Καλά νερά

Σε όσους ταξιδεύουν με όποιο τρόπο και σε όσους επιπλέουν και όσους κολυμπάνε σε βαθιά κι απάτητα. Καλά νερά και καλά φώτα γιατί και φώτα και νερά πάνε μαζί, δεν πάνε;

Και όσο και αν βρέξει, να βρέξει, να το ευχαριστηθεί όποιος το ρίχνει. Το σύννεφο, το δάκρυ, το ξεχύλισμα κι ο καταρράκτης από εκεί ψηλά.

Θέλουμε να είναι ωραίο το νερό, ήρεμο για να κοιταζόμαστε εντός, άγριο να σερφάρουμε ομοίως. Γλυκό για να το πίνουμε και αλμυρό να παίρνουμε τ αλάτι.

Θέλουμε και πανιά, κατάρτια και αφρό, θέλουμε και ταξίδια, με ρόδες, με τιμόνια και με άγκυρες λοξές, να σταματάμε μόνο λίγο. Θέλουμε και λιμάνια στα βουνά, ηφαίστεια στις λίμνες, και από μια βαλίτσα κόσκινο, νερό να κουβαλάμε και να φεύγει.

Να ξεδιψάμε όποτε και όπου κι αν βρεθούμε, χωρίς ποτήρια, ποτιστήρια και φλασκιά, νερά όπου σταθούμε.

Καλά νερά και καλά φώτα. Τα φώτα είναι μαζί με τα νερά. Και όπου δεις και σκοτεινό υπόγειο νερό, σκύψε και πιες, το Χάρο να γελάσεις.

την ίδια ώρα, πάντα

Παντού ρολόγια και ραδιόφωνα. Τότε που οι μπαταρίες και ο κύκλος της ζωής γινόταν ένα. Μετράγαμε με πάθος, ώρες, μέρες και λεπτά, ή πιάναμε συχνότητες από τόπους μακρινούς, με  γλώσσες ακατάληπτες που ακούγονταν περίεργα κι ωραία.

Μαζεύαμε ρολόγια και ραδιόφωνα απ΄ τα ταξίδια. Μοιράζαμε ρολόγια και ραδιόφωνα, σε όποιον ήτανε παράωρος, σε όποιον δεν μιλούσε, και δεν άκουγε κυρίως. Τα αγοράζαμε όπου τα βρίσκαμε, στα παζάρια και  στα πολυκαταστήματα, στα αεροπλάνα και στα ντιούτι φρη.

Είχαμε αναπτύξει μία σχέση πια με ό,τι χτύπαγε τακ τακ, με ό,τι μίλαγε, με ό,τι εξέπεμπε μια μουσική. Κι αντί να ακούμε τις καρδιές μας ακούγαμε τις μηχανές, τους δείκτες τους γυρίζαμε όπως μας άρεσε και δεν κουρδίζαμε, δεν χρειαζόμαστε το ρεύμα, μόνο αλλάζαμε τις μπαταρίες.

Αλλάζαμε σταθμό, κάθε φορά που κάτι δεν μας άρεσε, ακούγαμε όλο τον κόσμο να φλυαρεί, να τραγουδά, να μην ακούμε το βηματοδότη. Κι ο χρόνος πια δεν κύλαγε όπως ήθελε ο ήλιος, η δύση κι η ανατολή· εμείς ορίζαμε την ώρα, εμείς κι η μπαταρία.

Φοβόμασταν μήπως ξεμείνουμε από χρόνο κι από ρεύμα και έτσι άφοβοι για το κακό που καιροφυλακτούσε, φυλάγαμε την ώρα, την αγγίζαμε και την γυρίζαμε τα πίσω μπρος. Τρέμαμε τη σιωπή, έμπαινε μες το σώμα μας η μουσική, μας κούναγε, χορεύαμε, κι όσο κινούμασταν ελπίζαμε ότι κι αυτή θα ήτανε μαζί μας .

Εκείνη όμως έφυγε απότομα, άφησε μια πνοή μες το δωμάτιο, ανεξίτηλη, και μια καρδιά που χτύπαγε μόνη της τικ τακ. Χαθήκαμε κι εμείς και ψάχναμε για πάντα.

Το κέντρο βάρος του σπιτιού ήταν μία πεθαμένη.

τα απομεινάρια ενός 3ημερου

Αρχαιολογικό μουσείο, γαλάζια φόντα και χρώματα ασύλληπτα, τα κορίτσια που μου είπαν «μα δεν είναι δυνατόν, ήρθατε ως εδώ και δεν θα βγάλετε φωτογραφίες;» Το άλλο το κορίτσι μες το ΚΤΕΛ που ανεβοκατέβαζε τους ξένους ρωτώντας τα ονόματα από τα μικρά παιδιά. Κεράσματα, ρακές να ρέουν στο ποτάμι της φιλοξενίας. Οι έφηβοι βράδυ Σαββάτου ξεχυμένοι στο κέντρο του Ηρακλείου, ντυμένοι στα μαυρόασπρα. Κι ένας παππούς, κουφός, ίδιος ο Καραγκιόζης έξω από το μπουτίκ ξενοδοχείο με μια μεγάλη τσάντα πάνινη να διαλαλεί «σταφίδες, καρύδια, αμπελόφυλλα, καρότα».

Το κρουαζιερόπλοιο, μια πολυκατοικία ναυτική να στέκει αραγμένο και στα τείχη να ανέρχονται οι ξένοι. Να κατακλύζουν τις πλατείες, να περιμένουν σε ουρές για το τσεκ ιν, να τρώνε σε τραπέζια μακριά, οι μαγαζάτορες να τρίβουν χέρια «περιμένω/έχω γκρουπ».

Τα τείχη όπως τα είδα από ψηλά, μαζί με τον Αδάμαντα της Μήλου και το Σαρακίνικό της, και η ψυχή της πόλης, γεμάτη από πλάκες αλλεπάλληλες, από ιστορίες, από γεύσεις και εικόνες. Πόλη που αντιστάθηκε και σε σεισμό, σε πόλεμο και βόμβες, για να παραδοθεί στον πανδαμάτορα τον τουρισμό που αποσοβεί όλες τις νόσους της οικονομίας. Τρέμε Μάγειρα Θωμά ούτε και το δικό σου φούντο η Κρήτη δε φοβάται.

Ξαναγυρίζω στο πιο πολύχρωμο μουσείο του κόσμου, ανάμνηση από μία εποχή τόσο παλιά με ένα σκαραβαίο, Κνωσός, ξενοδοχεία Ξενία, κι άλλα μουσεία τότε, από την οικογένεια και τα κρείττω και τα χείρω, και αναμνήσεις απότομα ξεκλειδωμένες. Ηράκλειο, με τσικουδιές, με το ναυάγιό του, νησί που ευωδιάζει, τραγουδά και η γριά στο πίσω μέρος του λεωφορείου σε τέλεια κλητική να αναφωνεί «εσιπράκτωρ» και ποιος άλλος να απευθύνεται με λέξεις από αρχαίους χρόνους, έτσι ανενδοίαστα; Η Κρήτη μόνο.

Στη Σπιναλόγκα απέναντι, πάνε και έρχονται συνέχεια καραβάκια, η δυστυχία και η λέπρα κόβουν εισιτήρια, resorts απανωτά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, και στο μεγάλο δρόμο γούνες από τη Καστοριά, σε Ρώσικο αλφάβητο κι αυτές πουλιούνται, μα για ποιο κλίμα, ποιος θα τις φορέσει;

Από την άλλη οι νέοι, ρεσεψιονίστ και σερβιτόροι μα και σεφ και ξεναγοί και μαγαζάτορες («κόφιζ», έγραφε στο σαντουιτσάδικο που μου έφτιαχναν το απόγεμα καφέ, ο φρέντο μόλις ενάμιση ευρώ, και το νεράκι κέρασμα). Και στη πλατεία των Λεονταριών  πλάι στα μεγάλα δράματα του Γκρέκο μια μπύρα κρητικιά, και πάλι κέρασμα μπουγάτσα κρέμα από το μαγαζί που συνενώνει και ανατολή και δύση και σ΄ένα μόνο πιάτο. Πλάκες τεκτονικές τα αλμυρά και τα γλυκά, τα ξύδια τα βαλσαμικά και η μυζήθρα και το φύλλο ανοιγμένο μόλις το πρωί, τα ρόδια κι οι ξηροί καρποί, παστέλι με καρύδια μέσα, και μόνο που το γράφω μου τρέχουνε τα σάλια…

Ηράκλειο, με κτίρια ψηλόλιγνα σαν τις μορφές του Γκρέκο, σαν Δον Κιχώτες στέκουνε σε δρόμους με ονόματα που σε παν αλλού, «Ευρώπης» και «Μποφώρ»!

Κάνεις το ταξίδι προς τη πόλη αυτή κι αυτή σε ανταπόδοση σε ταξιδεύει

 

 

Ιστορίες πίσω από τα κάγκελα

Ο Μίκης και το σούσι

Και ξεκινάς για μία παραλία Κυκλαδίτικη αναζητώντας την ηφαιστειακή άμμο τη μαύρη και χρυσή και το πρασινογάλαζο εκείνο που είχες ήδη φανταστεί πριν να το φτάσεις. Και φτάνεις, εκεί, και είναι το τοπίο ανοιχτό πέρα για πέρα, περνάει και ένα μπλε καΐκι με μπλε πανί, και λες δεν ονειρεύομαι, ζω αυτό που από παιδί ακόμα ονειρεύτηκα: Κυκλάδες, και δεν ξέρεις γιατί σου έρχονται οι στίχοι του Ελύτη μες το στόμα κι αν πρώτα ερωτεύτηκες τους στίχους ή τη μουσική εκείνη ή αν ήτανε η μουσική που τους έφερνε, ή οι γωνιές που γίνονταν στο φως αόρατες καθώς δεν σταματούσε ο ασβέστης σε κεραμίδια και σκεπές αλλά με μια καμπύλη που φωτιζότανε απλά αλλιώς.

Που δεν μπορείς να περιγράψεις, μπορέσαν άλλοι, και το λες.

Μ΄αυτές τις σκέψεις και τα ερωτήματα εάν αγάπησες το κάτι που υπήρξε ή το κάτι που το δόξασαν οι καλλιτέχνες, εικαστικοί και ποιητές και μουσικοί και φωτογράφοι, πηγαίνεις για να βρεις και μια σκιά και ένα κάθισμα, το μπουκαλάκι το νερό. Το μπουκαλάκι το νερό; Εδώ αρχίζει η γκρίνια. Όταν η τιμή αυτή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα, εδώ η ποίηση στομώνεται κι αρχινάει η δίψα και η γκρίνια. Όχι γιατί δεν διαθέτεις κάποια παραπάνω σεντς για το νερό αλλά γιατί βρωμάει η ιστορία από μακριά.

Και κάνοντας close down αρχίζουν οι διαπιστώσεις. Οι ομπρέλες είναι ρεζερβέ. Για ποιόν; Για κάποιον που δεν εμφανίζεται καμία από τις τρεις ώρες τις μεσημεριανές που είμαι εκεί. Για κάποιον ένοικο του άνωθεν «τάχα» και χλιδάτου ξενοδοχείου. Για κάποιον που δεν έκανε χιλιόμετρα για νάρθει, για κάποιον που δεν μπαίνει σε δημόσιες συγκοινωνίες, για κάποιον που δεν συμμερίζεται την αγωνία του πτωχού λουόμενου και που απαιτεί με τα παχυλά του πουρμπουάρ να διατηρεί τη θέση πρώτο τραπέζι πίστα στη παραλία να τον περιμένει αχρησιμοποίητο ενώ ο άλλος ψήνεται στον ήλιο.

Κι εκεί που έχεις πάψει πια να σκέφτεσαι γιατί ψήνεσαι και έχεις βγάλει και το εσωτερικό σου περισκόπιο που προσπαθεί να εντοπίσει μια θέση όχι στον ήλιο αλλά στη σκιά, νάτη πετιέται αποξαρχής η Ρωμιοσύνη.

Ένα παιδάκι 8χρονο, 10χρονο, ρωτάει τη μαμά: «Το δικό μου σούσι δεν ήταν καλύτερο από του Γιωργάκη;»

Και η μαμά, ω του θαύματος απαντά «ναι, και είχε και απίθανες γαρίδες»

Το βράδυ αναμεταδίδεται στη τιβι μια συναυλία του Μίκη. «Αυτός που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά». Και στη ειδήσεις, η παλιά καινούργια εθνική μας Αντουανέτα, νάτη πετιέται κι αυτή και παίρνει το τιμόνι για να γιορτάσουμε την «επανάσταση»!

Συγνώμη Μίκη, αλλά φαντάστηκες κι εσύ έναν λαό ήρωα, σαν το μπλε καΐκι με το μπλε πανί μου. Μόνο που αυτό εγώ το είδα με τα μάτια μου, ενώ ο Έλληνας που δυστυχώς θα γίνει κάποτε αυτό που ήταν παλιά, αναρωτιέμαι αν υπήρξε.

Κι αν οι γαρίδες με το σούσι ταιριάζουν με τις πιέτες φουστανέλας ή μήπως με soleil.

Η Σταχτοπούτα στου Ψυρρή

Ξυπόλητη…

ο θανατός σου η ζωή μου