“Το σπίτι μου και το αλλού μου”

mk

ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ», ΕΣΤΙΑ 2010, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΧΑΡΗΣ

Ο Μίλαν Κούντερα δίνει-κατά μία αφόρητα κλισέ έκφραση- «ραντεβού με την ιστορία» του μυθιστορήματος. Κι ας μην παραπέμψει η έκφραση σ΄εκείνα τα χρόνια που οι πολιτικοί δανείζονταν ή επινοούσαν λογοτεχνίζουσες φράσεις για να στολίσουν την φιλόδοξη περσόνα τους. Αυτό άλλωστε αντίκειται στο όλο ύφος και το νόημα του συνολικού έργου του συγγραφέα που η πολιτική του τοποθέτηση ήταν και απ΄ ό,τι φαίνεται παραμένει υπέροχα «προσωπική, εκκεντρική, ανεξάρτητη, απείθαρχη»
“Tο σπίτι μου και το αλλού μου». Σ’ αυτές τις λέξεις μου φάνηκε ότι μαζεύτηκε όλο το νόημα της συνάντησης, της πιο πρόσφατης ανάμεσα στην γράφουσα το παρόν με τον Κούντερα που εμφανίστηκε γοητευτικός όσο ποτέ, λεπτεπίλεπτα αυτοσαρκαστικός, ρεαλιστής. Ανετος με το υλικό και τον τρόπο που το κατέχει. Στο βιβλίο που δεν ονομάζεται μυθιστόρημα αλλά «δοκίμιο για το μυθιστόρημα», παίρνει ως αφορμή την ιστορία του μυθιστορήματος για να μιλήσει, χωρίς μύθο αλλά με ραχοκοκαλιά, για τη σημασία του μύθου τόσο από τη θέση του γραφιά όσο και του αναγνώστη. Μιλάει για τα ανθρώπινα πάθη, τη μουσική, το χιούμορ, τη μνήμη, τη φιλία. Για την ταυτότητα σε συνάρτηση με τη μνήμη.
Τσαλακωμένος όμορφα από τον χρόνο, πιο ευανάγνωστος και πιο απελευθερωμένος από τότε που μας έπαιρνε από το χέρι και μας ταξίδευε με την διεισδυτική του ματιά, εκεί στο λεγόμενο «ανατολικό» κομμάτι της Γηραιάς Ηπείρου. Tι ήταν αλήθεια τότε; Τσέχος ή μελλοντικός Γάλλος; Ή ένας φτιαγμένος Ευρωπαίος πίσω από το σιδερένιο παραπέτασμα που απλά έβλεπε μακριά; Ο ίδιος δηλώνει «Γαλλοτσέχος», γράφει στα Γαλλικά, ζει στη Γαλλία, αυτοεξόριστος (; ) Ε, όχι πια, δεν έχει νόημα η λέξη «αυτοεξορία» στη σύγχρονη Ευρώπη.
Η γοητεία της αφήγησης καθώς ιστορικά στοιχεία από τη λογοτεχνία και την Ιστορία μπερδεύονται με στοχασμό, έγκειται στον ιδιότυπό του τρόπο να είναι οικουμενικός και εξομολογητικός και στη χρήση της γλώσσας. Στις σχεδόν φιγουρατζίδικες παρενθέσεις που ανοίγει –ξέρει τι κάνει και ξέρει ότι το κάνει καλά-. Σαν φωτισμένος δάσκαλος που ξέρει να ξεφεύγει από τους τύπους και να αναζητάει, να αναδεικνύει, βήμα βήμα την ουσία.
Εχει την ικανότητα να εστιάζει σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, να καταγράφει πότε την αδιόρατη λεπτομέρεια, πότε τον κοινωνικό περίγυρο, να πετάει πάνω απ΄ τα πράματα με τα έμπειρα φτερά και να μην χάνει ούτε το δάσος ούτε την ομορφιά αλλά και την ματαιότητα των πιο μικρών πραγμάτων. Και να προσγειώνεται απαλά με την «αβάσταχτη ελαφρότητα» του άπατρι, στο μέλλον.
Ποιος γράφει τη λογοτεχνία; Το ερώτημα είναι απλό. Και η απάντησή σ΄αυτό, αυτονόητη. Ποιος γράφει την ιστορία της όμως; Με τον ίδιο τρόπο που η Ιστορία δεν αποτυπώνεται επισήμως με τους ήρωες και τους ανδριάντες, η λογοτεχνία γράφεται στη μνήμη μέσω των επαναναγνώσεών της που έχουν κάτι να πουν στο σήμερα.
Η μόνιμη φαντασίωση όπου η «επίσημη αγαπημένη» γυναίκα αποδέχεται την ερωμένη που συναντάμε σαν λάϊτ μοτίβ σε τόσα άλλα έργα του Κούντερα, ίσως εδώ να μεταφράζεται σε ορισμένα άλλα ζεύγη θηλυκών οντοτήτων πέρα από το ζεύγος των ουδετέρων (του «σπιτιού και του αλλού») του: την λογοτεχνία και την ιστορία, την παιδική ηλικία και τη μοναξιά, την πίστη σε μια πεποίθηση και την πίστη σ΄έναν φίλο, την Ευρώπη του Φελλίνι και εκείνην του Μπερλουσκόνι, την εποχή του έρωτα και την εποχή των εισαγγελέων, την ωμότητα και την ομορφιά, και κάτι που μας αφορά, την Ελλάδα και τη θέση της…( Πού ανήκομεν, τελικά; Να, ο Μίλαν θέτει κι αυτό το ερώτημα ανάμεσα σε άλλα και μας τοποθετεί σ έναν ιδεατό και ίσως ποθούμενο «μεσαίο χώρο» στη γεωγραφία και στην αντίληψη του κόσμου με βάση την δική μας ιστορία και τους μύθους μας.)
Ο ώριμος και άπατρις συγγραφέας έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας και παίζει με φαντασία και σοβαρότητα με την παγκόσμια λογοτεχνία. Την γδύνει, της αφαιρεί κατά τη συνήθειά του ό,τι σοβαροφανές και περιττό και κερδίζει τη συνάντηση και το στοίχημα με το χρόνο.
΄Ισως μια νύχτα που κατάλαβε ότι «φορούσε απλώς» (η νύχτα) « ανάποδα το νυχτικό της». Και με τον «έρωτα ενός δασκάλου γονατισμένου μπροστά σε ένα ηλιοτρόπιο»…

Δημοσιεύεται στο Βακχικόν τεύχος 21

Advertisements