Χαιρετισμός

Γεια σου Ιταλία χαριτωμένη
γειτόνισσα ασθενή στο διπλανό κρεβάτι
στο διπλανό μπαλκόνι
βγες, τραγούδα να ακουστείς

Δώσε στο δρόμο τραγούδια, άριες
άνοιξε τη αυλαία
να φανεί
μια Ιουλιέτα που προσμένει έναν Ρωμαίο

Άνοιξε το παράθυρο
να βγει ο Δάντης
να μας πει
το δρόμο για να βγούμε
απ΄ το πιο βαθύ πηγάδι

Άπλωσε τη μπουγάδα σου, Ιταλία
κι εγώ θα την περάσω πάνω από το Ιόνιο με σκοινί
βγες και τραγούδα να τρομάξει η αρρώστια και να φύγει
να ενώσουμε κι εσύ κι εγώ
μία φωνή
την ίασή μας, τη χαριτωμένη

Γειά σου Ιταλία
που με τα λόγια του δικού σου Σολομού
«χαίρε ω χαίρε», έχω κι εγώ τραγούδι για ελευθερία
γεια σου, να βρεις υγειά
σ΄έναν αγρό ηλιόλουστο
και μόνο ο Giotto να φυτεύει κυπαρίσσια

Έλα χαριτωμένη μιας χώρας διπλανής
να με διδάξεις
λειτουργία τι σημαίνει

Είναι να ακούς του διπλανού σπιτιού
τον αναστεναγμό
τραγούδι να τον κάνεις

Όλοι κλεισμένοι, φιμωμένοι όχι
Γεια σου Ιταλία

(με την ευχή να συνετιστούν οι παππάδες)

 

Μέρες επαπειλούμενου εγκλεισμού

Θα φύγουν όλοι όπως πάντα
αφού θα έχουν σπείρει το σπόρο μέσα μου του φόβου
θα φύγουν όλοι
θα περάσουνε αυτοί καλά
κι εγώ χειρότερα όπως πάντα
θα επιστρέφουν πάντα
μια Δευτέρα
για να μου διηγηθούν
τι δεν έκατσε καλά στην εκδρομή

Έξω απ΄το παράθυρο πάλι θα μαίνεται ζωή
κι εγώ θα προσπαθώ να κρατηθώ
όχι μακριά από το θάνατο
και την αρρώστια
αλλά από το βάραθρο του φόβου
που χαίνει μες το σπίτι

την ωραία φυλακή μου

 

να μην ξεχάσω
τότε που έγκυος
κατακαλόκαιρο
στο δεύτερο παιδί
και εγκαταλειμμένη

γιατί άλλοι πιο ξύπνιοι
δεν ήθελαν να χάσουν
τις διακοπές

μέσα στο σώμα
τότε
μαινότανε ζωή

 

 

 

Κατερίνα μου

ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

Kαμαρώστε την πώς τρέχει
πώς δρέπει τον καρπό της φυστικιάς
-δεν θα μπορούσε δέντρο πιο ταιριαστό να της τύχει-
δείτε πώς τρέχει σαν αερικό
και πώς σπέρνει σπόρο ομορφιάς και καλοσύνης
δείτε τα μάτια της, ηλιοτρόπια
μόνο προς το φως κοιτούν
δείτε την αγκαλιά της που ανοίγει σαν την αχιβάδα
που φυλάσσει το κρυφό της δάκρυ
δείτε το χάρισμά της
μαργαριτάρι
φτιαγμένο με σύμμαχο το χρόνο
την επιμονή στη δύναμη της φύσης
και το πάθος του νερού

Δείτε πώς αφομοίωσε της θάλασσας τον παφλασμό
τη μουσική της
ακούστε την καλά
η μουσική της νότα νότα από όργανα μεταλλικά
κι από πνευστά ξανθά και γαλανά
αερικά
και χρίσματα
και ανοιξιάτικα νερά
μέσα τους στροβιλίζονται
οι μούσες και οι χάριτες

Αλλά στο χέρι της
κρατά μία γραφίδα σταθερά
γιατί εκτός από γεωργός που έσκαψε βαθιά
εκτός από αηδός
εκτός από γυναίκα
η Κατερίνα είναι φυλαχτό

Της μελωδίας φύλακας
και της παραφωνίας της ζωής
η πιο καλή ασπίδα

καθαρός ουρανός να φοβάται

Ήρθε στο όνειρο ένας συγκάτοικος
εχθρός από παλιά
βρώμικα όλα ό,τι άφηνε ξοπίσω

Εάν δεν καθαρίζεις, θέση δεν έχει εδώ για σένα, είπα
να φύγω τότε, ρώτησε αυτός
κι εγώ απάντησα αρνητικά

Και πάλι άρχισα να καθαρίζω
την εξάρτηση

ΤΙΜΩΡΙΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Σαν με ρωτάς πώς βρίσκω άκρη
δεν ξέρω τι να απαντήσω
είναι το πετρωμένο δάκρυ
που κρύβω για να το ρωτήσω

Πώς έγινε μαργαριτάρι
και πώς η καρδερίνα αηδόνι
όλα εκείνα που δεν είπα
είναι στη τσέπη μου αμόνι

Βαρύ, σκληρό και σιδερένιο
για να χτυπάω τα μεταλλά μου
να ξαναβρίσκω τη φωνή μου
σύμφωνα και φωνηεντά μου

Έχω κι εγώ παραπονάκια
απ τη ζωή μου τη μπαμπέσα
μα όταν βγαίνω στη λιακάδα
εκείνα τα κλειδώνω μέσα

Ο ΤΡΙΦΥΛΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

MIRROR

 

Του λέω «κοίταξε με, πες αλήθεια
σε ποιόν χρόνο κατοικώ»

 

Μια εφηβεία βλέπει
με σπυριά, μακριά μαλλιά
τα πόδια να τεντώνονται
να προσπαθούν να φτάσουν του προσώπου την ακμή

 

Στο άλλο φύλλο του
βλέπει κάποια να ασπρίζει απότομα
-θα πήρε από τον μπαμπά-

 

Στο τρίτο
οι δυο τους να κουβεντιάσουν προσπαθούν
Ραγίζει ο καθρέφτης από το φως
δεν σπάει
«Θα το μάθεις όταν θα καταλάβεις γιατί με έσπασε το φως»
μου απαντάει

 

«Όταν θα καταλάβεις πώς,
δεν φταις εσύ που ράγισα»
μου απαντάει
με γυάλινη φωνή

 

Με ράγισε το φως
κι η κρύα επιφάνειά μου

 

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο NOTATIONES Μαρτίου Απριλίου ’15

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ

printable-color-advent-calendar

Ήταν ένα σπίτι χάρτινο κι είχε σκοτεινά παράθυρα, κλειστά
αριθμημένα από το ένα ως το εικοσιτέσσερα
Κάθε μέρα κι από ένα παράθυρο ακόμα ανοιγμένο
που αποκάλυπτε ένα φως
-παιχνίδια ίσως-
άνθρωποι μαζεμένοι
δωμάτια με θαλπωρή

Μα όταν ερχόταν το ποθητό εικοσιτέσσερα
άδειο
το σπίτι το αληθινό

αυτοί που είχαν φέρει το χάρτινο είχαν φύγει
είχαν αφήσει πίσω τους
ένα σκέτο σπίρτο
και ένα δέντρο
σκοτεινό και φοβερό

Σαν τη νύχτα μες τα δάση

 

THE LΙTTLE ADVENT GIRL
It was a paper house with somber windows, shut
numbered from one to twenty four
Each morning another window would be opened
discovering a light within
or may be toys
people gathered
cozy rooms

But when the most wished, numbered twenty four, would come
The real home
was empty
Those who have brought the paper house were gone
leaving behind them
a single match
and a Christmas tree
fearful and dark

Like the night in forests