“άμα είσαι καλός θα σου δείξω και πτώματα”

Αυτόπτης μάρτυς μου διηγήθηκε ότι κατά την αυτοκτονία της ημέρας –στη Πλάκα σήμερα-, ο αυτόχειρ έσκασε μπροστά στα μάτια των τουριστών του μικρού τρένου. Και ότι ορισμένοι απ΄ αυτούς έσπευσαν να φωτογραφήσουν το γεγονός.

Περίπου την ίδια ώρα, περαστική από την Πλατεία Συντάγματος, έπιασα με το μάτι μου άλλους τουρίστες στον Άγνωστο Στρατιώτη να υψώνουν κάμερες προς το κτίριο της Βουλής. Προφανώς από περηφάνια κι αυτοί ότι βρέθηκαν τόσο κοντά στο γνωστό πλάνο της πόλης που έχει τόσες φορές προβληθεί από τα διεθνή μμε, με τους γνωστούς υπότιτλους που καθιστούν το κτίριο επίκεντρο της ανθρώπινης δυστυχίας.

Φαντάζομαι τον επόμενο τουριστικό οδηγό για τα αξιοθέατα της Αθήνας. Παρθενώνας, Λυκαβηττός, ΟΑΕΔ Πειραιώς και συσσίτια Σοφοκλέους.

 

Advertisements

post torture

Τόσα «θα» δεν έχει ούτε ο θάνατος.

Έλληνες, αναβάλουν την δράση για το μέλλον το αόριστο. Δεν παίρνουν θέση. Υπονοούν πολλά, δεν πράττουν. Λένε, λόγια.

Ανασύρουν τους προγόνους τους. Τους αρχαίους. Τους παππούδες, τους μπαμπάδες, τις κληρονομιές. Μην τους πουν ότι τα βρήκαν έτοιμα. Ακόμα χειρότερα, φίλε μου. Όπως τα βρήκες τα διαιωνίζεις, απαράλλαχτα. Ζεις με και για το ένδοξό σου παρελθόν. Κι αν ήτανε και ένδοξο, εδώ που τα λέμε.

Δεν τα βρήκες έτοιμα, γιατί στη ζωή ποτέ κανείς δεν βρίσκει έτοιμο παρά έναν δρόμο ανηφορικό. Η ζωή είναι σκληρή για όλους. Αν την ζεις, αν την νιώθεις, αν βλέπεις στο τέλος της, απ΄ την αρχή τον θάνατο και την επίγνωση αυτή, σιγά που θα την δεις και κατηφόρα, ή ίσιωμα, ανέβαινε και σκάσε, δεν περισσεύει οξυγόνο για τους αληθινούς αγωνιστές. Μη μιλάς και μην κουνιέσαι δείξε σοβαρότητα, πούλεγε κι ο κυρ-Γιώργος. Όσο πιο διαφορετικός τόσο πιο άνισος.

Αλλά εσύ είσαι ίδιος, γαλουχημένος με το «θα», όχι του αποθανόντος, το «θα» του μέσου Έλληνα που προτιμάει να λέει απ΄ το να πράττει.

Και κάποιοι ανάμεσα σε όλους, κάποιοι πιστέψανε ότι τους πρέπει «α», «α-θανασία». Κάποιοι απ΄αυτούς τους φαντασιαζόμενους ότι θα μείνουν στην ιστορία ως γνήσια τέκνα μιας δυναστείας. Τι πληκτικό, ο γιος ενός πατέρα που ήταν άστατος, μπερμπάντης και γαμιάς, να θέλει να «ανατρέψει» τάχα το καλούπι…

Και να προσπαθεί με λόγια… είναι άδικο βέβαια που αυτόν φωτογραφίζω, αλλά αυτός πήγε και έγινε η κορυφή, τι να του κάνω; Προσπαθεί λοιπόν με λόγια να αποδείξει γιατί δεν κάνει έργα. Είναι άδικο γιατί πολλοί Έλληνες, το ίδιο κάνουν.

Ο «από Δευτέρα», ο «από Σεπτέμβρη», ο «μετά τις γιορτές», ο «θα τα πούμε, κάποια ώρα».

Όλοι, απαξάπαντες οι Έλληνες που επιλέγουν να αναβάλουν από αμηχανία, από τεμπελιά, από φόβο να μην χέσουν και φτουρήσουν. Οι μίζεροι του «θα». Όταν έρχεται η ώρα που σφίγγουνε τα έξωθεν λουριά –τώρα είναι οι εταίροι και η οικονομική πραγματικότητα, άλλες φορές είναι άλλα, ποικίλα και καθημερινά-. Όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι «πάρε μια απόφαση καλό μου»,  θε, δε θε, χε… πούλεγε κι ο Βέγγος που είχε πάντα άγχος γιατί είχε τσίπα… «πάρε ΘΕ-ΣΗ», «Πάρε την ευθύνη της ζωής σου στα δικά σου χέρια», «απάντησε ναι ή ου». Τότε που στερεύουνε τα «θα», τότε αρχίζει το μελό. Και το φτηνό θέατρο.

Πόσα βουρκωμένα μάτια δεν είδα στις κάμερες, στο περιστήλιο της Βουλής;….

Ρε, ποιος σας είπε ότι χρειαζόμαστε λογίδρια και αναπολήσεις και ανεστραμμένα βλέμματα και κομπιάσματα και το ύφος της μετανοούσας Μαγδαλήνής;

Η εποχή είναι εποχή για σκέτη λογιστική. Και με εξοργίζουν οι πολιτικοί μας άνδρες και οι γυναίκες και όσοι άνδρες και γυναίκες, καταφεύγουν επειδή τίποτα-δεν-έκαναν , επειδή δεν μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδάρων άχυρα, να μας λένε για αποθαμένους τους προγόνους, για τα τάχα ιδανικά που παρέλαβαν και που δεν θέλουν να προδώσουν, να μας μιλάνε για «πατρίδα», για «έθνος», για την καλή τους τη γενιά που συνεχίζουν.

Κύριε και κυρία πολιτικάντη, κύριε και κυρία συμπολίτη μου. Το «θα», το «τόχω στα υπόψη μου», όπως κι η αντιπέρα όχθη, το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», το «τίνος είσαι εσύ», και όλα τα περασμένα μεγαλεία σου διηγόντάς τα, μην κλαίς. Παριστάνοντας μάλιστα ότι τάχα έχεις σκύψει στην σεμνότητα και στην οδύνη που μου προξενεί η ασάφεια, η αβεβαιότητα, η εξάρτηση από τα μη-έργα σου που με οδηγούν να ξενυχτάω για να ακούσω τα μη-λόγια σου τα κούφια.

To whom it may concern.

(Βαρέθηκα να βλέπω τις πλάτες των χαρτοπαιχτών μες το ντουμάνι της υπόγειας λέσχης τους που μου λένε με τον τρόπο τους «κάτσε, κάτσε, μου φέρνεις γούρι, μια γύρα ακόμα και βγαίνω». Βαρέθηκα και αηδίασα).

Το τώρα μου χάνω, αν εσείς πιστεύετε ότι θα μείνετε στην ιστορία αθάνατοι θα μείνετε σε μένα, στη συνείδηση μου σαν βασανιστές του τώρα.

(επικαλείται ένας ακόμα Καραγκιόζης τη στιγμή που γράφω από την τιβι τον Ρίτσο…. Μάθαμε λέει να κουβεντιάζουμε ήρεμα κι απλά. Μάλλον δεν καταλαβαίνω Ελληνικά…)

Βασανιστές του τώρα μου,  της γλώσσας μου φονιάδες

παρέλαση

Ό,τι κι αν ειπώθηκε για τα γεγονότα της παρέλασης, ένα με προβληματίζει: έπρεπε, στους Ελληνες, να μας βάλουν το χέρι στην τσέπη μας για να σταματήσουμε να «γιορτάζουμε» χειροκροτώντας ένοπλους;

Και τι γιορτάζαμε δηλαδή; Έναν πόλεμο που αποφάσισαν άλλοι για μας. Και που τελικά «τον χάσαμε». Γιατί τι κερδίσαμε; Μια Βάρκιζα, έναν γέρο Παπανδρέου, πολλούς Παπανδρέου, έναν Καραμανλή, πολλούς Καραμανλήδες, έναν Μητσοτάκη, πολλούς Μητσοτάκηδες.

Κερδίσαμε ένα Εμφύλιο, μετά, κερδίσαμε δηλαδή μια φαγωμάρα, δεν εννοώ ότι κέρδισε κάποιος…

Χάσαμε κόσμο απ΄όλες τις μεριές, ανθρώπινες ζωές. Χάσαμε.

Και πολύ περισσότερο απ΄ όλα, το «ναι» και το «όχι», σημαίνουν «θα» και «ίσως», έτσι κι αλλιώς. Έχουμε χάσει και τη γλώσσα. Και χωρίς γλώσσα, ό,τι και να πεις είσαι χαμένος. Μουγγός και άπατρις.

ο επερχόμενος κίνδυνος (περπατώντας από το εμείς στο απόλυτο εγώ μου)

 

Το σκωτσέζικο ντους που υφιστάμεθα εδώ και τόσον καιρό απειλεί πολύ σοβαρά την ψυχική υγεία. Κι αυτή η απειλή είναι ο πιο σοβαρός κι ο αμελητέος κίνδυνος. Κανείς δεν μιλάει για τους αποτρελαμένους ανθρώπους που συναντάω πια σε κάθε βήμα μου.

Για το κορίτσι με την τυρόπιτα που έκλεγε με λυγμούς έξω από τον ΟΑΕΔ γιατί κάποιος της την έπεσε. Και έλεγε ανάμεσα σε λυγμούς «αυτό μας έλειπε τώρα».

Για τον άντρα που έβριζε μπροστά στο άδειο ΑΤΜ, που ποιος να ξέρει τι θα του εξασφάλιζε εκείνη τη μέρα.

Την άλλη που περπάταγε κατά μήκος ολόκληρης της Παπαδιαμαντοπούλου ουρλιάζοντας στο κινητό της «είσαι καραπουτανάρα!».

Ποιος θα μαζέψει τους λυγμούς που βρίσκω κάθε τόσο εμπρός μου;

Πληθαίνουν οι τρελαμένοι, οι φορτισμένοι, οι ανυπόμονοι, οι αδικημένοι, οι σκυφτοί, οι καρπαζωμένοι από μικρά και καθημερινά πράγματα που γίνονται βουνό εξ αιτίας των μεγάλων και των μόνιμων.

Πληθαίνει η ψυχική αρρώστια δίπλα μου και περπατάω με περίσκεψη, με φόβο, με επιφύλαξη, με αβάσταχτη μελαγχολία. Με πόνο και επίγνωση ότι ζω τον χειρότερό μου εφιάλτη. Να μην πιστεύω και να μην εμπιστεύομαι, να πρέπει να υπομένω, να αδιαφορώ, να κοιτάω την πάρτη μου, να κάνω τη δουλειά μου όπως την έκανα, να κοιτάω το συμφέρον μου όσο ποτέ άλλοτε. Να ιδιωτεύω. Να είμαι ένα άτομο χωρίς πυρήνα και χωρίς τροχιά, μια χαμένη κερδισμένη.

Να είναι  η αγάπη που κάποτε ανθούσε μια αρπαγμένη άδεια τσάντα, στο πεζοδρόμιο, μαϊμού.

Στο «απέραντο τρελοκομείο» γύρω μας, όσοι έφαγαν μαζί  χέζουνε χωριστά το κακοχωνεμένο ανεμομάζωμά τους. Οσοι  κρατάνε ακόμα σώας τας φρένας και δεν έφαγαν και τίποτα, προσπαθούν να επιβιώσουν.

Οι λόγοι των «μεγάλων μας ανδρών» βουΐζουν μέσα μου γιατί ξέρω ότι απηχούν την αλήθεια και την αλαζονεία που εδράζεται στο αγορασμένο τους 80% της τελευταίας τριακονταετίας.

Και πρέπει να κλειστώ βαθιά πολύ βαθιά στη φωλιά μου και στον εαυτό μου γιατί η μπόχα από το σκατό επισκιάζει τις ανθισμένες νεραντζιές. Γιατί οι τρελαμένοι γύρω μου συνάνθρωποι φωνάζουνε πολύ πιο δυνατά από τη μουσική που έχω κλείσει μέσα μου για να επιβιώνω.

Κι αυτός είναι ο πιο μεγάλος κίνδυνος. Μεγαλύτερος από το καλοταϊσμένο  τριάντα και βάλε τέρας. Περισσότερο από το 80% που γελάστηκε από τα πάνω στις φούσκες χτισμένα παλάτια και που τώρα ζει κάτι ανάμεσα σε ορφάνια και το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Το άγνωστό μου πλήθος όπου κάποτε τριγύρναγε αμέριμνο χωρίς να νοιάζεται για μένα βέβαια, αλλά ήταν τουλάχιστον πιο χορτάτο και πιο σιωπηλό.

Με απειλεί η Άνοιξη αυτή ακόμα πιο πολύ. Η Άνοιξη αυτή εγκυμονεί το τέρας που έλεγε κάποτε κι ο Μάνος Χατζιδάκις, και η εγκυμοσύνη αυτή είναι πάνδημη.

Και ξερνάνε άντρες, γυναίκες παιδιά και συνταξιούχοι και τα πρεζόνια και οι επαίτες κι οι οδηγοί κι οι απεργοί κι οι λιγδιασμένοι υπουργοί. Κι εγώ που έκανα παιδιά και κάπως το κατάφερα και έμεινα ανέγγιχτη  από το κρατικό χάδι και απότιστη από την συντεχνιακή πίπα, αμέτοχη στις οικογενειακές συνάξεις και στις μαύρες οικειότητες των κάθε ημετέρων, περπατάω με μια στείρα καρδιά.

Και φοβάμαι ότι η μουσική που την κρατάει σε ρυθμό θα σβήσει.

light

 

 

 

Φοβάμαι μήπως βουτήξω σε ένα βαθύ βιβλίο

-τώρα που περιμένει στη γωνία, μία ρηχή πισίνα, η ευκολία-

φοβάμαι μήπως και δεν είμαι πια εγώ

τώρα που σχεδιάζω στο χαρτί αντί στο χάρτη

φοβάμαι μήπως βγάλω ρίζες και δεν ακούω τη μουσική από τα φύλλα

φοβάμαι αυτή την πόρτα ανοιχτή

μήπως την κοιτάζω από μέσα

και μου φτάνει.

Τώρα που ξαναμπήκα σπίτι μου.

 

Φοβάμαι τις λέξεις που γράφονται

σε μάρμαρο λείο.

 

merry crisis and a happy new fear

(αγνώστου)

new year re-solution

Αλλά δεν είμαι ανήλικη, ούτε και ανήλικα παιδιά έχω

οπότε το πιο πλατύ χαμόγελο βγαίνει από μια ανοιχτή βαλίτσα

που αναζητάει να γεμίσει με πέντε μνήμες, μια γλώσσα -ό,τι απέμεινε από το greekenglish- οι υπολογιστές δεν έχουν γλώσσα

λίγο πιο βαριά ρούχα

λίγο πιο ήσυχο κεφάλι

αγνοώ τις μυρωδιές που βγαίνουν από την κουζίνα

αφήνω όρθιους τους επισκέπτες μου

να εκθειάζουν τα ωραία κόλυβα που τους μαγείρεψα για σήμερα

κλείνω την πόρτα πίσω μου

πάω να υιοθετήσω μια πατρίδα άλλη

“μου δέδοκαν” και κούφια λόγια

Τρίτη γενιά μεταναστών, η μέσα μου φωνή, φωνάζει πιο δυνατά απ΄ τα γιορταστικά κουρέλια

να φύγω όσο είναι ώρα.

όσο πετάνε τα αεροπλάνα

όσο δεν θα χρειαστούν και πάλι έξη.

(απ την Ομόνοια, ως το Μοναστηράκι προχτές, κλωτσάγαν δυο ανθρώπους. Ο ένας φώναζε “βοήθεια αστυνομία” και όλοι γέλαγαν, ο άλλος έλεγε “δεν ειμαστε σκυλιά”, ενώ έτρωγε κλωτσιές. )

Και όλα αυτά στη γλώσσα μου,

στη μέση του χειμώνα

(νιμίζω πως τα χριστούγεννα θα πρεέπι σαν έθιμιο να δημιουργήθηκαν για να ταίζονται οι νηστικοί από την παραπανίσια παραγωγή αγαθών, στην εποχή πριν από εμπόριο, τις συναλλαγές και τις υπηρεσίες δηλ. τότε που ταίζαν τους δουλοπάροικους, για να μην πάνε χαμένες οι σωδειές που περίσσευαν)

Τώρα το ίδιο το λένε “χρηματοπιστωτική κρίση”

την κάρτα στα δόντια, λοιπόν, με τη διεθνή γλώσσα

  • Calendar

    • September 2017
      M T W T F S S
      « Jul    
       123
      45678910
      11121314151617
      18192021222324
      252627282930  
  • Search