ευχαριστία

ευχαριστώ και εύχομαι παντοτινή υγεία και επάρκεια σε όσους μου χάρισαν τα πολύτιμά τους, αίμα και χρόνο τώρα που τα είχα ανάγκη

τους δικούς μου εξ αίματος και εξ αγχιστείας, τους φίλους μα και τους άγνωστους

με ευγνωμοσύνη

κάθαρση

 

  1. 1.   Ορισμοί για: καριόλα – slang.gr

Καριόλα ήταν, είναι και θα είναι η καρέκλα (το κάθισμα) του γυναικολόγου, που βάζει την πελάτισσα-ασθενή του να κάτσει έτσι ώστε να βλέπει καλά έξω και μέσα

 

Φεύγω απ΄το νοσοκομείο περπατώντας με την προσδοκία. Για ένα γράμμα, με μια διάγνωση, με το ποθούμενο «αρνητικό» πρόσημο. Το αρνητικό, που επιζητούσα κι άλλοτε, στην άλλη άκρη της ζωής μου. Όταν κάποτε, ανήλικη, με την ίδια μήτρα μέσα μου, είχα καταφύγει σε έναν αλήτη γιατρό που μου είχε πει «να έρθεις αύριο νηστική να σε καθαρίσω», μαζί με ένα ποσό σε χιλιάδες δραχμές. Αυτός ο βρόμικος άνθρωπος, σε ένα βρόμικο, κίτρινο ιατρείο που είχα εντοπίσει στις σελίδες του χρυσού οδηγού –τόσο έντονη είναι αυτή η ταύτιση που δεν θυμάμαι πια αν και το άθλιο εξεταστήριο δεν ήταν κι αυτό στρωμένο με κίτρινες στη μνήμη μου παλιές εφημερίδες-

Από τότε η αίσθηση της βρομιάς ταυτίστηκε, όχι με τον αλήτη που την έβγαλε από το στόμα του, αλλά με το περιεχόμενο της μήτρας μου. Που ευτυχώς, τότε δεν ήταν έμβρυο, ήταν απλά μια καθυστερημένη περίοδος, και μια πρώϊμη στη ζωή, πληγή.

Τώρα φεύγω από καθαρό και σύγχρονο νοσοκομείο, με το κεφάλι μου ψηλά, με το ενήλικο παιδί μου να με συνοδεύει, με σωστούς επιστήμονες δίπλα μου και με έναν ιστό λιγότερο στο σώμα μου, έναν περισσότερο στο εργαστήριο που θα τον βάλει κάτω ανιχνεύοντας τυχόν ενδεχόμενο για κακοήθεια.

Με τόση κακοήθεια απ΄έξω, γιατί να πάει να τρυπώσει και μέσα στη μήτρα μου;

Μάλλον θα  ξέρει ότι κάποιος κάποτε με έπεισε ότι είμαι βρόμικη κι ότι χρειάζομαι καθάρισμα εκεί μέσα.

EXTERMINATOR II (Η βιασύνη των περαστικών)

 

Ποτέ δεν πήρα ελαφριά τα πράματα ποτέ δεν τα κοίταξα απρόσωπα και ρηχά. Ποτέ δεν το κατάφερα. Και ας μου λέγαν όλοι. Και εν συνεχεία χαίρονταν και για τα βάρη που απαλλάχτηκαν οι ίδιοι και για το βάθος που είχαμε πάει μαζί. Ποτέ δεν άφησα απότιστες τις λύπες που μου άφησαν το καλοκαίρι και πάντοτε χαιρόμουνα όταν επέστρεφαν και έβλεπαν στη θέση τους δυο ανθισμένες γλάστρες.

Κάθε φορά που έφευγαν μεγάλωνα και λίγο.

Γέλαγαν κιόλας που ψήλωσα και έδειχνα γυναίκα και γέλαγα κι εγώ υποχρεωτικά

Γι αυτό γιατρέ μου στράβωσε η μέση γι΄ αυτό και θόλωσε το βλέμμα που κοιτούσα.

Γιατί τα έπαιρνα όλα βαριά γιατί τα έβλεπα από μέσα μου.

Δώσε μου τώρα αντιφλεγμονώδη, γράψε μου καινούργια γυαλιά και καινούργια ρηχά μάτια και χάρισε μου αν μπορείς και πόδια πιο κοντά, πολύ κοντά

Παιδί ή έντομο έντρομο

αναγνώριση

Έρχεται ξαφνικά ένα βράδυ, που δίνεις τα χέρια με έναν άνθρωπο που μέχρι χτες σου ήτανε τελείως άγνωστος. Έχετε ήδη όμως πει πολλά, και άσχετα. Είναι που και στους δυο αρέσει η ησυχία, που κι οι δυο μπορείτε να μείνετε ώρες κοιτώντας κάπου στον ορίζοντα, έτσι δεν έγινε και γνωριστήκατε; Είναι που και οι δυο γελάτε, πολύ, με πράγματα που οι άλλοι δεν γελάνε. Είναι που και οι δυο ενοχλείστε από πράγματα που δεν ενοχλούνται οι άλλοι. Είναι που μείνατε πολύ ώρα σιωπηλοί, σχεδόν ολόκληρη ζωή.

Είναι που στον εγκέφαλό σας τρέχουνε κάτι περίεργα κύματα και πότε-πότε σας χτυπάει, λένε μία αύρα. Είναι που κάποτε μείνατε με ένα μετέωρο εισιτήριο στο χέρι, με ένα στυλό, με ένα βλέμμα μετέωρο. Και τα τρία ξέρετε τι να τα κάνετε, κι οι δυο. Αλλά έτσι συμβαίνει όταν έρχεται το κύμα εκείνο. Μπορεί να είναι και που λιώνει ο χώρος μες το χρόνο. Κάτι σαν το dasein του Martin, λες;

Αλλά όλα αυτά, το ξέρετε κι οι δυο, έτσι όπως κατορθώσατε να μάθετε κουτσά-στραβά, λίγα μασημένα λόγια, στη κυριολεξία μασημένα, εδώ γελάτε και οι δυο με τη ψυχή σας.

Με τη ψυχή σας, βλέπετε σαν θεατές, κι οι δύο, το μυαλό σας να σας κάνει «νερά» πότε-πότε, τα κύματα που λέγατε.

Με τις περιγραφές των άλλων, και με τη στεναχώρια τους, μάθατε, για το σώμα μας που εκείνη τη στιγμή δεν ήσασταν εκεί, εκείνη τη στιγμή που δεν το ορίζατε κι έπαιρνε το δικό του δρόμο, τον άγνωστο δρόμο, μόνο του.

Αλλά τώρα είστε και οι δύο εδώ, παρόντες, ορίζετε το σώμα σας, δεν μασάτε τη γλώσσα σας, απλώνετε τα χέρια σας, τα σφίγγετε, γνωρίζεστε, αναγνωρίζεστε, «κι εγώ», «κι εγώ».

Είμαστε και οι δύο επιληπτικοί.

Αποχαιρετώντας έναν αδελφό – δικό μου

Χωρίς σχήματα λόγου, και χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μυθοπλασίες.

Αδελφός εξ αίματος, συνονόματος.

Κάποτε κοιμηθήκαμε στην ίδια μήτρα.

Κάποτε έκλεβε το γλυκό από το βάζο, και ύστερα μου το βάζε στα χέρια να το σπάσω.

Κάποτε έπαιρνε τα μολύβια απο τη σάκκα μου, μετά μου έβαζε στυλό στα χέρια και βρώμικα χαρτιά να υπογράψω.

Κάποτε άρχισε να φοβάται τις αρρώστιες.

Κάποτε με πήρε στο τηλέφωνο και είπε «Μαράκι έχεις γράμμα» υπονοώντας, εννοώντας μάλλον καθαρά τον λογαριασμό και τα τέλη από τον οικογενειακό μας τάφο.

Και κάποτε, αποφάσισε να προφασίζεται αρρώστιες, υπαρκτές και ανύπαρκτες, να απειλεί με θάνατο, «θα φύγω».

Δεν φόρεσα εκείνη την εποχή ούτε καν μαύρα γυαλιά, ήταν ο φοβερός μήνας Δεκέμβρης, που σκοτώνανε παιδιά στο δρόμο.

 Δεν ήξερα για μήνες αν είναι ανάμεσα στους ζωντανούς ή τους νεκρούς.

Και η αγάπη είναι παράλογη και ψεύτρα, ακόμα κι όταν απειλεί με θάνατο μέσα σε γράμμα.

Και αποδείχθηκε το όλον, μια φάρσα, μια παγίδα με απώτερους σκοπούς οικονομικούς. «Μαράκι έχεις γράμμα», αυτό ήταν όλο.

Και τώρα τον αποχαιρετώ ακόμα μια φορά, ετούτη από τον κόσμο των γνωστικών, που τόσο το προσπάθησε να μην ανήκω.

Αντε, γεια. Και μην μας γράφεις.

Το να μην παίρνεις μία θέση, ή από δω ή από κει, όπως και τα πιο αθώα ψέματα γραμμένα, ο λόγος που σκοτώνει.

Και έχω αποφασίσει όσο ζω να ζω, και τίποτ΄ άλλο.

Να γράφω αλήθεια μόνο, τίποτ΄ άλλο.