καθαρός ουρανός να φοβάται

Ήρθε στο όνειρο ένας συγκάτοικος
εχθρός από παλιά
βρώμικα όλα ό,τι άφηνε ξοπίσω

Εάν δεν καθαρίζεις, θέση δεν έχει εδώ για σένα, είπα
να φύγω τότε, ρώτησε αυτός
κι εγώ απάντησα αρνητικά

Και πάλι άρχισα να καθαρίζω
την εξάρτηση

Advertisements

Ορκίστηκε στον Μαμωνά

Δεν είναι η πρώτη μου φορά, ελπίζω ναν΄ η τελευταία. Που πέφτω θύμα ψυχικό ορισμένων εκπροσώπων του ιατρικού κλάδου που τυχαίνει να είναι οι ίδιοι άρρωστοι με το χρήμα:

Στα νιάτα μου, ένας απ αυτούς μου είχε κλείσει ραντεβού «για να με καθαρίσει» από μια εγκυμοσύνη που ούτε καν υπήρχε. Στα πενήντα κάτι μου ένας οφθαλμίατρος είχε διαγνώσει ανύπαρκτο επίσης -έως τα σήμερα, μετά από δέκα χρόνια- καταρράκτη, άμεσα εγχειρήσιμο. Την ίδια εποχή μια οδοντίατρος μου συνιστούσε μεταμόσχευση ούλων, εάν δεν ήθελα να απογίνω η απόλυτη φαφούτα, ενώ ακόμα δαγκώνω και μασάω, όχι όμως και ταραμά!

Αλλά και ένας ΩΡΛ, με σαλόνι αναμονής τίγκα στα περιοδικά αυτοκινήτου κοντά στα άλλα του λάϊφστάϊλ όπου «διάβαζες» τί είδους ζωή και αγορές έβλεπε στα όνειρά του, με είχε βάλει κάτω για εξέταση φωνητικών χορδών. Που όταν δεν «απέδωσε» κάτι κακό άδραξε πάραυτα την ατζέντα και με ρωτούσε πια μέρα του επόμενου μήνα επιθυμούσα να με χώσει στο χειρουργείο για να μου αποκαταστήσει «επειγόντως» το στραβό ρινικό διάφραγμα. Δεν δέχτηκα και παραδόξως… ακόμα αναπνέω.

Για να μην αναφερθώ στο Γολγοθά που ακόμα ανεβαίνω σε σχέση με ένα ατύχημα. Τί ορθοπεδικοί και τί χειρούργοι πέρασαν μπροστά μου, αυτά τα τρία πια χρόνια, δε λέγεται -κυριολεκτικά-. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των θεραπειών και τον σωματικό πόνο,  ανεξάρτητα από την έλλειψη λειτουργικότητας που εγκαταστάθηκε για πάντα πια στον έναν ώμο μου, ενώ τα βάρη που καλείται να σηκώσει ο έρμος δεν ελαφραίνουν, βίωσα τί σημαίνει ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ της εξουσίας που έχει ο γιατρός στον ασθενή που απευθύνεται εκεί με πόνο, φόβο και ελπίδα.

Με πόνο, φόβο και ελπίδα, και αφού η ίδια ζωή μου έχει δείξει πια πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνω ανά πάσα στιγμή, πήγα και τις προάλλες σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο μετά από  κρίση δύσπνοιας, πρωί, μες το Σαββατοκύριακο. Στα «επείγοντα» μου σύστησε να απευθυνθώ ο άγνωστος γιατρός που τηλεφώνησα ξημέρωμα, στη τάδε κλινική «και θα τους πω εγώ τί να κάνουν». Ασαφής διατύπωση, αλλά με πόνο, φόβο και ελπίδα, κανείς πορεύεται με την ασάφεια έτσι κι αλλιώς.

Δεν παίρνω απάντηση στην ερώτησή μου πόσο κοστίζει η επίσκεψη. «Εξαρτάται, θα δώσω οδηγίες». Και πράγματι, μόλις φτάνω στη κλινική «σας περιμέναμε» μου λένε και μου μετρούν πίεση, οξυγόνο -που βλέπω και στο μόνιτορ- θερμοκρασία, όλα φυσιολογικά, και με διαβεβαιώνουν ότι δεν είναι κάτι σοβαρό οπότε με στέλνουν στο σαλόνι για να επανέλθω αφού θα έχουν φροντίσει τα όντως πιο «επείγοντα» ·και ως εδώ όλα καλά, και λογικά.

Περνούν στο σύνολο άλλες δύο ώρες μέχρι να με εξετάσει -με διαλλείματα- ο γιατρός που εφημερεύει, διακοπτόμενος όμως από αιτήματα, διαδρομές προς άλλους ασθενείς, περνώντας μου το πιεσόμετρο και αφήνοντάς με μισόγυμνη στο κρεβάτι στης εξέτασης. Δεν βρίσκει κάτι παθολογικό ούτε και σε σχέση με το ιστορικό μου, μου ζητάει όμως τα χαρτιά από το δημόσιο νοσοκομείο που νοσηλεύτηκα προ τριετίας. (Είναι και πονηρούλης!)

Καταλήγει ότι προφανώς όλο αυτό προκλήθηκε από κρίση άγχους και συμφωνώ μαζί του, και κάνω να φύγω επιτέλους από την αίθουσα όπου όλη αυτή την ώρα (μιάμιση περίπου) είμαι κλεισμένη στο γνωστό παραπέτασμα με τα κουρτινάκια και υπόκειμαι εντελώς άδικα κραυγές, αναστεναγμούς και άλλα δεινά από τους παρακείμενους συν-ασθενείς. Που και καλά να μπεις εκεί μέσα αν έχεις μια σταλιά ανθρωπιά, άρρωστος θα βγεις.

Το γιατί λοιπόν παραμένω αφού έχω μετρηθεί, ακροαστεί και ταλαιπωρηθεί παραμένει μυστήριο. Διαμαρτύρομαι, θέλω να φύγω. Ο δόκτωρ «τύφλα-νάχει- το ΔΝΤ», το λοιπόν, αποφασίζει ότι δεν θα φύγω πριν επικοινωνήσει με την ανωτέρα αρχή του συναδέλφου του που με είχε παραπέμψει στη κλινική. Για να επανεμφανιστεί στο γνωστό παραβάν που περιμένω καρτερικά αφού έχει λάβει «οδηγίες», δηλώνοντας ότι, αν όχι να νοσηλευτώ, θα χρειαστώ ένα πλήρες τσεκ απ άμεσα. Λίγο από αμφιβολία, πολύ από ανησυχία του ζητώ να γράψει τις εξετάσεις αλλά όταν του ανακοινώνω ότι θα απευθυνθώ στο διαγνωστικό που είμαι ασφαλισμένη με συμβουλεύει μπακάλικα εντελώς να περάσω από το ταμείο για «προσφορά». «Όσο κι αν κοστίσουν θα πάτε αλλού;» ρωτάει σαφώς στραβωμένος και προσπαθεί να με πείσει για την ανωτερότητα της κλινικής έναντι του διαγνωστικού ως καλός μαγαζάτορας τον πελάτη.

Και γράφει τον επίλογο παραποιώντας στο ιστορικό που συνέταξε νωρίτερα, όλες τις τιμές, πυρετό, πίεση κ.λπ. με εμφανείς μουτζούρες ενώ καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να φύγω φοβισμένη, με αναγκάζει να υπογράψω “δήλωση άρνησης νοσηλείας” ενώ στην ουσία έχω κάνει δήλωση άρνησης να αφήσω 120 ευρώ στο μαγαζάκι. Γιατί τόσο θα μου κόστιζαν -χωρίς το παζάρι είναι η αλήθεια- οι περιττές και όχι σίγουρα επείγουσες εξετάσεις.

Ακόμα αναρωτιέμαι όμως: Σε ποιο θεό πιστεύεις γιατρουδάκο, ποιος άμοιρος παππούς και ποια γιαγιά που έχει ήδη κακοπάθει στη δημόσια υγεία, σού χώνει φακελάκια στην αχόρταγή σου τσέπη, και ποιος σου συντηρεί “εξουσία” πάνω σε ανθρώπους πονεμένους, φοβισμένους που ελπίζουν;

Δεν είσαι μάγος της φυλής, δεν είσαι ένας μικρός θεός, και δεν ορκίστηκες εσύ στον Ιπποκράτη, ορκίστηκες στον Μαμωνά.

 

 

 

Απολαύστε ανεύθυνα

Μελοποιημένα ποιήματα

εκπομπή ραδιοφώνου Coni on Air (που που ο ιδρυτής του ακολουθεί τα βήματά μας, κυριολεκτικά, εδώ και χρόνια)

επιλογή μουσικής και σχόλια από τον Κώστα Κλίτσα (family business)… .

apolafste!

άνθος κάκτου

ξεπροβάλλει μέσα σε μια νύχτα
αψηφά τις εποχές (την άνοιξη)
μαραίνεται μέσα σε μια μέρα
προσελκύει σμήνος από σφήκες
αναδίδει υπέροχο άρωμα αλλά οι παραπάνω μαινάδες δεν αφήνουν περιθώριο σε ανθρώπινη μύτη

(κι όποιος το “μυρίστηκε” το απόλαυσε)

 

σαν σε όνειρο

Δεν είχε σουρουπώσει ακόμα στο δρόμο για το Μουσείο του Τσόκλη στον Κάμπο Τήνου, όταν αντίκρυσα το βράχο Εξωμβούργο. Μου φάνηκε σαν όρος βιβλικό, ακροβατώντας στο μεταίχμιο ουρανού και γης, δυό ή τριών διαστάσεων ζωγραφιά.

Αργότερα, και μέσα στο μουσείο, εκεί που πάω προς στην έξοδο γεμάτη από τις εκεί εικόνες και τις παραστάσεις, ακούγεται από ΄να υπερώον η φωνή. Ο οικοδεσπότης υπαγόρευε ή διόρθωνε ένα κείμενο μαζί με τη βοηθό του· πηγαίνω σιγοπερπατώντας στην αυλή.  Και σε λίγο κατεβαίνει και ο Κ. Τσόκλης, «καθήστε» κάνει νόημα και παίρνει θέση στο μαρμάρινο τραπέζι.

Μου φάνηκε ο βράχος Εξωμβούργου σαν να ήταν το Σινά, μοιράζομαι μαζί του, κι εσείς να κατεβαίνετε από κει. Και ζήλεψα πολύ, θα συμπληρώσω, τη θέση της βοηθού σας να γράφετε μαζί. Πόσο ποιητική εικόνα αυτή, άκου κι εσύ Χρυσάνθη, λέει στη βοηθό του και με ρωτάει αν γράφω ποίηση και ναι, σχεδόν απολογούμαι.

Εκεί, στο μαρμάρινο τραπέζι της αυλής, καθίσαμε ισότιμα και καλωσορίσαμε και τη θλίψη και τη χαρά και το γέλιο και το δάκρυ καθώς ανταλλάξαμε κουβέντες ήρεμες. Δώσαμε τα χέρια συμφωνώντας για την απέχθειά μας για τον θαυμασμό ως παθητικό συναίσθημα όπως υπέροχα το όρισε, για την λεγόμενη «κλοπή» στην τέχνη που επίσης όρισε ως «πρώτο βήμα στην αθανασία».

Και δεν μπορώ να πω ότι αρνήθηκα μια «εντολή» που μου παρέδωσε με τόση θέρμη, καλοσύνη και εκείνη την γενναιοδωρία που μόνο όσοι έχουν φτάσει με δικές τους δυνάμεις «ψηλά», ξέρουν να χαμηλώνουν για να ανταλλάξουν βλέμματα υγρά με εμάς τους ταπεινούς τους επισκέπτες.

Είναι καιρός να αρχίσετε να αντιγράφετε τον εαυτό σας, μου είπε χωρίς κανένα «δεν» από εκείνα που χρησιμοποιούν συχνά αυτοί που θάθελαν αλλά δεν μπόρεσαν να γίνουνε προφήτες…

Αλλά με όλα αυτά δεν πρόλαβα να του πω το πιο σημαντικό -για μένα- σε σχέση με το έργο του: πως ένας δράκος είχε ταράξει κάποτε τον παιδικό μου ύπνο. Και ότι εκείνη τη βραδιά τον είδα εκεί απέναντί μου, στο πλάτωμα του παλιού δημοτικού σχολείου που στεγάζει το μουσείο. Τον είδα εκεί σάμπως «μαρμαρωμένο» που λεν τα παραμύθια… κι ενώ ο ήλιος πήγαινε να δύσει,  ο έφιππος ο άγιος να «καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου».

Είναι η ίδια η ζωή καμιά φορά πιο ζοφερή κι από εφιάλτη, αλλά κι η τέχνη παρηγορητική, κι οι άνθρωποι που την υπηρετούν πίσω από τα έργα, να μας ξυπνούν γλυκά από εφιάλτες. Να διώχνουν τους προδότες των ονείρων.

παράδοξα καλοκαιριού

Που όπως και άλλοτε, σε ένα «άλλο επίπεδο» σε τραβάει να βγεις έξω. Θες δε θες. Αλλά θες και όσα κι αν πέρασαν χρόνια ο εγκλεισμός που σου επέβαλε ο ίδιος σου ο εαυτός επιβιώνει ακόμα.

Θέλω να πω ότι όσες έξυπνες συσκευές κι αν έχεις, ακόμα κι αν στις φυτέψουν στα δόντια σαν σφράγισμα, η ζωή είναι έξω, εκεί που δεν χρειάζονται καλώδια και δίκτυα, όσο κι αν τα τελευταία σου ανοίξαν τον ορίζοντα.

Καλά και χρήσιμα τα data bases είτε του κινηματογράφου είτε της μουσικής ή των στίχων αλλά η ανυπέρβλητη γοητεία εξακολουθεί να προέρχεται από μια «απότομη» εκπομπή στο ραδιόφωνο, από το έργο που (επαν)έρχεται στις μεγάλες οθόνες κάτω από ουρανό. Μαζί μ΄εκείνη τη περίεργη -σινεφίλ- νυχτερίδα στο συνοικιακό σινεμά, χρόνια τώρα, να πεταρίζει για το δίωρο χωρίς κανείς να ενοχλείται. Η ανυπέρβλητη γοητεία της μυρωδιάς αντηλιακού πάνω σου ή στον αέρα. Η εικόνα από τα ψάθινα μαλλιά της φυσικής ομπρέλας στη παραλία που ανεμίζουν μαραμένα και φυτεμένα σε ένα πλέγμα προς εκμετάλλευση των δήμων και σκίαση των κολυμβητών…

Όπως βέβαια και το παράδοξο «να σας δροσίσω το πρόσωπο;» ρωτάει η κοπέλα στο δρόμο που κάνει προμόσιον νερού σε σπρέϊ με γαλλικό ονοματεπώνυμο την ώρα που προσγειώνεται στο ίδιο το δικό μου πρόσωπο η σταγόνα του άνωθεν κλιματιστικού!

Δεν ξέρω αν το ελληνικό (μας) καλοκαίρι είναι ακόμα αυτό που ήταν και αν αυτό που θάναι θα είναι μια πλημμύρα από «ξένους» τουρίστες, πρόσφυγες, τί μίγμα, πόση αντίθεση και πώς να την αντέξεις;

Δεν ξέρω αν εν μέσω των  σταυρούμενων πυρών των αρχηγών κομμάτων «ακούγεται» κάτι από τον ανθρώπινο καημό. Όχι, δεν ακούγεται. Όπως και δεν αφήνουν -με την ολόιδια λογική- χώρο στη χαρά. Που υπάρχει ακόμα, που έχουν χτίσει με κόπο και καλαισθησία όσοι δεν υπέκυψαν στο τυφλό θυμό του οπαδού, του κοπαδιού. Ζητείται ατομικότητα, έχε δική σου γνώμη, μην μου παπαγαλίζεις αυτά που είπαν εκείνοι που θαυμάζεις.

Γιατί να ξέρεις, κανένα πόστο εξουσίας, πολιτικής, θρησκευτικής ή ιδεολογικής δεν με φτιάχνει, τέλος.

(αν ψάχνεις «κάτι» που όλα τα ερμηνεύει, τα ορίζει, τα ελέγχει και τα εξηγεί, αυτό το κάτι το αξιωματικό το μόνο που ζητάει είναι να επιστρέψεις πάλι σε εκείνο, σαν άσωτος υιός και να σε δικαιώσει που γυρίζεις -και μάλιστα μετανοιωμένος-)

Και πάει το ταξίδι, άκυρες όλες οι διαδρομές σου.

 

 

 

Άνθρωποι που Γελάνε, Α. Παλούκα

 

Δημοσιεύεται στο τεύχος Ιουνίου στο “Βακχικόν”

Η σπάνις των ανθρώπων που γελάνε

 

Η ποίηση του Αργύρη Παλούκα έχει τη δύναμη να ανοίγει δρόμους αυτογνωσίας στον αναγνώστη, ώστε ο δεύτερος να «αναγνωρίζει» στα βιβλία του πρώτου (Το ξέφτι, Μανδραγόρας 2007· Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, Κέδρος 2009· Θέλω το σώμα μου πίσω, Μεταίχμιο 2011) και δικά του βιώματα. Επιστρέφοντας τώρα με μια νέα ποιητική σύνθεση, ο Παλούκας μάς φέρνει Ανθρώπους που γελάνε (Κριτική 2018), επιμένοντας στις εικόνες που δανείζεται από την πάτρια φύση και την οικεία ψυχοσύνθεση, μιλώντας πάντα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, τρυφερότητα αλλά και με αντίστοιχη γλώσσα: ανεπιτήδευτη και απολύτως ακριβή (κυριολεκτικά και μεταφορικά).

Έχοντας κατακτήσει τον ουσιαστικό μινιμαλισμό χωρίς να στεγνώσει, την αποστασιοποίηση χωρίς οποιαδήποτε ευκολία και ρηχή επικαιρικότητα, καταθέτει όσα έχει να πει με ψύχραιμο ενθουσιασμό, απαλλαγμένο από ζέοντα πάθη αλλά παλλόμενο από συναίσθημα. Στοχάζεται χωρίς αφορισμούς και προσπαθεί να δει καθαρά μέσω της ποιητικής ματιάς τα πιο βαθιά και στοιχειώδη ανθρώπινα ζητήματα: την ταυτότητα, το «μέσα που μιλάει», την απώλεια και την πίστη που εφευρίσκει το σώμα.

Τολμάει να επιστρέψει στα παλιά και στα άδικα χωρίς να κρύβει τη νοσταλγική του διάθεση: επινοώντας το άπειρο ανάμεσα σε αγαπημένους, ακολουθώντας το αίμα που διατρέχει την αγάπη, διαπιστώνοντας συχνά πόσο δυνατή και επικίνδυνη είναι η ανάγκη για τη συντροφιά. Παραδοχή. Ίσως η λέξη αυτή να μπορεί να χωρέσει τους απόντες ή σκιώδεις γελαστούς ανθρώπους που ο Παλούκας γνώρισε, και μας συστήνει.

Είναι όμως και οι εικόνες: η θάλασσα στον ορίζοντα —αμετανόητα καλοσυνάτη— σαν προσδοκία ιδανική, αλλά και πιο μικρά κι ασήμαντα υλικά (πράγματα) που αποκτούν ζωή και συνεπώς υπόκεινται στη φθορά και στον θάνατο. Είναι τα ρούχα, τα ζωντανά, σκύλοι και άλογα, κουπιά στο πέλαγος, δέντρα και ρίζες νοητές αλλά και μίσχοι σε γκρεμούς. Μέσα από την ποιητική μεταστοιχείωση ο Παλούκας προβάλλει ακόμα και την επαναστατικότητά του στον τελεσίδικο καμβά της απώλειας.

Στο τέλος όμως πάντα κάτι μένει. Με μικρές αλλά απαραίτητες δόσεις ειρωνείας, που προφυλάσσουν όλα τα λόγια και τις εικόνες από τη γλυκερότητα, φαίνεται ότι ο Αργύρης Παλούκας κοσκινίζει και συνδέει προσεκτικά τα υλικά του σε μια καθόλου μηχανική αναζήτηση της ψυχικής ομορφιάς.

 

  • Calendar

    • December 2018
      M T W T F S S
      « Oct    
       12
      3456789
      10111213141516
      17181920212223
      24252627282930
      31  
  • Search