ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ

printable-color-advent-calendar

Ήταν ένα σπίτι χάρτινο κι είχε σκοτεινά παράθυρα, κλειστά
αριθμημένα από το ένα ως το εικοσιτέσσερα
Κάθε μέρα κι από ένα παράθυρο ακόμα ανοιγμένο
που αποκάλυπτε ένα φως
-παιχνίδια ίσως-
άνθρωποι μαζεμένοι
δωμάτια με θαλπωρή

Μα όταν ερχόταν το ποθητό εικοσιτέσσερα
άδειο
το σπίτι το αληθινό

αυτοί που είχαν φέρει το χάρτινο είχαν φύγει
είχαν αφήσει πίσω τους
ένα σκέτο σπίρτο
και ένα δέντρο
σκοτεινό και φοβερό

Σαν τη νύχτα μες τα δάση

 

THE LΙTTLE ADVENT GIRL
It was a paper house with somber windows, shut
numbered from one to twenty four
Each morning another window would be opened
discovering a light within
or may be toys
people gathered
cozy rooms

But when the most wished, numbered twenty four, would come
The real home
was empty
Those who have brought the paper house were gone
leaving behind them
a single match
and a Christmas tree
fearful and dark

Like the night in forests

Advertisements

hellas beach

Μία φορά κι έναν καιρό κάποιος έτυχε να γεννηθεί σε μία παραλία. Μιλάμε ότι ο Ρωβινσώνας Κρούσος θα τον ζήλευε πολύ. Όλα τα είχε, τυρκουάζ νερά και αμμουδιά ξανθιά στα πόδια του, ψαράκι φρέσκο που το έπιανε και το μαγείρευε ή τόλιαζε και χόρταινε. Και νύχτες λαγαρές και ξάστερες όπου μπορούσε να ανάβει τις φωτιές του εκεί και να τραγουδάει τη θάλασσα.

Τη θάλασσα που την έλεγε «δική του».

Και έφτιαξε και βάρκες και πλεούμενα και την ταξίδεψε με χάρη. Από την θάλασσά «του» έφτασε μακριά και εξερευνούσε και κατάκτησε άλλες θάλασσες και άλλες παραλίες που τις ονόμασε κι αυτές «δικές του».

Έφτιαξε στόλους και τριήρεις (κάτι για δούλους στο κουπί ας αποσιωπηθεί προς το παρόν).

Και με τους στόλους, με πανιά και με κουπιά και με βενζίνες, αφού ταξίδεψε και αφού χόρτασε και από ψάρι και από όλα τα καλά, έφτασε η δεκαετία του ’60, του ’70, του΄80.

Ηρθανε ξένοι κινηματογραφιστές και στην παραλία έφτιαξαν έργα για το σινεμά, τι κορίτσια και δελφίνια, τι Στέλλες με μαχαίρια, τι κόκκινα φανάρια και ναυτάκια καυλωμένα, όλη η υφήλιος είδε τότε, έξαφνα, στην άκρη αυτού του κόσμου μια παραλία, ένα λιμάνι αμαρτωλό και είδε και καραβοκύρηδες παρέα με πριμαντόνες ν΄ αλωνίζουν.

Είδε τον κόσμο να χορεύει τα συρτάκια, αδελφωμένους φίλους παρά θιν αλός να ξεφαντώνουν, και στο καπάκι ακούστηκε. «εδώ γεννήθηκε το δράμα, εδώ η κωμωδία και η σάτιρα, εδώ κοντά οι Ολύμπιοι θεοί, εδώ και … ο Ωνάσης.»

Κι άρχισαν τότε οι πονηροί οι πράκτορες, οι ξενοδόχοι και οι εκείνοι που πουλάγανε κρουαζιέρες, όλοι μαζί πουλάγανε μπουκιά μπουκιά, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και καμακολεβεντονιούς.
Κάθε Ροδίτης και μια βόρεια γκόμενα, ο κάθε Μυκονιάτης κι από rooms to let, ο κάθε Κρητικός και σουβλατζής, ο κάθε Υδραίος απόγονος από γενιά καλή και τάχα επαναστάτης. Τίποτα δεν απέμεινε να μην πωλείται ακριβά.

Τα αεροπλάνα έρχονταν και έφευγαν γεμάτα αναμνήσεις.

Το όνειρο των μεσόγειων διακοπών τα είχε όλα για όλα. Πρωί και απόγεμα στη θάλασσα να κολυμπάς, να λιάζεσαι να ψήνεσαι και να μαυρίζεις, το μεσημέρι μπύρες, ούζα και μεζές, τη νύχτα θέατρο από την ίδια την πηγή που το ξεγέννησε, τη νύχτα ό,τι ήθελες, ντίσκο και άγριο σεξ στις παραλίες. Μπουζούκι, περηφάνια και κρεβάτια αχνιστά, τι άλλο θέλει ο άνθρωπος ο βόρειος για να ξανάρθει;

Περήφανοι οι Ρόδιοι, οι Κρήτες, οι Επτανήσιοι και οι της Χαλκιδικής, από ψαράδες γίνανε νοικοκυραίοι. Δεν πα να γαμηθούνε όλοι, είπανε και στις παράλιες ακτές η αρπαχτή έκανε κάθε μέρα πάρτυ.

Εκτός από ξενώνες και δωμάτια, εκτός από πανάκριβα καφέ και ντισκοτέκ, χτίσαν κι οι ίδιοι, ο καθείς και μια παράγκα, ή μια βίλα, μαιζονέτα τέλος πάντων.

Κάνανε και πισίνες όπου θάλασσα δεν είχε δίπλα τους. Αλλά κι αυτό ας αποσιωπηθεί προς το παρόν.

Αυτός που τον γέννησε θαρρείς η θάλασσα, τη θάλασσα μαγάρισε, την παραλία έχτισε, σκουπίδια της απίθωσε, πετρέλαια της έχυσε και πλαστικές σακούλες το βυθό της γέμισε. Και παρόλα αυτά, επέμενε, την πούλαγε, σε ξένους ακριβά και στους δικούς του ακριβότερα ακόμα. Μαζί με όλο το πακέτο, greek lover, greek kamaki, greek souvlaki and syrtaki. Και ειδικά τα δύο πρώτα τον έκαναν περήφανο, γαμούσε κι έδερνε τις γκόμενες και γκόμενους που ήταν μεν πιο πλούσιοι αλλά στη χώρα τους δεν είχαν ούτε ήλιο, ούτε ψάρι λούτσο, ούτε π*%$#!

Κι έτσι ήταν και ευχαριστημένος και γέμιζε η τσέπη του. Ηλίθιοι κουτόφραγκοι, ανόητοι, ξενέρωτοι, οι ξανθομπάμπουρες με άσπρη κάλτσα και το πέδιλο, Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι κι άλλοι, ελάτε από δω πουλάκια μου, την παραλία (μου) ακριβά θα σας πουλήσω, την γοητεία μου ακριβότερα, το κέφι μου, το μπρίο μου, το ώπα , το μεθύσι μου, είμαι Ζορμπάς, είμαι Ρωμιός, είμαι απόγονος του Ευριπίδη, του Σωκράτη και του Περικλή, έχω στη τσέπη ναυμαχίες, Σαλαμίνες, τους βάρβαρους πολλές φορές τους νίκησα, η θάλασσα, η θάλαττα που έμαθα από παιδί, είναι δική μου φώναζε με οργασμό στο σώμα στη ψυχή, τη θάλασσα εγώ άμα θέλω την διαβαίνω, κι άμα θέλω την πουλάω.
To be continued

ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ

Ήταν μια φορά μια «θείτσα» μια μεσόκοπη και παχουλή κυρά, σύζυγος μεσοαστού δασκάλου που κατάφερε με ό,τι έκανε να γίνει «κάτι». Στη διαδρομή γι΄ αυτό το «κάτι» που έκανε όλους τους συγγενείς της να δανείζονται απ΄ αυτήν σε σημείο να τους παρακαλάει να επωφεληθούν από το πάντα γεμάτο πορτοφόλι της, αφού ύστερα τους τάπαιρνε πίσω με το παραπάνω, η ζωή της,μάλλον η εμφάνισή της δεν άλλαξε παρά ελάχιστα.

Ποτέ δεν ξαμολήθηκε στα μαγαζιά να καλουπωθεί κομματάκι. Μα γάμοι, μα κηδείες, φόραγε το ίδιο σακάκι παντελόνι, ίσια παπούτσια και μια μπλούζα μονόχρωμη από μέσα. Όταν τις έλιωναν τα παλιά , τα ξαναγόραζε ίδια, σε σημείο να φαίνονται πως είναι τα παλιά. Μπορεί να την βόλευαν, μπορεί να μην είχε χρόνο ή διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο, δεν μάθαμε ποτέ.

Αντίθετα, οι κυράδες που έπαιρναν τα δανεικά, μόλις τάπιαναν στα χέρια τους, για πάρτη τους ή για τις μπίζνες του συζύγου, άστραφταν. Τι σινιέ συνολάκια, τι γόβες στιλέτο, και τι τραβήγματα στη μούρη, κι άλλα στενέματα στα ξεχειλωμένα τους και τι κοσμήματα που δήλωναν ότι και ήταν και φαίνονταν. Εύπορες, ενήμερες για τη μόδα και τις συνήθειες των ευπόρων. Γυναίκες αυτοκρατόρων, μπορεί κι οι ίδιες αυτοκράτειρες. Κανείς δεν απαιτούσε απ΄ αυτές τιμιότητα πόσω μάλλον επάρκεια στο πορτοφόλι για τα λούσα τους.

Οι χωρικοί, οι συγγενείς κι οι ψηφοφόροι καμάρωναν που συζούσαν στην ίδια περιοχή, ότι είχανε το ίδιο αίμα και ότι παράδιναν την τύχη τους σε καλοντυμένες κυρίες. Κυρίες ενός κυρίου που είχε χρήμα ή ακόμα καλύτερα κυρίες που είχαν χρήμα από μόνες τους. Δανεικό, αλλά αυτό δεν ήταν θέμα.

Το θέμα ήταν ότι οι κυρίες αυτές ήταν καλοντυμένες, περιποιημένες, περασμένες από την καλίμπρα του μασέρ, του ίματζ μέϊκερ, του ράφτη, του κομμωτή, του τσαγκάρη με Γαλλικό ονοματεπώνυμο, του μπωτέ και βανιτέ.

Όταν η αρχική, μεσόκοπη, κακοντυμένη θείτσα τους πήρε πίσω τα λούσα ως μη βιώσιμα και τους πήρε και τα σώβρακα των συζύγων και τις κιλότες και τις σερβιέτες τους ακόμα και δεν είχαν πια άλλα όπλα που να αποδεικνύουν ότι παρ΄όλα αυτά ήταν ανώτερές της, τάβαλαν μεταξύ άλλων με τα ρούχα της.

Μόνο που η θείτσα, αν και μεσόκοπη και όχι τραβηγμένη, αν και παχουλή και κακοντυμένη, είχε κάνει και πάλι τα κουμάντα της. Με τόκους, φόρους και περιουσία από κατασχέσεις που μάζευε από ξεβράκωτους δανειστές, θα άνοιγε μια βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Και πάλι με χρόνια με καιρούς θα τους τα πούλαγε ξανά κι αυτές θα τα ξανααγόραζαν με δανεικά που τους θα τους έδινε στο μέλλον.

Προς τα παρόν πάντως, ξέδιναν με το να την αποκαλούν κακοντυμένη, την αποκαλούσαν κακοντυμένη, οι γυμνοί –κι οι γυμνές-. (Προσέχοντας τις διατυπώσεις τους γιατί ήταν βέβαια φεμιμινίστριες).

Τί θα πούμε στα παιδιά για την οικονομική κρίση;

 

Αναρωτιέται ένα διαφημιστικό σποτ στο ραδιόφωνο, δεν συγκράτησα τι διαφημίζει…

Να, ένα καλό ερώτημα, όμως.

Λοιπόν, λέω, να πούμε στα παιδιά, στους εξωγήινους, στους εν γένει άγραφους χάρτες.

Πως ήταν μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λαός που δεν ήθελε τίποτα, μα τίποτα να αλλάξει.

Πού για τρεις γενιές, αν και είχε καταργηθεί η βασιλεία, ψήφιζε ανθρώπους από δυο-τρεις φαμίλιες.

Που κάθε πρωΐ λέγανε «κατά το μεσημεράκι», κάθε Πέμπτη «από Δευτέρα», κάθε Μάϊο με Ιούνιο «από Σεπτέμβρη», κάθε βράδυ «πού θα πάμε απόψε;», κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, αλλά και έναν μήνα πιο πριν, «πότε φεύγετε εσείς;».

Και το «εσείς» υπονοούσε πάντα μια καλά συγκροτημένη μικρή ομάδα, κλειστή και προφυλαγμένη που φρόντιζε τα μέλη της κι αδιαφορούσε για τους επαίτες που συναντούσε στον δρόμο της επιστροφής σε τόπους που γιορτάζανε μαζί με άλλες μικρές ομάδες τις γιορτές της αγάπης, και αφού τρώγανε καλά-καλά, μετά επιδίδονταν στο προσφιλές έθιμο να κουτσομπολεύουν άλλες μικρές ομαδούλες που τις έλεγαν «γείτονες». Και να χαίρονται πάνω στο ρέψιμο που η δική τους ομαδούλα είναι καλύτερη.

Ήταν κάποτε ένας λαός που δεν ήθελε τίποτα, μα τίποτα να αλλάξει, εκτός από το κινητό του, το αυτοκίνητό του, τη μάρκα από τα παπούτσια του, κι ας μην περπατούσε.

Ήραν κάποτε ένας λαός που πέταγε σκουπίδια από τα παράθυρα και μετά έκανε «τς,τς,τς, τι σκατά κάνει ο δήμαρχος;»

Ήταν κάποτε ένας λαός που πίστευε ότι είχε την ευλογία όλων των Θεών του κόσμου, και όχι  μόνο των δικών του.

Ήταν κάποτε ένας λαός που είχε ξεχάσει τη γλώσσα του και έβλεπε πολύ τηλεόραση,  κάτι ανθρώπους που ξεφώνιζαν ο ένας τον άλλον καθώς έδειχναν τα μεταξωτά βρακιά τους. Αλλά και χωρίς βρακιά, κι όποιος τον είχε πιο επιδέξιο γινόταν και διάσημος και πλούσιος μέσα σε ένα μεσημέρι. Και μετά έβγαιναν στο γυαλί κάτι άλλοι, που μάλλον τα ξέρανε όλα και οι θεατές και τηλεθεατές τους παίρνανε στο τηλέφωνο και τους ρωτούσαν «τι κάνει Ο κράτος για όλα αυτά;»

Ήταν κάποτε ένας λαός που μπήκε σε μια ένωση με άλλους λαούς, αλλά αφού πίστευε ότι ήταν πολύ-πολύ καλύτερος/εξυπνότερος/γοητευτικότερος –και γαμιάς, κυρίως- πράγμα που αποδεικνυόταν κάθε τόσο με αγώνες τραγουδιού και ποδοσφαίρου, δεν χρειαζόταν να ξέρει τίποτα για αυτή την ένωση. Αλλωστε, είπαμε, κι αυτό ήταν μια μεγάλη αλλαγή, και ο λαός αυτός δεν ήθελε ποτέ τίποτα, μα τίποτα να αλλάξει.

Η ένωση τους έδωσε πολλά λεφτά και ευκαιρίες να αλλάξουν αλλά αυτοί, είπαμε, δεν ήθελαν.

Και έτσι ζήσανε αυτοί καλά, κι εσείς παιδιά, χειρότερα.

Παραμύθι ΙΙ

Μία φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε το παιδί μίας οχιάς κι ενός αγγέλου, στη χώρα που είχε το όνομα του Τέλους. Και όλα εκεί είχαν έναν στόχο και σκοπό, όλα, εκτός από το παιδί αυτό. Που γεννήθηκε από μία μάννα φίδι και ένα κοφτερό λεπίδι. Έτσι χωρίς τέλος και σκοπό πλανήθηκε και πλάνεψε τον κόσμο αυτό. Χωρίς σημάδια και φτερά, αφού είχε μάννα την οχιά και τα φτερά του αγγέλου, μία πετώντας και δύο έρποντας έτσι προχώρησε και χώρισε τον κόσμο στα δύο στα τέσσερα και στα οκτώ, και πόδια έβγαλε εκατό, χωρίς παπούτσια έμεινε, ξυπόλητο, και έγινε μεγάλο και μακρύ σαν φίδι, αγγελικό σαν το λεπίδι που το έσπειρε και γέννησε και τα αυγά του ζέστανε. Παιδί οχιάς κι αγγέλου αίμα, φτερά χρυσά και κρύο δέρμα, πώς να χωρέσει τη σιωπή ο συριγμός κι η αστραπή, πώς να χωρέσουνε τα μάτια; των άλλων των ανθρώπων χάδια, πού να κρατήσει ο ουρανός των πεταγμάτων ο κενός, αντήχησε ο αγέρας, μέχρι το πέρας-πέρας, της μέρας και της νύχτας του, της αργυρής της νύστας του. Κοιμήθηκε σε μια αγκαλιά, που είχε κόκκινα χαλιά, αστέρια και ουράνια τόξα, μάτια και σπάνια πουλιά, τα δώρα τα αντίδωρα και της βροχής τα τσίνορα, σπατάλησε το χρώμα, το σκόρπισε στο γιόμα, το πέταξε το θέρισε και την αυγή που μέριασε, να προσπεράσει η χάρη του, με τα φτερά την πλάνη του, το φίδι και το αγγελικό, το πρόσωπό του το διπλό

 

Εσκυψε τότε ο Ιανός με τα διπλά τα βλέμματα και τούδωσε δύο ευχές και δύο νύχτες αντί να είναι από δύο φάρες γέννα, το σκόρπισε στο παρελθόν, στο μέλλον μα και στο παρόν, αυτό που η Αρχή εγέννα.

 

 

 για τη γέννηση και παρουσία του Μ. Χατζιδάκι στη ζωή, για τη Μήδεια 2 που μας συμφιλιώνει με το σκοτάδι, για την Ελένη που γεννήθηκε σαν σήμερα

εμπνευσμένο από τον ΚΑΥΚΑΣΙΑΝΟ ΚΥΚΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΙΑ, Μ. Χατζιδάκις, ποίηση Μπ. Μπρέχτ ελεύθερη απόδοση Οδυσσέας Ελύτης

με όρια τον άνθρωπο, γυναίκα

 

φωτο: φεύγουσα της Ελευσίνας

 

Θα τον εκφωνήσω τώρα τον λόγο τον αντιφεμινιστικό.

Γιατί απ  το πλευρό του έγινα και στο πλευρό του θα μείνω. Κι εκεί κοιτάχτηκα όταν άρχισα να βγαίνω από την αφάνεια. Κι ας έλειπε. Κι ας αδιαφορούσε. Δεν έφυγε, δεν επαλήθευσε αυτός τα χείρω, όχι.

Αυτός με έμαθε να ταξιδεύω και να μη φοβάμαι, αυτός έζησε και ζώστηκε τους φόβους όλων. Και η παραγωγή δεν πρέπει να πληρώνεται με ομηρεία, όχι θα πω, πολλές φορές όχι. Έχουμε τη γνώση αλλά τί την κάνουμε; έχουμε το σύνθετο σώμα, αλλά την τεχνογνωσία δεν την κρατάμε για μας. Δεν την απλώνουμε στην επιφάνειά μας, στο λίφτιν μας, στο πέπλο μας, στο όπλο μας το μέγιστο, το ψέμα μας.

Το σώμα μας μπορεί να μας προδώσει, αλλά το σώμα μας μπορεί και να προδώσει, να απειλήσει, να κρύψει, το σώμα μας έχει κοιλότητα, και κόλπο και κόλπα, κυρίως.

Το σώμα μας, το μυαλό μας, το οπλίσαμε, φορέσαμε πανοπλία και κράνος για να  ανοίξουμε τα πόδια. Χωρίς σουτιέν αλλά με στρινγκ. Απελευθέρωση; Χωρίς προίκα αλλά με καριέρα. Απελευθέρωση; Καθρέφτης είναι ο ανταγωνισμός, ο πόλεμος. Γινήκαμε η Αθηνά χωρίς τη σοφία της, γινήκαμε η Αρτεμις χωρίς την παρθενία της αποστολής της, γινήκαμε μαντόνες αειθαλείς και ανταλλάξαμε την αγκαλιά με τα καρφιά. Κι άμα κοιταχτείς σε τόσους καθρέφτες το μόνο που θα καταφέρεις είναι να ζαλιστείς. Άλλο είδωλο ανφάς, άλλο είδωλο προφίλ, άλλο είδωλο ο καθρέφτης απέναντι στο καθρέφτη και ψευδαίσθηση του απείρου, λίγο να στρίψεις και θα τις χάσεις όλες τις εικόνες, γυναίκα σ΄ εσένα, σ΄εμένα, μιλάω. Καλά τα κατάφερες με την πορεία αλλά σε κόψαν στις μανούβρες, από παρκάρισμα, τζίφος.

Γυναικωνίτες, όχι στα κομμωτήρια, αυτά πάνε, γυναικωνίτες στις σχολές, και στις σχόλες, στους καφέδες, στις καφετζούδες, γυναικωνίτες με άντρες που σου φτιάχνουν το νυφικό σου όνειρο, άσπρο, και κρεμ και μωβ, πένθιμο, γυναικωνίτες με μαμάδες, συμβουλές και μυστικά «από τη μέση και κάτω, παραδώσου», «από τη μέση και πάνω, φυλάξου». και συνταγές μΕγαιρικής. Μη χέσω, αλλά κι εγώ υιοθέτησα τρόπους και φερσίματα ανδρικά, βρίζω, φτύνω, δυναμώνω, ζηλεύω, τους άντρες, τους ανταγωνίζομαι, κρυφά μέσα μου και αχρηστεύω το ίδιο μου το σώμα, γυμνάζομαι, βασανίζομαι. Αυτάρεσκη, αυτόνομη, μισή. Γιατί;

Ξεχάσαμε το πλευρό που μας έφερε, ξεχάσαμε την πνοή που θάμπωνε τα τζάμια, ξεχάσαμε, χάσαμε

(και νομίζεις πως θα φοβάσαι λιγότερο, αλλά δεν μπορείς εσύ να κραδαίνεις το όπλο που δεν κέρδισες, δεν λάξεψες σε πέτρα, δεν άρπαξες από ξένα χέρια, αυτό το όπλο σου δόθηκε γιa του ανθρώπου την πρώτη κατοικία)

Με όλους μου τους ρόλους παραμάσχαλα, μονολογώ. Ηθοποιός σε έργο ξένο. 

Στην πρώτη κατοικία του ανθρώπου, με πόρτα ανοιχτή, όχι ρωγμές και πολεμίστρες.

Εγώ, αυτή.

 

 

χωρίς όρια τον άνθρωπο

Εγραψα πολλά και έσβησα, προσπαθώντας να γράψω για την καινoύργια ιστορια, και για το ερώτημα για τον άνθρωπο πέρα από όρια. Όταν στομώνω, και δεν μπορώ να συνδυάσω, τα πολλά, το μόνο που μου βγαίνει είναι ένα παραμύθι.

 

«Εκεί που ήταν κάποτε ο άνθρωπος ο μόνος, στο χιονισμένο παραλιακό τοπίο, και κρύωνε, εκεί συνωστίστηκαν και άντρεψαν η έλλειψη του άλλου του μισού, η δίψα και η μοναξιά του, όλες κόρες της δικής του ανάγκης, εκείνου και εκείνης που ήταν από πάντα του. Και δεν μπορούσε πια να κοιταχτεί στα κύματα, γιατί τα κύματα σκάγαν μεγάλα κι άγρια, σαν επιβίωση, σαν ταχύτητα και σαν απαιτήσεις θηλυκές όλες, αιτία για πολλαπλασιασμό κι ο άνθρωπος όλο και διαιρούνταν μέσα στο κρύο περίβλημά του, το μοναχικό παλτό. Έψαξε και βρήκε ψίχουλα και τάισε τα θαλασσοπούλια και ταξίδεψε πολύ μακριά και επέστρεψε στις ίδιες νοσταλγίες, γυναίκες. Και τότε αναζήτησε την εικόνα του, ο έρμος, προτού εκείνος ο από πάνω του στερήσει την πλευρά και την αθωότητα του εφήβου πως όλα ήταν πιθανά, τότε που νόμιζε πως το ηλιοβασίλεμα ήταν πιόμα και τα σύννεφα ξασμένο μπαμπάκι από τη ρόκα του ουρανού.

Μ΄αυτά τα χαμένα οράματα προχωρώντας είδε τον εαυτό του πάλι και είπε, τον αγάπησε. Και βγήκαν από τα χέρια του όλες οι επτά, που δεν ήταν πια νύμφες και γητεύτρες και σειρήνες, ούτε και μήτρα είχαν και ανοίγματα που να απαιτούν να γεμίσουν με τη δύναμη και τη δόξα του, ούτε σπηλιές και φωτιές και κλάματα. Και φεύγαν οι ρόζοι από τα χέρια του και γίνονταν. Τέχνη. Ερωμένη και Σύντροφος και Μητέρα, αλλά άφυλη, ανεξάρτητη, ταξιδεύτρια, Αθάνατη και Αμοιβάδα, του έπαιρνε τη φόρα και την έκανε φως, μέλος, σκάλισμα στο βράχο, παραμύθι, φωλιά καλοχτισμένη και φουστάνια και φτιασίδια πεταμένα στη γωνιά, μάταια κι άχρηστα, για τώρα λίγο, για έναν ακόμα οργασμό του τουλάχιστον.

 

Και δεν μιλάω ούτε εκ μέρους των γυναικών, ούτε προς χάριν τους, ούτε και για λογαριασμό τους. Και δεν θα βρω καμία ομορφιά στα δάκρυα και στο κλάμα τους, κι ας είναι δίκαιο πολλές φορές. Τις τίμησα και τις αγάπησα και τις διάβασα και τις άκουσα, σαν κορίτσι και σαν γυναίκα. Αλλά ο άνθρωπος ο μόνος δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πολύ δε περισσότερο δεν θα τον βάλω να απολογηθεί για αμαρτίες παλιές και ξένες. Ο άνθρωπος ο μόνος, είδε όπως κι εγώ την ομορφιά του και την δύναμη και την δόξα και τα αφρισμένα νερά και τα πέλαγα, και τα ταξίδια, και τα μάτια και τα πανιά τα ανοιχτά και τα κουπιά του Οδυσσέα και του αη-Νικόλα, και για τα μάτια μιας γυναίκας ξαναγύρισε, ή ενός άντρα, ή και τα δύο, και έτσι είδε με πιο πολλά μάτια και με πιο πολλή ομορφιά την ομορφιά του, τη  δύναμη και την δόξα και πιο κει τη λύρα,  κι αυτή να περιμένει να την παίξει. Σαν παιχνίδι, όχι σαν παραγωγή.»

Αυτό.