ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ

printable-color-advent-calendar

Ήταν ένα σπίτι χάρτινο κι είχε σκοτεινά παράθυρα, κλειστά
αριθμημένα από το ένα ως το εικοσιτέσσερα
Κάθε μέρα κι από ένα παράθυρο ακόμα ανοιγμένο
που αποκάλυπτε ένα φως
-παιχνίδια ίσως-
άνθρωποι μαζεμένοι
δωμάτια με θαλπωρή

Μα όταν ερχόταν το ποθητό εικοσιτέσσερα
άδειο
το σπίτι το αληθινό

αυτοί που είχαν φέρει το χάρτινο είχαν φύγει
είχαν αφήσει πίσω τους
ένα σκέτο σπίρτο
και ένα δέντρο
σκοτεινό και φοβερό

Σαν τη νύχτα μες τα δάση

 

THE LΙTTLE ADVENT GIRL
It was a paper house with somber windows, shut
numbered from one to twenty four
Each morning another window would be opened
discovering a light within
or may be toys
people gathered
cozy rooms

But when the most wished, numbered twenty four, would come
The real home
was empty
Those who have brought the paper house were gone
leaving behind them
a single match
and a Christmas tree
fearful and dark

Like the night in forests

Άνναμπελ Λη, Edgar Allan Poe, μετάφραση

640px-Edgar_Allan_Poe_2

It was many and many a year ago,

 

   In a kingdom by the sea,

 

That a maiden there lived whom you may know

 

   By the name of Annabel Lee;

 

And this maiden she lived with no other thought

 

   Than to love and be loved by me.

 

 

I was a child and she was a child,

 

   In this kingdom by the sea,

 

But we loved with a love that was more than love—

 

   I and my Annabel Lee—

 

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

 

   Coveted her and me.

 

 

And this was the reason that, long ago,

 

   In this kingdom by the sea,

 

A wind blew out of a cloud, chilling

 

   My beautiful Annabel Lee;

 

So that her highborn kinsmen came

 

   And bore her away from me,

 

To shut her up in a sepulchre

 

   In this kingdom by the sea.

 

 

The angels, not half so happy in Heaven,

 

   Went envying her and me—

 

Yes!—that was the reason (as all men know,

 

   In this kingdom by the sea)

 

That the wind came out of the cloud by night,

 

   Chilling and killing my Annabel Lee.

 

 

But our love it was stronger by far than the love

 

   Of those who were older than we—

 

   Of many far wiser than we—

 

And neither the angels in Heaven above

 

   Nor the demons down under the sea

 

Can ever dissever my soul from the soul

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

 

For the moon never beams, without bringing me dreams

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

 

   Of the beautiful Annabel Lee;

 

And so, all the night-tide, I lie down by the side

 

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

 

   In her sepulchre there by the sea—

 

   In her tomb by the sounding sea.

 

Άνναμπελ Λη

Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

‘Ημουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
‘Ανεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! – Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη

Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
– και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.

 

δημοσιεύεται στο περιοδικό NOTATIONES ένθετο στο μπλογκ Βαρελάκι