ισχύει και για το φθινόπωρο;

 

 

 

Από κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου, 24.07.2019

“Μια πρόποση στις τελευταίες φορές αυτού του καλοκαιριού: Να μην περιλαμβάνουν ανθρώπους.”

Advertisements

άι φων

Πόση ώρα αντέχεις χωρίς;…

Τη συσκευή σου, το κινητό, το άϊ κάτι σου, το τάμπλετ;

Πόση ώρα θα αντέξεις χωρίς να μιλάς, να σχολιάζεις, να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ποστ, κυβερνήσεις, φίλους, φόλοουερς;

Πόσοι σ΄ακολουθούν, πόσοι δηλώνουνε φιλία;

Πόση ώρα μπορείς να αντέξεις την ωραιότατη σιωπή που επιβάλλει η ομορφιά αυτών που βλέπεις, που ζεις, που δεν αντέχεις;

Ναι, δεν αντέχεται η ομορφιά καμιά φορά αν περισσεύει, αν είναι πιο μεγάλη από όσο μπορείς να αντέξεις κι εκεί θα πάω πάσο…

Ωστόσο, είδα με τα μάτια μου εφέτος, σ΄αυτή τη χώρα, μόνο, πουθενά αλλού τόσο πολύ, ανθρώπους που μόλις εγκαθίστανται οπουδήποτε να τραβάν φωτογραφίες και να κάνουν «σερ». Επίτηδες το γράφω έτσι με Ελληνικά στοιχεία. Θυμάμαι μια προϊστορική εποχή που μούλεγε ένας φίλος «κάνε ούντο», εννοώντας το undo!

Πόση ώρα αντέχει ο νέος γείτονας που καμαρώνω στο απέναντι μπαλκόνι; Και τον χαίρομαι, γιατί αντέχει. Βγαίνει στο μικρότατό του βεραντάκι μ΄έναν καφέ το πρωινό, με ένα ποτό τ΄απόγεμα. Βολεύεται ανάμεσα στα απλωμένα ρούχα ενός μωρού, ανάμεσα από γλαστράκια, σε μια καρέκλα κάθεται και έχει ραδιοφωνάκι.

Και κάθεται ο όμορφος αυτός άνθρωπος, χωρίς καμία άλλη συσκευή, χωρίς ένα βιβλίο ή ένα πιάτο, κάθεται και κοιτάει την όχι συγκλονιστική θέα της απέναντι πολυκατοικίας και επιδίδεται απ΄ό,τι φαίνεται στο πιο πολύτιμο, πιο σπάνιο, πιο γόνιμο που δεν στερείται εξ αιτίας μίας «σμαρτ» οθόνης και μίας συσκευής: ο άνθρωπος αυτός νομίζω ότι σκέφτεται.

Και σίγουρα θα έχει κάτι πια να πει όταν βρεθεί μαζί με άλλους (το ένδον διαμέρισμα είναι συνέχεια γεμάτο μ΄άλλους «άλλους», σημαντικούς ή μη). Όταν βρεθεί με άλλους θα έχει κάτι περισσότερο να πει από το «είσαι κούκλος/α», «καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα», «τυχεράκια σε ζηλεύω για εκεί που είσαι», «τί είπες πάλι και τί έγραψες, υπέροχη φωτο» και άλλα πολλά ασπόνδυλα σχολιάκια που οι μυριάδες μοναχικοί που είναι μόνοι ή και όχι ανά τον κόσμο ανταλλάσσουν μέσω των συσκευών όταν δεν την αντέχουν την ωραία γόνιμη σιωπή που θα γεννήσει κάτι άλλο.

Αμήν

Ο Μίκης και το σούσι

Και ξεκινάς για μία παραλία Κυκλαδίτικη αναζητώντας την ηφαιστειακή άμμο τη μαύρη και χρυσή και το πρασινογάλαζο εκείνο που είχες ήδη φανταστεί πριν να το φτάσεις. Και φτάνεις, εκεί, και είναι το τοπίο ανοιχτό πέρα για πέρα, περνάει και ένα μπλε καΐκι με μπλε πανί, και λες δεν ονειρεύομαι, ζω αυτό που από παιδί ακόμα ονειρεύτηκα: Κυκλάδες, και δεν ξέρεις γιατί σου έρχονται οι στίχοι του Ελύτη μες το στόμα κι αν πρώτα ερωτεύτηκες τους στίχους ή τη μουσική εκείνη ή αν ήτανε η μουσική που τους έφερνε, ή οι γωνιές που γίνονταν στο φως αόρατες καθώς δεν σταματούσε ο ασβέστης σε κεραμίδια και σκεπές αλλά με μια καμπύλη που φωτιζότανε απλά αλλιώς.

Που δεν μπορείς να περιγράψεις, μπορέσαν άλλοι, και το λες.

Μ΄αυτές τις σκέψεις και τα ερωτήματα εάν αγάπησες το κάτι που υπήρξε ή το κάτι που το δόξασαν οι καλλιτέχνες, εικαστικοί και ποιητές και μουσικοί και φωτογράφοι, πηγαίνεις για να βρεις και μια σκιά και ένα κάθισμα, το μπουκαλάκι το νερό. Το μπουκαλάκι το νερό; Εδώ αρχίζει η γκρίνια. Όταν η τιμή αυτή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα, εδώ η ποίηση στομώνεται κι αρχινάει η δίψα και η γκρίνια. Όχι γιατί δεν διαθέτεις κάποια παραπάνω σεντς για το νερό αλλά γιατί βρωμάει η ιστορία από μακριά.

Και κάνοντας close down αρχίζουν οι διαπιστώσεις. Οι ομπρέλες είναι ρεζερβέ. Για ποιόν; Για κάποιον που δεν εμφανίζεται καμία από τις τρεις ώρες τις μεσημεριανές που είμαι εκεί. Για κάποιον ένοικο του άνωθεν «τάχα» και χλιδάτου ξενοδοχείου. Για κάποιον που δεν έκανε χιλιόμετρα για νάρθει, για κάποιον που δεν μπαίνει σε δημόσιες συγκοινωνίες, για κάποιον που δεν συμμερίζεται την αγωνία του πτωχού λουόμενου και που απαιτεί με τα παχυλά του πουρμπουάρ να διατηρεί τη θέση πρώτο τραπέζι πίστα στη παραλία να τον περιμένει αχρησιμοποίητο ενώ ο άλλος ψήνεται στον ήλιο.

Κι εκεί που έχεις πάψει πια να σκέφτεσαι γιατί ψήνεσαι και έχεις βγάλει και το εσωτερικό σου περισκόπιο που προσπαθεί να εντοπίσει μια θέση όχι στον ήλιο αλλά στη σκιά, νάτη πετιέται αποξαρχής η Ρωμιοσύνη.

Ένα παιδάκι 8χρονο, 10χρονο, ρωτάει τη μαμά: «Το δικό μου σούσι δεν ήταν καλύτερο από του Γιωργάκη;»

Και η μαμά, ω του θαύματος απαντά «ναι, και είχε και απίθανες γαρίδες»

Το βράδυ αναμεταδίδεται στη τιβι μια συναυλία του Μίκη. «Αυτός που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά». Και στη ειδήσεις, η παλιά καινούργια εθνική μας Αντουανέτα, νάτη πετιέται κι αυτή και παίρνει το τιμόνι για να γιορτάσουμε την «επανάσταση»!

Συγνώμη Μίκη, αλλά φαντάστηκες κι εσύ έναν λαό ήρωα, σαν το μπλε καΐκι με το μπλε πανί μου. Μόνο που αυτό εγώ το είδα με τα μάτια μου, ενώ ο Έλληνας που δυστυχώς θα γίνει κάποτε αυτό που ήταν παλιά, αναρωτιέμαι αν υπήρξε.

Κι αν οι γαρίδες με το σούσι ταιριάζουν με τις πιέτες φουστανέλας ή μήπως με soleil.

Η Σταχτοπούτα στου Ψυρρή

Ξυπόλητη…

Rocketman

Γιος απόμακρου πατέρα, παιδί χωρισμένων γονιών, εραστής τοξικού ερωμένου. Του μένει μια φιλία ισόβια, και μια αγάπη που δεν χάνεται: η μουσική.

Έτσι μ΄αυτούς τους κόμβους εξελίσσεται επί σκηνής η βιογραφική αφήγηση του ΄Ελτον Τζον στην ταινία Rocketman.

Και θα δεις την οδύνη να γράφεται στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή όταν τον εγκαταλείπουν -ή όταν το φοβάται-. Και θα το νιώσεις το κύμα της απόρριψης, ακόμα δυνατό, ακόμα έντονο, να ξεσηκώνεται και στη σκηνή και στη πισίνα και στα πολυτελέστατά του σπίτια, το κενό.

Το κενό της εγκατάλειψης και το κενό μετά απ τη παράσταση, τη μοναξιά και στη σχέση και στο γάμο ευκαιρίας για ξεκάρφωμα, ο Έλτον Τζον, πάντα υποφέρει, πάντα τρέχει να ξεφύγει από αυτό που είναι, με δικά του λόγια.

Θα σε πονέσει η ταινία αυτή, καθώς η μουσική και ο χορός θα σε τινάζουν κι όλη η υπαρξιακή σου σκόνη θα τινάζεται κι αυτή. Θα μπει μέσα στα μάτια σου, τα δάκρυα να κρύψει.

Ποιος είσαι και πού πας, ποιοι σε σημάδεψαν με ψεύτικη αναμονή, ποιοι σε εγκατέλειψαν όταν πιο πολύ τους χρειαζόσουν και ποιοι ένα βράδυ που λαχταρούσες μία πατρική ή μητρική ή άλλη αγκαλιά, τους άκουσες απ τη γωνιά που ήσουν κρυμμένος, πόσο δεν σε ήθελαν.

Αν τη μετέφρασες αυτή τη μαχαιριά σε μουσική, σε είπαν τυχερό, προνομιούχο, χαρισματικό και ταλαντούχο

Μα πίσω από τις νότες σου εσύ ακόμα ακούς εκείνο το μαχαίρι
Κατεβαίνει

ο θανατός σου η ζωή μου

Ημείς οι μη δρομείς

εικαστικό έργο του Παύλου Σάμιου

Η Πλατεία Συντάγματος νοικιάζεται για σκηνικό ταινίας με πλαίσιο της δράσης μπάχαλα μετά από διαδήλωση. Και όπως ήταν τελευταία Κυριακή Αποκριάς έμοιαζε με ανέκδοτο. Τί ήταν το αληθινό και τί το σκηνοθετημένο; Τα κάγκελα «εκείνα» που αποκαθηλώθηκαν με τόση περηφάνια ως σύμβολα ανοικειότητας ανάμεσα στο λαό και τη Βουλή, με πόση ευκολία επέστρεψαν, μετατοπίστηκαν ώστε να προφυλάξουν την ταινία που γυρίστηκε;

Ήταν τα ΜΑΤ, αληθινά, με αληθινά πληρώματα οι κλούβες; Και πώς αμείφθηκαν οι διαδηλωτές παύλα κομπάρσοι; Πληρώθηκαν ή αρκέστηκαν στο συσσίτιο που στήθηκε στην οδό Νίκης, στο πεζοδρόμιο επάνω; Ακόμα μια εικόνα που δεν ήταν μα θα μπορούσε νάναι αληθινή, στο περιθώριο από το γύρισμα.

Όλα αυτά ήταν την περασμένη Κυριακή Απόκριας και την επόμενή τη Καθαρή Δευτέρα. Αλλά κι αυτή τη Κυριακή, πάλι φανφάρες και κλειστή η κεντρική μας η πλατεία. Κι οι γύρω δρόμοι απροσπέλαστοι. Και νάσου πάλι τα κάγκελα τα ίδια. Απέδωσε η επένδυση. Να μην γκρινιάζουν και οι διαδηλωτές, αληθινοί ή κομπάρσοι και ποιος να τόλεγε ότι θαρχόταν η στιγμή να παίξουν «ρόλο» όχι στη πολιτική σκηνή αλλά σε ταινία Χόλιγουντ;

Αλλά και αυτή τη Κυριακή ακόμα ένα μαραθώνιος. Τί μανία κι αυτή. Κάθε Κυριακή πρωί και μεσημέρι, σαν να μην έφτανε η ταλαιπωρία της κάθε μέρας με τη κίνηση και τον αποκλεισμό του κέντρου της Αθήνας πότε από απεργία στις συγκοινωνίες, πότε από κλείσιμο των δρόμων και πότε από τα προεκλογικά σκαψίματα, νάσου και η Κυριακή αυτή «κατειλημμένη» από ευκαιριακούς δρομείς. Και νάσου πάλι κάγκελα, πάλι σκουπιδαριό και πάλι από δω και από κει, «τραυματισμένα» τα τοπία της Αθήνας.

Δεν έχω κάτι με τον αθλητισμό ούτε και με το Χόλιγουντ, ανάγκη να υπάρχουν και τα δύο. Αλλά πιο πολύ ανάγκη έχουμε την ελευθερία στο δημόσιο χώρο και στη χρήση των συγκοινωνιών που να μας επιτρέπουν αυτή τη ριμαδοκυριακή να κάνουμε πράξη την «εβδόμη μέρα» όσον αφορά στη κίνηση που είναι και ελευθερία επιλογής και είναι και ζωή. Τη κίνηση που μας επιτρέπει -θα θέλαμε δηλαδή να μας επιτρέπει- να ξεφεύγουμε από το άστυ, να επισκεπτόμαστε και να μας επισκέπτονται οι κάτοικοι από άλλες γειτονιές.

Με το κέντρο κλειστό και τις συγκοινωνίες κομμένες απαγορεύεται στην ουσία σε όποιον δεν συμμετέχει σ αυτές τις εκδηλώσεις να κινηθεί ελεύθερα. Εκτός κι αν γίνει και ο ίδιος και αναγκαστικά δρομέας της πεζοπορίας. Εκείνος, ο γυάλινος, ο κατακερματισμένος που τόσο πιστά αναπαριστά την πραγματικότητα αυτής της πόλης. Να βλέπει με το βήμα ανοιχτό και βιαστικό έναν ορίζοντα χαμένο, να βλέπει την Ακρόπολη, αλλά να μην μπορεί να φτάσει εκεί, μαρμαρωμένος σε ακινησία.