούρεμα είναι και το φρέσκο μανικιούρ που διακρίνεται στις φωτογραφίες αλλά κυρίως το ύφος. Το ύφος της γυναίκας που κατέκτησε με τη σειρά ό,τι φαντάστηκε η ίδια, το περιβάλλον της, η ματαιοδοξία της. Και όταν ορκίστηκε υπουργός άφησε πίσω της τον άλλο όρκο της γιατρού, που θα γιάτρευε τον πόνο, την αρρώστια, το φόβο.

Πάνω στο φόβο και το πόνο, πάνω σε τσουρουφλισμένα κορμιά, πάνω σε λιωμένες λαμαρίνες, πάνω στο τοπίο της στάχτης, απέναντι στη θάλασσα που έπνιξε κραυγές, πάνω από το νερό που αντί να δροσίσει, έπνιξε ανήμπορους γέρους με αγκαλιά τα βρέφη.

Η καλοχτενισμένη και καλοντυμένη Βασίλισσα Όλγα που έχει αφήσει πίσω της τον πόνο και το φόβο, αρνείται την ευθύνη, θα μας ξεσκίσει μήνυσε στο αυτί του υπηκόου της, θα καίνε οι φωτιές και δεν θα στέλνει πυροσβέστες, όχι, θα εκδικηθεί, θα δει , ο δόλιος ανθρωπάκος τι πάει να πει κουράστηκα για αυτό το μανικιούρ, μέσα από τα πέδιλά μου έχει και πεντικιούρ καημένε, ανόητε που θες να ξεφουρνίσεις την αλήθεια.

Δεν ξέρεις πόσο μόχθησα για τη σινιέ μου τσάντα, κακομοίρη και μην με ξαναπείς «γιατρέ» μην πέσεις στα δικά μου χέρια έστω με μικροτραυματισμό στην εξοχή

Θα σε ξεσκίσω, τόχω ορκιστεί.

Μέρες επαπειλούμενου εγκλεισμού

Θα φύγουν όλοι όπως πάντα
αφού θα έχουν σπείρει το σπόρο μέσα μου του φόβου
θα φύγουν όλοι
θα περάσουνε αυτοί καλά
κι εγώ χειρότερα όπως πάντα
θα επιστρέφουν πάντα
μια Δευτέρα
για να μου διηγηθούν
τι δεν έκατσε καλά στην εκδρομή

Έξω απ΄το παράθυρο πάλι θα μαίνεται ζωή
κι εγώ θα προσπαθώ να κρατηθώ
όχι μακριά από το θάνατο
και την αρρώστια
αλλά από το βάραθρο του φόβου
που χαίνει μες το σπίτι

την ωραία φυλακή μου

 

να μην ξεχάσω
τότε που έγκυος
κατακαλόκαιρο
στο δεύτερο παιδί
και εγκαταλειμμένη

γιατί άλλοι πιο ξύπνιοι
δεν ήθελαν να χάσουν
τις διακοπές

μέσα στο σώμα
τότε
μαινότανε ζωή

 

 

 

στο Γιάννη Τσεκλένη

Ήταν η εποχή που ντυνόμασταν ή ονειρευόμαστε ρούχα να φορέσουμε και πιστεύαμε ότι θα ομορφαίναμε. Πριν διαδώσει ο lifestyle τύπος το ημι-γδήσιμο “ζαρτιέρα, και άγιος ο θεός”. Μάλλον και ο σχεδιάστης μας αγαπούσε τις γυναίκες όταν μας έντυνε με σχέδια από το φως, την ιστορία και τη κίνηση.

Με το ένα χέρι ακίνητο.

Και δεν μπορώ να μην το χαιρετίσω αυτό, το τελευταίο.

Όχι γιατί ήταν “ηρωισμός”, κατόρθωμα, ή ό,τι άλλο. Αλλά για την αξιοπρέπεια.

Καλό ταξίδι, Γιάννη Τσεκλένη, δώσε στα σύννεφα δικό σου σχήμα.

Κατερίνα μου

ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

Kαμαρώστε την πώς τρέχει
πώς δρέπει τον καρπό της φυστικιάς
-δεν θα μπορούσε δέντρο πιο ταιριαστό να της τύχει-
δείτε πώς τρέχει σαν αερικό
και πώς σπέρνει σπόρο ομορφιάς και καλοσύνης
δείτε τα μάτια της, ηλιοτρόπια
μόνο προς το φως κοιτούν
δείτε την αγκαλιά της που ανοίγει σαν την αχιβάδα
που φυλάσσει το κρυφό της δάκρυ
δείτε το χάρισμά της
μαργαριτάρι
φτιαγμένο με σύμμαχο το χρόνο
την επιμονή στη δύναμη της φύσης
και το πάθος του νερού

Δείτε πώς αφομοίωσε της θάλασσας τον παφλασμό
τη μουσική της
ακούστε την καλά
η μουσική της νότα νότα από όργανα μεταλλικά
κι από πνευστά ξανθά και γαλανά
αερικά
και χρίσματα
και ανοιξιάτικα νερά
μέσα τους στροβιλίζονται
οι μούσες και οι χάριτες

Αλλά στο χέρι της
κρατά μία γραφίδα σταθερά
γιατί εκτός από γεωργός που έσκαψε βαθιά
εκτός από αηδός
εκτός από γυναίκα
η Κατερίνα είναι φυλαχτό

Της μελωδίας φύλακας
και της παραφωνίας της ζωής
η πιο καλή ασπίδα

Πάει κι ο Θάνος…

και απορώ που ζούμε ακόμα με τόσους μεταστάντες “γονείς” των τραγουδιών που μας συνόδεψαν

Και για τον Καββαδία που μας σύστησε, με όλα τα ονόματα των ναυτικών, των καραβιών και των τόπων που μας εξοικείωσε, τότε που δεν ξέραμε ακόμα για τον ρατσιστή που κρύβαμε μέσα μας, για το παράθυρο στη θάλασσα

Και για το γέρο Καβάφη που μας τον κέντησε με μουσική

Και μία λέξη ακόμα για τον φίλο, Οδυσσέα, που τον έχασε

Δύναμη
σε όποιον έχει χάσει την υγεία στο σώμα αλλά την έχει στη καρδιά γιατί την είχε πάντα στο μυαλό, σε εκείνη τη ορθάνοιχτη γωνιά με την αγάπη

 

ισχύει και για το φθινόπωρο;

 

 

 

Από κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου, 24.07.2019

“Μια πρόποση στις τελευταίες φορές αυτού του καλοκαιριού: Να μην περιλαμβάνουν ανθρώπους.”

αντίο χρονιά της εκατόμβης

 

“κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο”

 

είδα μια μέρα

“το σύννεφο με παντελόνια”

αναμμένο φως

CTziubFUsAA0bj1

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΑΡΑ

adam

 

Η τελευταία της επιθυμία ήταν να τον δει.
Έτσι όπως κοίταξε κάποτε ο ίδιος -και ζωγράφισε- τον εαυτό του. Απέναντί του εκείνη τη στιγμή όπως τους αποτύπωσε ο φακός, η κίνηση, τα βλέμματα κι η γεωμετρία των μορφών σαν το Μάθημα Ανατομίας το δικό του, ανεστραμμένο…

Βρήκαν τον δρόμο τους μέσα από χρόνια, ανθρώπους και καταστάσεις τα οράματά του, για να του επιστρέψουν τη εικόνα, τη ζωή,  μέσα από μια ζωή που σβήνει

Η είδηση
(Χθες, μια γυναίκα που πεθαίνει, ζήτησε ως τελευταία χάρη, να την πάνε στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ, να δει για ακόμη μια φορά τον αγαπημένο της πίνακα του Ρέμπραντ -μια από τις Αυτοπροσωπογραφίες του. H ιδιαίτερη επιθυμία της γυναίκας έγινε πραγματικότητα χάρη στο Stichting Ambulance Wens Nederland, ένα Ολλανδικό μη κερδοσκοπικό σωματείο νοσηλευτών που εκπληρώνει τις επιθυμίες ασθενών που βρίσκονται στο τελευταίο τους στάδιο. Όλη η ποίηση και η μπλόφα της ζωής μας σε μια φωτογραφία. (Πηγή: www.lifo.gr) 

The_Anatomy_Lesson

 

Άνναμπελ Λη, Edgar Allan Poe, μετάφραση

640px-Edgar_Allan_Poe_2

It was many and many a year ago,

 

   In a kingdom by the sea,

 

That a maiden there lived whom you may know

 

   By the name of Annabel Lee;

 

And this maiden she lived with no other thought

 

   Than to love and be loved by me.

 

 

I was a child and she was a child,

 

   In this kingdom by the sea,

 

But we loved with a love that was more than love—

 

   I and my Annabel Lee—

 

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

 

   Coveted her and me.

 

 

And this was the reason that, long ago,

 

   In this kingdom by the sea,

 

A wind blew out of a cloud, chilling

 

   My beautiful Annabel Lee;

 

So that her highborn kinsmen came

 

   And bore her away from me,

 

To shut her up in a sepulchre

 

   In this kingdom by the sea.

 

 

The angels, not half so happy in Heaven,

 

   Went envying her and me—

 

Yes!—that was the reason (as all men know,

 

   In this kingdom by the sea)

 

That the wind came out of the cloud by night,

 

   Chilling and killing my Annabel Lee.

 

 

But our love it was stronger by far than the love

 

   Of those who were older than we—

 

   Of many far wiser than we—

 

And neither the angels in Heaven above

 

   Nor the demons down under the sea

 

Can ever dissever my soul from the soul

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

 

For the moon never beams, without bringing me dreams

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And so, all the night-tide, I lie down by the side

 

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

 

   In her sepulchre there by the sea—

 

   In her tomb by the sounding sea.

 

Άνναμπελ Λη

Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

‘Ημουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
‘Ανεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! – Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη

Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
– και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.

 

δημοσιεύεται στο περιοδικό NOTATIONES ένθετο στο μπλογκ Βαρελάκι