Οι μορφές της Πελαγίας Κυριαζή

Η Πελαγία Κυριαζή επανέρχεται με μία ακόμα ατομική της έκθεση όπου εκκινώντας από ένα φόντο «νυχτερινό» -ονειρικό- συλλαμβάνει τις διαβαθμίσεις του σκότους, του αγνώστου, του ασαφούς, του ασυνειδήτου τελικά.

 

Το σώμα είναι πανταχού παρόν ακόμα κι όταν είναι διαμελισμένο, κατακερματισμένο ανάμεσα στους διάφορους ρόλους και τις στάσεις που επιτάσσει η κοινωνία και το όλον μέσα στο οποίο το ίδιο κινείται και αναζητά να βρει τη ψυχή, το πρόσωπο,  που φέρει. Πινελιές έγχρωμες και έμψυχες, το χρώμα του αίματος και της ζωής αλλά και το ιώδες της ασάφειας, της σύζευξης θερμού-ψυχρού, η φθορά αλλά και οι επιθυμίες που επιβιώνουν και οι πληγές που χαίνουν, προβάλλουν και έλκουν την όραση, τις αισθήσεις. Η ζωώδης ροπή και οι χυμοί της ωριμότητας ξεχύνονται με τη μορφή σκίτσου, χρώματος, γραμμών και σκιών.

Η σκιά, όχι όμως σαν σύμβολο ούτε και σαν απεικόνιση, καταγράφεται σαν πέρασμα του χρόνου και της οδύνης της ίδιας της ύπαρξης, απαλείφει τα επί μέρους χαρακτηριστικά των προσώπων. Αποτυπώνοντας έτσι, το γεγονός: το περίγραμμα παραμένει αναλλοίωτο αλλά ό,τι διαμορφώνει το «πρόσωπο», την ιδιαίτερη χροιά, και εντύπωση που δημιουργεί ο ένας στον άλλον άνθρωπο, συνθλίβονται -ή πατινάρονται – από ένα πέρασμα που μπορεί να είναι είτε βίαιο είτε επαναλαμβανόμενο.

Η τεχνική αυτή παραπέμπει -κατά τη δική μου εντύπωση- σε σοβατισμένες τοιχογραφίες, στον μέγιστο Ε. Μουνκ αλλά και σε κάτι περισσότερο κοινωνικό παρά υπαρξιακό ή τεχνικό: στα καθεστώτα και στις συνθήκες που απαλείφουν την προσωπικότητα, που καθιστούν το άτομο σκιά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ίσως και εντελώς ανεξάρτητα από την πρόθεση της καλλιτέχνιδας…
Αφού Η Πελαγία Κυριαζή δηλώνει ότι η πρωταρχική εντύπωση είναι και ο οριστική, οπότε και στα έργα της, μένοντας πιστή σ αυτή τη δήλωση και παρότρυνση του  Γύζη, τελειοποιεί τις μορφές και συνακόλουθα και τις εκφράσεις τους: απαλείφοντας ό,τι δεν αντέχει, στην ανάλυση, στην περαιτέρω αποκωδικοποίηση. Χωρίς να χάνει στιγμή την επαφή με τον μέσα κόσμο οι απεικονίσεις που θα μπορούσαν να αποδίδουν μία πομπή προσφύγων, ένα δέντρο νεκρωμένο ή τις δονήσεις μιας μοναδικής ψυχής, καθιστούν το έργο της πολυδιάστατο, οικουμενικό και πέρα για πέρα αυθεντικό.

 

 

 

Διάρκεια: 8 Ιουνίου – 15 Ιουλίου 2017

Αίθουσα τέχνης «ε κ φ ρ α σ η – γιαννα γραμματοπουλου», Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα

 

Ατομική έκθεση της  Πελαγίας Κυριαζή  με τίτλο An imagean Eidólon / Μια εικόνα, ένα Είδωλο.

 

 

 

 

H Πελαγία Κυριαζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική και κεραμική στην Α.Σ.Κ.Τ. και το 1993, με υποτροφία Fulbright, σε συνεργασία με τον Βασίλη Λαμπρινό, πήγε στη Νέα Υόρκη όπου, παράλληλα με τη ζωγραφική και το σχέδιο δούλεψε με ψηφιακά μέσα και τη πειραματική χαρακτική σε γυαλόχαρτο.  Τα χαρακτικά  της διακρίθηκαν σε δύο διαγωνισμούς του Διεθνούς Κέντρου Χαρακτικής Νέας Υόρκης. Έργα της έχουν επίσης εκτεθεί σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις όπως στο Kunst Europa Kunsthalle Berlin, στην 6η International Biennial of Drawing and Graphic Arts στο Μουσείο του Györ στην Ουγγαρία και στη Διεθνή Έκθεση Art Athina. Πρόσφατα συμμετείχε  στην έκθεση Βουτιά στον Ψηφιακό πολιτισμό με την ΑΣΚΤ. Ατομικές εκθέσεις της στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη έχουν παρουσιαστεί ανάμεσα σε άλλες στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, στη Γκαλερί 3 και στη Νέα Υόρκη στη New York Public Library 96th Str., στο Tenri Cultural Institute και στο A.S. Onassis Cultural Center. Συμμετέχει στην έκθεση του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστήμιου με θέμα το Λαβαρο του Γύζη. Η Πελαγία Κυριαζή δραστηριοποιείται στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη.     

είχε δημοσιευτεί στο http://fractalart.gr/oi-morfes-tis-pelagias-kyriazi/

 

 

Advertisements

Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)

Η αποκάλυψη της Μαρίας Ελπίδας

Αη Γιώργης

 

 

Η Μαρία Ελπίδα (Μαριέλα) Κωνταντινίδου υπηρετεί τις εικαστικές τέχνες από παιδί. Ή μπορεί και να την υπηρέτησαν κι εκείνες, αφού βρέθηκε στη κατάσταση ανάγκης που βρίσκεται ο αληθινός καλλιτέχνης να εκφραστεί με το μολύβι, το χρώμα και να συλλάβει την αναπαράσταση μιας πραγματικότητας που χρειαζόταν να αντιληφθεί, να αποτυπώσει.

Η ζωγράφος αυτή «δεν είναι μια ζωγράφος», μόνο… αλλά δεν είναι και υπερρεαλίστρια στις απεικονίσεις της! Καθώς ταξιδεύει συλλέγει εντυπώσεις, κοιτώντας πάντα την πλευρά εκείνη των πραγμάτων που δεν πληγώνουν, που επουλώνουν, αποκαλύπτουν και γαληνεύουν την ψυχή. Από το πέταγμα των γλάρων ως κάτω από τον βυθό, μέτρησε πολλές φορές την απόσταση, από την καμπίνα του αεροπλάνου που την ταξίδευε σε άλλα ημισφαίρια είδε τον ήλιο να συναντάει το φεγγάρι, είδε την έρημο και τα άγρια ζώα της Αφρικής, ρίζωσε για λίγο στο Παρίσι κι έριξε άγκυρα εν τέλει, για τα καλοκαίρια της τουλάχιστον στη Νάξο, στις Κυκλάδες…

Κι εκεί που είχε διαγράψει κύκλους, από τη γραφιστική στην εικονογράφηση των τρυφερών παιδικών αναγνωσμάτων, και αφού καθοδηγεί ακόμα όποιον και όποιαν θέλουν να την ακολουθήσουν στους δρόμους της τέχνης της διδάσκοντάς την, έξαφνα της προέκυψε ένα ταξίδι, άλλο, εσωτερικό, η αγιογραφία.

Κάθησε πάλι σε θρανίο, μα ετούτη τη φορά, εκπαιδεύτηκε, παιδεύτηκε, έγινε ξανά παιδί που αναζητάει το φως, το χρώμα, τη μορφή και την ουσία των εικόνων. Και τις ξανάπλασε, μαζί με τα μεγάλα εφόδια της απλής αναπαράστασης, στα μέτρα τα δικά της, τα ανθρώπινα και όλως διόλου ταπεινά.

Και η ζωγράφος, βρήκε ξαφνικά το «πρόσωπό της». Με την έννοια ότι οι μορφές που απεικονίζει, με πρόσχημα τη λειτουργική τους διάσταση, τη λατρευτική, της έδωσαν την αφορμή, το εργαλείο και την οπτική για να αποκαλύψει ένα βαθύ, αλύτρωτο και μαζί σεπτό σχήμα. Όλη η προηγούμενη άσκηση, μοιάζει σαν να την οδήγησε εκεί ακριβώς που ήταν προορισμένη. Και που ενδεχομένως να είχε για κάποιο λόγο «παραγραφεί» -το πρόσωπο- σε όλο το προηγούμενο της έργο.

Κοιτώντας τα αγιογραφική πορτρέτα τής Μ.Κ., ο θεατής, ακόμα κι αν δεν τα προσεγγίσει από τη θρησκευτική/λατρευτική τους πλευρά, θα ταξιδέψει στον Φώτη Κόντογλου, στον υπέροχο λαϊκό Θεόφιλο , στα δάνεια του Μποστ από την Βυζαντινή παράδοση και την ενσωμάτωση της γραφής στα εικαστικά έργα που είχαν υιοθετήσει και οι πρωτοπόροι εικαστικοί του μεσοπολέμου.

Κι εκτός από τους συσχετισμούς του νου, δεν είναι δυνατόν να μην συγκινηθεί κανείς απέναντι στο ύφος, την έκφραση, την οδύνη αλλά και την γαλήνη που αποπνέουν τα πρόσωπα αυτά, που η θρησκεία τους αποδίδει θεϊκή υπόσταση αλλά η τέχνη δίνει εν τέλει την πνοή. Έμψυχα έργα που αποπνέουν «πρόσωπο», βλέμματα, χειρονομίες που ανασαίνουν μέσα στη σιωπή του ξύλου που έχει σκεπαστεί με λάδι και υπομονή, δουλειά και μια εσώτερη μελέτη του ανθρώπου.

Αν είσαι θρήσκος θα εναποθέσεις πάνω τους τη προσευχή σου, όπως θα έκανες σε οποιαδήποτε εικόνα, αλλά αν είσαι φιλότεχνος, θα διαβλέψεις στον Αη Νικόλα την αγωνία για τη θαλασσοταραχή, θα δεις του Αη Γιώργη τη νεανική ορμή και της Μητέρας του Θεού την πανανθρώπινη φροντίδα. Πρόσφατα μοιράζεται και αυτή την τέχνη της, παραδίδοντας μαθήματα αγιογραφίας.

Δημοσιεύεται στο Fractal

Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο, Δ. Χ. Φωτόπουλου

«…τα πάντα ανθισμένα, αρχές καλοκαιριού, αρχές του εβδομήντα»

 

 

«Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο», Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου, εκδ. Αιώρα, 2015

 

Τη διάκριση ανάμεσα σε «Παρτσαλιδικούς και Κολιγιαννικούς» ποιος να τη θυμάται άραγε; Όταν τη διάβασα στις σελίδες από «Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο» και προχωρώντας στην ανάγνωσή μου διαπίστωνα σταδιακά ότι κι άλλα «φαινόμενα», ιδεολογικά και αισθητικά ακόμα και συναισθηματικά είχε να μας διηγηθεί ο Δημήτρης Φωτόπουλος για την εποχή της νιότης. Προσπαθούσαμε εν μέσω δικτατορίας να βρούμε άκρη μαθαίνοντας, ταξιδεύοντας, γεωγραφικά και νοερά σε τόπους πιο ελεύθερους…

Οι εννέα αυτοβιογραφικές αφηγήσεις με τη μορφή αυτόνομων διηγημάτων, ενδεχομένως να περιέχουν και στοιχεία μυθοπλασίας που διανθίζουν τις μνήμες. Ο συγγραφέας αναπαριστά με τον δικό του, κλιμακούμενο λυρικό και μαζί ελλειπτικό τρόπο, τις περιοχές του κόσμου που επισκέφθηκε ή έζησε, τι είδε, τι άκουσε και πώς αποκωδικοποίησε τον κάθε χώρο. Σταθεροί καταλύτες οι άνθρωποι, δικοί του, Έλληνες και ξένοι, φίλοι εγκάρδιοι ή περιστασιακοί, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην κατανόηση του κλίματος και της νοοτροπίας του κάθε τόπου, στον τρόπο που ο αφηγητής τον οικειοποιείται για να τον αποδώσει γλαφυρά.

Ο ευφυής και παρατηρητικός περιηγητής στήνει ως σκηνικό τις ξένες χώρες και ενσωματώνει στην εκάστοτε εντύπωση από τον πολιτισμό, εμπειρίες ανθρώπινες, ατομικές, χρωματιστές. Σε αντίθεση με το εξώφυλλο όπου οι μαυρόασπροι τόνοι παραπέμπουν: η ματιά του, σινεφίλ, φιλόμουση, αστικής αισθητικής –και με τις δύο έννοιες της λέξης- αφορά στις πόλεις, στην ιστορία αλλά και στο «σήμερα», όποτε κι αν αυτό υπήρξε. Η ματιά εστιάζει πότε κοντά και πότε μακριά στα οικήματα που πέρασε νύχτες με ή χωρίς τους ανθρώπους∙ σε καταστάσεις ρομαντικές, ακτιβιστικές, μοναχικές, συντροφεμένες, τραγελαφικές, δραματικές, από όλα έχει ο μπαξές. Οι εικόνες που καταγράφει είναι από κείνες που μπορεί να ξεθωριάζουν αλλά δεν σβήνουν. Και οι χαρακτήρες ολοζώντανοι, «φωτογραφημένοι», κινηματογραφημένοι, για να είμαι πιο ακριβής.

Όντως «τα πάντα» φαίνονταν «ανθισμένα, αρχές καλοκαιριού». Ως αναγνώστρια θυμήθηκα πώς μας φάνταζε η Ευρώπη και η Αμερική της δεκαετίας του εβδομήντα -όπως και στον κοσμοπολίτη γράφοντα-παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, πώς αντιλαμβανόμαστε το κλίμα εκείνο: Θυμήθηκα ότι η στράτευση ξεκινούσε από την πολιτική βιβλιογραφία, εκτεινόταν εντονότατα στα έδρανα της γνώσης για να απομυθοποιηθεί (ή να εξιδανικευθεί;) όταν κάποιος ερχόταν σε άμεση επαφή με την καθημερινότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η γόνιμη περιέργεια και ερευνητική διάθεση έσπρωχνε όποιον είχε την καλή τύχη και επιλογή των ταξιδιών να ψάχνει και να βρίσκει παντού: Η τέχνη συμβάδιζε με τις φιλίες και τις σχέσεις, η κλασσική κουλτούρα τάπινε παρέα με τη τζαζ, τα φιλοσοφικά ρεύματα έμπαιναν στο τραπέζι. Χιούμορ και αλληλεγγύη, ξενύχτια και ατέρμονες κουβέντες, συντροφικές αυταπάτες αλλά και ανεπαίσθητες κινήσεις αντίστασης στη χούντα, «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» εκτός των επίσημων κομματικών γραμμών. Και αν δεν ήταν όλα ανθισμένα, υπήρχε όραμα, μια αίσθηση αρχής καλοκαιριού, μιας επικείμενης εκ βάθρων αλλαγής και άνθισης του μέσα και του έξω κόσμου.

Οι νύξεις του συγγραφέα δείχνουν προς τη πλευρά μιας καλά θεμελιωμένης ερμηνείας του κόσμου, μαρξιστικής, χωρίς ωστόσο να πρόκειται για παπαγαλισμό συνθημάτων ή «τσιτάτων» -θυμήθηκα και αυτή την έκφραση- αλλά για τη προσπάθεια εκείνης της γενιάς να επιβεβαιώσει μέσω του βιώματος μια κοσμοθεωρία ικανή να γίνει άξονας ζωής. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, σχεδόν με τρυφερότητα, ο Δ.Φ. ανατρέπει και τσαλακώνει ανάμεσα απ΄τις γραμμές τα άκαμπτα μοντέλα…

Τα αναγνώσματα δείχνουν τη δίψα για τη χαρά της ζωής, το φαγητό, το ποτό και τον έρωτα, τον ανοιχτό ορίζοντα, που οδηγούν τον νέο σε διαλόγους και συνευρέσεις «ανοιχτές», χωρίς προδιαγεγραμμένες απαντήσεις σε μια συνεχή αναζήτηση απελευθερωτικής –εσωτερικά- παιδείας . Μαθαίνει από τους Έλληνες –και όχι μόνο- της διασποράς, από τους άλλους, μετανάστες ή όχι, κάνει ακτιβισμό μαζί τους, μαθαίνει από το άνοιγμα στο μυαλό που προσφέρει η απόσταση από τη πατρίδα και τις ανελεύθερες συνθήκες της, από τις παραδοξότητες των ανθρώπων ποικίλων και πολύχρωμων που συναναστρέφεται με την αθωότητα και την γόνιμη περιέργεια που διακρίνει τη νεότητα. Η εναργής παράθεση και περιγραφή, γεγονότων, διαλόγων και καταστάσεων χαρακτηρίζονται από αποστασιοποίηση –άλλο μέγα ζητούμενο της εποχής εκείνης- που επιτρέπει στον αναγνώστη να «ταξιδεύει» στο διπλανό κάθισμα, στο τρένο, να τρέχει μέσα στο αυτοκίνητο, να πίνει στο ίδιο μπαρ, να μεθάει, να ερωτεύεται, να παθαίνει, να μαθαίνει…

Η εποχή και οι χώρες συστήνονται με ειλικρίνεια και γλώσσα καθαρή. Ο τότε κόσμος, «Ευρωπαϊκός», δυτικός εν γένει, -απελευθερωμένος, οργανωμένος και δημοκρατικός σε σχέση με την Ελλάδα- τόσο που να τα χωράει όλα από τον ακτιβισμό και την νεανική «αλητεία» ως το ποδόσφαιρο. Οι ανθρώπινες σχέσεις διαγράφονται με εξαιρετική λεπτότητα, σαν ο συγγραφέας να θέλει να τιμήσει και να διαιωνίσει με την τέχνη του, ανεξάρτητα από τις απορρίψεις, τις γυναίκες κυρίως, που τον σημάδεψαν. Πόση μαεστρία χρειάζεται αλήθεια για να αφηγηθεί κανείς μέσα στις ίδιες σελίδες εμπειρίες έντονες, και να συνυπάρξουν ταυτόχρονα η φρίκη του Βιετνάμ με τη σφοδρότητα ερώτων ναρκοθετημένων;

 

Δημήτρης X. Φωτόπουλος

Ο Δημήτρης Χ. Φωτόπουλος

 

Προφανώς τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει ο Δ.Φ. πριν βάλει σε χαρτί αυτές τις διηγήσεις και πριν αποφασίσει να κάνει το βήμα προς την έκδοση, οι πτήσεις του πάνω από τη γη έγιναν και μέσω μεγάλης εξοικείωσης με τη φαντασία και τη γοητεία της λογοτεχνίας, και πώς αλλιώς;. Το έργο αυτό, και ανεξάρτητα από τις συχνές διακειμενικές αναφορές του, δείχνει ότι ο συγγραφέας του ταξίδεψε μακριά διαβάζοντας, και ότι ακόνισε την ευαισθησία που απαιτείται για να διακρίνεις μέσα στις μεγαλουπόλεις το πέταγμα ενός φλαμίνγκο όταν κερδίζει ύψος στον μολυσμένο τους αέρα.

Προφανώς τα ταξίδια θάταν κι «εσωτερικά» (και όχι Παρτσαλιδικά)!

Δημοσιεύεται στο Fractal

’23 ΜΕΡΕΣ’, (δημιουργική) ανάγνωση

thumbnailΓιατί μετράει κανείς τις μέρες; Από ένα γεγονός ή μέχρι κάποιο άλλο; Για να αθροίσει τον καιρό που πέρασε ή για να υπολογίσει πόσο ακόμα θα χρειαστεί να διανύσει περιμένοντας το πλήρωμά του να φέρει κάτι άλλο; Κι αν δαμάζει τελικά ο χρόνος από μόνος του τον πόνο, τι απογίνονται η ελπίδα και η προσδοκία όταν αυτός περνά και φεύγει ;

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη δίνει φωνή και βήμα σε μια γυναίκα που δημιουργεί, για να ξαναζήσει μαζί της ένα χρονικό 23 ημερών που αποπνέουν συγχρόνως καλοκαιρία με έναν αποχωρισμό, σφοδρό και βίαιο σαν θάνατο, ωστόσο μη οριστικό ∙ να πλανάται άλλοτε σαν απειλή και σαν τελεσμένο γεγονός που καλείται να πενθήσει, άλλοτε σαν μετακλητή πραγματικότητα που προσπαθεί να αναιρέσει. Οι αριθμοί 2 και 3 αποδεικνύονται σημαδιακοί αφού επανέρχονται στο αφήγημα, ενώ η μία κορυφή του ερωτικού τριγώνου που θα υπαινιχθεί  παραμένει σχεδόν ανυπόστατη. Όλα λειτουργούν σαν φόντο για να αναδειχθεί εντονότερα το συναισθηματικό κλίμα που βιώνει η κεντρική ηρωίδα.

Αυτή είναι η «Σοφί» που δεν επιτρέπει σε κάποιον που φεύγει από τη ζωή της να την κάνει ποίημα. Επιδιώκει να βυθιστεί η ίδια σε μια κατάσταση εκστατική και θερμή ανάλογη σε ένταση, αλλά και στο πάθος που διέτρεχε τη μοιραία σχέση ∙ θέλει να γράψει εκείνη το τέλος αλλά και πάλι… Μπαινοβγαίνει στη «νάρκωση» που της  προσέφερε κατά το παρελθόν το μοναχικό της όραμα για μια από κοινού ποιητική ζωή και αποπειράται να φωτίσει από διαφορετικές γωνίες τα γεγονότα. Το σοκ της απώλειας γίνεται αφορμή για να ξεδιπλώσει μια πρόσφατη, ίσως «παλιά» και επαναλαμβανόμενή της ιστορία.

Η σχέση χωρίς αποκλειστικότητα και η αγωνία της ουσιαστικής συνεύρεσης  πασχίζει να διαιωνιστεί στο λογοτεχνικό παρόν. Το σώμα κι η  ψυχή, ο νους, τελούν υπό καθεστώς «βίας», τρέχουν με την κεκτημένη ορμή. Αναζητούν τη συνέχεια και τον  παρτενέρ για τη συνομιλία  που –ίσως  λόγω ακριβώς της αποσπασματικότητας και της αμφιβολίας- είχε εξιδανικευτεί και υποσχόταν παλιότερα το άπαν της απόλυτης ταύτισης.

Στο σκηνικό που στήνεται, αντί για τα βιβλία του απόντος, σε ένα καφέ κομοδίνο χάσκουν άσπρα ηρεμιστικά χάπια, λευκά μηνύματα συνοδεύουν τις νύχτες της. Η Σοφί αναπολεί, συσχετίζει με ζευγάρια της τέχνης και απαριθμεί –ο τρόπος της να βάλει μία τάξη μες το χάος και να βρει μια έξοδο από τον φαύλο κύκλο-. Θα εκπληρώσει το πέρασμα του χρόνου την υπόσχεση για επιστροφή στη παρελθούσα συνθήκη που θα σημάνει και τη λύτρωσή της;

Η συγκεκριμένη πιθανότητα, δικαίωμα και πόρτα ανοιχτή για μέλλοντα αόριστο για αυτόν που έχει αποχωρήσει, ελπίδα και άρνηση του τέλους για αυτήν που παραμένει, φέρνουν στην επιφάνεια αναπάντητα «αν» και «γιατί» μαζί με το ελπιδοφόρο ‘πότε;’ που η προσδοκία δεν επιτρέπει να γίνει ένα οριστικό ‘ποτέ’. Η σύγχυση κι η παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στην απόρριψη, την εξιδανίκευση και την άρνηση επιτείνονται.

Πάνω σ΄αυτό τον καμβά, η Α.Ξ. προτίθεται να αναδείξει τη διαδικασία γύρω από την ποιητική δημιουργία, τη μόνωση και τον πόνο ως προϋποθέσεις της ανάτασης. Αναζητά την αλληλουχία λέξεων που θα εκπορθήσουν τα τείχη της νοικιασμένης –και παράνομης ενδεχομένως- κάμαρας που έχει μετατρέψει σε χώρο προβληματισμού και πένθους ∙ ίσως το ίδιο το σώμα της Σοφί. Προκειμένου να  μεταστοιχειώσει το λυγμό σε λόγο καταφεύγει στην  ανάγνωση, τη καταγραφή του αισθήματος. Οι αισθήσεις όμως βρίσκονται σε συναγερμό : H ελπίδα και  η προσμονή οξύνουν την ακοή, την στρέφουν στον εξωτερικό χώρο απ΄ όπου προσδοκά να αφουγκραστεί τον ήχο της επιστροφής, της ευνοϊκής επιλογής που θα κάνει ο άλλος και το ιδανικό ισοδύναμο της ανακούφισής της.

Τόσο ο ζόφος όσο και ο φαύλος κύκλος επικοινωνούνται από την συγγραφέα, αλλά αφού η ηρωίδα διέρχεται τις φάσεις  κορυφώνει μ’ έναν θυμό –προς εαυτόν-  όπου η λύση, ως απάντηση στα ερωτήματα ωριμάζει με τη «Φθινοπωρινή Ιστορία» και αποδίδει καρπούς στο «ΧΧ» (το επιθυμητό συστατικό του αριθμού 23). Οι λέξεις αποκτούν εκεί  ποιητική πολυσημία, με τα πολλαπλά βάρη που κουβαλάνε η καλοκαιρία και το φθινόπωρο, η έξοδος συντελείται παίρνοντας τη συμβολική μορφή της έκρηξης του σώματος, από το χώρο του βωβού αναβρασμού στο χώρο της λεκτικής έκφρασης.

Για να συμβεί η ποιητική απογείωση θα χρειαστεί να αλλάξουν όλα. Από τη κρεβατοκάμαρα βρισκόμαστε στη τουαλέτα, από τις κλεμμένες Τετάρτες  σε μια ματωμένη Παρασκευή, από τα άσπρα και καφέ χρώματα –με τους ανάλογους συμβολισμούς τους – στο κόκκινο του αίματος.  Να σταματήσει το μυαλό να διανοείται και η ψυχή να παραπλανάται, να αποκαλυφθούν «μυστικά», να μετατοπιστεί η δράση.

Όταν τα φτερά του έρωτά της πριονίζονται, για να πετάξει η ποίηση απαιτεί μια κίνηση οριστική, απότομη και καταλυτική, ένα πλήγμα – μήνυμα ισότιμο με την χαίνουσα πληγή του χωρισμού και της αμφιβολίας. Σε χώρο ζωτικό, σωματικό και κάτω από τη μέση, θα βρει τις λέξεις, θα διατυπώσει το διά ταύτα με έναν τρόπο που κυριολεκτικά αγγίζει∙  χρειάστηκε να τρέξει αίμα…

Το σώμα βγαίνει από τη «νάρκωση» της πλάνης του και η θερμοκρασία του πάθους που επιζητείται –που αναπτυσσόταν ήδη από την εποχή της μη ολοκλήρωσης και των ατελών διαδρομών προς τον άλλον- εξισορροπείται. Με το ζεστό υγρό να ρέει και «τις χορδές σπασμένες»  αναδύονται τα  λόγια και η μελωδία ηχεί. Ρήξη, κατανόηση και ανατροπή: Η αναμονή κι η επιθυμία, ποσά ευθέως ανάλογα, ο θρήνος ατελέσφορος όσο το πέρας αιωρείται, ο χρόνος αποδεικνύεται αδιάφορος καθώς κοιτάει μόνο τη δουλειά του, να φεύγει ανεπιστρεπτί. Η αναμονή ήταν λοιπόν αφροδισιακή;

 

thumbnail1

 

Πριν και μετά από τις σημαντικές διαπιστώσεις η ιστορία, ωστόσο, απλώνει, συνεχίζεται. Αφού έχουμε να κάνουμε με αφήγημα, με «αρχή, μέση και τέλος» και αφού η Α.Ξ. παραχωρεί δικαίωμα στους αναγνώστες της να καθορίσουν και αυτοί τη μοίρα της Σοφί της, θα επισημάνω ότι  η συμβολική κίνησή της προς τον εξωτερικό χώρο, το «δρόμο» που διασχίζει, η αποχώρηση από το Facebook  και το κάπως επιβεβλημένο happy –(ή ‘ηθικά’ ορθό) end υστερούν σε ένταση, πολυσημία και αυθεντικότητα. Η  Α.Ξ. φέρεται με καλοσύνη στην ηρωίδα της και της  χαρίζει την επιβίωση, της στρέφει το βλέμμα σε ένα μέλλον σχεδιασμένο, αλλά  προφανώς την αποκόβει από το παρελθόν και αναστέλλει –με τρόπο παρόμοιο με τη περιγραφείσα σχέση!- τη κάθαρση που θα ήταν δυνατόν να φέρει μια σύγκρουση της ηρωίδας καθώς απευθύνεται στο άλλο της –και παρελθόν- μισό.

Η Σοφί αφήνει αναπάντητα τα «γιατί» ενώ αναιρεί επιφανειακά τα «αν» και απονευρώνει τις ισχυρές της εξομολογήσεις. Η διαφορετική στροφή που παίρνει είναι βέβαια πολύ πιο ανοιχτή, αλλά περιστρέφεται γύρω από  τον παλιό και σταθερό της άξονα. Επίκεντρό της παραμένει ο ίδιος πάντα, άλλος άνθρωπος, οι σχέσεις του με τους ανυπόστατους τρίτους, ο χρόνος που περνάει μάταια φέρνοντας τις παλιές ιστορίες στο προσκήνιο, ενώ η απόσταση, η αλλαγή τοπίου και η άρνηση της πλήρους αυτοκαταστροφής («χάπια», «γκάζι») είναι σαν και τον χωρισμό που δεν είναι οριστικός: Θέμα χρόνου, στη σχέση δύο οντοτήτων να παρεμβαίνει κάποια άλλη, τρίτη (οντότητα, κατάσταση) που παραμένει τόσο άγνωστη όσο και φαρμακερή μέσα στο ανάγνωσμα.

Η  Ασημίνα Ξηρογιάννη απεικόνισε μία κατάσταση και παράλληλα φώτισε ένα  αφήγημα από  διαφορετικές γωνίες, την ποιητική εξομολογητική, διακειμενική και εικαστική.  Έκανε σαφή στον αναγνώστη το χρονικό, το αδιέξοδο, την οδύνη και τα μέσα που επικαλούμαστε για να παραβλέπουμε τα πιο σημαντικά και τελεσίδικα γεγονότα, τη στέρηση και τη φθορά, τη στέρηση που επιτείνει τη φθορά και αντίστροφα.

Από όποιο πρίσμα ωστόσο κι να το κοίταξα, το κόκκινο, σαν και τα χρώματα σε μια παλέτα, είναι αυτό που ξεχωρίζει, είναι αυτό που με το πέρασμα του χρόνου, ξεθωριάζει τελευταίο.

 

Δημοσιεύεται στο Fractal

Ο Παλιατζής

 

paliatzis

 

Παμπόνηρος ο παλιατζής. «Ποδήλατα παλιά, παλιά καλοριφέρ, παλιά σώματα, παλιά κρεβάτια και παλιά βαρέλια». Οικονομολόγος ο παλιατζής, αφού αναζητάει scrap. Και οικολόγος, βέβαια.

Κι εγώ η οικο-λο-γρια, αναρωτιέμαι, ενώπιον μίας ακόμα μετακόμισης, τι μπορώ να του πουλήσω. Σκέφτομαι τις δύο παλιές πολυθρόνες αλλά πάλι «όχι». Τις είχε αγοράσει η μάνα μου για να το παίζει πως έχει βαθιές ρίζες στο –αριστοκρατικό- παρελθόν του πατέρα μου που δεν το έζησαν μαζί. Άσε που δεν θα πιάσουν μία και άδικα θα βάλω τον τσιγγάνο στο σπίτι μου που θα κοιτάει λαίμαργα και θα μου πει «κυρία, ασημικά, χρυσαφικά, δεν έχεις;»

«Όχι», θα τούλεγα, τάδωσα από χρόνια, τότε που πίστεψα πρώτη φορά ότι δεν έχει νόημα να φοράς δαχτυλίδια που να σε δένουν, τότε που άρχισαν να φυτρώνουν πέτρες στα δάχτυλά μου από μόνες τους. «Πίνακες; Χαλιά;» επιμένει ο παλιατζής (και η φωνή μέσα μου που λέει «se debarasser»). «Γιατί στα Γαλλικά μανδάμ;» Γιατί έτσι. Γιατί θέλω νάχω πάντα μια εναλλακτική γλώσσα. Όχι «εναλλακτική»∙ αναπληρωματική, πάγκο, καβάντζα, πώς να το πω;

Ευτυχώς που τα ντουβάρια θα μείνουν εδώ, σκέφτομαι, για σκέψου νάμουνα χελώνα και να κουβαλάω και το σπίτι στις μετακομίσεις… Μήπως… μου γεννιέται η ιδέα, μήπως να πω στον παλιατζή να γίνει μάγος του Οζ και να μου πάρει από πάνω μου το σπίτι και από κει και πέρα να αφήσω τον άνεμο να κάνει τα υπόλοιπα; Να πάρει ό,τι παίρνεται και να μείνουν πάλι τα μεταλλικά, τα παλιά σώματα, και το μέταλλο της φωνής;

«Άντε στο καλό κυρά μου», φαντάζομαι τον παλιατζή να απαντάει, «παλαβή θάναι» ενώ με την άκρη του ματιού του ζαχαρώνει τα φερ-φορζέ της βεράντας. «Αφού στο επόμενο σπίτι δεν θα έχεις βεράντα; Γιατί δεν τα στέλνεις;»

Γιατί το σίδερο και το ποιώ ακούγονται το ίδιο- στα Γαλλικά- «φερ». Είναι scrap, όπου κι αν πας τα λιώνεις και τα ξαναστήνεις.

Αθήνα, 18.08.11

 

Δημοσιεύεται στο fractal