ΣΚΗΝΗ 1. ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ. Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ, ΠΡΙΝ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΗΣΕ “για πάντα”

ist2_903812-velvet-curtain1

 

 

Τρίζει ακόμα το πάτωμα, για δες…

παρόλο που δεν τα κάνουν πια από σανίδι

τρίζει κι ο χρόνος κάτω από τα πόδια

Φεύγω.

 

Βελούδο κόκκινο, καθίσματα λειψά

χειροκροτήματα

A Dio

 

 

σε ποιο θεό;

σε ποιον θεό πηγαίνω;

θα πετάξω

 

 

μια απογείωση ακόμα

κι ύστερα, όταν θα προσγειωθώ ξανά,

ξανά σανίδι γύρω μου, αστείο ε;

 

Γελάγαν κάποτε

όταν από αυτή εδώ την απλωσιά

παρίστανα, παρίστανα,                               ήμουν ποτέ; πού ήμουν;

 

θυμάμαι κοίταζα ψηλά

και πάντα πίστευα πως ήταν αετώματα

τα σκηνικά, κάθε φορά αετώματα

το έργο που έπαιζα δεν είχε και καμία σημασία

 

 

έτσι εξόρκιζα πάντα τα διλήμματα:

«ποιόν αγαπάς πιο πολύ»

«να μείνεις ή να φύγεις»

 

αλλά η αγάπη κι η απουσία

από ένα άλφα και οι δυό

και η φυγή κι ο φόβος, από φι

 

άλφα η πόλη μου

φι η φωτιά μου

άλφα το τέλος,

απογείωση ξανά

 

Αετώματα παρόντα, οι διάδρομοι, η μουσική, όλα αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν, κι εγώ θα πρέπει να υποδυθώ ακόμα έναν ρόλο. Και τρίζει πάλι πλάγια η πόρτα του καμαρινιού, τρίτο κουδούνι κι εγώ ακόμα μεγαλεία, ονειρεύομαι ή ερωτεύομαι, μπερδεύτηκαν κι οι τελευταίες λέξεις.

Έρχεται ο χρόνος να με πάρει, με λιμουζίνα έρχεται και ίσως και με δημόσια δαπάνη.

 

άδικα σε περίμενα κι εσένα, νάρθεις να με πάρεις;

άδικα τους μελέταγα τους χάρτες για να παίξω, δρόμο-δρόμο, το ρόλο του άριστου συνοδηγού;

άδικα έμαθα τα λόγια σου απέξω κι ανακατωτά;

άδικα πρόβαρα το κόκκινο κουστούμι, και γυμναζόμουν, και δοκίμαζα τα μακιγιάζ, και άλλαζα ταχύτητες;

 

άδικα, άλλη μια λέξη από άλφα

άλλη μια γεύση αλμυρή

άλλο ένα ξόδεμα-το ξόδι

 

όχι, δεν παίζω με τις λέξεις

βρε σκηνή μου,

ρόλο παίζω

 

 

Αυλαία-τέλος και υπόκλιση καμία

όχι δεν θα υποκλιθώ, κοινό.

Θα υποκριθώ, όχι δεν θα υποκριθώ

ούτε και θα αποκριθώ

όλες τις λέξεις που εξόρυξα σου αφήνω.

 

Στον χρόνο που τρίζει πλάγια, καθώς η σκηνή αυτή φεύγει, σβήνει, the end, προβάλλεται,

 

Σε ξένη γλώσσα, πάω να τελειώσω.

και μην χειροκροτήσετε παρακαλώ 

 

 

 

Δευτέρα, απόψε και δεν παίζουμε.

Πρόβα, γενική.

 

 

 

 

 

Advertisements

κάτω απ το παράθυρό μου, τώρα

 

 

κλαίει γοερά, πολύ ώρα, μια κοπέλα. “Δεν το πιστεύω ότι δεν μ΄ αγαπάς”. Επαναλαμβάνει πολλές φορές, χωρις να τη νοιάζει που την ακούω ως τον δευτερο όροφο. Εικόνα δεν έχω, αν και από περιέργεια, ξεμύτισα να δω. Φαντάζομαι τον μην αγαπώντα, αμήχανο, να μην ξέρει τί να κάνει, απόψε που είχε πάρει απόφαση να της το ανακοινώσει.

 

Αλλά πιο πολύ φαντάζομαι, ότι για να κλαίει τόσο σπαρακτικά, μάλλον κλαίει αναδρομικά για πολλά.

Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

Την περιμένουν κι άλλα, χειρότερα. Γιατί δεν είναι που δεν το πιστεύει, είναι που πιστεύει πως μιλάει σε κάποιον άλλον, ότι ζει εφιάλτη, ότι αυτό το τέλος είναι τέλος, ενώ είναι αρχή.

Σώπασε τώρα. Σώπασε.

η νύχτα της θα είναι χειρότερη.

τώρα που έδωσε τον πρώτο τελευταίο ασπασμό

με όρια τον άνθρωπο, γυναίκα

 

φωτο: φεύγουσα της Ελευσίνας

 

Θα τον εκφωνήσω τώρα τον λόγο τον αντιφεμινιστικό.

Γιατί απ  το πλευρό του έγινα και στο πλευρό του θα μείνω. Κι εκεί κοιτάχτηκα όταν άρχισα να βγαίνω από την αφάνεια. Κι ας έλειπε. Κι ας αδιαφορούσε. Δεν έφυγε, δεν επαλήθευσε αυτός τα χείρω, όχι.

Αυτός με έμαθε να ταξιδεύω και να μη φοβάμαι, αυτός έζησε και ζώστηκε τους φόβους όλων. Και η παραγωγή δεν πρέπει να πληρώνεται με ομηρεία, όχι θα πω, πολλές φορές όχι. Έχουμε τη γνώση αλλά τί την κάνουμε; έχουμε το σύνθετο σώμα, αλλά την τεχνογνωσία δεν την κρατάμε για μας. Δεν την απλώνουμε στην επιφάνειά μας, στο λίφτιν μας, στο πέπλο μας, στο όπλο μας το μέγιστο, το ψέμα μας.

Το σώμα μας μπορεί να μας προδώσει, αλλά το σώμα μας μπορεί και να προδώσει, να απειλήσει, να κρύψει, το σώμα μας έχει κοιλότητα, και κόλπο και κόλπα, κυρίως.

Το σώμα μας, το μυαλό μας, το οπλίσαμε, φορέσαμε πανοπλία και κράνος για να  ανοίξουμε τα πόδια. Χωρίς σουτιέν αλλά με στρινγκ. Απελευθέρωση; Χωρίς προίκα αλλά με καριέρα. Απελευθέρωση; Καθρέφτης είναι ο ανταγωνισμός, ο πόλεμος. Γινήκαμε η Αθηνά χωρίς τη σοφία της, γινήκαμε η Αρτεμις χωρίς την παρθενία της αποστολής της, γινήκαμε μαντόνες αειθαλείς και ανταλλάξαμε την αγκαλιά με τα καρφιά. Κι άμα κοιταχτείς σε τόσους καθρέφτες το μόνο που θα καταφέρεις είναι να ζαλιστείς. Άλλο είδωλο ανφάς, άλλο είδωλο προφίλ, άλλο είδωλο ο καθρέφτης απέναντι στο καθρέφτη και ψευδαίσθηση του απείρου, λίγο να στρίψεις και θα τις χάσεις όλες τις εικόνες, γυναίκα σ΄ εσένα, σ΄εμένα, μιλάω. Καλά τα κατάφερες με την πορεία αλλά σε κόψαν στις μανούβρες, από παρκάρισμα, τζίφος.

Γυναικωνίτες, όχι στα κομμωτήρια, αυτά πάνε, γυναικωνίτες στις σχολές, και στις σχόλες, στους καφέδες, στις καφετζούδες, γυναικωνίτες με άντρες που σου φτιάχνουν το νυφικό σου όνειρο, άσπρο, και κρεμ και μωβ, πένθιμο, γυναικωνίτες με μαμάδες, συμβουλές και μυστικά «από τη μέση και κάτω, παραδώσου», «από τη μέση και πάνω, φυλάξου». και συνταγές μΕγαιρικής. Μη χέσω, αλλά κι εγώ υιοθέτησα τρόπους και φερσίματα ανδρικά, βρίζω, φτύνω, δυναμώνω, ζηλεύω, τους άντρες, τους ανταγωνίζομαι, κρυφά μέσα μου και αχρηστεύω το ίδιο μου το σώμα, γυμνάζομαι, βασανίζομαι. Αυτάρεσκη, αυτόνομη, μισή. Γιατί;

Ξεχάσαμε το πλευρό που μας έφερε, ξεχάσαμε την πνοή που θάμπωνε τα τζάμια, ξεχάσαμε, χάσαμε

(και νομίζεις πως θα φοβάσαι λιγότερο, αλλά δεν μπορείς εσύ να κραδαίνεις το όπλο που δεν κέρδισες, δεν λάξεψες σε πέτρα, δεν άρπαξες από ξένα χέρια, αυτό το όπλο σου δόθηκε γιa του ανθρώπου την πρώτη κατοικία)

Με όλους μου τους ρόλους παραμάσχαλα, μονολογώ. Ηθοποιός σε έργο ξένο. 

Στην πρώτη κατοικία του ανθρώπου, με πόρτα ανοιχτή, όχι ρωγμές και πολεμίστρες.

Εγώ, αυτή.