αποσπάσματα

80jhh

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, πέρα από το να προσπαθήσεις να το γράψεις έτσι ακριβώς όπως έγινε. Γι΄ αυτό πρέπει να γράφεις κάθε μέρα ξεπερνώντας τον εαυτό σου και να χρησιμοποιείς τη θλίψη που έχεις τώρα για να καταλάβεις πώς ήρθε η θλίψη στην αρχή. Και πρέπει πάντα να θυμάσαι τα πράγματα που πίστευες, γιατί αν τα γνωρίζεις, θα βρίσκονται εκεί μέσα στα γραφτά σου και δε θα τα προδώσεις. Το γράψιμο είναι η μόνη πρόοδος που κάνεις.»

«Αυτό είναι το μόνο που τους χρειάζεται για να είναι όλα τέλεια. Θα τους άρεσε να τον σκοτώσουν εκεί που σκότωσαν το φίλο του. Αυτό θα ήταν φοβερή περίπτωση. Αυτό θα τους ευχαριστούσε. Τους καταραμένους φονιάδες των φίλων.»

«Τώρα έλεγε στον εαυτό του, πρέπει να προσπαθήσεις να μεγαλώσεις ξανά και να αντιμετωπίσεις αυτό που έχεις να αντιμετωπίσεις, χωρίς να εκνευρίζεσαι ή να πληγώνεσαι που κάποιος δεν κατάλαβε και δεν εκτίμησε τα όσα έγραψες.»

«Σε κάποιο καλάθι αχρήστων πιθανότατα. Πάντα έχει ένα καλάθι αχρήστων. Ο ίδιος είπε ότι ήταν το πιο σημαντικό πράγμα για έναν συγγραφέα…»
Από τον Κήπο της Εδέμ του ΄Ερνεστ Χέμινγουέϊ, Εκδόσεις Καστανιώτης, 2007, μετάφραση Άννα Παπασταύρου

Του αποπάτου η δήλωση

Εικόνα0390

ΒΙΜ ΒΕΝΤΕΡΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

Παραθέτω ένα  “αποταμιευμένο” άρθρο από την από την Ελευθεροτυπία. Με τα λόγια του Βιμ Βέντερς για την Ευρώπη. Κι εκείνη την ατάκα από τα Φτερά του, όπως την θυμάμαι μέσες άκρες “Γιατί ποτέ δεν τραγουδιέται η ειρήνη;”
Enjoy.
 

“Μια άλλη όμως άποψη, αυτή του Γερμανού σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, βλέπει τα ευρωπαϊκά θέματα από την πολιτιστική σκοπιά, θέματα που τα θεωρεί ατού των Ευρωπαίων πολιτών:

«Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ευρώπη είναι fucked, χαμένη υπόθεση, αν σκεφτούμε την αποτυχία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, την πραγματική πολιτική επιρροή της, την έλλειψη ενθουσιασμού για την ευρωπαϊκή ιδέα, όπως προκύπτει από τις γνώμες των πολιτών της, σήμερα. Οι Ευρωπαίοι έχουν βαρεθεί την Ευρώπη…

Από μια άλλη πλευρά, όταν την παρατηρούμε απ’ έξω, η Ευρώπη είναι ένας επίγειος παράδεισος, η Γη της Επαγγελίας. Εδώ και δύο μήνες το παρατηρώ από το Σικάγο και από τη Νέα Υόρκη, το Τόκιο και το Ρίο, από την Αυστραλία και από την “καρδιά” της Αφρικής, το Κονγκό, και την τελευταία εβδομάδα από τη Μόσχα.

Σας το λέω: από παντού η Ευρώπη φαίνεται διαφορετική από ό,τι τη βλέπουμε εμείς, αλλά πάντα σαν παράδεισος, σαν ένα όνειρο της ανθρωπότητας, ένα λίκνο ειρήνης, ευμάρειας και πολιτισμού.

Οσοι ζουν από καιρό στην Ευρώπη έχουν κουραστεί. Εκείνοι που δεν ζουν σ’ αυτήν, που ζουν αλλού, θέλουν να μπουν με κάθε τρόπο.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω το ερώτημα: γιατί η Ευρώπη μου φαίνεται τόσο “ιερή” όταν τη βλέπω από μακριά; Και γιατί μου φαίνεται τόσο χυδαία, αδιάφορη, σχεδόν πληκτική όταν γυρίζω;

Οταν ήμουν νέος, ονειρευόμουν μια Ευρώπη χωρίς σύνορα. Σήμερα ταξιδεύω δεξιά και αριστερά χωρίς να δείχνω το διαβατήριό μου, πληρώνοντας με το ίδιο νόμισμα (ακόμη κι αν προφέρεται παντού με διαφορετικό τρόπο). Πού στην ευχή πήγε αυτή η συγκίνηση;

Εδώ στο Βερολίνο είμαι Γερμανός με όλη μου την καρδιά. Αλλά με το που φτάνουμε στην Αμερική δεν λέμε ότι είμαστε από τη Γερμανία, τη Γαλλία ή από αλλού, αλλά από την Ευρώπη. Για τους Αμερικανούς η Ευρώπη είναι συνώνυμο του πολιτισμού, της ιστορίας, του στιλ και του ευ ζην. Είναι το μόνο πράγμα που τους κάνει να αισθάνονται περίεργα κατώτεροι.

Ακόμη και από την Ασία ή από άλλες γωνιές του κόσμου, η Ευρώπη θεωρείται εστία της ανθρώπινης ιστορίας, της αξιοπρέπειας και ακόμη μία φορά του πολιτισμού. Η Ευρώπη έχει ψυχή. Δεν είναι ούτε η πολιτική της ούτε η οικονομία της. Πάνω από όλα είναι ο πολιτισμός.

Ομως, ανησυχώ. Για τους πολίτες της, όπως και για τον υπόλοιπο κόσμο η Ευρώπη εμφανίζεται πάντα, πρώτα απ’ όλα, ως οικονομική δύναμη, με πολιτικά και χρηματιστηριακά όπλα, αλλά ποτέ πολιτιστικά. Η Ευρώπη δεν μάχεται στο πεδίο των συγκινήσεων. Ποιος, όμως, αγαπά τη χώρα του για την πολιτική ή την οικονομία της; Κανείς!

Ζούμε την εποχή της εικόνας. Σήμερα κανένας άλλος τομέας δεν έχει τόση εξουσία από την εικόνα. Βιβλία, εφημερίδες, θέατρο… Κανείς δεν συναγωνίζεται με την ισχύ της κινούμενης εικόνας του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Γιατί σήμερα στην Ευρώπη, όπως και αλλού, το “πάμε σινεμά” ισοδυναμεί με το “να δούμε μια αμερικανική ταινία”; Διότι οι Αμερικανοί έχουν καταλάβει εδώ και καιρό αυτό που συγκινεί τους ανθρώπους, αυτό που τους κάνει να ονειρεύονται. Και έθεσαν σε εφαρμογή αυτή τη γνώση με ριζοσπαστικό τρόπο. Ολο το “αμερικανικό όνειρο” είναι μια επινόηση του κινηματογράφου που έκανε όλο τον κόσμο να ονειρεύεται. Δεν θέλω να μειώσω αυτή την ιδέα, αλλά να θέσω ένα ερώτημα: ποιος ονειρεύεται το ευρωπαϊκό όνειρο;

Η αλήθεια είναι πως οι μύθοι μας δεν μας ανήκουν πια. Τίποτε δεν σημαδεύει το φαντασιακό της σύγχρονης κοινωνίας τόσο βαθιά και με τόση διάρκεια όσο ο κινηματογράφος. Ομως, δεν έχουμε πια τον έλεγχο, δεν μας ανήκει πια. Οι δικές μας επινοήσεις έχουν φύγει από τα χέρια μας.

Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος υπάρχει σε καμιά πενηνταριά χώρες, αλλά οι ευρωπαϊκές ταινίες δεν έχουν την ίδια βαρύτητα. Οι εικόνες αυτού του ευρωπαϊκού κινηματογράφου θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο να αναγνωριστεί σε αυτόν μια ολόκληρη νέα γενιά. Θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την Ευρώπη με συγκίνηση, με δύναμη. Αυτές οι ταινίες θα μπορούσαν να ήταν ο σταθμός της ευρωπαϊκής σκέψης στον κόσμο, όμως αφήσαμε αυτό το όπλο να μας φύγει μέσα από τα χέρια μας.

Χρησιμοποίησα τη λέξη “όπλο” επειδή οι εικόνες είναι τα πιο ισχυρά όπλα του 21ου αιώνα. Δεν θα υπάρξει “ευρωπαϊκή συνείδηση”, δεν θα υπάρξει συγκίνηση γι’ αυτή την ήπειρο, μελλοντική ευρωπαϊκή ταυτότητα, πραγματική σχέση όσο δεν καταφέρνουμε να δείξουμε τους δικούς μας μύθους, την Ιστορία μας, τα αισθήματά μας.

Η Ισπανία δεν έχει καλύτερο πρεσβευτή από τον Πέντρο Αλμοδόβαρ, η Βρετανία από τον Κεν Λοτς και η Πολωνία από τον Αντρέι Βάιντα ή τον Ρομάν Πολάνσκι. Αν και έχει πεθάνει εδώ και δεκατρία χρόνια, ο Φεντερίκο Φελίνι ενσαρκώνει πάντα την ιταλική ψυχή. Ιδού τι κάνει ο κινηματογράφος: δημιουργεί και δίνει σχήμα στη δική μας συνείδηση και σε αυτή των άλλων. Δημιουργεί μια ευρωπαϊκή ιδέα, μια ευρωπαϊκή βούληση, αυτή την ευρωπαϊκή “ψυχή” για την οποία μιλά όλος ο κόσμος».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 03/04/2007

“έχουμε ανάγκη το ξεφάντωμα”

Με υπότιτλο : Τους κατακτήσαμε τους ξένους, πολιτιστικά, που είμαστε κι ανώτεροι

Διαβάζω και ακούω. Και δεν νιώθω.
Πώς είναι δυνατόν να θέλεις ντε και καλά να ξεφαντώνεις την ώρα που –υποτίθεται- πενθείς τους αυτόχειρες αυτής της κοινωνίας;
Πώς είναι δυνατόν να μην θλίβεσαι για τους ανθρώπους που «θέλουν να τα κάψουν όλα»;

Δεν θλίβεσαι που η κανονική τους θέση θάταν η δημιουργικότητα, η φαντασία, η καινοτομία;
Πώς είναι δυνατόν να αναπολείς την εποχή που η Απόκρια –και όποια άλλη αφορμή- ήταν το απόλυτο κιτσαριό, κάτι μεγάφωνα που εξέπεμπαν από σάμπα μέχρι δημοτικά, τουρλού-τουρλού;
Που το πλαστικό ρόπαλο ήταν έκφραση του χιούμορ;
Τη λατρεύω, την λάτρευα, την Απόκρια όταν μου έδινε την ευκαιρία να φορέσω κουρέλια και μάσκα και να γελάσω για να μην κλαίω. Την λάτρεψα όταν φόραγα ξένα ρούχα για να περιγελάσω αυτό που δεν μπορούσα να αντιπαλέψω, τους «μεγάλους», τους σοβαροφανείς, τους τάχα. Έμπαινα για λίγο στο κοστούμι τους και όταν ξαναφόραγα την καθημερινότητά μου ήμουνα μία σταλιά πιο πολύ ο εαυτός μου. Ήξερα κάτι από την συμπεριφορά τους, από «μέσα τους», δοκίμαζα κι επέλεγα.

Κι επειδή έχω επιλέξει πια δεν μου χρειάζεται να «ξεφαντώνω» με μασκαριλίκια τέτοια.
Είτε έγινα είτε δεν απόγινα κάτι από αυτό που κορόϊδευα και απευχόμουν και αντιπάλευα –διίστανται οι απόψεις γι΄ αυτή μου τη θέση πια αφού γινήκαμε ούλοι ένα, οι ξένοι, οι χτεσινοί «κακοί», οι κουτόφραγκοι, δεν έχω ιδέα πια ποια είμαι και με ποιον-.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έχω ανάγκη την Απόκρια, ούτε το ξεφάντωμα, ούτε τη μέθη  του Διόνυσου για να φοράω κάθε μέρα ό,τι ρούχα θέλω. Αφού δεν παίζω ρόλο (και δεν με λαμβάνουνε υπόψη). Ψύχραιμα ζω, κι αυτό είναι ξεφάντωμα. Και μόνο χωρίς τέτοιο πάθος μπορώ να μην φοβάμαι. Σαν ξένη στο ανεγκέφαλο ξεφάντωμα, πάντα.

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια,
όλα τα χρήματά μου τάφαγε·
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νεός και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις.)
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτηβλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα οφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους —
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλοθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1930)

τσέπες αδειανές, όπλα γεμάτα;

Νίκου Μηλαπίδη, από το http://www.aixmi.gr/index.php/tsepes-adeianes-opla-gemata/http:/

Η έκρηξη βίας και φόβου στην ελληνική κοινωνία είναι το κάτι άλλο. Κάτι το τρομακτικό. Δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού κι αισιοδοξίας.

Καθημερινά απελευθερώνεται στην κοινωνία περισσότερη βία απ’ όση μπορούν να αντέξουν οι πολίτες.  Βία οικονομική, πολιτική, ψυχολογική, σωματική.

Ξυπνάς και είναι σα να είσαι στο στρατό, σε καιρό πολέμου, που οι αξιωματικοί παίρνουν αναφορά για να μετρήσουν απώλειες.  Κάθε μέρα ένας θάνατος, ένας σε κώμα, βαριά τραυματίες.

Μόνο που οι πολίτες ενός δημοκρατικού κράτους δεν είναι στρατιώτες, και οι αστυνομικοί  έχουν καθήκον την καταπολέμηση του εγκλήματος και εγγυώνται την απόλαυση του δικαιώματος της ασφάλειας των πολιτών. Δεν είναι Ράμπο.

Σε καιρό Δημοκρατίας  τα παιδιά δεν δολοφονούνται εν ψυχρώ. Δε γίνεται παιδιά να μην προλαβαίνουν να γεννηθούν, γιατί κάποιοι αποφασίζουν να κάψουν τους γονείς τους,  ούτε να γεννιούνται ορφανά, επειδή κάποιοι εκτιμούν μια κάμερα περισσότερο από τη ζωή και κάποιοι άλλοι τα παγιδεύουν, όταν αυτά παίζουν ανάμεσα στα σκουπίδια.

Σε μια χώρα που έχει νιώσει στο πετσί της τη βία και τον φασισμό δεν γίνεται παιδιά να πηγαίνουν στο γήπεδο για να το ρημάξουν, παιδιά να υπηρετούν στα τμήματα ασφαλείας και να βρίσκονται «γαζωμένοι», ανατιναγμένοι, καμένοι.

Πού θα πάει αυτός ο αλληλοσπαραγμός; Η οικονομική ανέχεια, η έλλειψη προοπτικής, η έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής αρκούν για να ποδοπατήσουμε την αξία της ζωής;

Όσο καταναλώναμε απρόσκοπτα, νιώθαμε υγιείς και ευδαίμονες. Τώρα,  η κοινωνία σπαράσσεται, κλείνεται στο σπίτι της και σημαδεύει πίσω από τα παραθυρόφυλλα τους αυτουργούς, ηθικούς και φυσικούς: Το κράτος, την αστυνομία, τους μετανάστες και, τέλος, τις κομματικές μας σημαίες: τους αριστερούς, τους  δεξιούς, τους πιο δεξιούς  και τους πιο αριστερούς.

Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί αυτόκλητοι υπερασπιστές του, κατά το δοκούν, δικαίου. Ο θάνατος δεν ισοφαρίζεται με θάνατο. Δεν υπάρχει καλή και κακή βία. Δικός μας και δικός τους νεκρός.

Ο φαύλος κύκλος της βίας, του μίσους και της μισαλλοδοξίας μας απειλεί όλους. Είμαστε όλοι εν δυνάμει θύματα και θύτες.

Οι συναγερμοί που ηχούν είναι αληθινοί, δεν είναι άσκηση ετοιμότητας.

Κι επειδή η πολιτική κοινωνία ολιγωρεί εμφαντικά να αντιληφθεί τι συμβαίνει, είναι απαράδεκτο και το λιγότερο επικίνδυνο να χάσουμε την αξιοπρέπειά μας και τον σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.

Αν απογυμνώσουμε ηθικά τα εγκλήματα που σήμερα συμβαίνουν στο όνομα κάποιου σκοπού ή κάποιας ιδεολογίας, τότε το αύριο για τη χώρα θα είναι μαύρο.

Κι όχι γιατί θα είναι οι τσέπες μας αδειανές, αλλά γιατί θα είναι τα όπλα μας γεμάτα.

Υ.Γ.:

«Η χρήση βίας μπορεί να φαίνεται καμιά φορά ότι κάνει καλό, το καλό αυτό όμως είναι προσωρινό, ενώ το κακό που προξενεί είναι μόνιμο»

Μαχάτμα Γκάντι

*O Nίκος Μηλαπίδης είναι νομικός.

“ακόμα παίζουμε κρυφτό στον κήπο στην καρδιά της μνήμης”

 

 

 

(Το Πηγάδι, Στίχοι Τ. Σιμώτα)

Γιώργου Σεφέρη, ΕΞΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

“Και πόσο κράτησε αυτό; Ρώτησε η Μπίλιω.

–        Δε γιατρεύεται κανείς εύκολα από αυτή την αρρώστια. Δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει. Στην Ελλάδα, έφτασα ως την άκρη. Η μοναξιά γίνεται συχνά συγκατάβαση, όπως το φεγγαρόφωτο. Αισθάνεσαι να σε βασανίζει μια ακατασίγαστη δίψα να ομολογήσεις και δεν υπάρχει τίποτα να ομολογήσεις. Παλεύεις ή νομίζεις πως παλεύεις γιατί δεν έχεις πια δύναμη.

Ο Στρατής έσκυψε και μάζεψε ένα χαλίκι. Το ΄ παίξε στην παλάμη του σα να δοκίμαζε το βάρος του.

–        Ρωτούσες πόσο κράτησε αυτό; Νομίζω, περίπου, ως την εποχή που συναντηθήκαμε σ΄εκείνο το μπούσι της Κηφισιάς. Θυμάσαι, τότε που μας μούντζωσε εκείνος ο προκομένος. Τότε άρχισα να ξεφεύγω απ΄ αυτό το μαρτύριο, σιγά-σιγά, επίμονα∙ σερνόμουν. Προσπαθούσα να κρατηθώ από ένα αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου, ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, όσο μηδαμινό κι αν ήταν. ‘Επρεπε να αποκοπώ από το φοβερό μέσα ,σαν τα μωρά.

–        Γι΄αυτό σε φοβόμουν τότε, ψιθύρισε η Μπίλιω.

–        Ξέρεις γιατί σ΄ αγαπώ; Της είπε ακόμη. Γιατί με βοήθησες να πιστέψω στον άλλον άνθρωπο. Προχτές, όταν σμίξαμε στον Καμένο Βράχο και ήταν τόσο δυνατό αυτό που μου έδωσες, μια στιγμή δεν ήμουν τίποτε, απολύτως κανείς, κι έπειτα ξεχωριστός σαν αυτό το χαλίκι. Κοντά σου έμαθα αυτό το ρυθμό: να χάνεται κανείς για να υπάρξει.”

ΕΞΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΕΡΜΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1989, Ε΄ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ