“Ρειstart stories” της Μαριάννας Λύρα, εντυπώσεις απ’ το βίντεο


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99
https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***

 

δημοσιεύεται στο ΒΑΡΕΛΑΚl

Advertisements

Σαν όνειρο το δείλι

Δεν μπορώ να πω τί θάλεγε ο ίδιος αν ζούσε, αν ήτανε εκεί, παρών. Καθώς έδυε ο ήλιος κι η μέρα επέμενε πίσω από τα μεγάλα τζάμια. Δεν ξέρω αν θα μελαγχολούσε ή αν θα γλυκαινόταν από το κλίμα αυτό. Μπορεί και τα δύο. Και πώς να το περιέγραφε άραγε; Πώς θα ακουγόταν η φωνή του γεμάτη εξ ίσου με ρυθμό και δισταγμό, τρόμο και αυτοσαρκασμό;

Πώς θα σχολίαζε τη μουσική που έντυσε το έργο του; Πώς θα αντιδρούσε στα χειροκροτήματα ενός πολυπληθούς κοινού που είχε κατέβει ως τη παραλία και στη συνέχεια είχε ανέβει στο 8ο όροφο για να ακούσει η φωνή του, τη θλιμμένη φωνή, τη τρυφερή φωνή, την αβέβαιη φωνή, την ευθύβολη φωνή του αυταποκαλούμενου «Κωστάκη» (Καρυωτάκη);

Ίσως νάταν η  θάλασσα στο βάθος, ίσως κι ο ουρανός που έσβηνε σιγά σιγά την περασμένη Κυριακή, απόγεμα προς βράδυ, αλλά νομίζω πως δεν θα μπορούσε να υπάρχει κλίμα και περιβάλλον, πιο Αττικό, πιο μελαγχολικό και πιο κατάλληλο να πλαισιώσει μια εκδήλωση, παράσταση για τον ποιητή τον Καρυωτάκη.

Και πιστεύω ότι το κοινό -ετερόκλητο, ανεπιτήδευτο κι απλό- που ίσως νάρθε για το «τζάμπα θέαμα» αλλά ίσως και από αγάπη για τον ποιητή κάτι συνέλαβε αυθεντικό, ορθό και αισθαντικό μαζί και στη σκηνοθεσία και την ερμηνεία και το πιάνο που συνόδευε.

Αφού εκεί προς το τέλος άκουγες ξεκάθαρα την κρατημένη μας ανάσα, καθώς ολόκληρο ακροατήριο βουβό αλλά με μάτια και ψυχή ορθάνοιχτα περίμενε το ξέσπασμα, την πιστολιά να ακουστεί και ο Κωστάκης να φύγει εκείνη τη βραδιά από το Φάληρο, τη θάλασσα, το «δείλι».

Info: Κώστας Καρυωτάκης

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι

Ερμηνεύουν οι Νίκος Κουρής, Εύη Σαουλίδου
Στο πιάνο, ο Διονύσης Μαλλούχος

Ένα πορτραίτο του Κώστα Καρυωτάκη, μέσα από τα ποιήματα, τα πεζά και τις επιστολές του, θα  σκιαγραφηθεί στο πλαίσιο των Παραβάσεων, του Θεατρικού Αναλογίου του ΚΠΙΣΝ. Σε σκηνοθετική επιμέλεια της Έφης Θεοδώρου, οι ηθοποιοί Νίκος Κουρής και Εύη Σαουλίδου αποκαλύπτουν την μελαγχολική φύση του ποιητή, μέσα από μια δραματουργική σύνθεση που συνδέει αποσπάσματα από όλο το φάσμα του λογοτεχνικού του έργου, ενώ ο Διονύσης Μαλλούχος τους συνοδεύει στο πιάνο.

 

 

Η Εποχή της Μουσικής

Δεν μπορώ να καταλάβω και στη συνέχεια να διατυπώσω τα «πώς» και τα «γιατί» αλλά ίσως να πάνε και χρόνια που κάποια παράσταση, “performance” να το πω και πιο Ελληνικά, και ιδιαίτερα παράσταση που νάναι και ποιητική και μουσική και εικαστική μαζί, να μου «μίλησε» κατ΄ευθείαν στην ψυχή.

Δεν ξέρω να το πω παρά περιγραφικά. Να δηλαδή: είναι κάτι εικόνες και κάτι ήχοι, κάτι λέξεις, που λειτουργούν σαν μια γροθιά στο στομάχι εκεί που είσαι ανυποψίαστος. Είναι κάτι θεάματα που πέφτει μια παγερή σχεδόν σιωπή στο ακροατήριο που μοιάζει σαν να κρατήσαμε όλοι για μια στιγμή την ανάσα μας. Σαν όλα τα μάτια να συντονίστηκαν στην ίδια ακριβώς τροχιά. Και σαν η μουσική να ξεσήκωσε ένα κύμα που μας παίρνει και μας πάει. Πού; Δεν ξέρω, κάπου πιο ψηλά από την πλατεία του θεάτρου ενώ το ίδιο κύμα μας επαναφέρει σώους, ωστόσο αλλαγμένους.

Δεν ξέρω αν η μουσική έχει παίξει και σε σας το ρόλο του μεταμορφωτή, αν έχετε νοιώσει κι εσείς σαν βγαίνετε από τη παράσταση «κάπως» και πως ό,τι κι αν πείτε θάναι τόσο μα τόσο φτωχό κι ανίκανο να περιγράψει την εντός σας μετατόπιση, της ίδιας της ψυχής σας.

Μία παράσταση με μουσική και λόγια, σαν κι αυτή, την Εποχή της Μελλισάνθης, ήταν, είναι για μένα τελικά εφάμιλλη και σε συναίσθημα και σε προσήλωση και σε δόνηση ψυχής μη αναστρέψιμη αυτό που άλλοι ονομάζουν θρησκεία. Mία στιγμή που γίνομαι ικανή να τα ξεχάσω όλα και να τα επαναφέρω, να συγχωρήσω ή να θυμώσω χωρίς επιστροφή, να λησμονήσω τους εχθρούς μου ή να λατρέψω από την αρχή εκείνους που συντήρησαν τη μουσική, τα λόγια και τη σύζευξή τους. Αυτό, μόνο αυτό και τίποτα άλλο είναι για μένα η θρησκεία. Δική μου και των διπλανών, κοινή και αποκλειστικά δική μου. Αλήθεια περιγεγραμμένη με τις άπειρες της αποχρώσεις και πολλές αλήθειες την ίδια τη στιγμή. Αυτή, η μουσική είναι το πιστεύω και το θέλω μου, αυτή είναι η κινητήρια δύναμή μου κι η ιερή εικόνα της ζωής.

Αυτή μονάχα είναι ικανή να με δονήσει αποφασιστικά καθώς οι νότες της και το αλφάβητό της καταγράφονται σαν μελωδία και σαν λόγια που στροβιλίζονται επίμονα εκεί που προηγούμενα δεν ήταν τίποτα, εκεί που εδραζόταν το κενό και η απογοήτευση από δεκάδες και εκατοντάδες παραστάσεις.

Που άμα φτάσεις και συσκέφτεσαι με τον εαυτό ή τον διπλανό σου για το «τί θα φάμε αύριο», κλάφτα Χαράλαμπε. Άμα αρχίζεις να ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κινητό και το ρολόι σου πάει να πει πως αυτή η μουσική είναι για ασανσέρ, για διαφημίσεις (κι αν, αυτό το τελευταίο). Δεν είναι τίποτα για τη ψυχή σου που διψάει ανάμεσα σε τόσους άλλους πιστούς και οπαδούς είτε θρησκειών είτε και κομμάτων ή άλλων «πιο» μοντέρνων ιδεολογιών του τύπου χορτοφάγοι και λοιπά, διψάει η ψυχή για μια θρησκεία «αληθινή», δική της, μουσική. Και λόγια να ταιριάζουν.

“Αρκαδία Χαίρε”

αρκαδια

 

Η ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή πολύ δύσκολα περιγράφεται. Μένεις με μία αίσθηση “πατρίδας” δυσεύρετη. Με την αίσθηση ότι έχεις μεγαλώσει με τον σκηνοθέτη στο ίδιο σπίτι, ή καλύτερα ότι σου παραχωρεί ένα δικό του με όλα τα αληθινά του παράθυρα ανοιχτά…

Πρέπει να την δω τουλάχιστον ακόμα μια φορά για να μπορέσω να την περιγράψω, την αίσθηση την αντίθετη της προσφυγιάς.

Ωστόσο μπορώ να προτείνω στον καθένα να τη δει.

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΟΥ ΚΟΡΤΩ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

katerina corteau

H ιστορία της μητέρας του Αύγουστου Κορτώ, έτσι όπως «την βρήκε» – και την ίδια κυριολεκτικά, και αφού είχε εκπνεύσει- αλλά και συμβολικά, όπως την συνάντησε μέσα από την ιστορία της πολύπαθης ζωής της, έτσι όπως έσκυψε με στοργή και γενναιόδωρη κατανόηση, προφανώς και με εμβριθή όσο και έμψυχη μελέτη του ιστορικού που καθόρισε τραγικά τη γυναίκα, έτσι όπως «την βρήκε ο γιος της», την είδαμε και πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Θησείον».

Η Λένα Παπαληγούρα ανέβηκε στη σκηνή και χαμογέλασε στο κοινό. Πριν αρχίσει καν να διηγείται τον μονόλογο που θα την πήγαινε από το θάνατο πίσω στη ζωή – γιατί την φέρνει στη ζωή και το κείμενο που βασίστηκε το έργο, «Το Βιβλίο της Κατερίνας» και η σκηνική του διασκευή- το ρίγος μας διαπέρασε. Ένα χαμόγελο αιχμηρό, συνωμοτικό, πικρό, αυτοσαρκαστικό. Σαν να ήθελε να μοιραστεί μαζί μας ένα «ξέρω». Σαν να ήθελε να μας κοινωνήσει την εσωτερική της φουρτούνα, την εναλλαγή φωτός και σκοταδιού, (φακοί αναβοσβήνουν στη σκηνή) σαν να ήθελε με το χαμόγελό της και τη λάμψη στα μάτια να αφήσει τελικά και σ΄ εμάς το μήνυμα που άφησε στο γιο της:

«Ελπίζω ν΄αγαπήσετε κι εσείς, όσο εγώ εκείνον»…
Το ίδιο μήνυμα, εκπέμπει και ο γιος της αληθινής Κατερίνας Χατζοπούλου, Πέτρος, γνωστός ως Αύγουστος Κορτώ, «τοις κείνης ρήμασι πειθόμενος». Τόσο με το λογοτεχνικό του έργο, όσο και με τις δημόσια εκφερόμενες απόψεις του για τη ζωή, τη κοινωνία, το δικαίωμα του αγαπάν όποιον τραβάει το κορμί και η καρδιά μας, τη βιωματική και όχι μόνο έντεχνη μυθοπλαστική του ματιά στη ψυχική αρρώστια. Όσο αντέχει, όσο γνωρίζει, τραβάει το χαλί της υποκρισίας κάτω από τα πόδια μας, ανοίγει διάπλατα αυλαία.

Ντροπή, ενοχή, κοινωνική κατακραυγή και αμέλεια, που συνήθως πλαισιώνουν την ψυχική διαταραχή, σκορπάνε. Τη θέση τους παίρνουν η κατανόηση, η αποδοχή, ακόμα και συγχώρεση για τα «αμαρτήματα ακούσια τε και εκούσια» των άρρωστων. Αυτοί που κουβαλάνε σαν σταυρό τον πόνο και την παράνοια ετούτης της ζωής, μέχρι θανάτου. Αυτοί είναι οι ψυχικά ασθενείς, φορείς όλου του άχθους της ζωής και του πάγκοινου πόνου χωρίς κανένα αναισθητικό. Και ο Κορτώ, κι ας μην έγινε γιατρός όπως θα ήθελε η μάνα, μπήγει με θάρρος το νυστέρι, ανατέμνει και αποκαλύπτει. Θεραπεύει, και όχι μόνο τη τέχνη.

Αυτή ήταν η αίσθηση μου, καθώς ερχόμουν ακόμα μια φορά σε επαφή με το κείμενο ως θεατρική παρουσίαση, εκτός από τις δύο απανωτές -και απνευστί- αναγνώσεις που είχαν προηγηθεί. Συγκίνηση και πόνος μπρος στην κοφτερή, την αδυσώπητη αλήθεια, να μας προσφέρονται ετούτη τη φορά επί σκηνής. Σαν φάρμακα κι αντίδοτα για ένα τραύμα ύπουλο, μπουνιά στην συναισθηματική εκκρεμότητα του ραγισμένου καθρέφτη, χαρακίρι.

Η αίσθηση ότι όλο αυτό το κοινό που συρρέει κάθε βράδυ και μεσάνυχτα, και παραμένει κατανυκτικό όση ώρα μία ψυχοπαθής, γυναίκα και μητέρα, κόρη και σύζυγος, εγγονή και παρακλάδι μιας πατρικής οικογένειας διαταραγμένης, «επιστρέφει» στη ζωή∙ όλος αυτός ο κόσμος είτε προσέρχεται μ΄αυτή τη διάθεση (είτε και όχι, υποθέτω) σέβεται, συμπάσχει με την ηρωΐδα της σκηνής. Αιτιολογεί τα πάθη της, τις αντιδράσεις της, κατανοεί το πώς και το γιατί έφτασε ως εκεί, στην θαρραλέα –κατά μία έννοια- πράξη της οριστικής φυγής από την ανυπόφορη ζωή. Τη ύψιστη πράξη βίας προς έναν εαυτό που παραβιάστηκε ισόβια από σκέψεις, αισθήματα και αισθήσεις τέτοιας οξύτητας που ο φόβος του αγνώστου να υποσκελιστεί, να μοιάζει η μοναδική διέξοδος ο θάνατος, ως ανακούφιση της ίδιας της αυτόχειρας γυναίκας όσο και των δικών της. Το προφανώς πιο επώδυνο γεγονός της ζωής του συγγραφέα, η απόρριψη της ζωής που περιείχε και τον ίδιο, προϋποθέτει κατάθεση ψυχής, είναι αυτονόητο. Αλλά και οι συντελεστές της παράστασης μεταδίδουν άψογα, με σεβασμό στα πάθη -όσο ακριβώς και στην αλήθεια- την αίσθηση αυτή.

Η αυλαία που ανοίγει η παράσταση είναι αναίρεση, ξεσκέπασμα του «άλλου» θεάτρου που παίζεται πίσω από κλειστές πόρτες –ποιος ξέρει άραγε πόσων- σπιτιών. «Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ…», έλεγε πριν από 50 χρόνια ο Δημήτρης Μυράτ, προλογίζοντας την παράσταση του θεατρικού έργου του Λουίτζι Πιραντέλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»… Αυτό το έργο μας αφορά και βγάζει στο φως την ψυχική αρρώστια που είτε έχει διαγνωστεί είτε όχι, είτε έχει αντιμετωπιστεί είτε κακοφορμίζει ισόβια, φωλιάζει στις σκοτεινές γωνιές της σύγχρονης οικογενειακής εστίας.

Μόνο γι αυτό το γεγονός γίνεται πολιτική πράξη, αντιρατσιστική για τον στιγματισμό, τις ταμπέλες, την υποκρισία, τον ατομικό όσο και κοινωνικό εξορκισμό. Πιο απλά, απομυθοποιεί αυτό που μπορεί να συμβαίνει μέσα μας, μες το σπίτι μας, στη γειτονιά μας ενώ γεμάτοι έκπληξη όποτε ξεσπάει ως γεγονός με βία, καταλυτική και αμετάκλητη, το πλαισιώνουμε με λόγια κλισέ. Και προχωράμε τη ζωή χωρίς να ακούμε τη φωνή της ύστατης διαμαρτυρίας των αποκλεισμένων από την «κανονική» ζωή, εάν υπάρχει τέτοια. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πόσο θυμό, πόση υποτίμηση, πόση εγκατάλειψη είχαν πιο πριν βιώσει τα θύματα του εαυτού τους, οι αυτόχειρες, οι πάσχοντες, οι ζωντανοί που απομένουνε μαζί.

Ο ρατσισμός ως γνωστόν δεν είναι φρούτο που ξεπήδησε από παρθενογένεση. «Εγώ κυρία μου είμαι οικογενειαρχίδα» (!) μου είχε πει κάποτε μια άγνωστη γυναίκα σε ένα περιστατικό τυχαίο, για να μπω λίγο στην άλλη πτυχή, την υπέροχη, χιουμοριστική του Κορτώ. Που σκόπιμα ή όχι -αλλά σίγουρα με την λεπτότατη ευαισθησία του κατά βάθος μελαγχολικού γελωτοποιού- επιστρατεύει. Κληρονομιά, άλλωστε που του κατέλειπε, η ίδια η μαμά Κατερίνα. Ο πάσχων που ξέρει ότι βασανίζει τους οικείους του, είτε ως άρρωστος, ή στην περίπτωση του Κορτώ ως αφηγητή, διανθίζει με γέλιο τα πράματα για να μας ελαφρύνει το βάρος της κατάστασης, να μας απενοχοποιήσει. Να μετατρέψει την «υπομανία» που εναλλάσσεται με την κατάθλιψη του διπολισμού σε γέλιο, να σβήσει από την μνήμη την οδύνη, να αναστρέψει την ζοφερή εικόνα.

Για να επανέλθω έτσι, στο χαρακτήρα της Κατερίνας που σκιαγραφείται περισσότερα από πειστικά χάρη στον σκηνοθέτη Νανούρη, στην πρωταγωνίστρια Παπαληγούρα και στα μουσικά σχόλια του Λόλεκ που συνοδεύουν σαν διάλογος και άλλος ρόλος στη σκηνή. Η γυναίκα με τη βαριά –κακή- κληρονομιά και την αμελή πατρική οικογένεια, με τους πολλαπλούς ρόλους που κλήθηκε να παίξει, η γυναίκα αυτή, τάπαιξε… Μια νύχτα, το σκοτάδι την νίκησε και την κατάπιε, μπήκε στο στόμα του αυτοβούλως, αφήνοντας πίσω της μια παρακαταθήκη αγάπης που ο γιος μεταλαμπαδεύει.

Η γυναίκα που τάπαιξε και αυτοκτόνησε, και πέρασε το αποφασιστικό κατώφλι της ζωής, γυμνή απέναντί του, έτσι όπως γεννήθηκε, έφυγε, και επιστρέφει κάτω από το στοργικό βλέμμα του γιου και βιογράφου της, του συγγραφέα. Ο Κορτώ αρχικά, αλλά και οι συντελεστές της παράστασης αποφεύγουν δύο εξαιρετικά σοβαρές παγίδες. Τόσο της εξιδανίκευσής της ηρωίδας , όσο και στον αντίποδά της, αντιδράσεις συνηθισμένες και στη ζωή και στις post mortem λογοτεχνικές αναφορές, δηλ. ένα πένθος ή/κι έναν θυμό στρεβλωμένο. Που παίρνει σβάρνα δικαίους και αδίκους, καθώς οι ψυχολογικές άμυνες εμποδίζουν τόσο την έκφρασή του, όσο και την ουσιαστική συγχώρεση από τους επιβιώσαντες οικείους. Ό,τι αποδίδεται σαν ευθύνη και φταίξιμο είναι τόσο χειροπιαστό –και άρα πειστικό- που αποκλείονται τα υπερφορτισμένα συναισθήματα.

Γιατί ο γιος, με το βιβλίο της Κατερίνας όπως και το θεατρικό έργο, υπερασπίζεται ένα δίκιο που δεν ήξερε η ίδια πώς να διεκδικήσει στη ζωή. Αναβιώνει ανατριχιαστικά τις εκφάνσεις της αρρώστιας, λυτρώνει τους συν-ασθενείς που βασανίζονται κι αυτοί από έναν παρόμοιο πόνο. Γιατρός του ψυχικού πόνου ο Κορτώ αλλά και «δικηγόρος» που υπερασπίζεται εκτός από την ίδια άλλες/άλλους συμπάσχοντες χωρίς φωνή και δικαιώματα.

Καθώς πλησιάζει το Πάσχα η γυναίκα αυτή, παραπέμπει σε μια αντίστροφη Παναγιά, με το παιδί της να την φροντίζει και να τη συνοδεύει ως τον κάτω κόσμο, να την ανασταίνει. Μια «Παναγιά» που όχι μόνο δεν ήταν αναμάρτητη αλλά επιβαρυμένη σύμφωνα με τη θρησκεία με το υπέρτατο αμάρτημα, της αυτοχειρίας. Να εμφανίζεται ο πραγματικός εκείνος θάνατος σαν «θυσία», μια αφορμή να ειπωθούν –γραπτά αλλά και κυριολεκτικά, στο θέατρο- με λόγο και αναπαράσταση, αυτά που αποσιωπήθηκαν, αυτά που ακόμα αποσιωπώνται.

Αυτή η Κατερίνα ξαναζεί
«κι ο θάνατος» (της) εξουσία δεν έχει»…

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σας καλούμε στα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης φωτογραφίας που θα λάβει χώρα την Παρασκευή 19/9/2014, στις 9μ.μ. στον χώρο Τεχνών και Πολιτισμού “Ανάδυση”, Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός.

Στα εγκαίνια της έκθεσης, που το θέμα της ήταν εμπνευσμένο από το στίχο του Ελύτη που χαρατηρίζει την Ελλάδα, θα υπάρχει κάλυψη από ιδιωτικό ιντερνετικό τηλεοπτικό σταθμό, καθώς και μουσική ζωντανή.
Η παρουσία σας θα γεμίσει χαρά τους καλλιτέχνες και εμάς

Οι καλλιτέχνες
Μαρία Ιωαννίδου
Αργύρης Ζαφειρίδης
Αγαθοκλής Φερεντίνος
Γιαννης Καυταντζης-Σχοινας
Ελένη Βογιατζή
Νίκη Ζαρκάδα
Γιώργος Λιβάνης
Βίκυ Μπογιονικολού
Βάσω Παππά
Αλέξανδρος Σκούρος
Στέβι
Έλαννα Λόλα
Κώστας Κορομηλάς
Κωνσταντίνος Πετρής
«Ανάδυση'”, Ιδεών, Τεχνών και Πολιτισμού
Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός
Τηλ. 697 97 37 030

Ο δρόμος της Μαριέλας Κωνσταντινίδου έχει τη δική του ιστορία

δρομολόγια πλοίωνΌπως φαίνεται κι από το βιογραφικό της, η εικαστικός Μαριέλα Κωνσταντινίδου έχει ταξιδέψει. «Με καράβια και βαπόρια», και με τρένα, και με το μικρό της γιώτα χι, διέσχισε «πολύ νωρίς στο κόσμο αυτό» ηπείρους και χώρες και στεριές προτού καταλήξει να εκθέτει τα καλοκαίρια στα νησιά. No man is an island όμως, και το έργο της, κινητοποιεί αισθήσεις και ανασύρει στίχους και νοήματα. Κι αυτό το γεγονός αποδεικνύει από μόνο του ότι έχει κάτι να πει σημαντικό, φέτος το καλοκαίρι με την εικαστική της συλλογή, το «Ημερολόγιο Δρόμου» .

Η ομώνυμη έκθεση -που τελεί υπό την αιγίδα του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Νάξου- θα απλωθεί σε πρώτη θέαση στο χώρο των Ουρσουλίνων, από την 1η ως τις 18 Ιουλίου 2014. Μέσα καλοκαιριού και στη κορυφή της Χώρας, θα αποκορυφωθεί και η οπτική απόλαυση. Θα δούμε πως συνενώνονται οι μεστές εντυπώσεις της ζωγράφου από τις γεωγραφικές και συναισθηματικές διαδρομές που την έχουν φέρει στο σήμερα.

Ορισμένοι από τους άξονες που μας είναι γνωστοί από τις παλαιότερες εκθέσεις παραμένουν σταθεροί. Τα συστατικά στοιχεία, η ομορφιά κι η αρμονία που ξεπηδά από τα τοπία, το χρώμα του ουρανού, της θάλασσας και της άμμου –το κλασσικό ελληνοκεντρικό και μαζί εξωστρεφές- χρωματικό «τρίο» από γαλάζιο, ώχρα και το λευκό που υπηρέτησαν μεγάλοι δάσκαλοι, «αναβαπτίζονται» μαζί με τη δική της ολοκαίνουργια ματιέρα.

Η φετινή της συγκομιδή τολμά ένα πλησίασμα στα πράματα και τα αισθήματα μέσα από δύο καινοτομίες που εισάγει στην ίδια της τη τεχνική. Με το κολλάζ αφενός, επισημαίνει και φυσικά ενώνει τα μικροπράγματα που περνούν συχνά απαρατήρητα στην πορεία και την περιπέτεια του δρόμου. Εισιτήρια, πυξίδες, αποκόμματα και δρομολόγια μας θυμίζουν ανελλιπώς ότι είμαστε συνταξιδιώτες. Οι εκάστοτε προορισμοί της, αποκτούν μια ενιαία απόχρωση, δείχνουν με ποιο τρόπο καταγράφει η ανήσυχη ψυχή τα χιλιόμετρα της περιπλάνησής της.

Από την άλλη, ρόλο στον νέο τρόπο γραφής θα πρέπει να έπαιξε και η πρόσφατη μαθητεία της στις τεχνικές και τις μεθόδους της αγιογραφίας. Σαν καλλιτέχνης αλλά και ταξιδιώτισσα στον χώρο και τον χρόνο δανείζεται –και χρησιμοποιεί στη συγκεκριμένη θεματική της- τη ματιά, τη μέθοδο, την παράδοση και τη γλώσσα αυτής της παραδοσιακής τεχνικής.

Όλες οι παραπάνω δημιουργικές προτάσεις οδηγούν κι αυτές, σαν άλλοι δρόμοι, από τη μέχρι σήμερα νατουραλιστική γραφή σε μια φάση καθοριστικά πιο εκφραστική και συμβολική. Και μεταφέρουν την γλύκα και την πίκρα, τη δοκιμασία και τη δικαίωση μιας ταξιδιώτισσας που διήλθε επιτυχώς φουρτούνες, που σταμάτησε –και στοχάστηκε – σε πολλούς διαφορετικούς σταθμούς. Η ομορφιά των πραγμάτων είναι το σημείο που δείχνει και πάλι η πυξίδα της.
***
Σημείωση για επίδοξους εικαστικούς. Η Μ.Κ. παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής
-μέσω διαδικτύου
-διά ζώσης τους χειμώνες της στην Αθήνα
και μέχρι το Σεπτέμβρη στη Νάξο.

Έκθεση:
1-18/07/14
υπό την αιγίδα του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Νάξου (ΝΟΠΠΑΠΠΠΑ)
Κτίριο Ουρσουλινών 1ος όροφος (βιβλιοθήκη)

20/07/14 – τέλος Σεπτέμβρη
Λαβύρινθος Wine Restaurant, Παλιά Αγορά Νάξου

 

Η Μαριέλα Κωνσταντινίδου σπούδασε εικαστικά στο Παρίσι, αφού πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής δίπλα στον Βρασίδα Βλαχόπουλο. Εκτός από τη ζωγραφική ασχολείται με τη δημιουργία χρηστικών αντικειμένων και την εικαστική επέμβαση σε ιδιωτικούς και επαγγελματικούς χώρους (ζωγραφική πάνω σε τοίχο). Παράλληλα διδάσκει ζωγραφική και από το 2009 ξεκίνησε κάτι μοναδικό για τον Ελληνικό χώρο, μαθήματα ζωγραφικής στο διαδίκτυο! Στο παρελθόν ασχολήθηκε με το σχεδιασμό και την επιμέλεια έντυπου διαφημιστικού υλικού, εικονογράφηση διαφημίσεων με αερογράφο, εικονογράφηση και συγγραφή παιδικών βιβλίων προσχολικής ηλικίας, θέατρο, κουκλοθέατρο.Τα ζωγραφικά έργα της Μαριέλας διακρίνονται για την χρωματική τους ευαισθησία, τις δυνατές πινελιές, αλλά και την ιδιαίτερη οπτική με την οποία  συνθέτει τους πίνακες της. Έχει είκοσι έξι ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό της, ενώ έχει πάρει μέρος και σε πολλές ομαδικές. Έργα της βρίσκονται στη συλλογή της Πρεσβείας Κύπρου, στο Σπυροπούλειο Πνευματικό Κέντρο Ν. Ψυχικού, στη Δημοτική Πινακοθήκη Σύρου, στο Σύλλογο Φίλων Εικαστικών Τεχνών Εορδαίας «Αρης Γαρουφαλίδης», στο Πνευματικό Κέντρο της κοινότητας Πανόρμου Τήνου, στην Πινακοθήκη του Πνευματικού Κέντρου Θέρμης (Θεσσαλονίκη) καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.Eπικοινωνία: marielartwok.blogspot.com
(Δημοσιεύεται στο ΒΑΚΧΙΚΟΝ

A road named Mariela Konstantinidis

It is evident right from her cv. The painter Mariela Konstantinidis has traveled. She has crossed “early still in this world”*continents, countries and lands, either “on aeroplanes and vessels”**, by train or while driving her tiny car, before ending up to exhibit her work in the Greek islands. No man is an island though, and her drawings provoke feelings, they bring up verses and meanings, that’s a fact. No wonder the artist has something important to convey in her 2014 summer exhibition which is named “Road Journal”.

This exhibition is going to be firstly viewed at the “Oursoulines” building in the Cycladic island of Naxos, from July 1st to 18, 2014. As the event is taking place in the middle of summer and right on top of the town of Chora Naxos, it is expected that the visual enjoyment will be as grand. The painter’s mature impressions, gathered all along the geographical and sentimental paths she has followed, will be united, joining the dots of the painter’s route up to now.

Some of the main themes, as seen in her former exhibitions, are still present. The usual components, the beauty and harmony emerging from the landscapes; the colors of the sky, the sea and the sand -the classic chromatic trio of blue, ochre and white-which is Greek centered but simultaneously universal, used in the past by great painters of this country, are “rebaptized” along with Mariela’s Konstantinidis brand new texture.

In this year’s harvest she dares to approach objects and feelings through two novelties that she imports in her technique. On one hand she uses collage, pointing out the trivia that usually remain unnoticed during the adventure while “on the go”. Tickets, compasses, paper fragments and timetables remind us all the way that we are her co-passengers. Each of her destinations is uniformly colored and point out the manner that an inquisitive soul writes down miles of wandering.

On the other hand it is most possible that her recent apprentice in the technique and methods of byzantine iconography must have played its role in the new style she adopts. While she travels through time and space and with the mentality of the genuine artist, she borrows –and uses in the specific thematic – the point of view, the tradition and the codes of an historically experienced technique.

All of these creative propositions also lead, as if routes to be followed, from her former naturalistic style to a decisively more expressive and symbolic one. They convey the sweet and sour taste, the toll and the justification of a traveler who went through rough seas, who paused -and contemplated- at numerous and various stations.
Her orientation is once again the beauty of the world.

A note for wannabe painters of any level:
M.K. is also practicing painting lessons
– online, all year round
-in person or in groups in her atelier in Athens, during winter time
-until end September 2014 in Naxos island

Exhibition info:
July 1st to 18/2014, organized under the protection of the local municipality
at the Oursoulines building, 1st floor (library)
July 20 up to end September 2014
at the “Lavyrinthos” Wine Restaurant, Palaia Agora Naxos
Communication: refer at the resume
* verse from “The Monogram” by Odysseas Elytis
** song by Dionyssis Savopoulos