ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Ημερολόγιο απουσίας

Επανέρχομαι εδώ, μετά από σχεδόν έναν χρόνο απουσίας για λόγους πέρα από τη θέλησή μου. Τι έγινε στο μεταξύ; Τι συνέβη; Τι πέρασε ασχολίαστο; Μα είναι εποχή που μένει κάτι ασχολίαστο, ή που περιμένει τέλος πάντων από μένα; Η απάντηση είναι όχι διπλό. Παρατηρώντας και διαβάζοντας περισσότερο από γράφοντας όλο το διάστημα αυτό όπου και η συγκέντρωση σε ένα θέμα αλλά και η προτεραιότητα άλλων θεμάτων με οδήγησαν, έβγαλα τα συμπεράσματά μου.

Τουτέστιν, μου χρειάζεται και η βλακεία, η αποβλάκωση με θέματα ανώδυνα, μακριά από τη πολιτική επικαιρότητα και η οικονομική πραγματικότητα, συνακόλουθα η ανάλυσή τους και η εξαγωγή συμπερασμάτων.

Δηλώνω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα –πια-. Καμία βεβαιότητα, καμία απόλυτη διαπίστωση. Δηλώνω ότι θέλω χωρίς σκιές και ενοχές να απολαμβάνω ό,τι μου χαρίζει η ζωή. Το γεγονός ότι ζω και κινούμαι, ότι απολαμβάνω τη δυτικού τύπου ελευθερία που δεν αλλάζω με τίποτα. Το γεγονός πως ό,τι έχω κερδίσει σε ετούτη τη ζωή δεν το χρωστάω σε κανέναν από δαύτους που αν βρεθούν ποτέ στη θέση που είμαι τώρα θα κοιτάξουν να αναρριχηθούν κάπου πιο «ψηλά» και μπορεί και να με πετάξουν από την ανεμόσκαλα με μια κλωτσιά. Είναι οι τύποι που δεν ζουν χωρίς εχθρούς, χωρίς «βαρβάρους» -μάλιστα παλιέ μου Κωσνταντίνε-. Εκείνοι που δεν ζουν χωρίς εχθρούς, αυτούς μονάχα απεχθάνομαι.

Αντίθετα η θεία (η θεϊκή) Αγγελάκη Ρουκ ευγνωμονεί τον καθρέφτη που της επιτρέπει να μισεί την ίδια την εικόνα της, και την λατρεύω για την αυτογνωσία και τη λεβεντιά της.

Έτσι λοιπόν ξανά προσδιορίζω τον πυρήνα μέσα από τα λόγια ποιητών κι ας παραμένει η δική μου η παραγωγή εκεί που έμεινε εδώ και ένα χρόνο, στο συρτάρι. Να κι ένα «πράμα» που δεν φορολογείται, ούτε και κοστολογείται –γιατί έτσι το θέλησα- είμαι και γι αυτό το γεγονός χαρούμενη (όχι ευτυχισμένη).

Θα επανέλθω σύντομα, ελπίζω και με τα δυο μου χέρια…

Advertisements

Ο κάπταιν Hook και ο Καβάφης

crowded bus

Ήταν παραμονές γιορτών πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια. Στη γραμμή του λεωφορείου που ταξίδευα κάθε μεσημέρι επιβιβαζόταν πάντα ένας άντρας μεσήλικας, με σπασμένα και πρόχειρα κολλημένα γυαλιά,  φορώντας ρούχα που μαρτυρούσαν ότι προσπαθούσε να κινείται στα όρια της αξιοπρέπειας. Φώναζε η εμφάνισή του ότι ήταν φτωχός και περήφανος, ότι προσπαθούσε να βλέπει καθαρά και να κινείται σταθερά καθώς το όχημα τραμπαλιζόταν.

Κρατούσε κι ένα περίεργο τσαντάκι, αυτοσχέδιο. Ήταν μια πλαστική σακούλα γνωστού καταστήματος καλλυντικών. Πολλές φορές είχα δει συνταξιούχους στο ΙΚΑ και σε ουρές να χρησιμοποιούν παρόμοια τσάντα για τα ταλαίπωρα χαρτιά τους, στην εποχή που ανεδύετο η δόξα του file-o-fax.

Μόνο που ο άγνωστος επιβάτης το είχε γυρίσει ανάποδα και επί πλέον του είχε προσθέσει έναν μεταλλικό γάντζο στα χερούλια, αφ΄ ένος για να μην κόβεται –υπέθεσα-. Αφ΄ετέρου ως άλλος Captain Hook, μ΄ αυτόν ακριβώς τον γάντζο πιανόταν από τις χειρολαβές  και τις άδραχνε μετά, με μία κίνηση αποφασιστική, σαν να έριχνε άγκυρα μες το πλήθος των επιβατών, σαν να προσπαθούσε να βρει ένα σημείο ισορροπίας για το ταραγμένο του είναι. Η  σακούλα πάντως ήταν γυρισμένη ανάποδα έτσι ώστε η επαναλαμβανόμενη καθημερινά ιεροτελεστία να μην μαρτυρεί  τη φίρμα του καταστήματος.

Κάτι έγινε μια μέρα, κάποια λογομαχία μες το λεωφορείο, και ο άγνωστος που ήταν συνήθως σιωπηλός, αλλά τόσο εκφραστικός, πήρε θέση για τα τεκταινόμενα. Φαινόταν πολύ θυμωμένος πλην απόλυτος και καυστικός καθώς εξέθετε την άποψή του –δεν θυμάμαι πια την αφορμή που την πυροδότησε- .

«Έλα τώρα» του απάντησε κάποιος επιβάτης «πήγαινε στο καλό και καλές γιορτές, ηρέμησε».

Ο Hook τότε, ήδη με το ένα πόδι στη σκάλα μετέωρο πριν αποβιβαστεί στη στάση,  γύρισε το κεφάλι του απότομα και αντέτεινε με ένα ύφος που δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν να του είχαν βρίσει ό,τι πιο ιερό διέθετε.

«Και ποιος σου είπε εσένα ότι έχω γιορτές;». «Δικές σου είναι οι γιορτές. Και δεν με κάλεσες ποτέ στο τραπέζι σου, και δεν με σκέφτηκες ποτέ στο υπόγειο που ζω, ούτε το χειμώνα πούχεις θέρμανση, ούτε το καλοκαίρι με τις σαραντάρες που εσύ απολαμβάνεις τη δροσιά του αιρ κοντίσιον. Να μην μου πεις ποτέ ξανά ούτε καλές  γιορτές ούτε να μην θυμώνω! Και δεν γιορτάζω και θυμώνω! Με κατάλαβες;»

Όλοι οι επιβάτες είχαμε απομείνει σιωπηλοί, κανείς δεν απάντησε, μόνο ο οδηγός περίμενε, αντιλαμβανόμενος μάλλον κι αυτός απ΄το τιμόνι του ότι  τα πράματα είχαν σοβαρέψει. Το συνήθως βιαστικό όχημα παρέμεινε στη στάση για όση ώρα ο Hook κοίταζε προς τους επιβάτες με θάρρος και απογοήτευση μαζί. Ήξερε πως δεν θα έπαιρνε καμιάν απάντηση, όπως και δεν πήρε. Ένοχη σιωπή ενός λεπτού κι ύστερα η διαδρομή συνεχίστηκε κανονικά.

Όλα αυτά τα θυμάμαι κάθε φορά που γιορτάζουμε γιορτές στο όνομα ανθρώπων και θεών που θα μας έλεγαν αντίστοιχα λόγια αν ήτανε εδώ.  Όπως το έτος Καβάφη.

Δημοσίευση στο Bibliotheque

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2013

kavafis

Από το BIBLIOTHEQUE πάντα τεθλασμένη βιβλιοθήκη (θα τον βρει τον καινούργιο δρόμο κι ας μην είναι ο συντομότερος, το όνομά της αυτό δείχνει).

“έχουμε ανάγκη το ξεφάντωμα”

Με υπότιτλο : Τους κατακτήσαμε τους ξένους, πολιτιστικά, που είμαστε κι ανώτεροι

Διαβάζω και ακούω. Και δεν νιώθω.
Πώς είναι δυνατόν να θέλεις ντε και καλά να ξεφαντώνεις την ώρα που –υποτίθεται- πενθείς τους αυτόχειρες αυτής της κοινωνίας;
Πώς είναι δυνατόν να μην θλίβεσαι για τους ανθρώπους που «θέλουν να τα κάψουν όλα»;

Δεν θλίβεσαι που η κανονική τους θέση θάταν η δημιουργικότητα, η φαντασία, η καινοτομία;
Πώς είναι δυνατόν να αναπολείς την εποχή που η Απόκρια –και όποια άλλη αφορμή- ήταν το απόλυτο κιτσαριό, κάτι μεγάφωνα που εξέπεμπαν από σάμπα μέχρι δημοτικά, τουρλού-τουρλού;
Που το πλαστικό ρόπαλο ήταν έκφραση του χιούμορ;
Τη λατρεύω, την λάτρευα, την Απόκρια όταν μου έδινε την ευκαιρία να φορέσω κουρέλια και μάσκα και να γελάσω για να μην κλαίω. Την λάτρεψα όταν φόραγα ξένα ρούχα για να περιγελάσω αυτό που δεν μπορούσα να αντιπαλέψω, τους «μεγάλους», τους σοβαροφανείς, τους τάχα. Έμπαινα για λίγο στο κοστούμι τους και όταν ξαναφόραγα την καθημερινότητά μου ήμουνα μία σταλιά πιο πολύ ο εαυτός μου. Ήξερα κάτι από την συμπεριφορά τους, από «μέσα τους», δοκίμαζα κι επέλεγα.

Κι επειδή έχω επιλέξει πια δεν μου χρειάζεται να «ξεφαντώνω» με μασκαριλίκια τέτοια.
Είτε έγινα είτε δεν απόγινα κάτι από αυτό που κορόϊδευα και απευχόμουν και αντιπάλευα –διίστανται οι απόψεις γι΄ αυτή μου τη θέση πια αφού γινήκαμε ούλοι ένα, οι ξένοι, οι χτεσινοί «κακοί», οι κουτόφραγκοι, δεν έχω ιδέα πια ποια είμαι και με ποιον-.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έχω ανάγκη την Απόκρια, ούτε το ξεφάντωμα, ούτε τη μέθη  του Διόνυσου για να φοράω κάθε μέρα ό,τι ρούχα θέλω. Αφού δεν παίζω ρόλο (και δεν με λαμβάνουνε υπόψη). Ψύχραιμα ζω, κι αυτό είναι ξεφάντωμα. Και μόνο χωρίς τέτοιο πάθος μπορώ να μην φοβάμαι. Σαν ξένη στο ανεγκέφαλο ξεφάντωμα, πάντα.

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια,
όλα τα χρήματά μου τάφαγε·
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νεός και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις.)
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτηβλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα οφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους —
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλοθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1930)