Ο Μίκης και το σούσι

Και ξεκινάς για μία παραλία Κυκλαδίτικη αναζητώντας την ηφαιστειακή άμμο τη μαύρη και χρυσή και το πρασινογάλαζο εκείνο που είχες ήδη φανταστεί πριν να το φτάσεις. Και φτάνεις, εκεί, και είναι το τοπίο ανοιχτό πέρα για πέρα, περνάει και ένα μπλε καΐκι με μπλε πανί, και λες δεν ονειρεύομαι, ζω αυτό που από παιδί ακόμα ονειρεύτηκα: Κυκλάδες, και δεν ξέρεις γιατί σου έρχονται οι στίχοι του Ελύτη μες το στόμα κι αν πρώτα ερωτεύτηκες τους στίχους ή τη μουσική εκείνη ή αν ήτανε η μουσική που τους έφερνε, ή οι γωνιές που γίνονταν στο φως αόρατες καθώς δεν σταματούσε ο ασβέστης σε κεραμίδια και σκεπές αλλά με μια καμπύλη που φωτιζότανε απλά αλλιώς.

Που δεν μπορείς να περιγράψεις, μπορέσαν άλλοι, και το λες.

Μ΄αυτές τις σκέψεις και τα ερωτήματα εάν αγάπησες το κάτι που υπήρξε ή το κάτι που το δόξασαν οι καλλιτέχνες, εικαστικοί και ποιητές και μουσικοί και φωτογράφοι, πηγαίνεις για να βρεις και μια σκιά και ένα κάθισμα, το μπουκαλάκι το νερό. Το μπουκαλάκι το νερό; Εδώ αρχίζει η γκρίνια. Όταν η τιμή αυτή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα, εδώ η ποίηση στομώνεται κι αρχινάει η δίψα και η γκρίνια. Όχι γιατί δεν διαθέτεις κάποια παραπάνω σεντς για το νερό αλλά γιατί βρωμάει η ιστορία από μακριά.

Και κάνοντας close down αρχίζουν οι διαπιστώσεις. Οι ομπρέλες είναι ρεζερβέ. Για ποιόν; Για κάποιον που δεν εμφανίζεται καμία από τις τρεις ώρες τις μεσημεριανές που είμαι εκεί. Για κάποιον ένοικο του άνωθεν «τάχα» και χλιδάτου ξενοδοχείου. Για κάποιον που δεν έκανε χιλιόμετρα για νάρθει, για κάποιον που δεν μπαίνει σε δημόσιες συγκοινωνίες, για κάποιον που δεν συμμερίζεται την αγωνία του πτωχού λουόμενου και που απαιτεί με τα παχυλά του πουρμπουάρ να διατηρεί τη θέση πρώτο τραπέζι πίστα στη παραλία να τον περιμένει αχρησιμοποίητο ενώ ο άλλος ψήνεται στον ήλιο.

Κι εκεί που έχεις πάψει πια να σκέφτεσαι γιατί ψήνεσαι και έχεις βγάλει και το εσωτερικό σου περισκόπιο που προσπαθεί να εντοπίσει μια θέση όχι στον ήλιο αλλά στη σκιά, νάτη πετιέται αποξαρχής η Ρωμιοσύνη.

Ένα παιδάκι 8χρονο, 10χρονο, ρωτάει τη μαμά: «Το δικό μου σούσι δεν ήταν καλύτερο από του Γιωργάκη;»

Και η μαμά, ω του θαύματος απαντά «ναι, και είχε και απίθανες γαρίδες»

Το βράδυ αναμεταδίδεται στη τιβι μια συναυλία του Μίκη. «Αυτός που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά». Και στη ειδήσεις, η παλιά καινούργια εθνική μας Αντουανέτα, νάτη πετιέται κι αυτή και παίρνει το τιμόνι για να γιορτάσουμε την «επανάσταση»!

Συγνώμη Μίκη, αλλά φαντάστηκες κι εσύ έναν λαό ήρωα, σαν το μπλε καΐκι με το μπλε πανί μου. Μόνο που αυτό εγώ το είδα με τα μάτια μου, ενώ ο Έλληνας που δυστυχώς θα γίνει κάποτε αυτό που ήταν παλιά, αναρωτιέμαι αν υπήρξε.

Κι αν οι γαρίδες με το σούσι ταιριάζουν με τις πιέτες φουστανέλας ή μήπως με soleil.

Advertisements