ισχύει και για το φθινόπωρο;

 

 

 

Από κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου, 24.07.2019

“Μια πρόποση στις τελευταίες φορές αυτού του καλοκαιριού: Να μην περιλαμβάνουν ανθρώπους.”

αντίο χρονιά της εκατόμβης

 

“κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο”

 

είδα μια μέρα

“το σύννεφο με παντελόνια”

αναμμένο φως

CTziubFUsAA0bj1

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΑΡΑ

adam

 

Η τελευταία της επιθυμία ήταν να τον δει.
Έτσι όπως κοίταξε κάποτε ο ίδιος -και ζωγράφισε- τον εαυτό του. Απέναντί του εκείνη τη στιγμή όπως τους αποτύπωσε ο φακός, η κίνηση, τα βλέμματα κι η γεωμετρία των μορφών σαν το Μάθημα Ανατομίας το δικό του, ανεστραμμένο…

Βρήκαν τον δρόμο τους μέσα από χρόνια, ανθρώπους και καταστάσεις τα οράματά του, για να του επιστρέψουν τη εικόνα, τη ζωή,  μέσα από μια ζωή που σβήνει

Η είδηση
(Χθες, μια γυναίκα που πεθαίνει, ζήτησε ως τελευταία χάρη, να την πάνε στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ, να δει για ακόμη μια φορά τον αγαπημένο της πίνακα του Ρέμπραντ -μια από τις Αυτοπροσωπογραφίες του. H ιδιαίτερη επιθυμία της γυναίκας έγινε πραγματικότητα χάρη στο Stichting Ambulance Wens Nederland, ένα Ολλανδικό μη κερδοσκοπικό σωματείο νοσηλευτών που εκπληρώνει τις επιθυμίες ασθενών που βρίσκονται στο τελευταίο τους στάδιο. Όλη η ποίηση και η μπλόφα της ζωής μας σε μια φωτογραφία. (Πηγή: www.lifo.gr) 

The_Anatomy_Lesson

 

Άνναμπελ Λη, Edgar Allan Poe, μετάφραση

640px-Edgar_Allan_Poe_2

It was many and many a year ago,

 

   In a kingdom by the sea,

 

That a maiden there lived whom you may know

 

   By the name of Annabel Lee;

 

And this maiden she lived with no other thought

 

   Than to love and be loved by me.

 

 

I was a child and she was a child,

 

   In this kingdom by the sea,

 

But we loved with a love that was more than love—

 

   I and my Annabel Lee—

 

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

 

   Coveted her and me.

 

 

And this was the reason that, long ago,

 

   In this kingdom by the sea,

 

A wind blew out of a cloud, chilling

 

   My beautiful Annabel Lee;

 

So that her highborn kinsmen came

 

   And bore her away from me,

 

To shut her up in a sepulchre

 

   In this kingdom by the sea.

 

 

The angels, not half so happy in Heaven,

 

   Went envying her and me—

 

Yes!—that was the reason (as all men know,

 

   In this kingdom by the sea)

 

That the wind came out of the cloud by night,

 

   Chilling and killing my Annabel Lee.

 

 

But our love it was stronger by far than the love

 

   Of those who were older than we—

 

   Of many far wiser than we—

 

And neither the angels in Heaven above

 

   Nor the demons down under the sea

 

Can ever dissever my soul from the soul

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

 

For the moon never beams, without bringing me dreams

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And so, all the night-tide, I lie down by the side

 

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

 

   In her sepulchre there by the sea—

 

   In her tomb by the sounding sea.

 

Άνναμπελ Λη

Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

‘Ημουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
‘Ανεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! – Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη

Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
– και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.

 

δημοσιεύεται στο περιοδικό NOTATIONES ένθετο στο μπλογκ Βαρελάκι

Robin Williams Dead Poet

BuzAaslIEAALZw1

Τα μάτια της Μαρίας Μποσταντζόγλου

2 ποιήματα στη μνήμη της

μαρια μ.

Λάμπουν τα μάτια της μέσα από όλα τα πορτρέτα
κι οι ζωγραφιές δακρύζουν τώρα
σαν Παναγιές θαυματουργές
Μαρίες, καλοκαιρινές, νησιώτισσες, Θαλασσινές

Το αλμυρό της δάκρυ
άφησε να φύγει
η Μαρία
το δάνεισε σε χίλιες ζωγραφιές
το άφησε στις Φαύστες, στις Ρωξάνες και στις Μπουμπουλίνες
τα μάτια έκλεισε στο επίγειο φως
και πάει εκεί που ο Μέντης
τα μάτια της για πάντα σχεδιάζει
με τα πινέλα μέσα σ΄ ένα ποτήρι ουρανό.