Στροφή για την Αθήνα

φωτο: Ν.Χ.

Φαίνεται ότι το δημόσιο συναίσθημα για την Αθήνα είναι συντονισμένο με τη γενικότερη αμφιθυμία αλλά στα χρόνια της κρίσης το μίσος ήταν επικρατέστερο. Την έσπασαν, την έκαψαν, την μαγάρισαν, την βανδάλισαν όσο μπόρεσαν -όσοι το έκαναν-. Και φάνηκε και  «φυσιολογικό». Άνθρωποι οργισμένοι, αγανακτισμένοι, ξεσπιτωμένοι και κυνηγημένοι, τι να έκαναν άλλο;

Από την άλλη, άλλοι τόσοι αγαπούσαν μάλλον λαθραία την Αθήνα. Γιατί πως αλλιώς να ερμηνεύσω το γεγονός ότι ξεμύτισαν και ότι η πόλη ανατέμνεται, αναλύεται, βιογραφείται, σχεδόν δοξάζεται;

Κτίρια του μεσοπολέμου απαθανατίζονται, πόρτες και παράθυρα αναδεικνύονται  από κάμερες, σοκάκια φωτογραφίζονται. Ακόμα κι η ασκήμια της Αθήνας, τα καλώδια, οι ταμπέλες, οι κεραίες, τα μισογκρέμια και τα κατεδαφιστέα γνωρίζουν δόξα νέα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ούτε καν μια νύχτα σκοτεινή και άγρια, με όλα όσα κρύβει και υποθάλπει η κάθε μεγαλούπολη.

Φαίνεται πως τα χρόνια του θυμού, η Αθήνα έγινε το εξιλαστήριο θύμα. Της φέρθηκαν όπως οι έφηβοι που μέσα τους πιστεύουν ότι για όλα φταίει ένας, μία, ή ό,τι τους περιβάλλει. Οπότε και ο φταίχτης, εν προκειμένω, ο τόπος, μπορεί και να πληρώσει τα σπασμένα. Και όταν η κρίσιμη κατάσταση κι η ηλικία παρέρχεται, το θύμα το υποτιθέμενο της πόλης, πάλι σ΄αυτήν γυρίζει, κοιτάει την ιστορία της, φροντίζει τις πληγές της κι εκτιμάει ό,τι δεν καταστράφηκε τελείως στην επίμαχη την εποχή.

Συνετέλεσε και ο οικονομικός παράγοντας που σταμάτησε το χτίσιμο, και πιο συγκεκριμένα το μη γκρέμισμα. Αντίθετα από την εποχή της αντιπαροχής όπου τα πάντα τα γκρεμίζαμε για να αναγείρουμε στη θέση τους, άλλα, νεότερα, και πιο συμφέροντα πρωτίστως, επέζησαν όλα τα ετοιμόρροπα και όλα τα εγκαταλειμμένα σπίτια και οι πολυκατοικίες ακόμα, απλά γιατί το χρήμα δεν υπήρχε.

Ξένοι, τουρίστες και άλλοι αιτούντες τη χρυσή βίζα, άρχισαν να βάζουν πόδι και χρήμα, πολλά πουλήθηκαν, πολλά έγιναν από σπίτια για νοίκιασμα rbnb, λιγόστεψαν τα σπίτια και μαζί άλλαξε θαρρείς και το βλέμμα, όπως πάντα συμβαίνει με τη σπάνιδα. Εκτιμήθηκαν οι μικρές μονοκατοικίες, οι απόμερες συνοικίες, οι μικρές αυλές και τα παράθυρα με θέα σε δρόμους ταπεινούς, έναντι της παλαιότερης των ρετιρέ με την «απρόσκοπτη» σε λόφους και βουνά του λεκανοπεδίου.

Έτσι άνθισε μια όψιμη αγάπη για την πόλη, έτσι άρχισε το σκύψιμο στις ομορφιές και στις ιδιαιτερότητές της, έτσι χαίρομαι μαζί με τους μεγεθυντικούς φακούς, τις κάμερες και τις παλέτες, και τα μολύβια που κάνουν ένα «αλτ» στη γκρίνια και μιζέρια, που κάνουν ένα pause για λίγο στη διαμαρτυρία, στη ταχύτητα που τρέχουμε και στη ταχύτητα που οι άλλοι κυνηγάνε -τι αλήθεια-;

Ενδεχομένως τώρα να καταλάβουν όσοι μίσησαν με όλη τους τη δύναμη τη πόλη, κι εκείνοι που μισήσανε και όσους δεν μισούσαν ότι άμα είσαι άρρωστος και μένεις σ΄ένα σπίτι, σ΄έναν τόπο, δεν θα σωθείς αν τον πυρπολήσεις για “απολύμανση”.

 

Τσόκλης αυτοβιογραφούμενος

ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟ BOOK PRESS

 

Για το βιβλίο του Κώστα Τσόκλη «”Εν τέλει”, πάλι ο Λόγος είναι!» (εκδ. Καστανιώτη).

«Εν τέλει, πάλι ο Λόγος είναι» αντιπαραβάλλει στην ευαγγελική ρήση, ο Κώστας Τσόκλης  και τιτλοφορεί τη συλλογή κειμένων που τον αφορούν: Ομιλίες που εκφώνησε, σχόλια άλλων πάνω στην τέχνη και το πρόσωπό του, συνεντεύξεις που παραχώρησε και σχόλια του ίδιου πάνω στα εικαστικά, τη ζωή και τη κοινωνία.

Θα διαβάσουμε κομμάτια τρυφερά ακόμα κι όταν είναι σκληρά, τα παιδικά του βιώματα και τα δύσκολα χρόνια. Θα διηγηθεί τα γεγονότα από μια νιότη λαμπερή, γεμάτη πάθος, έρωτα και τέχνη. Θα μας μιλήσει για τη δικαίωση από τον βιωμένο πόνο, το παρελθόν και το παρόν του πάθος για ζωή, ομορφιά κι ουσία καθώς θεάται τον κόσμο με το ατίθασο και ασυμβίβαστό του βλέμμα

Είναι Έλληνας, το γνωρίζει και το αποδέχεται παράλληλα με  την διεθνή του αναγνώριση. Όντας σαφής, βαθύς και αυτοδημιούργητος, σεβόμενος τη δύναμη και την ορμή της φύσης και καθώς αισθάνεται την ανθρώπινη απουσία όπου αυτή κυριαρχεί,   αποδίδει ψυχή στο χώμα και στο νερό, γίνεται Ποιητής.  Ένα παιδί που ανατράφηκε στα σκοτεινά συνωστισμένα υπόγεια της Αθήνας, που ένοιωσε κατάσαρκα το ζόφο του πολέμου, αντιπαρέβαλε με έργο, τους πιο φωτεινούς και καθαρούς ορίζοντες. Καθόλου τυχαίο, αφού η πρόθεσή του, μας δηλώνει, δεν είναι να διδάξει, να συμβολίσει ή να υπονοήσει αλλά να «καθαρίσει τη βρωμιά» και να μας τον αποδώσει τον κόσμο, αληθινό και διαυγή συγχρόνως.

Ενώ συμπύκνωσε στο έργο του πολλαπλές τάσεις, κατάφερε να αρθρώσει μια καινούργια γλώσσα εικαστική, για να επικοινωνήσει με την εποχή και με το «σήμερα». Ασπάστηκε τη τωρινή -σχεδόν μελλοντική- απεικόνιση με τις τεχνολογικές εφαρμογές που σέβεται και χρησιμοποιεί, αλλά ως γραφιάς, εκφράζεται σε μια γλώσσα απλή, σαφή και κατανοητή, εξίσου παραστατική με την εικαστική.

Ακόμα και ο αναγνώστης που δεν έχει  εξοικειωθεί με τους κώδικες αυτούς, θα απολαύσει το ταξίδι. Οι προβληματισμοί του Τσόκλη, έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους και τις αγωνίες τους, διατυπώνονται με ταπεινότητα, η επιτυχία αντιμετωπίζεται σαν μια βαριά αποσκευή, αλλά με λόγο πόσο ανάλαφρο αλήθεια, ενόσω ξετυλίγει μια σκέψη κατά περίσταση αιρετική, αδιάλειπτα διαυγή, σίγουρα κοστολογημένη από εμπειρία ζωής, και ψάξιμο ασταμάτητο.

Αθεράπευτα δεμένος με την Τέχνη αναφέρεται σ΄ αυτήν και σε όλα τα διλήμματα: ο καλλιτέχνης ή τα δημιουργήματά του δικαιώνονται στο τέλος; Τι πρέπει να γίνει για να διασωθεί η Τέχνη και σε ποια γλώσσα να της μιλήσεις; Και εύχεται να βρει η δική του δημιουργία στέγη στην ανθρώπινη ψυχή αντί για τ΄ άψυχα μουσεία, οπότε την επιβιβάζει σοφά στο σωστό όχημα προς την αθανασία, στις επερχόμενές του γενεές, και όπως φαίνεται το καταφέρνει.

Ποιος είναι στο τέλος ο Κώστας Τσόκλης; Αυτός που φορτώθηκε το κάτοπτρο στο σχήμα του σταυρού και ανηφόρισε ως το κολαστήριο στη Σπιναλόγκα, για να καθρεφτιστεί εκεί, μες το χυμένο αίμα, μέσα στη φλόγα που κατατρώει όλο το νερό, μέσα στον ουρανό που όλα τα γιατρεύει.

Είναι αυτός που κάποτε αντάλλαξε ένα λαμπτήρα με άρτο επιούσιο, που σκαρφάλωσε στις σκαλωσιές για να αναστήσει μνήμες και καταγωγή, να εξουθενώσει τους εφιάλτες και τους δράκους. Ο Τσόκλης που οραματίστηκε με χρώματα το ίδιο διαφανή το δράμα της Μήδειας ή του ξυπόλητου παιδιού, τις σκιές του φόβου και  του πόνου, ονόμασε τον εαυτό του «τελευταίο λεπρό», περπάτησε πάνω σε ένα χιόνι από κάτασπρο αλάτι, και συνεχίζει σαν παιδί, μπορεί, ακόμα να δακρύζει .

Απ΄την αρχή μέχρι το τέλος, Τσόκλης είναι!

«Εν τέλει», πάλι ο Λόγος είναι!
Κώστας Τσόκλης
Καστανιώτης 2019
Σελ. 352, τιμή εκδότη €15,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΚΛΗ

 

στο Γιάννη Τσεκλένη

Ήταν η εποχή που ντυνόμασταν ή ονειρευόμαστε ρούχα να φορέσουμε και πιστεύαμε ότι θα ομορφαίναμε. Πριν διαδώσει ο lifestyle τύπος το ημι-γδήσιμο “ζαρτιέρα, και άγιος ο θεός”. Μάλλον και ο σχεδιάστης μας αγαπούσε τις γυναίκες όταν μας έντυνε με σχέδια από το φως, την ιστορία και τη κίνηση.

Με το ένα χέρι ακίνητο.

Και δεν μπορώ να μην το χαιρετίσω αυτό, το τελευταίο.

Όχι γιατί ήταν “ηρωισμός”, κατόρθωμα, ή ό,τι άλλο. Αλλά για την αξιοπρέπεια.

Καλό ταξίδι, Γιάννη Τσεκλένη, δώσε στα σύννεφα δικό σου σχήμα.

Κατερίνα μου

ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

Kαμαρώστε την πώς τρέχει
πώς δρέπει τον καρπό της φυστικιάς
-δεν θα μπορούσε δέντρο πιο ταιριαστό να της τύχει-
δείτε πώς τρέχει σαν αερικό
και πώς σπέρνει σπόρο ομορφιάς και καλοσύνης
δείτε τα μάτια της, ηλιοτρόπια
μόνο προς το φως κοιτούν
δείτε την αγκαλιά της που ανοίγει σαν την αχιβάδα
που φυλάσσει το κρυφό της δάκρυ
δείτε το χάρισμά της
μαργαριτάρι
φτιαγμένο με σύμμαχο το χρόνο
την επιμονή στη δύναμη της φύσης
και το πάθος του νερού

Δείτε πώς αφομοίωσε της θάλασσας τον παφλασμό
τη μουσική της
ακούστε την καλά
η μουσική της νότα νότα από όργανα μεταλλικά
κι από πνευστά ξανθά και γαλανά
αερικά
και χρίσματα
και ανοιξιάτικα νερά
μέσα τους στροβιλίζονται
οι μούσες και οι χάριτες

Αλλά στο χέρι της
κρατά μία γραφίδα σταθερά
γιατί εκτός από γεωργός που έσκαψε βαθιά
εκτός από αηδός
εκτός από γυναίκα
η Κατερίνα είναι φυλαχτό

Της μελωδίας φύλακας
και της παραφωνίας της ζωής
η πιο καλή ασπίδα

Γυναίκες με καρύδια: Έλενα και Ευτυχία

Δύο γυναίκες, γυναικάρες. Με καρύδια και την ικανότητα να συγκινούν, να συναρπάζουν με το έργο τους. Τις προσέγγισα ξανά μέσω οθονών, σινεμά για τη Παπαγιαννοπούλου, σειρά στη τηλεόραση η «υπέροχη φίλη» της Φερράντε. ΄Εργα σύνθετα και απλά, αβίαστα ξεδιπλωμένα, ταλέντα αστείρευτα, σε φαντασία, συσχετισμούς και ρεαλισμό. Με βαθιά γνώση -από πρώτο χέρι- των ανθρώπινων παθών. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ρεαλισμός να δίνεται με μιαν «απόσταση» θα έλεγα, από το σκοτεινό κομμάτι, με φίλτρο έμφυτο που μυστηριωδώς  καταφέρνει αντί να πνίγει, να απελευθερώνει.

Υπάρχει αυτό το κοινό έδαφος που πατούν οι δύο καλλιτέχνιδες. Με χώμα γόνιμο, την εποχή που έδρασαν, τα πάθη που τιθάσευσαν οι περσόνες που δημιούργησαν, τη γλαφυρότητα και την αναπάντεχη  ποιητικότητα που εκφράστηκαν.

Η Ευτυχία και η Έλενα, η Έλενα κι η Ευτυχία. Μαστόρισσες και μάγισσες της γλώσσας και της πένας, χάραξαν την εποχή τους. Η μια με στίχους πάνδημης αποδοχής, η άλλη με ένα από τα πλέον διαβασμένα πεζογραφήματα της εποχής μας: τη λεγόμενη Τετραλογία της Νάπολης. Η στιχουργός αμοιβόταν με πενταροδεκάρες η πεζογράφος εμφανίζεται με ψευδώνυμο. Και οι δυο, με φωνή στιβαρή «ανδρική» διεκδίκησαν τη θέση στη καρδιά του απέραντου κοινού τους. Καμιά τους δεν γκρίνιαξε για τη θέση της γυναίκας. Πήραν θέση ως γυναίκες και πήραν τη θέση που τους άξιζε: τραγουδήθηκαν και διαβάστηκαν όσο λίγοι.

Και φαντάζομαι ότι δεν θα απαιτούσαν να διατυπωθεί αυτή η τελευταία φράση «όσο λίγες και λίγοι». Στα καρύδια τους η πολιτική ορθότητα. Αυτές δούλεψαν και έζησαν όρθιες, όπως ταιριάζει στις γυναικάρες. Πολλές φορές και στο να πόδι! Γιατί αποτελεί ακροβασία και άθλο για όποια γυναίκα -και όποιον άντρα για νάμαστε δίκαιοι και όχι correct- να μεγαλώνει παιδιά και να δημιουργεί καλλιτεχνικά. Αλλά και γονιός να μην είσαι, είναι άθλος να εκθέτεις τη ψυχή σου και τα αληθινά αισθήματα ή φανταστικά βιώματα με τρόπο πειστικό και γλαφυρό, συγχρόνως λαϊκό. Να στέκεις και με τα δύο πόδια στη πραγματικότητα και στην κάθε εποχή και τις κοινωνικές συνισταμένες που την καθορίζουν.

Είναι κατόρθωμα για όποιον άνθρωπο να εκθέτει την αδικία, την κακοποίηση, τον ατελέσφορο έρωτα, την ανισοτιμία στη κοινωνία, ακόμα περισσότερο μέσα στο ίδιο του το σπίτι, με λόγο σταθερό, αφοπλισμένος (βάλε και άοπλη,  αν θες). Να μην έχει ανάγκη από στρατούς, να μην έχει ανάγκη από στράτευση. Να μην έχει ανάγκη από υπερασπιστές και δικηγόρους. Να αρθρώνει λόγο νικηφόρο, χωρίς κομπιάσματα, κλισέ και ένα συναίσθημα ανόθευτο και δουλεμένο στη μοναξιά και στη τελειότητά του.

Διαβόλισες και άγγελοι, γυναίκες που δεν κόλλησαν σε καμιά ουσία – μέλι, βούρκο ή κατάθλιψη- απ΄τις ουσίες που δεν σε αφήνουν να προχωρήσεις στη τέχνη αλλά και στη ζωή, ακόμα και στο θάνατο με το κεφάλι σου ψηλά, κοιτάζοντας μακριά, το δάσος και τα δέντρα που ανθίζουν κάθε άνοιξη.

Γυναίκες με άρωμα γνήσιας λεβεντιάς που δεν χρειάστηκαν ούτε me too ούτε καμιά αντίστοιχη «παρέα» για να βγουν στο δρόμο γυμνές από ψευτιές, σκιές από  οποιαδήποτε απόχρωση του γκρίζου. Με χρώματα Αλμοδοβάρ ή της Φρίντα Κάλο, αητοί χωρίς φτερά, διόλου ευνουχισμένες όμως, αν θα μπορούσα, να τις ζωγραφίσω, να ευχαριστήσω για ό,τι κληροδότησαν, αθάνατη η Ευτυχία, κι η Έλενα, δικιά μας.

 

 

Καλά νερά

Σε όσους ταξιδεύουν με όποιο τρόπο και σε όσους επιπλέουν και όσους κολυμπάνε σε βαθιά κι απάτητα. Καλά νερά και καλά φώτα γιατί και φώτα και νερά πάνε μαζί, δεν πάνε;

Και όσο και αν βρέξει, να βρέξει, να το ευχαριστηθεί όποιος το ρίχνει. Το σύννεφο, το δάκρυ, το ξεχύλισμα κι ο καταρράκτης από εκεί ψηλά.

Θέλουμε να είναι ωραίο το νερό, ήρεμο για να κοιταζόμαστε εντός, άγριο να σερφάρουμε ομοίως. Γλυκό για να το πίνουμε και αλμυρό να παίρνουμε τ αλάτι.

Θέλουμε και πανιά, κατάρτια και αφρό, θέλουμε και ταξίδια, με ρόδες, με τιμόνια και με άγκυρες λοξές, να σταματάμε μόνο λίγο. Θέλουμε και λιμάνια στα βουνά, ηφαίστεια στις λίμνες, και από μια βαλίτσα κόσκινο, νερό να κουβαλάμε και να φεύγει.

Να ξεδιψάμε όποτε και όπου κι αν βρεθούμε, χωρίς ποτήρια, ποτιστήρια και φλασκιά, νερά όπου σταθούμε.

Καλά νερά και καλά φώτα. Τα φώτα είναι μαζί με τα νερά. Και όπου δεις και σκοτεινό υπόγειο νερό, σκύψε και πιες, το Χάρο να γελάσεις.

Ακριβής περιγραφή της Ελληνικής δεκαετίας, οι “δείκτες” του αισθήματος

Στην αρχή, τον πρώτο καιρό της κρίσης, πίστευα ότι η δική μου η γενιά ήταν η πιο άτυχη. Είχαμε μόλις τελειώσει με τις σπουδές, ήμασταν έτοιμοι να βγούμε στην αγορά εργασίας, να ζήσουμε με τους όρους μας τα καλύτερά μας χρόνια. Φυσικά, αυτή δεν ήταν παρά μια συναισθηματική προσέγγιση, επειδή ως είδος την έχουμε αυτή την τάση να περιστρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας. Δεν υπήρξε καμία γενιά πιο άτυχη από καμία άλλη. Καμία ηλικιακή ομάδα. Καμία ομάδα γενικά. Ούτε οι νέοι, ούτε οι συνταξιούχοι, ούτε οι οικογενειάρχες, ούτε οι κάτοικοι της επαρχίας, κανείς. Την κρίση την περάσαμε ως χώρα όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά μόνος του. Άλλους απλώς τους δυσκόλεψε, άλλους τους εξάντλησε, άλλους τους διέλυσε. Κάποιους άλλους τους έδιωξε. Περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι έφυγαν από τη χώρα αυτά τα χρόνια και βρήκαν στο εξωτερικό, οι περισσότεροι, καλύτερες συνθήκες. Το ένα τους μάτι ήταν εδώ, πάντως, διάβαζαν τις ελληνικές ειδήσεις, μιλούσαν καθημερινά με τους οικείους τους, έρχονταν στις γιορτές, το Πάσχα, για διακοπές. «Πώς τα πάτε εδώ;» Ήξεραν πολύ καλά την επικαιρότητα, αλλά κάτι δεν μπορούσαν να καταλάβουν κι εμείς δεν μπορούσαμε να τους το εξηγήσουμε. Η κρίση αυτών των ετών μπορεί να περιγραφεί μέσα από έρευνες και στατιστικές, μέσα από τις πολιτικές εξελίξεις, μέσα από προσωπικές ιστορίες, μέσα από φωτογραφίες, αλλά τίποτε από αυτά δεν μεταφέρει το σκυθρωπό βλέμμα του διπλανού μας στο λεωφορείο το πρωί ή το πώς μετρούσε τα δίλεπτα ο μπροστινός μας στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

 


Ουρά μπροστά σε ΑΤΜ στο κέντρο της Αθήνας, τον Ιούλιο του 2015, λίγο μετά την επιβολή των capital controls. © Matthew Lloyd / Getty Images / Ideal Image

Πως φτάσαμε έως εδώ

«Θα σου πω εγώ». Σε πρώτο ενικό και αποφασιστικά. «Θα σου πω εγώ ποια είναι η λύση». Υπήρξε χαρακτηριστικό αυτών των ετών να νομίζουμε όλοι ότι ξέρουμε. «Θα σου πω εγώ πώς φτάσαμε έως εδώ». Η απάντηση ήταν πολύ εύκολη. Φτάσαμε έως εδώ εξαιτίας «αυτών που μας κυβερνούσαν». Και μετά κάποιος είπε: «Ναι, αλλά εσείς τους ψηφίσατε». Και κάποιος άλλος είπε: «Μαζί τα φάγαμε» ή, κατά λέξη, «τα φάγαμε όλοι μαζί». Η φράση αυτή του τότε αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Θεόδωρου Πάγκαλου, αγγίζει πλέον τα όρια του μύθου και αναπαρήχθη όσο καμία άλλη αυτά τα χρόνια, προκαλώντας ατελείωτη οργή, ενώ λειτούργησε άτυπα και ως η αφετηρία μιας κατάστασης που το «μαζί» δεν θα ήταν στο εξής μία από τις λέξεις που θα μας ταίριαζαν.

Χωριστήκαμε. Οι μέσα στη Βουλή και οι έξω. Οι Αγανακτισμένοι της επάνω πλατείας με τις ελληνικές σημαίες και οι Αγανακτισμένοι της κάτω πλατείας με την Άμεση Δημοκρατία. Αυτοί που «κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορούμε να περάσουμε» και αυτοί που «δεν τους νοιάζει αν θα ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Η παλιά γενιά που «τα έφαγε», που «τους ψήφισε», που «ήξερε, αλλά δεν μίλαγε» και η νέα γενιά που «τα βρήκε όλα έτοιμα», που «έχει γνώμη από τον καναπέ», που «κρίση, κρίση, αλλά οι καφετέριες γεμάτες». Αυτοί που έβγαλαν τα λεφτά τους στην Αγγλία, την Ελβετία ή την Κύπρο κι αυτοί που τα άφησαν τρέμοντας στις ελληνικές τράπεζες. Αυτοί που έπαιζαν το παιχνίδι «με ή χωρίς απόδειξη» με τον γιατρό, τον ξενοδόχο ή τον ηλεκτρολόγο και εκείνοι που πλήρωναν κάτι παραπάνω γιατί «έτσι φτάσαμε έως εδώ». Και όσο τα μέτρα λιτότητας αυξάνονταν, μαζί με την ανασφάλεια και την απελπισία, μεγάλωνε και η αίσθηση του διχασμού που κάποιο καιρό αργότερα κορυφώθηκε ανάμεσα στους «ναι» και τους «όχι» του δημοψηφίσματος.

Εκτός από το δημοψήφισμα που έγινε, υπήρξε κι εκείνο που δεν έγινε το 2011, είχαμε επίσης έξι εκλογικές αναμετρήσεις, από τις οποίες προέκυψαν κυβερνήσεις κάθε λογής, ψηφίστηκαν τρία μνημόνια και παρατηρήθηκαν πρωτοφανείς ανακατατάξεις στο πολιτικό τοπίο. Και μπορεί η περίοδος να ήταν πολύ ιδιαίτερη και αυτό να λειτουργεί ως δικαιολογία, αλλά τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός, στις συζητήσεις μας, στην αιμοδιψή κοινότητα των κοινωνικών δικτύων, στα τηλεοπτικά παράθυρα, ο διάλογος που καταγράφηκε μας κατέδειξε κατώτερους των περιστάσεων. Ταΐσαμε τον εγωισμό μας και δεν αντισταθήκαμε στις μικρότητες ούτε στις πιο ιερές στιγμές, τις πιο μεγάλες τραγωδίες· από τη Μarfin μέχρι το Μάτι, το μοτίβο της αφήγησης ήταν το ίδιο: έλλειψη ψυχραιμίας, έλλειψη ποιότητας, έλλειψη αξιοπρέπειας. Άλλωστε μόνο σε μια ασθενική κοινωνία μπορεί να απλωθεί ένα καρκίνωμα όπως αυτό της Χρυσής Αυγής, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν πολλά για τα οποία δεν θα έπρεπε να είμαστε περήφανοι αυτά τα χρόνια, αλλά υπάρχουν και κάποια για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε.

 


Υπερωρίες στο Υπουργείο Οικονομίας τον Νοέμβριο του 2012, λίγο μετά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος. © REUTERS/John Kolesidis

 

Μια αφιλόξενη χώρα

Η Ελλάδα της κρίσης υπήρξε αφιλόξενη. Μπορούσες να το διακρίνεις παντού. Από τις παρατημένες οικοδομές μέχρι τις άδειες βιτρίνες στους εμπορικούς δρόμους. Σε γενικές γραμμές, οι μόνες επιχειρήσεις που έμοιαζαν να ευδοκιμούν ήταν τα σουβλατζίδικα και τα ανταλλακτήρια χρυσού, που γέμισαν μια εποχή τους δρόμους και απορρόφησαν κοσμήματα, οικογενειακά κειμήλια, ακόμα και δόντια. Οι δε τοίχοι έγιναν κίτρινοι από τα αυτοκόλλητα των «Ενοικιάζεται» και «Πωλείται». Όλοι ξέρουμε κάποιον που σώθηκε πουλώντας το πατρικό του, κάποιον που έμεινε σε ένα τριάρι στο Κολωνάκι για 300 ευρώ, κάποιον άλλον που αγόρασε ένα διαμέρισμα «τσάμπα» – υπήρξαν και αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν τις συγκυρίες ή όσους είχαν ανάγκη. Για τους ιδιοκτήτες, πάντως, τα ακίνητα υπήρξαν ευχή και κατάρα: από τη μια παρείχαν μια ανακούφιση, ειδικά τον καιρό που το να έχεις «λεφτά στην άκρη» δεν ήταν ιδιαίτερα ασφαλές, από την άλλη όμως υπέφεραν από το «χαράτσι» και τον ΕΝΦΙΑ. Όσο για τους ενοικιαστές, από εκεί που μπορούσαν να μείνουν «σε καλή περιοχή» πληρώνοντας περίπου το μίνιμουμ, βρέθηκαν να δίνουν «πέντε νοίκια μπροστά» για ένα σπίτι με παλιά κουφώματα – το Airbnb άλλαξε το τοπίο εντελώς, δίνοντας μια τελευταία, παράδοξη νότα σε μια κατάσταση μη κανονική.

Όλοι επίσης ξέρουμε ή έστω ακούσαμε για κάποιον που έδωσε τις πινακίδες του και πάρκαρε το αυτοκίνητό του επ’ αόριστον σε κάποιο γκαράζ, κάποιον που έτρωγε για καιρό μόνο μακαρόνια, που έβγαλε τους χειμώνες χωρίς πετρέλαιο, που ψώνισε από τα κινέζικα, αλλά δεν το παραδέχτηκε ποτέ, που δεν σήκωνε το τηλέφωνό του όταν έβλεπε άγνωστο νούμερο, γιατί «θα ’ναι απ’ την τράπεζα», κάποιον που στηνόταν έξω από το φαρμακείο ζητώντας από αγνώστους να του αγοράσουν τα φάρμακά του. Όλοι ξέρουμε και κάποιον που ήξερε κάποιον άλλο που είχε έναν φίλο που δούλευε στο υπουργείο ή στις Βρυξέλλες ή κάπου, τέλος πάντων, και κάποια στιγμή «έμαθε» ότι πρέπει να αγοράσουμε προμήθειες «γιατί θα πεινάσουμε». Οι θεωρίες συνωμοσίας έδιναν κι έπαιρναν, άλλες λογικές και άλλες απίθανες. Ότι όλα είναι ένα σχέδιο εξόντωσης. Ότι μας ψεκάζουν. Ότι γενικά κάτι μας κρύβουν. Δεν πρέπει να υπήρξε φορά που να μπήκα σε ταξί και, αφού είπα τι δουλειά κάνω, να μη με ρώτησε ο οδηγός «αν ξέρω κάτι».

 


Περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες για το συσσίτιο του Ιδρύματος Γαλήνη στο Μεταξουργείο, τον Μάρτιο του 2015. © Υannis Behrakis

 

Στις ουρές των ΑΤΜ

Οι καλύτερες συζητήσεις πάντως έγιναν στις ουρές μπροστά από τα ΑΤΜ μετά την επιβολή των capital controls, τότε που κοιμόμασταν και ξυπνούσαμε με την απειλή του Grexit. Ξαφνικά εκείνη την περίοδο είχαμε όλοι γίνει εξπέρ στην οικονομία και στην πολιτική, ξέραμε πότε συνεδριάζει το Eurogroup και τι είναι τα spreads, διατυπώνονταν σχεδόν μηχανικά διάφορες αόριστες κατάρες προς τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, κάποιοι συμπαθούσαν λίγο τον Γιουνκέρ ή τον Ολάντ, αλλά πολύ λίγοι τον Ντάισελμπλουμ ή τον Ντράγκι, αρκετοί μπορούσαν να αναλύσουν με λεπτομέρειες το μοντέλο της Ισλανδίας και τι ακριβώς έγινε στην Αργεντινή. Θυμάμαι έναν κύριο που έπειτα από μια πολύ σύντομη κουβέντα μου είπε ότι είναι πεπεισμένος ότι «στο τέλος θα μας σώσουν οι Ρώσοι».

Το καλοκαίρι του ’15 τα εισοδήματά μας πια είχαν μειωθεί κατά 40% σε σχέση με την αρχή της κρίσης, η ανεργία έφτανε στο 27%, ένας στους τρεις Έλληνες ζούσε σε συνθήκες φτώχειας, από την Ευρώπη έβγαινε μια αίσθηση ότι «μας κουράσατε», διέρρεαν σενάρια περί δραχμής και «plan b» και, σε αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα βρισκόταν στο προσκήνιο μιας άλλης κρίσης, παράλληλης με την οικονομική, αλλά επίσης διχαστικής, καθώς για άλλους ήταν «μεταναστευτική» και για άλλους «προσφυγική». Και πάλι οι αντιδράσεις υπήρξαν ποικίλες: κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν, κάποιοι τρόμαξαν, κάποιοι ξέσπασαν, κάποιοι έτρεξαν να βοηθήσουν, κάποιοι απλώς φωτογραφήθηκαν.

 


Κλειστά καταστήματα και απεριόριστη προσφορά ενοικιαζόμενων ακινήτων – μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της κρίσης ©AP Photo/Petros Giannakouris

 

Όσα δεν γυρίζουν πίσω

«Το καλό της κρίσης είναι ότι θα μάθουμε να ζούμε με λιγότερα» – κάποιος το είπε αυτό, κάποιος άλλος το πίστεψε, διαδόθηκε ως άποψη, μια εποχή το ακούγαμε συνέχεια. Η αλήθεια είναι ότι ψωνίζοντας μόνο τα απαραίτητα, ψάχνοντας προσφορές και συγκρίνοντας τιμές, εξοικονομήσαμε περίπου το 1/4 των χρημάτων που ξοδεύαμε στα σούπερ μάρκετ την προηγούμενη δεκαετία. Μπορεί να στερηθήκαμε κάποια πράγματα, αλλά «μάθαμε να ζούμε με λιγότερα». Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα σε κάποιον που έχασε τη δουλειά του ή το σπίτι του και βρέθηκε ξαφνικά να περιμένει στη σειρά για το συσσίτιο.

Σε λοιπές καθημερινές συνήθειες, όπως ήταν λογικό, έγιναν κάποιες εκπτώσεις στην ποιότητα (ή ακόμα και στην ποσότητα) του φαγητού, το κάπνισμα μειώθηκε λίγο, όμως αυξήθηκαν η κατανάλωση αλκοόλ, ο τζόγος και τα διαζύγια, με την περιρρέουσα τοξικότητα να απλώνεται αναπόφευκτα ανάμεσα στα ζευγάρια. Αυξήθηκε κατακόρυφα, επίσης, η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών, αγχολυτικών και αντιψυχωσικών φαρμάκων. «Μάθαμε να ζούμε με λιγότερα», μάθαμε να ζούμε θυμωμένοι, να είμαστε εσωστρεφείς, ανασφαλείς, ηττοπαθείς.

Κάποια πράγματα δεν γυρίζουν πίσω. Η ψυχική μας υγεία. Οι αποταμιεύσεις μιας ζωής. Οι οικογένειες που διαλύθηκαν. Τα όνειρα που πήγαν χαμένα. Η φυσιογνωμία της χώρας. Τα στοιχειώδη εργασιακά μας δικαιώματα: «τουλάχιστον έχω δουλειά». Αυτά όλα χάθηκαν κάπου ανάμεσα στο Καστελλόριζο και στην Ιθάκη, και η «ανάπτυξη» δεν θα τα φέρει πίσω. Αυτά όλα πάνε. Κυρίως, όμως, δεν γυρίζει πίσω ο χρόνος. Σκεφτείτε το. Ως διά μαγείας να ξαναβρισκόμασταν στο 2009, να μην υπήρχε κρίση, και να είχαμε μπροστά μας μια δεκαετία να την περάσουμε σαν άνθρωποι. Σε πρώτο πληθυντικό και αποφασιστικά. Να φτάναμε στο σήμερα και να είχαμε να αναπολήσουμε ζωή. ■