Για να μη χανεσαι στη γειτονια, Π. Μοντιανό

8-Πόλις

Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, μυθιστόρημα, Πατρίκ Μοντιανό, μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδόσεις Πόλις 2015
Ο συγγραφέας Ζαν Νταραγκάν επιθυμεί, με τα χρόνια, να παραδοθεί στο πέρασμά τους και στο ξεθώριασμα της μνήμης, «…θα προτιμούσε να επιπλεύσει στο νερό» αντί για «βουτιά στα βαθιά». Ένας άγνωστος όμως του τηλεφωνεί για να του παραδώσει μια χαμένη του ατζέντα. Δεν θυμάται με ευκρίνεια τα ονόματα που βρίσκονται μέσα, όπως συμβαίνει και με το υλικό που καταγράφει στα μυθιστορήματά του, όπως «ένας δρόμος που τον καλύπτει μια αψίδα από φυλλωσιές, ένα άρωμα, ένα οικείο όνομα που όμως δεν γνωρίζετε σε ποιόν ανήκε, μια τσουλήθρα.»
Αφού συναντήσει τον ευρόντα και τη φίλη του ωστόσο, θα μπει στη διαδικασία να ψάξει τόπους και πρόσωπα, να αναζητήσει ένα παλιό χειρόγραφο –καταχωνιασμένο από χρόνια- και να συσχετίσει τα στοιχεία της ατζέντας, τους νέους γνώριμους και μια ιστορία που τον αφορά. Το ημιτελές χειρόγραφο όσο και άλλα, εξ ίσου δυσανάγνωστα, θα έρθουν στο προσκήνιο. Όπως και ένα γεγονός «αυτό που είχε χάσει, αυτό για το οποίο δεν είχε μπορέσει να μιλήσει σε κανέναν», που καθιστούσε τον παλιό του εαυτό ένα «παιδί που οι δεκάδες χρόνια το κρατούσαν τόσο μακριά σε σημείο να το κάνουν έναν ξένο». Ο Πατρίκ Μοντιανό κεντάει ακόμα μια φορά ένα νουάρ μυθιστόρημα όπου παρόν και παρελθόν ξεδιπλώνονται παράλληλα για να αποκαλύψουν το ίδιο κέντρο βάρους: το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης και της συναισθηματικής αποσύνδεσης.
Η έρευνα θα εστιάσει στη ταυτότητα και τη μοίρα μιας συσκοτισμένης μητρικής φιγούρας ενώ πλαισιώνεται από γκρίζες εικόνες/καταστάσεις αποξένωσης και μελαγχολίας στο παρόν, με ρίζες στα παλιά: οι κακές σκέψεις που βρίσκουν τους μοναχικούς ένα φθινοπωρινό σούρουπο, οι φόβοι των μικρών παιδιών, οι μάταιες αναζητήσεις μέσω Google, η ανωνυμία και η ψευδωνυμία. Και κάποιος που δεν ταυτοποιήθηκε, που κατέδωσε αθώους, εντοπισμένους αργότερα σε λίστα επιβατών βυθισμένου πλοίου και ένα «τρένο φάντασμα», να παραπέμπουν στα γεγονότα της ζωής του Εβραίου πατέρα Μοντιανό που διασώθηκε συνεργαζόμενος με τους Γερμανούς. Η γονεϊκή εγκατάλειψη που συνδέεται με ενοχή, γίνεται φάντασμα.
Κρίνοντας και από τη «Μικρή Μπιζού», διαφαίνεται ότι ο νομπελίστας συνδέει τα κομμάτια της ιστορίας που τον στοιχειώνει ανασύροντας τα κοινά τους στοιχεία και παρακάμπτοντας την άμυνα της λήθης που τον προστατεύει: Θα ξαναπάμε στο Παρίσι με σκηνικό τους σταθμούς, του δρόμους, τα μίζερα διαμερίσματα σε αντίθεση με τα πολυσύχναστα καφέ όπου οι ήρωες προσπαθούν να πνίξουν τη μοναξιά τους σε ένα ποτό ανάμεσα σε αγνώστους. Θα μάθουμε για μια γυναίκα και το σύντροφο που την εκμεταλλεύεται, κάποια που έχει κάνει φυλακή, ένα παιδί που δεν ξέρει αν η μητέρα του ζει. Παραποιημένα ονόματα, ένα παιδί που ξέχασαν να το πάρουν από το σχολείο, που δεν θυμάται τίποτα από την έννοια «το σπίτι του» (ή τη «γενέτειρά του»), τα άδεια σπίτια, το γκαράζ, τα ιδρύματα, ένα πορτρέτο και μια φωτογραφία από αυτόματο μηχάνημα και σημειώματα στη θέση της επικοινωνίας, επανέρχονται . Και άνθρωποι που θέλουν απλά να διανυκτερεύσουν με παρέα, τηλέφωνα αναπάντητα: «Οι άνθρωποι δεν απαντούν πια στο τηλέφωνο… Δεν ξέρω αν είναι ακόμα ζωντανοί, αν με ξέχασαν, ή αν δεν έχουν πια χρόνο για επικοινωνία…»
Τα γραπτά χρήζουν αποκωδικοποίησης, οι λέξεις εκπέμπουν «σήματα μορς σε κάποια πρόσωπα που δεν ήξερε τι έχουν απογίνει» και μια «φωνή που πιάσατε στο ραδιόφωνο αργά τη νύχτα, που νομίζετε ότι απευθύνεται για να σας στείλει κάποιο μήνυμα», όλα απηχούν την ίδια αγωνία, ενώ αντίθετα η ποίηση, παρεμβάλλεται σαν γλώσσα μοναδική και άμεση που διατηρεί στο πέρασμα του χρόνου ακέραια την ικανότητά της να συγκινεί και να λυτρώνει.
Προφανώς τα μοτίβα δεν επαναλαμβάνονται τυχαία. Αν και απωθημένα, τα τραύματα λειτουργούν και προκαλούν δυσπιστία. Ο Νταραγκάν αποφεύγει τις οικειότητες, επιδιώκει τον διάλογο σχετικά με το παρελθόν αλλά ο συγχρωτισμός του με τους ανθρώπους που μπορεί να το ξέρουν τον φοβίζει, φαίνεται σαν ανάκριση και παραβίαση τού καλά φυλαγμένου ιδιωτικού του χώρου. Παλαιότερα κατείχε την ικανότητα «να γίνεται συμπαθής» αλλά θέλει να φεύγει από τη ζωή – ή να διώχνει -τους ανθρώπους από τη δική του, να τους διαγράφει με τον τρόπο που σκίζει ένα χειρόγραφο.
Μια φράση γραμμένη με μεγάλα κεφαλαία γράμματα θυμίζει το ταμπελάκι στο στήθος της Μικρής Μπιζού όταν η μητέρα της την φόρτωνε σε τρένο: Ένα ακόμα παιδί που δεν ξέρει πού το οδηγούν όσοι εμπιστεύεται καταδιώκεται ισόβια από τις αδέσποτες –συναισθηματικές- αποσκευές μαζί με το φόβο της απώλειάς τους. (Το θέμα δεν είναι η εύρεση αλλά η απώλεια, θα δηλώσει σε μια συνέντευξη ο Μοντιανό). Τις αναζητά με αγωνία, μαζί κι έναν ερμηνευτή ή αναγνώστη του ίδιου του εαυτού.«Για να φτάσω ίσαμε εσένα, τι παράξενους δρόμους έπρεπε να πάρω» θα συμπεράνει. Ως αναγνώστρια είχα συγκλίνει στην ίδια διαπίστωση “…Δεν είναι ο συντομότερος ο δρόμος αυτός και σίγουρα δεν είναι και ευθύς.”, κατά την ανάγνωση της Μικρής Μπιζού.
Η αφηγηματική αρχιτεκτονική Μοντιανό μοιάζει με δουλειά αρχαιολόγου και ψυχαναλυτή στην επιμονή και στον συσχετισμό θραυσμάτων και πληροφοριών. Καθώς αφυπνίζεται η μνήμη, οι πληροφορίες έρχονται σταδιακά στο φως γύρω πάντα από το κυρίαρχο –και ανερμήνευτο – συναίσθημα. «…Σε περιόδους … μαρασμού δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο» ομολογεί στοχαστικά σε σχέση με τους πολέμους και τις ταραγμένες εποχές καθώς καλείται να ξαναγράψει το αρχικό και πιο κρίσιμο κεφάλαιο της ζωής του. Παράλληλα με τη παρατεταμένη –και συνεχιζόμενη- αναδρομή και αναψηλάφηση του τραύματος αναδεικνύεται γλαφυρά, εκτός από την εσωτερική, και η κοινωνική αποξένωση.
Ο καινούργιος «χάρτης» της γειτονιάς, μοιάζει στο τέλος με αποτέλεσμα ανασκαφής, μια γειτονιά αναστηλωμένη με όσα υλικά δεν σκεπάστηκαν από τα συντρίμμια του χρόνου και της λήθης, με όσα δεν κατεδαφίστηκαν ακόμα, ενώ ένα χορταράκι φυτρώνει μέσα στα ερείπια, ερήμην. Στο φόντο, το άστυ συνεχίζει σταθερά να σκεπάζει με θόρυβο και ανωνυμία έναν ήχο απρόσμενου τηλεφώνου. Θα μπορούσε να είναι και δικό μας.
Προφανώς επίπονη αλλά πιστή στο κλίμα μετάφραση και περιεκτικό επίμετρο της Ρούλας Γεωργακοπούλου.

από το Βακχικόν

Advertisements

Η Μικρή Μπιζού του Πατρίκ Μοντιανό

μοντιανόΗ μικρή Μπιζού, μυθιστόρημα, Πατρίκ Μοντιανό, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πόλις 2014

Το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης

Αν δεν ξέρεις από πού έρχεσαι δεν ξέρεις και που πας. Αν δεν ξέρεις ποιοι είναι οι γονείς σου. Κι αν δεν έχεις κάποιον να ακούσει το αφήγημα που έχει περισωθεί σε διάσπαρτες αναμνήσεις, ακόμα κι αν τα «ληξιαρχικά» στοιχεία βρεθούν, το συναίσθημα θα παραμένει άρρητο, θολό και σκοτεινό, να ερμηνεύει κατά το δοκούν πότε έτσι και πότε αλλιώς. Το μέλλον θα παραπατάει.
Αλλά ας πάρουμε τα πράματα από την αρχή του μυθιστορήματος «Η Μικρή Μπιζού», όπου η αφηγήτρια Τερέζ είναι «σχεδόν» αγνώστου πατρός. Και φαντάζεται τις χειρότερες συνθήκες γύρω από τη σύλληψή της στη κοιλιά μιας μάνας από την οποία διατηρεί μόνον αμυδρές αναμνήσεις, παραποιημένα ονόματα, απροσδιόριστες, περίεργες επαγγελματικές και προσωπικές σχέσεις. Από τη παιδική της ηλικία μένουν ελάχιστες εικόνες από μισοάδεια διαμερίσματα, έναν «θείο» -μπορεί και πατέρα- που συνοδεύει τη μικρή όταν η μητέρα περνάει κρίσεις απομόνωσης και σιωπής, ένα παλιό κουτί από μπισκότα με ξεθωριασμένες πληροφορίες, αμφιβολίες εν τέλει για το τί υπήρξε και τί υπήρξε αυθεντικό.Η ενήλικη Τερέζ προσπαθεί να βρει ένα ελάχιστο «σταθερό σημείο» απ΄ το παρελθόν καθώς ακόμα και η πληροφορία για το θάνατο της μητέρας -κάποτε στο Μαρόκο- μοιάζει να έχει αναιρεθεί με «ανάσταση» και επανεμφάνισή της στο Παρίσι. Πριν να χαθούν τα ίχνη της, είχε ξαποστείλει με τρένο την κόρη εσωτερική σε σχολείο. Χρόνια αργότερα, στο μετρό, στο Παρίσι ξανά, η Τερέζ θα εντοπίσει μία γυναίκα με κίτρινο παλτό και θα υποθέσει ότι αυτή είναι η χαμένη μητέρα. Με φόντο τη μισοσκότεινη πλευρά της πόλης, τις μεγάλες τούβλινες πολυκατοικίες των προαστίων, τους πολύβουους σταθμούς, τα καφέ, τα μικρά ενοικιαζόμενα δωμάτια και τις αναλαμπές των διαφημιστικών πινακίδων, η έρευνα θα την οδηγήσει σταδιακά στις αόρατες –ή απωθημένες στη μνήμη της – πτυχές απ΄τα παλιά.

Γιατί αυτό που ψάχνει η Τερέζ, να «δει καθαρά» τη ταυτότητα και το σύγχρονο –ή αληθινό – πρόσωπο της μητέρας γίνεται αφορμή για να καταληφθεί από μιαν αίσθηση déjà vu, ξαναβλέποντας με άλλα μάτια, ξαναζώντας, το παρελθόν της τραύμα. Καταλυτικό ρόλο θα παίξουν οι άγνωστοι που συναντά και σχετίζεται. Ένας ιδιότυπος και πολύγλωσσος μεταφραστής εκπομπών ραδιοφώνου, ένα παιδί που δείχνει να τη χρειάζεται, μια φαρμακοποιός που τη φροντίζει, την συνοδεύουν καταλυτικά καθώς αναζητά τη «γενέτειρα», μια «άγνωστή της λέξη»…

Η διαδρομή μιας γυναίκα που αναζητά, αποπροσανατολισμένη μες τη μεγαλούπολη, τα βήματα μιας άλλης δεν είναι παρά ένα ταξίδι στο πόνο, στο χρόνο και στη μοναξιά. Για να σκιαγραφήσει επί τη ευκαιρία, με όλες τις πιθανές και πιο λεπτές αποχρώσεις, το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης, μια αίσθηση ανεξίτηλη, μία σκιά που καταδιώκει την Τερέζ. Ούτε μία λέξη δεν περισσεύει από κείνες που γράφει ο Πατρίκ Μοντιανό και που μεταφράζει ευλαβικά κι ευφάνταστα ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Ο τρόπος της Τερέζ – ή ψευδωνύμως «Μικρής Μπιζού» – να αφηγείται και να ενδοσκοπεί ξεδιπλώνεται στον αναγνώστη πότε σαν προσδοκία και πότε σαν διάψευση. Η ηρωίδα μπαίνει και βγαίνει στα διαμερίσματα της ζωής αλλά και της μνήμης αφ΄ενός, σχετίζεται με ανθρώπους αφ΄ετέρου, και όπως ονειρεύεται δειλά το μέλλον, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον παλιό εφιάλτη∙ φοβάται.

Ίσως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των έργων -και της ίδιας της ζωής- του συγγραφέα Μοντιανό, είναι μια ιστορία εξερεύνησης του παρελθόντος και των σκοτεινών σημείων του, μια ιστορία παλιάς απειλής και εγκατάλειψης ή «φόβου του φόβου» καθώς επισημαίνει και ο μεταφραστής Α.Κ. στο επίμετρο της έκδοσης που καθιστά το οποιοδήποτε σημείωμα σαν και το παρόν, πλεονασμό.

Ως αναγνώστρια ωστόσο επεσήμανα την οικονομία λόγου του Π.Μ. καθώς συνθέτει αυτή τη περίτεχνη –και συνεπή- μινιατούρα, χωρίς να παραλείπεται τίποτα από τον τρόπο που το βίωμα διαμορφώνει τα εσωτερικά και εξωτερικά γεγονότα. Η επιτυχία έγκειται στη χρήση –και επανάληψη- των εννοιών, καταστάσεων και αντικειμένων (φως και χρώμα, χώροι και έπιπλα, σταθμοί και κόμβοι της ζωής, μετάφραση και επικοινωνία με άλλες γλώσσες, ονόματα, παρατσούκλια, ρόλοι στη σκηνή και στη ζωή, χορός και αναπηρία, εποχές του χρόνου και εποχές της ζωής, αλκοόλ και τροφή, αλληλογραφία και τηλεφωνήματα αναπάντητα κ.α) που κάνουν να ρέει, όσο ασαφής κι αν είναι η αφήγηση, ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερβατικό , το σύγχρονο και το παλιό. Και να διατηρεί την ισορροπία ενώ επανέρχεται, γύρω από το σταθερό κέντρο βάρους σε όλες τις αναδρομές και/ή τα διαδραματιζόμενα γεγονότα: Η εγκατάλειψη, η άγνοια, η «απορία» σαν ερωτηματικό αλλά και σαν ένδεια, η αίσθηση ενός παιδιού χαμένου.

Ένα παιδί χαμένο, απορημένο, μία γυναίκα που κουβαλάει τα ανοιχτά της ερωτηματικά, βρίσκει ανθρώπους, φοβάται μην χαθούν, ελπίζει και θυμάται καθώς επισκέπτεται το παρελθόν της. «Βλέπει καθαρά», ξαναβλέπει. «… κι αν μπορούσα να ξαναδώ την πρόσοψη τους, τότε ήμουν σίγουρη ότι θα γίνονταν ακίνδυνοι» δηλώνει, ενδεικτικά. Αναδεικνύοντας ίσως πως η πιο μεγάλη, η πιο περίπλοκη αλλά και η πιο αναπόφευκτη διαδρομή μες τη ζωή δεν είναι άλλη από κείνην που κάνουμε για να συναντήσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Δεν είναι ο συντομότερος ο δρόμος αυτός και σίγουρα δεν είναι και ευθύς.

Δημοσιεύεται στο Βακχικόν