Ο σκαντζόχερος, Έ. Χ. Γονατά

munch-museet-08

Πάνω στο λόφο, ένας σκαντζόχερος μπαίνει και βγαίνει σε μια τεράστια άδεια γλάστρα. Είναι πολύ μεγάλη για το σώμα του η τετράγωνη γλάστρα, όμως αυτός επιμένει πως κάποτε θα καταφέρει να τη γεμίσει χωρίς τη βοήθεια κανενός.
«Με τα χρόνια μεγαλώνω, μεγαλώνω και κάθε φορά τη γεμίζω και λίγο περισσότερο», σκέφτεται• «τότε θα ξεκουραστώ, σαν έρθει η μέρα που θα βουλώσω με το κορμί μου κάθε γωνιά».
Κι εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει στη γλάστρα.
Ποτέ δεν παίρνει είδηση απ’ ό,τι γίνεται γύρω του. Όχι πως είναι αδιάφορος. Είναι μονάχα αφοσιωμένος στο σκοπό του. Έπειτα είναι και κωφάλαλος.
Κάποτε όμως, με τα χρόνια, θα τη γεμίσει τη γλάστρα του, ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αλλάξει σχήμα και να γίνει τετράγωνος.

 

Ε.Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, Στιγμή

Advertisements

E. Munch, η ταινία

“Είναι βαρύ και δύσκολο, δέ μου φτάνουν οι ζωντανοί-
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.”

Ο πιο ισχυρός απέναντί σου συνομιλητής είναι ο πεθαμένος. Αν μάλιστα αυτός ο πεθαμένος είναι η μάνα που δεν γνώρισες παρά μόνο μέσα από την γραπτή της παρακαταθήκη να προσέχεις μεταξύ άλλων την αδελφή σου που τελικά πεθαίνει επίσης νωρίς, τότε είναι φυσικό ο θάνατος σαν σκιά, σαν μνήμη ζοφερή της αρρώστιας και του πόνου, σαν σιγουριά και όχι αόριστη απειλή, να σε καταδιώκουν ισόβια. Είναι μαλακό το πρόπλασμα της παιδικής ψυχής και καταγράφει δεδομένα που σε κανονικότερες συνθήκες σου παίρνει μια ζωή να αντέξεις να τα μάθεις και να τα αποδεχτείς.

Αναφέρομαι στο ζωγράφο Edvard Munch και στην ομώνυμη ταινία, μια εξαιρετική προσέγγιση στην ζωή και στο έργο του. Όπου σκιαγραφείται πινελιά πινελιά η σχέση του με την επερχόμενη  βιολογική ή συναισθηματική απώλεια. Ο σκηνοθέτης,  Peter Watkins  έδεσε σε μια εικαστική και ανθρώπινη αφήγηση τα πάθη και τα έργα μιας ζωής.  Και άπλωσε με τις δικές του εικόνες –της ζωής και του καμβά- «την ζωοφόρο της ζωής», όπως ο ίδιος ο Munch αποκαλούσε τις εκθέσεις του. Του ζωγράφου που τόσο εύστοχα διείδε μέσα από την πασίγνωστη «Κραυγή» αυτό που επρόκειτο να γίνει σήμερα το ανθρώπινο πρόσωπο. Μια απελπισμένη φιγούρα που ασφυκτιά ανάμεσα στην επιθυμία για ζωή και στην οδυνηρή επίγνωση του ανέστιου, της  μοναξιάς, και του καθημερινού θανάτου. Η κάθε μέρα που σβήνει, μία κατακόκκινη αιμορραγία από φως.

Η ζωή του, αν και πλούσια από εμπειρίες ήταν απόπειρα ζωής. Ο φόβος να χάσει τον εαυτό του έτσι όπως νωρίς, εκ γενετής σχεδόν, βεβαιώθηκε ότι συμβαίνει με τα πιο κοντινά  –γυναικεία- πρόσωπα που δέθηκε ήταν αυτό που του απέμεινε μαζί με τον αυταρχικό πατέρα, την ψυχική και σωματική αρρώστια, που δεν τον νικούν τόσο που να πεθάνει ή να χάσει τα λογικά του. Ο φόβος φαίνεται στην αφήγηση της ζωής του μέσω των σχέσεων, αλλά και από το αμοιβαίο πλάσιμο των μορφών της μιας μέσα στην άλλη. Φαίνεται και στην εντελώς τρισδιάστατη απεικόνιση με την «ζωοφόρο της ζωής», της οδύνης, της απώλειας, του άγνωστου, της απειλής μήπως εξαρτηθεί και μήπως εν συνεχεία χάσει. Η καταχωνιασμένη μνήμη του απολεσθέντος παραδείσου καραδοκεί.

Οι κρίσεις πανικού και η απόρριψη αποτυπώνονται  με αγωνία  στον καμβά –που «έσκαβε» ή καθιστούσε παχύ. Η αγωνιώδης του προσπάθεια να ξεφύγει από τις δύο διαστάσεις –της ψυχής- στο τρισδιάστατο της ύλης. Μια προσπάθεια να κλείσει μέσα σε πινελιές εκείνο που του διέφευγε. Να σβήσει με μανία τον περίγυρο, να τσαλακώσει και να φθείρει τα υλικά και τα έργα του, να τα στραπατσάρει τόσο όσο να αναδυθεί από μέσα τους κατά το δυνατόν συναίσθημα σκέτο. Όμορφο, άγριο, ανεπεξέργαστο  στην οδυνηρή του ουσία μετά από ατέλειωτες, βίαιες σχεδόν επεμβάσεις που αφαιρούσαν εκείνη την εποχή οποιαδήποτε υποψία διακοσμητικής προσέγγισης της τέχνης. Τσαλακώνοντας την ίδια του κατακτημένη  δυνατότητα να είναι λόγιος, ευπρεπής και παραστατικός, αγνοώντας το αέρινο φως που έχει την ικανότητα να αναπαραστήσει βουτάει αδιάκοπα στο εσωτερικό του σκοτάδι. Βγαίνει με καινούργιες πληγές από την επαφή με το άγνωστο και παρόλα αυτά επιμένει.

 Προσπαθώντας να βρει έναν άξονα, να αποκαταστήσει τη σπασμένη τροχιά της δικής του οικογένειας δημιουργεί γύρω του κύκλους μπαίνοντας σε ομάδες λογοτεχνών και διανοουμένων, στηλιτεύει με πάθος κάθε υποκρισία κοινωνική ή καλλιτεχνική. Υιοθετεί ιδεολογίες, προσχωρεί σε ρεύματα, παραχωρεί τα απαραχώρητα, καταργεί εκεί τα όρια που δεν μπόρεσε στις σχέσεις του και μένει στο τέλος το ίδιο μόνος.

 Οι σχέσεις του με το γυναικείο φύλο είναι ακόμα μια γδαρμένη  ιστορία που παραδέρνει ανάμεσα στην λατρεία, την αγιοποίηση και τον φόβο. Οι γυναίκες της ζωής του, παντρεμένες ήδη, ή μέλλουσες να παντρευτούν άλλους. Ή  νεκρές από δολοφονία. Η διεκδίκηση είναι γι΄ αυτόν πάλι, πάλη με αντίζηλο πιο ισχυρό, τον ίδιο τον θάνατο. Όταν δεν εμφανίζεται, τον επινοεί για να τον ξορκίσει.

Ο βήχας, το αλκόολ και το λιγοστό οξυγόνο, το κόκκινο φως του ηλιοβασιλέματος, ο θάνατος στα μπλε, τα απρόσωπά του πρόσωπα, τα αιώνια ζευγάρια του θανάτου, ο θάνατος σε όλες τις αποχρώσεις. Ο θάνατος κι ο πόθος, ο ζωντανός θάνατος της ζήλιας, ο θάνατος και η αρρώστια, ο θάνατος και η απειλή του, ο θάνατος κι ο πόνος. Ο θάνατος στις μεγάλες νύχτες, στις ταραγμένες εποχές. Το αίμα, γίνεται χρώμα στο πινέλο του. Το κοπίδι του χαράκτη γίνεται νυστέρι ψυχής, το σχεδίασμα του αποκαλύπτει συνέχεια εκείνο που φέρει σαν στάμπα, οι πινελιές τον οδηγούν, εκεί που ξέρουν ότι θα πάνε όλοι. Αυτός όμως το ζει, ζει το θάνατο.

Άκοπος παραμένει μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της ταινίας –και της ζωής του- ο ομφάλιος λώρος που έχει δέσει σε έναν ατελέσφορο έρωτα  για να μπορέσει να τραφεί συναισθηματικά. Τον πονάει ο τοκετός που ξαναζεί, εκεί στο τέλος της ζωής του καθώς καλείται ο ίδιος να κόψει τα νήματα που τον κρατάνε κοντά της.

Πονάει ακόμα πιο πολύ και από την δια βίου απόρριψη του έργου του, το ζοφερό τίμημα της πρωτοπορίας και της βαθιάς αλήθειας που κανείς δεν θέλει.

Η ιστορία της τέχνης τον κατέταξε στα κιτάπια της, ονομάζοντάς τον πρώτο εξπρεσιονιστή.

Edvard

 

Γιατί είναι μπλε ο θάνατος;

Τι έβλεπες μέσα στα μάτια που δεν είδες;

Που βρήκε τόσο κόκκινο ο ουρανός κι έβαψε τα μαλλιά της;

Πώς σβήνονταν τα πρόσωπα το ένα μέσα στ’ άλλο;