ΤΙΜΩΡΙΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Σαν με ρωτάς πώς βρίσκω άκρη
δεν ξέρω τι να απαντήσω
είναι το πετρωμένο δάκρυ
που κρύβω για να το ρωτήσω

Πώς έγινε μαργαριτάρι
και πώς η καρδερίνα αηδόνι
όλα εκείνα που δεν είπα
είναι στη τσέπη μου αμόνι

Βαρύ, σκληρό και σιδερένιο
για να χτυπάω τα μεταλλά μου
να ξαναβρίσκω τη φωνή μου
σύμφωνα και φωνηεντά μου

Έχω κι εγώ παραπονάκια
απ τη ζωή μου τη μπαμπέσα
μα όταν βγαίνω στη λιακάδα
εκείνα τα κλειδώνω μέσα

Advertisements

Ο ΤΡΙΦΥΛΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

MIRROR

 

Του λέω «κοίταξε με, πες αλήθεια
σε ποιόν χρόνο κατοικώ»

 

Μια εφηβεία βλέπει
με σπυριά, μακριά μαλλιά
τα πόδια να τεντώνονται
να προσπαθούν να φτάσουν του προσώπου την ακμή

 

Στο άλλο φύλλο του
βλέπει κάποια να ασπρίζει απότομα
-θα πήρε από τον μπαμπά-

 

Στο τρίτο
οι δυο τους να κουβεντιάσουν προσπαθούν
Ραγίζει ο καθρέφτης από το φως
δεν σπάει
«Θα το μάθεις όταν θα καταλάβεις γιατί με έσπασε το φως»
μου απαντάει

 

«Όταν θα καταλάβεις πώς,
δεν φταις εσύ που ράγισα»
μου απαντάει
με γυάλινη φωνή

 

Με ράγισε το φως
κι η κρύα επιφάνειά μου

 

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο NOTATIONES Μαρτίου Απριλίου ’15

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ

printable-color-advent-calendar

Ήταν ένα σπίτι χάρτινο κι είχε σκοτεινά παράθυρα, κλειστά
αριθμημένα από το ένα ως το εικοσιτέσσερα
Κάθε μέρα κι από ένα παράθυρο ακόμα ανοιγμένο
που αποκάλυπτε ένα φως
-παιχνίδια ίσως-
άνθρωποι μαζεμένοι
δωμάτια με θαλπωρή

Μα όταν ερχόταν το ποθητό εικοσιτέσσερα
άδειο
το σπίτι το αληθινό

αυτοί που είχαν φέρει το χάρτινο είχαν φύγει
είχαν αφήσει πίσω τους
ένα σκέτο σπίρτο
και ένα δέντρο
σκοτεινό και φοβερό

Σαν τη νύχτα μες τα δάση

 

THE LΙTTLE ADVENT GIRL
It was a paper house with somber windows, shut
numbered from one to twenty four
Each morning another window would be opened
discovering a light within
or may be toys
people gathered
cozy rooms

But when the most wished, numbered twenty four, would come
The real home
was empty
Those who have brought the paper house were gone
leaving behind them
a single match
and a Christmas tree
fearful and dark

Like the night in forests

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΑΚΙ

love

«ΤΡΥΦΕΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΧΤΑ»

Να ξενυχτάς και να φορτώνεις μπαταρίες με το νυχτερινό ρεύμα
το πιο φτηνό
το τζάμπα των ονείρων
των οραμάτων που αντέχουν

Να κάνεις απολογισμό και το μαύρο της νύχτας να μην μπορεί να σβήσει τίποτα.
Ο απολογισμός να μοιάζει θετικός
Τα ελάχιστα να γίνονται τα μέγιστα
Γελάς  μαζί
με όσους δεν μιζέριασαν ακόμα. Η χαρά, η χαρά που έχει πάρει άλλο δρόμο.

Η χαρά είναι μια άλλη πια
Δεν τρέφεται από την επιτυχία, ούτε από την ευόδωση
Μόνο από κείνα που δεν σβήνουν, τα άγραφα
Τα άγραφα είναι γραμμένα, είναι δεδομένα
Αυτά που έχεις δώσει από καρδιάς λάμπουν ακόμα πιο πολύ τη νύχτα

Όταν τα μοιράζεσαι με όσους δεν ζητούν μερίδιο, φόρο, εισφορά
υπήρχαν πάντα


Ποιήματα που γράφτηκαν για σένα.

***


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Δεν ξέρω αν και εσύ σημειώνεις
τις λέξεις που δεν λέγονται κι αν ακούς εκείνα που ακούω
Αν το ρολόϊ δείχνει κάποια ώρα

Δεν ξέρω αν και εσύ με αγαπάς με όλα τα κομπιάσματα, τα κοντινά, τα μακρινά
τις παύσεις και τα όνειρα που μπαίνουν στη κουβέντα.

Κι όταν το στόμα σου ανοίγεις και ξεπροβάλλουν χίλια κοφτερά σπαθιά
αν το αισθάνεσαι πως μπαίνουνε στη σκέψη μου βαθιά
Πώς σκάβουν δρόμους άγνωστους
με  κάνεις να γελάω πολύ, αιφνιδιάζεις

Δεν ξέρω αν τη νύχτα που ύπνος έρχεται και μας τραβάει μακριά
Και  περπατάς και όπου κι αν πηγαίνεις με κοιτάς που σε κοιτάω
Αν και εσύ  με ψάχνεις μες τον ύπνο μην με πάρει κάπου μακριά

αν και εσύ λειαίνεις ακόμα τη φωνή
αν κι άλλο ακονίζεις το όμορφο μαχαίρι σου

Γιατί στην κόψη του
Πέφτω με λαχτάρα και πεθαίνω.

 

 

Δημοσιεύονται στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ NOTATIONES (Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2014) ένθετο στο ΒΑΡΕΛΑΚΙ

Άνναμπελ Λη, Edgar Allan Poe, μετάφραση

640px-Edgar_Allan_Poe_2

It was many and many a year ago,

 

   In a kingdom by the sea,

 

That a maiden there lived whom you may know

 

   By the name of Annabel Lee;

 

And this maiden she lived with no other thought

 

   Than to love and be loved by me.

 

 

I was a child and she was a child,

 

   In this kingdom by the sea,

 

But we loved with a love that was more than love—

 

   I and my Annabel Lee—

 

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

 

   Coveted her and me.

 

 

And this was the reason that, long ago,

 

   In this kingdom by the sea,

 

A wind blew out of a cloud, chilling

 

   My beautiful Annabel Lee;

 

So that her highborn kinsmen came

 

   And bore her away from me,

 

To shut her up in a sepulchre

 

   In this kingdom by the sea.

 

 

The angels, not half so happy in Heaven,

 

   Went envying her and me—

 

Yes!—that was the reason (as all men know,

 

   In this kingdom by the sea)

 

That the wind came out of the cloud by night,

 

   Chilling and killing my Annabel Lee.

 

 

But our love it was stronger by far than the love

 

   Of those who were older than we—

 

   Of many far wiser than we—

 

And neither the angels in Heaven above

 

   Nor the demons down under the sea

 

Can ever dissever my soul from the soul

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

 

For the moon never beams, without bringing me dreams

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And so, all the night-tide, I lie down by the side

 

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

 

   In her sepulchre there by the sea—

 

   In her tomb by the sounding sea.

 

Άνναμπελ Λη

Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

‘Ημουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
‘Ανεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! – Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη

Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
– και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.

 

δημοσιεύεται στο περιοδικό NOTATIONES ένθετο στο μπλογκ Βαρελάκι

(ΚΑΘ)ΟΡΙΣΤΙΚΑ

Φωτογραφία0143
Να μην βιαστείς να πεις ότι τελείωσε η λατρεία
ανάμεσα
όταν θα περπατάς σ’ ερείπια ναών
και πόλεμο που δεν σκοτώνει

Εκεί που κάποιος φεύγει
εκεί θα μεγαλώνει πάντα

 

 

από την συλλογή ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΛΑΝΗΣ

ΠΑΡΑΛΙΑΚΑ ΟΙΚΟΠΕΔΑ, ΠΟΙΗΣΗ, ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ

kjasdlkaj

Άνθρωποι δικοί μου, μου στέλνουν ειδοποιήσεις για βραδιές διάφορες. Και με την αγάπη τους ολόκληρη, ακέραια, αναρωτιούνται για όχι. «Γιατί δεν πας κι εσύ να διαβάσεις, να ακούσεις και να απολαύσεις;».
Και απαντώ από μέσα μου, κι άλλες φορές τους εξηγώ το «όχι» μου.
Γιατί κάποιος πρέπει να δώσει ένα δείγμα άρνησης. Για τον ίδιο λόγο που δεν πηγαίνω σε προεκλογικές συγκεντρώσεις, για τον ίδιο λόγο που δεν δανείζω τα βιβλία που έχω λιώσει, για τον ίδιο λόγο που κάποια οικόπεδα είναι αμαρτία και ντροπή να «αξιοποιούνται» με αντιπαροχή. Από αγάπη και σεβασμό και στη λογοτεχνία και την πολιτική, για τη φύση και τον πολιτισμό και την παράδοση, κάποια πράματα, σαν τα παραλιακά οικόπεδα, καλύτερα να χορταριάζουν παρά να γίνονται ουρανοξύστες και «Ντουμπάϊ».
Καλύτερα, αυτά που έχω γράψει και τα άλλα, πολύ περισσότερα, που έχω σκεφτεί, από ποιήματα, να γυροφέρνουν στο μυαλό μου και να δένουνε σαν παζλ με τα άλλα που έχω διαβάσει, παρά η αντιπαροχή.
Παρά να τα εκχωρήσω στους εργολάβους της πληθωριστικής ποιητικής παραγωγής –χωρίς σχέδιο, χωρίς όραμα, χωρίς άλλο εκτός από κέρδος και πανομοιότυπες κατασκευές- που ενώ αγνοεί τους πολλούς αναγκεμένους αποδέκτες, απευθύνεται στους «συνδικαλισμένους» και συγκεκριμένους αλληλοαποδέκτες.
Καλύτερα, ο διευθυντής του σούπερ μάρκετ –κυριολεκτώ- που μούπε μία μέρα, «δεν είναι εύκολο και απλό να γράφετε ποιήματα» και που πάλι θα μιλήσουμε για κρασί φτηνό στα ράφια, κι αν τόχει δοκιμάσει. Καλύτερα η φίλη φίλης που είχε περιέργεια, απλή, ανθρώπινη και μου είπε «σε μερικά σου δεν κατάλαβα Χριστό».
Καλύτερα η ποίηση που με δοξάζει να είναι μια καινούργια συνταγή που επινόησα και που μοιράστηκα, ένα σκισμένο ρούχο που κατάφερα να διορθώσω, μία φωτογραφία που καρφίτσωσα μία στιγμή, χίλιες φορές καλύτερα απ΄ την αντιπαροχή.
Αν έρθει η ώρα που η φούσκα αυτή θα σκάσει, και μέσα δεν θα έχει παρά ελάχιστα, αν έρθει η ώρα που η ποίηση θα είναι μια ανάγκη έκφρασης που θα συναντάει και θα καλύπτει μια ανάγκη ανάγνωσης –και έκφρασης-. Αν έρθει η ώρα που οι ομότεχνοι θα πάψουν να εκχωρούν δωρεάν τον κόπο τους, κι ακόμα χειρότερα να πληρώνουν για να τυπωθεί και να διαδοθεί ο κόπος τους, σε είδος και σε χρήμα, αν έρθει η ώρα που αυτή η «επένδυση» και η συναλλαγή θα πάψει να διανθίζεται με τις γνωστές μέχρι τώρα τακτικές, τότε ναι, μπορεί να «δικαιούμαι και εγώ να ομιλώ».
Αλλά, για σκέψου μήπως η παραπάνω φράση, σαν το «μαζί τα φάγαμε» και σαν το «λεφτά υπάρχουν» δεν έχουν μπει στην καθομιλουμένη μας;
Γιατί για μένα που δεν δικαιούμαι να ομιλώ, γιατί δεν έχω μπει ενεργά κι «επίσημα» στον χώρο και τον χορό αυτόν, και που δεν έχω λάβει «χρίσμα» από τους αρμόδιους κι από το πολυπόθητο ISBN, λοιπόν, για μένα ποιητικός καθίσταται ο λόγος, όταν για παράδειγμα λες «φυλάττειν Θερμοπύλας» και με δύο λέξεις συμπυκνώνεται μια ιστορία, μια εικόνα, ένα αίσθημα, με τέτοιο τρόπο που ο χρόνος εκμηδενίζεται, οι έννοιες και η γλώσσα θριαμβεύουν έναντι της καθημερινότητας και οι δύο λέξεις αυτές, ή κάποιες άλλες δύο τρεις, τα λένε όλα με έναν τρόπο άριστο και μοναδικό, αναντικατάστατο για τη περίπτωση.
Και για να ακούσω λοιπόν δυο τρεις λέξεις, από την πληθωρικότατη ποιητική παραγωγή που αναπαράγεται μες τις γιορτές της, δυο τρεις λέξεις πιο ισχυρές, πιο έγκυρες, πιο λυρικές ή/και πιο ρεαλιστικές από το «λεφτά υπάρχουν».
Όσο ο ξύλινος λόγος της ρυπαρής πολιτικής υπερισχύει στη γλώσσα τη καθημερινή, η γλώσσα η ποιητική, που επί χρήμασι και με αντιπαροχή κυκλοφορεί, ένα πράμα μαρτυρά, ότι λεφτά υπάρχουν, αλλιώς χωρίς μεροκάματο και με σκέτο –μηχανικό πολλές φορές- χειροκρότημα, ποιος ζει και ποιος επιβιώνει;