Σκουπίδια. Σακούλες σκουπιδιών.

 

Πραγματικά δεν θυμάμαι πόσες φορές έγραψα και εν συνεχεία πέταξα (ηλεκτρονικά) τις σκέψεις μου για τα σκουπίδια. Πρώτα απ΄ όλα, έχω την «τύχη» να περιστοιχίζομαι από κάδους, δύο από τη μια μεριά του σπιτιού και δύο από την άλλη. Ευκολία στην καθημερινότητα, δυστυχία στην απεργία, καθώς ξέχειλοι υψώνουν τα φορτία τους απειλώντας το μικρό μου μπαλκονάκι με την εγγύτητα της ανάλογης σκηνής του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας.

Δεύτερον, και εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι κάδοι αποτελούν στρατηγικό στόχο των ρακοσυλλεκτών της περιοχής που με έχουν οδηγήσει σε παρατηρήσεις: ένας γκριζομάλλης και μεσόκοπος, ανοίγει καθημερινά τον μπλε της ανακύκλωσης, ψαρεύει τα οικονομικά ένθετα -που διακρίνονται από το ροζ τους χρώμα- ανάβει τσιγαράκι, διαβάζει και στη συνέχεια κάνει τη σχετική διαλογή: χαρτόκουτες, παλιά περιοδικά μπαίνουν με τη σειρά και με επιμέλεια στην μεγάλη shopping bag του και φεύγει για τον επόμενο σταθμό.

Σημειώστε ότι ο άστεγος και αποσυνάγωγος αυτός της κοινωνίας, είτε από σύμπτωση είτε από κάποια πολύ πρακτική ανάγκη, ενημερώνεται για τα οικονομικά -δωρεάν- αλλά και φέρει τσάντα πολλαπλών χρήσεων, σε αντίθεση με τους συμπολίτες της γειτονιάς μου που εναποθέτουν στα σκουπίδια ένα πλήθος από αντικείμενα που δεν έχουν κλείσει τον κύκλο της ζωής και της χρήσης τους, περιττό να τα απαριθμήσω.

Το πιο μεγάλο «πάρτυ» δε των κάδων συντελείται όταν από τα φαινόμενα -παπούτσια, παλιές κουβέρτες, χύδην συσκευασίες από καλλυντικά και φάρμακα και πολλά ρούχα- στη περίπτωση θανάτου. Όπου προφανώς οι κληρονόμοι -ή οι παλαιοπώλες που επιτελούν το σχετικό «καθαρισμό» – αδειάζουν όπως όπως τα ενδιαιτήματα όπου πριν λίγο ξεψύχησε πλαισιωμένος από τα παλιά του ρούχα και από τα σύγχρονα φάρμακα ο παππούς ή η γιαγιά της απέναντι πόρτας…

Δεν θα επιμείνω άλλο στις σκουπιδοπεριγραφές. Πιστεύω ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται μια κοινωνία τα άχρηστα, ή μάλλον τα χρησιμοποιημένα της είναι ενδεικτικός:

Τα σκουπίδια του Έλληνα είναι πολλά, πάρα πολλά και ανάκατα. Εκτός που δεν ανακυκλώνει και εκτός που ακυρώνει και την προσπάθεια εκείνων που το πράττουν, καπακώνοντας το μπλε κάδο με τα οργανικά

-πετάει ολόκληρες σακούλες από το μπαλκόνι

-δεν δένει τις σακούλες

-η θέα του γεμάτου κάδου του είναι αδιάφορη. Θεωρεί το πεζοδρόμιο προέκταση.

– θεωρεί «άχρηστο» αυτό που παρέχεται «δωρεάν»

Για να κλείσω με το διπλανό αλλά όχι υποδεέστερο θέμα που είναι η φοβερή πλαστική σακούλα: χρόνια ωρύομαι στους μανάβηδες που χαραμίζουν καμιά φορά και χάρτινη και πλαστική και λαστιχάκι για ένα μάτσο μαϊντανό ή για δυο μπανάνες… Κάποτε δε, που αποτόλμησα να επιστρέψω τις πλαστικές για επανάχρηση οι συμπαθείς έμποροι της λαικής με ρωτούσαν «μα γιατί;» κοιτώντας με το μάτι της συμπόνιας για τη λόξα μου…

Ένας δε από όλους -ο πιο πολιτικοποιημένος- προσπάθησε να με πείσει με όρους «Αμαζονίου», του τύπου «με τόση μέγα ρύπανση των βιομηχανιών, τι να σου κάνει μια σακουλίτσα παραπάνω!»

Τα σκουπίδια θα μαζευτούν κάποτε, θέλω να πω, αλλά αν δεν μας φάει η χολέρα, στο μέλλον θα μας «φάει» στα σίγουρα το πρόστιμο της ΕΕ για την κακή διαχείριση των σκουπιδιών και κάποτε θα χρειαστεί με κάποιο «μνημόνιο» για τη προστασία των νερών και του αέρα αυτού του κόσμου

-να μην μας δίνουν σακούλες τζάμπα στα σούπερ μάρκετ
-να μην μπορούμε να πετάμε στους κάδους και στο πεζοδρόμιο ανεξέλεγκτες ποσότητες σκουπιδιών ανά νοικοκυριό
-να είναι υποχρεωτική η ανακύκλωση
-να περνάει ο σκουπιδιάρης 2-3 φορές τη βδομάδα και ανάλογα να κατεβάζουμε τα σκουπίδια λίγο πριν τις καθορισμένες ώρες

Μέχρι τότε, enjoy!!! τη ρωμέϊκη ελευθερία όσο την έχουμε γιατί θα την αποθυμήσουμε….

 

Advertisements

ΚΑΣΣΕΛ – ΑΓ. ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

 

 

Αχ, πόσο μου λείπει ο Μποστ… να απεικόνιζε με τα έμμετρα λόγια του και το μαγικό πενάκι του σε ΜΙΑ σελίδα όλη την παράνοια  που ζούμε! Γιατί αν δεν είναι κανείς ορκισμένος, οπαδός ή τσιράκι, όποιος βλέπει και ακούει και με το δεξί και με το αριστερό μάτι και αυτί, δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τις μεγάλες αντιθέσεις που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία. Και δεν εννοώ στους μισθούς και στις συντάξεις αφού τα φαινόμενα που απορρέουν από τα νούμερα με ενδιαφέρουν κι όχι τα ίδια τα νούμερα. Με αυτά ασχολούνται μέσα στα έγκατα του Χίλτον οι Τσακαλώτοι ενώ στα έγκατα των κομματικών γραφείων, αυτοί που προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε παιάνες ή φόβητρα για τους ανυποψίαστους ψηφοφόρους, πρώην ή επόμενους, ανάλογα της περίστασης.

Από τη μια, ακούσαμε λοιπόν για την πομπή αλόγων τύπου πόνι με απώτερο τάχα σκοπό να αναπαρασταθεί  η ζωοφόρος του Παρθενώνα της περίφημης Ντοκουμέντα(ς)… Και πολύ θάθελα να δω την αντίδραση της Παλλάδας Αθηνάς βλέποντας τους Κασσελιώτες να διασχίζουν έφιπποι την Αεροπαγίτου καθ΄οδόν προς Γερμανία. Θάθελα να καταλάβω τι   κρύβεται πίσω από το μπογιάτισμα προβάτων σε γαλανόλευκους χρωματισμούς υπό Αφρικανού κονσεψουαλιστού ή το σκέπασμα της πλατείας Ομονοίας με λινάτσα. Που όταν την πρωτοαντίκρισα φαντάστηκα η αδαής ότι κάποιος είχε τη φαεινή να προσφέρει στους παροικούντες μετανάστες ευκολία και άνεση και για σκιά εκτός από το παροιμιώδες «λιάσιμο» τους.

Θάθελα νάταν εδώ ο σκιτσογράφος, στο πλαινό μου κάθισμα αυτοκινήτου όταν σε μια διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας προς το Τατόϊ, με τον ευσεβή πόθο να πάρουμε λίγο πρωτομαγιάτικο αέρα, μποτιλιαριστήκαμε σε μιαν άλλη πομπή ακινητοποιημένων οχημάτων που είχαν προφανώς τον ίδιο σκοπό. Η βασιλεία μπορεί να καταργήθηκε στη χώρα μας, αλλά τα πρώην βασιλικά «κτήματα» αποτελούν δημοφιλή προορισμό. Αφού διαπίστωσα ότι έχουν ξεφυτρώσει μες το δάσος δεκάδες, μην πω εκατοντάδες «κτήματα» για “events”,  γάμους και βαφτίσεις με βασιλική εσάνς, υποψιάζομαι.  Παρομοίως, ο εμβληματικός Λεωνίδας (ταβέρνα) της περιοχής έχει περιβληθεί, προφανώς εναρμονιζόμενος στο μεγαλουσιάνικο πνεύμα της περιοχής με κίονες, αετώματα και άλλα νεοαποικιακού στυλ αρχιτεκτονικά στοιχεία καθώς και ατελείωτα πάρκιν ολόγυρα για τα οχήματα –ή μήπως και τα (παρ)άλογα των πελατών;-

Από την άλλη, μέσα στα δεκάδες ριάλιτι επίδοξοι «αστέρες» της τιβι, βλέπε ανώνυμοι και σταχυολογημένοι από το κοινό της τηλεόρασης, διαγωνίζονται: ποιος τραγουδάει και ποιος χοροπηδάει καλύτερα, ποιος τηγανίζει και ποιος «στήνει» καλύτερα το πιάτο για να το σερβίρει, ποια άμοιρη κοπελίτσα διαλέγει τα καταλληλότερα ρούχα για τη Χ ή Ψ περίσταση και βεβαίως και ποιος επιβιώνει στον Άγιο Δομίνικο, μεγάλη η χάρη του.

Ο περίφημος τηλεοπτικός Survivor μαζεύει γύρω από την εστία της οθόνης την ελληνική οικογένεια που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τους παίκτες να υποδύονται τους άστεγους, τους άπορους, τους πρωτόγονους. Να εξαργυρώνουν –προφανώς- τις ώρες που έχουν σπαταλήσει σε γυμναστήρια προκειμένου να χτίσουν το κατάλληλο σώμα και τις αντοχές –κάτι που μυρίζει fitnessomania, αλλά δεν θα το κάνω θέμα- που απαιτούνται για να παραστήσεις –και να ανταποκριθείς στο ρόλο του άμοιρου μες το τροπικό νησί.

Αυτή είναι η πλήρης παράνοια της σημερινής κοινωνίας, ημέρα Πρωτομαγιάς, οι αφίσες του ΠΑΜΕ καλούσαν «όλους» να «βγουν στους δρόμους». Και βγήκαν, με τα αυτοκίνητά τους να προϋπαντήσουν το Μάη στις βασιλικές εξοχές –καλά, είδαμε και κάτι μαδημένες διαδηλώσεις στο κέντρο- με αποτέλεσμα το μποτιλιάρισμα και τις ατέλειωτες πομπές  αυτοκινήτων  κατά μήκος ενός οδοστρώματος που έφερε στα πλάγια του συγχρόνως ΚΑΙ πρόβατα αλλά ΚΑΙ τα «κτήματα κουφέτα», την κατάκτηση του νεοέλληνα, μάλλον της νεοελληνίδας και της μαμάς ή της πεθεράς της να την καμαρώσει με δόξα, τιμή και φτώχια να κόβει τούρτες πολυόροφες και να γίνεται «βασίλισσα» τάχα στη ζωή κάποιου ταλαίπωρου γαμπρού.

Άντε, και στα δικά σας, όπου κι αν ανήκετε…

ανοιξιάτικο κούρεμα

Μόνιμη πια και σταθερή η αμφιθυμία των ημερών. Και εννοώ του Πάσχα, της άνοιξης και των συμπαρομαρτούντων εθίμων που ίσως και να είναι μια σχεδόν βιολογική ανάγκη για αναγέννηση.

Φέτος η υπηρεσία πρασίνου, όπως είδα ότι ονομάζεται ,κούρεψε αποφασιστικά τα δέντρα έξω από τα παράθυρά μου με αποτέλεσμα να γεμίσει το σπίτι απρόσμενα και μόνιμα με ήλιο, περισσότερο ήλιο και ορατότητα.

Κάπως έτσι ξεκαθαρίζει και φωτίζεται απότομα το τοπίο από μιαν αλλαγή απότομη, οριστική και αμφιθυμική στο αποτέλεσμα: περισσότερο φως, λιγότερο πράσινο. Έτσι και φέτος ένα γεγονός, προσωπικό, απότομο κι οριστικό, με κάνει να αλλάζω οπτική και η αλήθεια –ακόμα μια φορά το ένα κομματάκι της- εμφανίζεται πίσω από τα κουρεμένα δέντρα: στον πόνο όπως και στο στόχο ο κάθε άνθρωπος είναι μόνος. Είτε τον λούζεται είτε τον επιτυγχάνει, κανείς δεν τον μοιράζεται.

Έτσι κι ο άλλος καθώς λέγεται τελεύτησε πάνω στο σταυρό πονώντας αλλά και έτσι γύρισε θριαμβικά στο πατρικό του. Τον καλωσόρισε ο πατέρας ενώ δυο γυναίκες έκλαιγαν απαρηγόρητες στη γη, γι αυτές δεν είχε θέση εκεί, στο θρίαμβο… στην ιστορία, μόνο. Δεν με συγκινεί κανένας απολύτως ηρωισμός, θέλω να πω. Αφού είναι η ζωή σκληρή έτσι κι αλλιώς, υπάρχει λόγος να αναζητάται ο πόνος -και να λατρεύεται- επιμόνως;

Με ήλιο και με σκιά, με δέντρα φουντωμένα ή κουρεμένα, ο πόνος δεν αλλάζει. Γιατί ό,τι έχεις κι είναι λειψό και ανικανοποίητο, για ό,τι έσπασε και δεν ξανακολλάει, για τα χιλιάδες ψέματα που αναμασάει η κάθε εξουσία για να παραμένει εκεί, στη θέση της.

Κάποιες γυναίκες –όσο κι αν τον φεμινισμό απεχθάνομαι- κάποιες γυναίκες πάντα και απαρηγόρητα θα κλαίνε όταν ο άντρας του σπιτιού για κάποιο λόγο φεύγει. Αλλά είναι και το Πάσχα που δημιουργεί μία ψευδαίσθηση: γυρίζει για να φύγει πάλι, οριστικά. Και να σκορπίσει πόνο.

Σε μια θρησκεία που δεν έχει ίχνος χιούμορ και που οι ενοχές περισσεύουν δεν μπορώ να συμπαραταχθώ μαζί σας αλλά σας εύχομαι «Καλές Γιορτές».

 

 

The city rat ταξιδεύει με το ΚΤΕΛ

apollo2

Δεν έχει νόημα η εξοχή αν δεν ταξιδέψεις με το ΚΤΕΛ για «παραλίες». Το σκηνικό γνωστό αλλά πάντα τόσο αναπάντεχο, τόσο ζωογόνο.

Κανένας από τους βορειουευρωπαίους συνταξιούχους με τη μπύρα, την αναψοκοκκινισμένη μύτη και το βιβλίο-τούβλο δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει αυτό το «μεγαλείο» των νησιώτικων ΚΤΕΛ. Το πώς μέσα σε ένα όχημα σούπερ υπερφορτωμένο με όρθιους παίζει και Πάριο στη διαπασών, πώς από κάποιο ασύρματο κέντρο εκπέμπει καληνύχτες κάποια γυναικεία φωνή στο τελευταίο δρομολόγιο στον νταλκαδιάρη νεαρό οδηγό. Που σταματάει απρόσμενα κάπου στη μέση του πουθενά και λέει «δώσε και σε μένα μία» -αφίσα εννοεί, για την αυριανή παράσταση γνωστού ντι τζέϊ – και την κολλάει στο παρ μπρίζ με περίσσιο καμάρι ανίδεος, ανυποψίαστος –και ευτυχώς- για τους κανόνες του σύγχρονου μάρκετιν..

Κανένας Βρετανός δεν θα καταλάβει παρά δια της νοηματικής το «Μαντάμ, τίκετς γκόου» πώς γίνεται δηλαδή να σταματάει το λεωφορείο και να στέλνει τους αμελείς επιβάτες στο παρακείμενο ψιλικατζίδικο  για να πάρουν  εισιτήριο στη μέση της διαδρομής καθώς και τη φοβερή του «ακύρωση» αμέσως μετά με σκίσιμο στα δύο…

Κανείς απ΄τους συνδαιτημόνες μου στο πρωινό του ξενοδοχείου δεν θα καταλάβει πλήρως ότι ο «οτέλ μάνατζερ» δεν μου κάνει χειραψία γιατί κατά πως λέει «τώρα μόλις ήρθα από τις κατσίκες». Αλλά και ευτυχώς δεν θα καταλάβει και τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό όπου αυτοδιαφημίζεται κάποιος υποψήφιος με το ακαταμάχητο επιχείρημα «Με ευρώ ή με εθνικό νόμισμα οι κατσίκες μας θα κατεβάζουν γάλα». Μπορεί και να κλάνουν και ταραμά, λέω εγώ;

Καμιά φορά μιλάνε μια διάλεκτο αλλά και μια γλώσσα Ελληνική μεν, ακατανόητη ακόμα και για μένα δε, οι οδηγοί του ΚΤΕΛ. Ανταλλάσουν κουτσομπολιά με τους ντόπιους επιβάτες, διαδίδουν ειδήσεις, παραποιούν σπαρταριστά ονόματα ξενικά, προσπαθούν να είναι φιλόξενοι και είναι, μετράνε κεφάλια, στέλνουν μηνύματα, μαζεύουν τους λογής λογής  ημιμεθισμένους τουρίστες, φλερτάρουν τα κορίτσια με τα σορτς, τα δικά τους κορίτσια, τα ντόπια, από το ύψος του βολάν και του ανοιχτού καλοκαιριού που έσβησε φέτος απαλά με εκλογές μαζί και θάλασσα.

17/09/15
δημοσιεύεται στο http://anemologio.tumblr.com/post/157054022288/the-city-rat-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Ημερολόγιο απουσίας

Επανέρχομαι εδώ, μετά από σχεδόν έναν χρόνο απουσίας για λόγους πέρα από τη θέλησή μου. Τι έγινε στο μεταξύ; Τι συνέβη; Τι πέρασε ασχολίαστο; Μα είναι εποχή που μένει κάτι ασχολίαστο, ή που περιμένει τέλος πάντων από μένα; Η απάντηση είναι όχι διπλό. Παρατηρώντας και διαβάζοντας περισσότερο από γράφοντας όλο το διάστημα αυτό όπου και η συγκέντρωση σε ένα θέμα αλλά και η προτεραιότητα άλλων θεμάτων με οδήγησαν, έβγαλα τα συμπεράσματά μου.

Τουτέστιν, μου χρειάζεται και η βλακεία, η αποβλάκωση με θέματα ανώδυνα, μακριά από τη πολιτική επικαιρότητα και η οικονομική πραγματικότητα, συνακόλουθα η ανάλυσή τους και η εξαγωγή συμπερασμάτων.

Δηλώνω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα –πια-. Καμία βεβαιότητα, καμία απόλυτη διαπίστωση. Δηλώνω ότι θέλω χωρίς σκιές και ενοχές να απολαμβάνω ό,τι μου χαρίζει η ζωή. Το γεγονός ότι ζω και κινούμαι, ότι απολαμβάνω τη δυτικού τύπου ελευθερία που δεν αλλάζω με τίποτα. Το γεγονός πως ό,τι έχω κερδίσει σε ετούτη τη ζωή δεν το χρωστάω σε κανέναν από δαύτους που αν βρεθούν ποτέ στη θέση που είμαι τώρα θα κοιτάξουν να αναρριχηθούν κάπου πιο «ψηλά» και μπορεί και να με πετάξουν από την ανεμόσκαλα με μια κλωτσιά. Είναι οι τύποι που δεν ζουν χωρίς εχθρούς, χωρίς «βαρβάρους» -μάλιστα παλιέ μου Κωσνταντίνε-. Εκείνοι που δεν ζουν χωρίς εχθρούς, αυτούς μονάχα απεχθάνομαι.

Αντίθετα η θεία (η θεϊκή) Αγγελάκη Ρουκ ευγνωμονεί τον καθρέφτη που της επιτρέπει να μισεί την ίδια την εικόνα της, και την λατρεύω για την αυτογνωσία και τη λεβεντιά της.

Έτσι λοιπόν ξανά προσδιορίζω τον πυρήνα μέσα από τα λόγια ποιητών κι ας παραμένει η δική μου η παραγωγή εκεί που έμεινε εδώ και ένα χρόνο, στο συρτάρι. Να κι ένα «πράμα» που δεν φορολογείται, ούτε και κοστολογείται –γιατί έτσι το θέλησα- είμαι και γι αυτό το γεγονός χαρούμενη (όχι ευτυχισμένη).

Θα επανέλθω σύντομα, ελπίζω και με τα δυο μου χέρια…

Ο Παλιατζής

 

paliatzis

 

Παμπόνηρος ο παλιατζής. «Ποδήλατα παλιά, παλιά καλοριφέρ, παλιά σώματα, παλιά κρεβάτια και παλιά βαρέλια». Οικονομολόγος ο παλιατζής, αφού αναζητάει scrap. Και οικολόγος, βέβαια.

Κι εγώ η οικο-λο-γρια, αναρωτιέμαι, ενώπιον μίας ακόμα μετακόμισης, τι μπορώ να του πουλήσω. Σκέφτομαι τις δύο παλιές πολυθρόνες αλλά πάλι «όχι». Τις είχε αγοράσει η μάνα μου για να το παίζει πως έχει βαθιές ρίζες στο –αριστοκρατικό- παρελθόν του πατέρα μου που δεν το έζησαν μαζί. Άσε που δεν θα πιάσουν μία και άδικα θα βάλω τον τσιγγάνο στο σπίτι μου που θα κοιτάει λαίμαργα και θα μου πει «κυρία, ασημικά, χρυσαφικά, δεν έχεις;»

«Όχι», θα τούλεγα, τάδωσα από χρόνια, τότε που πίστεψα πρώτη φορά ότι δεν έχει νόημα να φοράς δαχτυλίδια που να σε δένουν, τότε που άρχισαν να φυτρώνουν πέτρες στα δάχτυλά μου από μόνες τους. «Πίνακες; Χαλιά;» επιμένει ο παλιατζής (και η φωνή μέσα μου που λέει «se debarasser»). «Γιατί στα Γαλλικά μανδάμ;» Γιατί έτσι. Γιατί θέλω νάχω πάντα μια εναλλακτική γλώσσα. Όχι «εναλλακτική»∙ αναπληρωματική, πάγκο, καβάντζα, πώς να το πω;

Ευτυχώς που τα ντουβάρια θα μείνουν εδώ, σκέφτομαι, για σκέψου νάμουνα χελώνα και να κουβαλάω και το σπίτι στις μετακομίσεις… Μήπως… μου γεννιέται η ιδέα, μήπως να πω στον παλιατζή να γίνει μάγος του Οζ και να μου πάρει από πάνω μου το σπίτι και από κει και πέρα να αφήσω τον άνεμο να κάνει τα υπόλοιπα; Να πάρει ό,τι παίρνεται και να μείνουν πάλι τα μεταλλικά, τα παλιά σώματα, και το μέταλλο της φωνής;

«Άντε στο καλό κυρά μου», φαντάζομαι τον παλιατζή να απαντάει, «παλαβή θάναι» ενώ με την άκρη του ματιού του ζαχαρώνει τα φερ-φορζέ της βεράντας. «Αφού στο επόμενο σπίτι δεν θα έχεις βεράντα; Γιατί δεν τα στέλνεις;»

Γιατί το σίδερο και το ποιώ ακούγονται το ίδιο- στα Γαλλικά- «φερ». Είναι scrap, όπου κι αν πας τα λιώνεις και τα ξαναστήνεις.

Αθήνα, 18.08.11

 

Δημοσιεύεται στο fractal

Μια βραδιά και “εμ καταραμένα”

Βρέθηκα πολλές φορές σε παρουσιάσεις τα τελευταία χρόνια. Σχετικά με τη λογοτεχνία, στη συντριπτική πλειοψηφία τους. Σε μία απ΄αυτές , όπου οι τρεις υπό συζήτηση συγγραφείς ήταν απόντες –από το ζωή- συντόνιζε μια έμπειρη δημοσιογράφος. Οι εισηγήσεις έγιναν από κάποιους που είχαν άμεσα ή έμμεσα έρθει σε επαφή με τους συγγραφείς και με το έργο, εμπλουτισμένη με αναγνώσεις και βίντεο προβολές σχετικές,

Έγιναν οι συσχετισμοί μεταξύ των συγγραφέων με βάση ένα κοινό θέμα, αφού παρουσιάστηκαν με τρόπο εναργή, σαφή και βεβαίως υποκειμενικό –γιατί πώς αλλιώς μπορείς να μιλήσεις για λογοτεχνία;- οι πληροφορίες. Οι αναγνώσεις και οι προβολές φώτισαν παραπάνω και η δημοσιογράφος συντόνιζε την κουβέντα. Ο λόγος περνούσε ομαλά από τον έναν στον άλλον, φυσικά. Αν δεν με απατάει η μνήμη μου κανείς από τους ομιλητές δεν διάβασε χαρτιά αφού είχαν καλή γνώση του θέματος. Ο λόγος τους μου θύμισε καλούς δασκάλους, από κείνους που σου παρουσιάζουν αυτό που ίσως ήδη ξέρεις, πιο εμπεριστατωμένα, αποφεύγοντας τα σχήματα λόγου, τους τεχνικούς όρους και τους νεολογισμούς. Και το κλίμα –μου θύμιζε- την ευτυχή συγκυρία που κάποιος σε καφενείο, σου διηγείται πράγματα που έζησε ή διάβασε, χαλαρά.

Υπήρξε όμως και χρόνος για ευρύτερη κουβέντα, αλλά αφού κανείς δεν έβαλε μια ερώτηση κλειστή (απ΄ αυτές που δεν έχουν απάντηση εκτός από κείνην που προσδοκά να ακούσει ο ερωτών) και μάλιστα με πόζα, κανείς δεν προσπάθησε να προβάλει ένα «παράπονο» ή μια οργισμένη αντίδραση. Με εξαίρεση κάποιον που ήταν φανερό ότι «είδε φως και μπήκε» στην αίθουσα. Η (μη)ερώτηση που υπέβαλε δεν σήκωνε και πολλή κουβέντα, ή για να το θέσω αλλιώς, ο άνθρωπος μας είπε τον πόνο του. Κι αν οι παρουσιαζόμενοι συγγραφείς δεν ήταν οι Α, Β και Γ, αλλά οι Χ, Ψ και Ω, πάλι την ίδια ερώτηση να έβαζε.

Για τους «απόντες» συγγραφείς, που μάλιστα τυχαίνει να είναι κι από κείνους που ο βίος τους προκάλεσε πολλά ερωτηματικά, μου έκανε θετική εντύπωση ότι κανείς δεν στάθηκε σ΄ αυτές τις φήμες αφού το έργο που άφησαν πίσω τους είχε –έχει- πιο πολύ ενδιαφέρον. Ο χρόνος που παρήλθε είχε κάνει κάνει καλή δουλειά. Είχε βάλει ανάμεσα σ΄αυτούς και στους άλλους, τους παρόντες, απόσταση, σωστό ζύγισμα των έργων τους και τις ανάλογες επιδράσεις στη ζωή των αναγνωστών. Κι όταν ένας συγγραφέας σου αλλάζει τη ζωή και τη ροή της, αυτό σημαίνει κάτι. Ειπώθηκε κι αυτό το βιωματικό από έναν ομιλητή, ότι η ανάγνωση είχε αλλάξει τη ζωή του.

Θα δώσω λοιπόν, μερικές εξηγήσεις για την επιτυχία αυτής της βραδιάς που κι εμένα κάτι μου άλλαξε, αφού την επόμενη κιόλας ανακάλυψα καινούργιους αναγνωστικούς ορίζοντες, συζήτησα σχετικά και προσέγγισα ανθρώπους εν ζωή με βάση το θέμα που άκουσα.

Απόντων των συγγραφέων, και χωρίς την παράπλευρη προσδοκία να πωληθούν καφέδες, ποτά και βιβλία, η παρουσίαση δεν είχε σκοπό διαφημιστικό αλλά πληροφοριακό, εκτός της ανταλλαγής και του διαλόγου. Παρόλα αυτά, η καλή πλευρά του «καφενείου» υπήρξε…

Οι ομιλητές ήταν όλοι σε κάτι επαγγελματίες, με κάποια αυτοπεποίθηση ήδη στο τσεπάκι για το έργο τους, εξ ου και η διάθεσή τους να πληροφορήσουν τους άλλους, τόσο τους ισότιμούς τους μέσα στο κοινό, αλλά και τους πιο αδαείς για τη γνώση και την αισθητική εμπειρία από τους ανθρώπους και τα έργα τους.

Η δημοσιογράφος, που έχει την κατακτημένη εμπειρία της οικονομίας του χρόνου αλλά των ζωντανών παρουσιάσεων, ήξερε πώς να διαχειριστεί και τις κακοτοπιές που προέκυψαν και να περιορίσει την όλη κουβέντα και την εναλλαγή εικόνων και λόγου. Απόδειξη του γεγονότος αυτού ήταν ότι ανέτρεψε τη σειρά αρκετές φορές με μαεστρία και μετά από συνεννόηση με τους υπόλοιπους παρισταμένους, όπως : «Να σας το δείξω τώρα, ή μετά;»

Και το κοινό, είχε προσέλθει μάλλον για να μάθει κάτι καινούργιο, κάτι να προσθέσει στο παζλ μιας κάποιας ανάγνωσης από τους τρεις συγγραφείς. Και παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκαν διακριτικά τα παράλληλα έργα κάποιων από το κοινό που σχετίζονταν με το κεντρικό θέμα, κανείς απ΄ αυτούς δεν πήρε το λόγο για να διατυπώσει μία θέση, ψιλοάσχετη, γενική, αόριστη και μπερδεμένη απλά και μόνο γιατί άδραξε τη σπάνια ευκαιρία να βρεθεί ενώπιον κοινού.

Και αν αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο αναφέρω όλα αυτά τα προτερήματα μιας βραδιάς, θα παραθέσω ένα βιντεάκι, που με έκανε να γελάσω πάρα πολύ όταν το είδα, αλλά και να μελαγχολήσω εκάστοτε που βρισκόμουν σε μιαν άλλη βραδιά, στον αντίποδα αυτής που περιέγραψα.

το βίντεο

Ξέρω καλά ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί, το «επιχείρημα» όποιος δεν καταλαβαίνει να πάει στο γήπεδο ή στο κομμωτήριο να βρει το επίπεδό του. Σ΄αυτούς θα θυμίσω το «μαύρα κοράκια, άσπρα κοράκια», και την απέχθεια ενός μεγάλου μέρους του κοινού που κανείς (ούτε οι συγγραφείς ούτε οι εκδότες) δεν το θέλει ολιγάριθμο.

Οι εποχές της «καθαρεύουσας» κι αν παρήλθαν, ξέρουμε όλοι πια, και με τρόπο επώδυνο ότι αυτοί που «απέχουν με απέχθεια» από τη λογοτεχνία, δεν είναι απλά οι «πολλοί» και δε βαριέσαι, μπορούμε και χωρίς. Μάθαμε ότι έξω από γυάλινο κλουβί, δεν υπάρχουν μόνο οι αδιάφοροι, οι μη αναγνώστες και οι «πτωχοί τω πνεύματι» έναντι των διαβασμένων.

Αλλά ότι οι πτωχοί τω πνεύματι είναι οιονεί άγρια θηρία.

  • Calendar

    • September 2017
      M T W T F S S
      « Jul    
       123
      45678910
      11121314151617
      18192021222324
      252627282930  
  • Search