Rocketman

Γιος απόμακρου πατέρα, παιδί χωρισμένων γονιών, εραστής τοξικού ερωμένου. Του μένει μια φιλία ισόβια, και μια αγάπη που δεν χάνεται: η μουσική.

Έτσι μ΄αυτούς τους κόμβους εξελίσσεται επί σκηνής η βιογραφική αφήγηση του ΄Ελτον Τζον στην ταινία Rocketman.

Και θα δεις την οδύνη να γράφεται στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή όταν τον εγκαταλείπουν -ή όταν το φοβάται-. Και θα το νιώσεις το κύμα της απόρριψης, ακόμα δυνατό, ακόμα έντονο, να ξεσηκώνεται και στη σκηνή και στη πισίνα και στα πολυτελέστατά του σπίτια, το κενό.

Το κενό της εγκατάλειψης και το κενό μετά απ τη παράσταση, τη μοναξιά και στη σχέση και στο γάμο ευκαιρίας για ξεκάρφωμα, ο Έλτον Τζον, πάντα υποφέρει, πάντα τρέχει να ξεφύγει από αυτό που είναι, με δικά του λόγια.

Θα σε πονέσει η ταινία αυτή, καθώς η μουσική και ο χορός θα σε τινάζουν κι όλη η υπαρξιακή σου σκόνη θα τινάζεται κι αυτή. Θα μπει μέσα στα μάτια σου, τα δάκρυα να κρύψει.

Ποιος είσαι και πού πας, ποιοι σε σημάδεψαν με ψεύτικη αναμονή, ποιοι σε εγκατέλειψαν όταν πιο πολύ τους χρειαζόσουν και ποιοι ένα βράδυ που λαχταρούσες μία πατρική ή μητρική ή άλλη αγκαλιά, τους άκουσες απ τη γωνιά που ήσουν κρυμμένος, πόσο δεν σε ήθελαν.

Αν τη μετέφρασες αυτή τη μαχαιριά σε μουσική, σε είπαν τυχερό, προνομιούχο, χαρισματικό και ταλαντούχο

Μα πίσω από τις νότες σου εσύ ακόμα ακούς εκείνο το μαχαίρι
Κατεβαίνει

σαν σε όνειρο

Δεν είχε σουρουπώσει ακόμα στο δρόμο για το Μουσείο του Τσόκλη στον Κάμπο Τήνου, όταν αντίκρυσα το βράχο Εξωμβούργο. Μου φάνηκε σαν όρος βιβλικό, ακροβατώντας στο μεταίχμιο ουρανού και γης, δυό ή τριών διαστάσεων ζωγραφιά.

Αργότερα, και μέσα στο μουσείο, εκεί που πάω προς στην έξοδο γεμάτη από τις εκεί εικόνες και τις παραστάσεις, ακούγεται από ΄να υπερώον η φωνή. Ο οικοδεσπότης υπαγόρευε ή διόρθωνε ένα κείμενο μαζί με τη βοηθό του· πηγαίνω σιγοπερπατώντας στην αυλή.  Και σε λίγο κατεβαίνει και ο Κ. Τσόκλης, «καθήστε» κάνει νόημα και παίρνει θέση στο μαρμάρινο τραπέζι.

Μου φάνηκε ο βράχος Εξωμβούργου σαν να ήταν το Σινά, μοιράζομαι μαζί του, κι εσείς να κατεβαίνετε από κει. Και ζήλεψα πολύ, θα συμπληρώσω, τη θέση της βοηθού σας να γράφετε μαζί. Πόσο ποιητική εικόνα αυτή, άκου κι εσύ Χρυσάνθη, λέει στη βοηθό του και με ρωτάει αν γράφω ποίηση και ναι, σχεδόν απολογούμαι.

Εκεί, στο μαρμάρινο τραπέζι της αυλής, καθίσαμε ισότιμα και καλωσορίσαμε και τη θλίψη και τη χαρά και το γέλιο και το δάκρυ καθώς ανταλλάξαμε κουβέντες ήρεμες. Δώσαμε τα χέρια συμφωνώντας για την απέχθειά μας για τον θαυμασμό ως παθητικό συναίσθημα όπως υπέροχα το όρισε, για την λεγόμενη «κλοπή» στην τέχνη που επίσης όρισε ως «πρώτο βήμα στην αθανασία».

Και δεν μπορώ να πω ότι αρνήθηκα μια «εντολή» που μου παρέδωσε με τόση θέρμη, καλοσύνη και εκείνη την γενναιοδωρία που μόνο όσοι έχουν φτάσει με δικές τους δυνάμεις «ψηλά», ξέρουν να χαμηλώνουν για να ανταλλάξουν βλέμματα υγρά με εμάς τους ταπεινούς τους επισκέπτες.

Είναι καιρός να αρχίσετε να αντιγράφετε τον εαυτό σας, μου είπε χωρίς κανένα «δεν» από εκείνα που χρησιμοποιούν συχνά αυτοί που θάθελαν αλλά δεν μπόρεσαν να γίνουνε προφήτες…

Αλλά με όλα αυτά δεν πρόλαβα να του πω το πιο σημαντικό -για μένα- σε σχέση με το έργο του: πως ένας δράκος είχε ταράξει κάποτε τον παιδικό μου ύπνο. Και ότι εκείνη τη βραδιά τον είδα εκεί απέναντί μου, στο πλάτωμα του παλιού δημοτικού σχολείου που στεγάζει το μουσείο. Τον είδα εκεί σάμπως «μαρμαρωμένο» που λεν τα παραμύθια… κι ενώ ο ήλιος πήγαινε να δύσει,  ο έφιππος ο άγιος να «καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου».

Είναι η ίδια η ζωή καμιά φορά πιο ζοφερή κι από εφιάλτη, αλλά κι η τέχνη παρηγορητική, κι οι άνθρωποι που την υπηρετούν πίσω από τα έργα, να μας ξυπνούν γλυκά από εφιάλτες. Να διώχνουν τους προδότες των ονείρων.

“Ρειstart stories” της Μαριάννας Λύρα, εντυπώσεις απ’ το βίντεο


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99
https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***

 

δημοσιεύεται στο ΒΑΡΕΛΑΚl

Σαν όνειρο το δείλι

Δεν μπορώ να πω τί θάλεγε ο ίδιος αν ζούσε, αν ήτανε εκεί, παρών. Καθώς έδυε ο ήλιος κι η μέρα επέμενε πίσω από τα μεγάλα τζάμια. Δεν ξέρω αν θα μελαγχολούσε ή αν θα γλυκαινόταν από το κλίμα αυτό. Μπορεί και τα δύο. Και πώς να το περιέγραφε άραγε; Πώς θα ακουγόταν η φωνή του γεμάτη εξ ίσου με ρυθμό και δισταγμό, τρόμο και αυτοσαρκασμό;

Πώς θα σχολίαζε τη μουσική που έντυσε το έργο του; Πώς θα αντιδρούσε στα χειροκροτήματα ενός πολυπληθούς κοινού που είχε κατέβει ως τη παραλία και στη συνέχεια είχε ανέβει στο 8ο όροφο για να ακούσει η φωνή του, τη θλιμμένη φωνή, τη τρυφερή φωνή, την αβέβαιη φωνή, την ευθύβολη φωνή του αυταποκαλούμενου «Κωστάκη» (Καρυωτάκη);

Ίσως νάταν η  θάλασσα στο βάθος, ίσως κι ο ουρανός που έσβηνε σιγά σιγά την περασμένη Κυριακή, απόγεμα προς βράδυ, αλλά νομίζω πως δεν θα μπορούσε να υπάρχει κλίμα και περιβάλλον, πιο Αττικό, πιο μελαγχολικό και πιο κατάλληλο να πλαισιώσει μια εκδήλωση, παράσταση για τον ποιητή τον Καρυωτάκη.

Και πιστεύω ότι το κοινό -ετερόκλητο, ανεπιτήδευτο κι απλό- που ίσως νάρθε για το «τζάμπα θέαμα» αλλά ίσως και από αγάπη για τον ποιητή κάτι συνέλαβε αυθεντικό, ορθό και αισθαντικό μαζί και στη σκηνοθεσία και την ερμηνεία και το πιάνο που συνόδευε.

Αφού εκεί προς το τέλος άκουγες ξεκάθαρα την κρατημένη μας ανάσα, καθώς ολόκληρο ακροατήριο βουβό αλλά με μάτια και ψυχή ορθάνοιχτα περίμενε το ξέσπασμα, την πιστολιά να ακουστεί και ο Κωστάκης να φύγει εκείνη τη βραδιά από το Φάληρο, τη θάλασσα, το «δείλι».

Info: Κώστας Καρυωτάκης

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι

Ερμηνεύουν οι Νίκος Κουρής, Εύη Σαουλίδου
Στο πιάνο, ο Διονύσης Μαλλούχος

Ένα πορτραίτο του Κώστα Καρυωτάκη, μέσα από τα ποιήματα, τα πεζά και τις επιστολές του, θα  σκιαγραφηθεί στο πλαίσιο των Παραβάσεων, του Θεατρικού Αναλογίου του ΚΠΙΣΝ. Σε σκηνοθετική επιμέλεια της Έφης Θεοδώρου, οι ηθοποιοί Νίκος Κουρής και Εύη Σαουλίδου αποκαλύπτουν την μελαγχολική φύση του ποιητή, μέσα από μια δραματουργική σύνθεση που συνδέει αποσπάσματα από όλο το φάσμα του λογοτεχνικού του έργου, ενώ ο Διονύσης Μαλλούχος τους συνοδεύει στο πιάνο.

 

 

Η Εποχή της Μουσικής

Δεν μπορώ να καταλάβω και στη συνέχεια να διατυπώσω τα «πώς» και τα «γιατί» αλλά ίσως να πάνε και χρόνια που κάποια παράσταση, “performance” να το πω και πιο Ελληνικά, και ιδιαίτερα παράσταση που νάναι και ποιητική και μουσική και εικαστική μαζί, να μου «μίλησε» κατ΄ευθείαν στην ψυχή.

Δεν ξέρω να το πω παρά περιγραφικά. Να δηλαδή: είναι κάτι εικόνες και κάτι ήχοι, κάτι λέξεις, που λειτουργούν σαν μια γροθιά στο στομάχι εκεί που είσαι ανυποψίαστος. Είναι κάτι θεάματα που πέφτει μια παγερή σχεδόν σιωπή στο ακροατήριο που μοιάζει σαν να κρατήσαμε όλοι για μια στιγμή την ανάσα μας. Σαν όλα τα μάτια να συντονίστηκαν στην ίδια ακριβώς τροχιά. Και σαν η μουσική να ξεσήκωσε ένα κύμα που μας παίρνει και μας πάει. Πού; Δεν ξέρω, κάπου πιο ψηλά από την πλατεία του θεάτρου ενώ το ίδιο κύμα μας επαναφέρει σώους, ωστόσο αλλαγμένους.

Δεν ξέρω αν η μουσική έχει παίξει και σε σας το ρόλο του μεταμορφωτή, αν έχετε νοιώσει κι εσείς σαν βγαίνετε από τη παράσταση «κάπως» και πως ό,τι κι αν πείτε θάναι τόσο μα τόσο φτωχό κι ανίκανο να περιγράψει την εντός σας μετατόπιση, της ίδιας της ψυχής σας.

Μία παράσταση με μουσική και λόγια, σαν κι αυτή, την Εποχή της Μελλισάνθης, ήταν, είναι για μένα τελικά εφάμιλλη και σε συναίσθημα και σε προσήλωση και σε δόνηση ψυχής μη αναστρέψιμη αυτό που άλλοι ονομάζουν θρησκεία. Mία στιγμή που γίνομαι ικανή να τα ξεχάσω όλα και να τα επαναφέρω, να συγχωρήσω ή να θυμώσω χωρίς επιστροφή, να λησμονήσω τους εχθρούς μου ή να λατρέψω από την αρχή εκείνους που συντήρησαν τη μουσική, τα λόγια και τη σύζευξή τους. Αυτό, μόνο αυτό και τίποτα άλλο είναι για μένα η θρησκεία. Δική μου και των διπλανών, κοινή και αποκλειστικά δική μου. Αλήθεια περιγεγραμμένη με τις άπειρες της αποχρώσεις και πολλές αλήθειες την ίδια τη στιγμή. Αυτή, η μουσική είναι το πιστεύω και το θέλω μου, αυτή είναι η κινητήρια δύναμή μου κι η ιερή εικόνα της ζωής.

Αυτή μονάχα είναι ικανή να με δονήσει αποφασιστικά καθώς οι νότες της και το αλφάβητό της καταγράφονται σαν μελωδία και σαν λόγια που στροβιλίζονται επίμονα εκεί που προηγούμενα δεν ήταν τίποτα, εκεί που εδραζόταν το κενό και η απογοήτευση από δεκάδες και εκατοντάδες παραστάσεις.

Που άμα φτάσεις και συσκέφτεσαι με τον εαυτό ή τον διπλανό σου για το «τί θα φάμε αύριο», κλάφτα Χαράλαμπε. Άμα αρχίζεις να ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κινητό και το ρολόι σου πάει να πει πως αυτή η μουσική είναι για ασανσέρ, για διαφημίσεις (κι αν, αυτό το τελευταίο). Δεν είναι τίποτα για τη ψυχή σου που διψάει ανάμεσα σε τόσους άλλους πιστούς και οπαδούς είτε θρησκειών είτε και κομμάτων ή άλλων «πιο» μοντέρνων ιδεολογιών του τύπου χορτοφάγοι και λοιπά, διψάει η ψυχή για μια θρησκεία «αληθινή», δική της, μουσική. Και λόγια να ταιριάζουν.

“Αρκαδία Χαίρε”

αρκαδια

 

Η ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή πολύ δύσκολα περιγράφεται. Μένεις με μία αίσθηση “πατρίδας” δυσεύρετη. Με την αίσθηση ότι έχεις μεγαλώσει με τον σκηνοθέτη στο ίδιο σπίτι, ή καλύτερα ότι σου παραχωρεί ένα δικό του με όλα τα αληθινά του παράθυρα ανοιχτά…

Πρέπει να την δω τουλάχιστον ακόμα μια φορά για να μπορέσω να την περιγράψω, την αίσθηση την αντίθετη της προσφυγιάς.

Ωστόσο μπορώ να προτείνω στον καθένα να τη δει.

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΟΥ ΚΟΡΤΩ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

katerina corteau

H ιστορία της μητέρας του Αύγουστου Κορτώ, έτσι όπως «την βρήκε» – και την ίδια κυριολεκτικά, και αφού είχε εκπνεύσει- αλλά και συμβολικά, όπως την συνάντησε μέσα από την ιστορία της πολύπαθης ζωής της, έτσι όπως έσκυψε με στοργή και γενναιόδωρη κατανόηση, προφανώς και με εμβριθή όσο και έμψυχη μελέτη του ιστορικού που καθόρισε τραγικά τη γυναίκα, έτσι όπως «την βρήκε ο γιος της», την είδαμε και πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Θησείον».

Η Λένα Παπαληγούρα ανέβηκε στη σκηνή και χαμογέλασε στο κοινό. Πριν αρχίσει καν να διηγείται τον μονόλογο που θα την πήγαινε από το θάνατο πίσω στη ζωή – γιατί την φέρνει στη ζωή και το κείμενο που βασίστηκε το έργο, «Το Βιβλίο της Κατερίνας» και η σκηνική του διασκευή- το ρίγος μας διαπέρασε. Ένα χαμόγελο αιχμηρό, συνωμοτικό, πικρό, αυτοσαρκαστικό. Σαν να ήθελε να μοιραστεί μαζί μας ένα «ξέρω». Σαν να ήθελε να μας κοινωνήσει την εσωτερική της φουρτούνα, την εναλλαγή φωτός και σκοταδιού, (φακοί αναβοσβήνουν στη σκηνή) σαν να ήθελε με το χαμόγελό της και τη λάμψη στα μάτια να αφήσει τελικά και σ΄ εμάς το μήνυμα που άφησε στο γιο της:

«Ελπίζω ν΄αγαπήσετε κι εσείς, όσο εγώ εκείνον»…
Το ίδιο μήνυμα, εκπέμπει και ο γιος της αληθινής Κατερίνας Χατζοπούλου, Πέτρος, γνωστός ως Αύγουστος Κορτώ, «τοις κείνης ρήμασι πειθόμενος». Τόσο με το λογοτεχνικό του έργο, όσο και με τις δημόσια εκφερόμενες απόψεις του για τη ζωή, τη κοινωνία, το δικαίωμα του αγαπάν όποιον τραβάει το κορμί και η καρδιά μας, τη βιωματική και όχι μόνο έντεχνη μυθοπλαστική του ματιά στη ψυχική αρρώστια. Όσο αντέχει, όσο γνωρίζει, τραβάει το χαλί της υποκρισίας κάτω από τα πόδια μας, ανοίγει διάπλατα αυλαία.

Ντροπή, ενοχή, κοινωνική κατακραυγή και αμέλεια, που συνήθως πλαισιώνουν την ψυχική διαταραχή, σκορπάνε. Τη θέση τους παίρνουν η κατανόηση, η αποδοχή, ακόμα και συγχώρεση για τα «αμαρτήματα ακούσια τε και εκούσια» των άρρωστων. Αυτοί που κουβαλάνε σαν σταυρό τον πόνο και την παράνοια ετούτης της ζωής, μέχρι θανάτου. Αυτοί είναι οι ψυχικά ασθενείς, φορείς όλου του άχθους της ζωής και του πάγκοινου πόνου χωρίς κανένα αναισθητικό. Και ο Κορτώ, κι ας μην έγινε γιατρός όπως θα ήθελε η μάνα, μπήγει με θάρρος το νυστέρι, ανατέμνει και αποκαλύπτει. Θεραπεύει, και όχι μόνο τη τέχνη.

Αυτή ήταν η αίσθηση μου, καθώς ερχόμουν ακόμα μια φορά σε επαφή με το κείμενο ως θεατρική παρουσίαση, εκτός από τις δύο απανωτές -και απνευστί- αναγνώσεις που είχαν προηγηθεί. Συγκίνηση και πόνος μπρος στην κοφτερή, την αδυσώπητη αλήθεια, να μας προσφέρονται ετούτη τη φορά επί σκηνής. Σαν φάρμακα κι αντίδοτα για ένα τραύμα ύπουλο, μπουνιά στην συναισθηματική εκκρεμότητα του ραγισμένου καθρέφτη, χαρακίρι.

Η αίσθηση ότι όλο αυτό το κοινό που συρρέει κάθε βράδυ και μεσάνυχτα, και παραμένει κατανυκτικό όση ώρα μία ψυχοπαθής, γυναίκα και μητέρα, κόρη και σύζυγος, εγγονή και παρακλάδι μιας πατρικής οικογένειας διαταραγμένης, «επιστρέφει» στη ζωή∙ όλος αυτός ο κόσμος είτε προσέρχεται μ΄αυτή τη διάθεση (είτε και όχι, υποθέτω) σέβεται, συμπάσχει με την ηρωΐδα της σκηνής. Αιτιολογεί τα πάθη της, τις αντιδράσεις της, κατανοεί το πώς και το γιατί έφτασε ως εκεί, στην θαρραλέα –κατά μία έννοια- πράξη της οριστικής φυγής από την ανυπόφορη ζωή. Τη ύψιστη πράξη βίας προς έναν εαυτό που παραβιάστηκε ισόβια από σκέψεις, αισθήματα και αισθήσεις τέτοιας οξύτητας που ο φόβος του αγνώστου να υποσκελιστεί, να μοιάζει η μοναδική διέξοδος ο θάνατος, ως ανακούφιση της ίδιας της αυτόχειρας γυναίκας όσο και των δικών της. Το προφανώς πιο επώδυνο γεγονός της ζωής του συγγραφέα, η απόρριψη της ζωής που περιείχε και τον ίδιο, προϋποθέτει κατάθεση ψυχής, είναι αυτονόητο. Αλλά και οι συντελεστές της παράστασης μεταδίδουν άψογα, με σεβασμό στα πάθη -όσο ακριβώς και στην αλήθεια- την αίσθηση αυτή.

Η αυλαία που ανοίγει η παράσταση είναι αναίρεση, ξεσκέπασμα του «άλλου» θεάτρου που παίζεται πίσω από κλειστές πόρτες –ποιος ξέρει άραγε πόσων- σπιτιών. «Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ…», έλεγε πριν από 50 χρόνια ο Δημήτρης Μυράτ, προλογίζοντας την παράσταση του θεατρικού έργου του Λουίτζι Πιραντέλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»… Αυτό το έργο μας αφορά και βγάζει στο φως την ψυχική αρρώστια που είτε έχει διαγνωστεί είτε όχι, είτε έχει αντιμετωπιστεί είτε κακοφορμίζει ισόβια, φωλιάζει στις σκοτεινές γωνιές της σύγχρονης οικογενειακής εστίας.

Μόνο γι αυτό το γεγονός γίνεται πολιτική πράξη, αντιρατσιστική για τον στιγματισμό, τις ταμπέλες, την υποκρισία, τον ατομικό όσο και κοινωνικό εξορκισμό. Πιο απλά, απομυθοποιεί αυτό που μπορεί να συμβαίνει μέσα μας, μες το σπίτι μας, στη γειτονιά μας ενώ γεμάτοι έκπληξη όποτε ξεσπάει ως γεγονός με βία, καταλυτική και αμετάκλητη, το πλαισιώνουμε με λόγια κλισέ. Και προχωράμε τη ζωή χωρίς να ακούμε τη φωνή της ύστατης διαμαρτυρίας των αποκλεισμένων από την «κανονική» ζωή, εάν υπάρχει τέτοια. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πόσο θυμό, πόση υποτίμηση, πόση εγκατάλειψη είχαν πιο πριν βιώσει τα θύματα του εαυτού τους, οι αυτόχειρες, οι πάσχοντες, οι ζωντανοί που απομένουνε μαζί.

Ο ρατσισμός ως γνωστόν δεν είναι φρούτο που ξεπήδησε από παρθενογένεση. «Εγώ κυρία μου είμαι οικογενειαρχίδα» (!) μου είχε πει κάποτε μια άγνωστη γυναίκα σε ένα περιστατικό τυχαίο, για να μπω λίγο στην άλλη πτυχή, την υπέροχη, χιουμοριστική του Κορτώ. Που σκόπιμα ή όχι -αλλά σίγουρα με την λεπτότατη ευαισθησία του κατά βάθος μελαγχολικού γελωτοποιού- επιστρατεύει. Κληρονομιά, άλλωστε που του κατέλειπε, η ίδια η μαμά Κατερίνα. Ο πάσχων που ξέρει ότι βασανίζει τους οικείους του, είτε ως άρρωστος, ή στην περίπτωση του Κορτώ ως αφηγητή, διανθίζει με γέλιο τα πράματα για να μας ελαφρύνει το βάρος της κατάστασης, να μας απενοχοποιήσει. Να μετατρέψει την «υπομανία» που εναλλάσσεται με την κατάθλιψη του διπολισμού σε γέλιο, να σβήσει από την μνήμη την οδύνη, να αναστρέψει την ζοφερή εικόνα.

Για να επανέλθω έτσι, στο χαρακτήρα της Κατερίνας που σκιαγραφείται περισσότερα από πειστικά χάρη στον σκηνοθέτη Νανούρη, στην πρωταγωνίστρια Παπαληγούρα και στα μουσικά σχόλια του Λόλεκ που συνοδεύουν σαν διάλογος και άλλος ρόλος στη σκηνή. Η γυναίκα με τη βαριά –κακή- κληρονομιά και την αμελή πατρική οικογένεια, με τους πολλαπλούς ρόλους που κλήθηκε να παίξει, η γυναίκα αυτή, τάπαιξε… Μια νύχτα, το σκοτάδι την νίκησε και την κατάπιε, μπήκε στο στόμα του αυτοβούλως, αφήνοντας πίσω της μια παρακαταθήκη αγάπης που ο γιος μεταλαμπαδεύει.

Η γυναίκα που τάπαιξε και αυτοκτόνησε, και πέρασε το αποφασιστικό κατώφλι της ζωής, γυμνή απέναντί του, έτσι όπως γεννήθηκε, έφυγε, και επιστρέφει κάτω από το στοργικό βλέμμα του γιου και βιογράφου της, του συγγραφέα. Ο Κορτώ αρχικά, αλλά και οι συντελεστές της παράστασης αποφεύγουν δύο εξαιρετικά σοβαρές παγίδες. Τόσο της εξιδανίκευσής της ηρωίδας , όσο και στον αντίποδά της, αντιδράσεις συνηθισμένες και στη ζωή και στις post mortem λογοτεχνικές αναφορές, δηλ. ένα πένθος ή/κι έναν θυμό στρεβλωμένο. Που παίρνει σβάρνα δικαίους και αδίκους, καθώς οι ψυχολογικές άμυνες εμποδίζουν τόσο την έκφρασή του, όσο και την ουσιαστική συγχώρεση από τους επιβιώσαντες οικείους. Ό,τι αποδίδεται σαν ευθύνη και φταίξιμο είναι τόσο χειροπιαστό –και άρα πειστικό- που αποκλείονται τα υπερφορτισμένα συναισθήματα.

Γιατί ο γιος, με το βιβλίο της Κατερίνας όπως και το θεατρικό έργο, υπερασπίζεται ένα δίκιο που δεν ήξερε η ίδια πώς να διεκδικήσει στη ζωή. Αναβιώνει ανατριχιαστικά τις εκφάνσεις της αρρώστιας, λυτρώνει τους συν-ασθενείς που βασανίζονται κι αυτοί από έναν παρόμοιο πόνο. Γιατρός του ψυχικού πόνου ο Κορτώ αλλά και «δικηγόρος» που υπερασπίζεται εκτός από την ίδια άλλες/άλλους συμπάσχοντες χωρίς φωνή και δικαιώματα.

Καθώς πλησιάζει το Πάσχα η γυναίκα αυτή, παραπέμπει σε μια αντίστροφη Παναγιά, με το παιδί της να την φροντίζει και να τη συνοδεύει ως τον κάτω κόσμο, να την ανασταίνει. Μια «Παναγιά» που όχι μόνο δεν ήταν αναμάρτητη αλλά επιβαρυμένη σύμφωνα με τη θρησκεία με το υπέρτατο αμάρτημα, της αυτοχειρίας. Να εμφανίζεται ο πραγματικός εκείνος θάνατος σαν «θυσία», μια αφορμή να ειπωθούν –γραπτά αλλά και κυριολεκτικά, στο θέατρο- με λόγο και αναπαράσταση, αυτά που αποσιωπήθηκαν, αυτά που ακόμα αποσιωπώνται.

Αυτή η Κατερίνα ξαναζεί
«κι ο θάνατος» (της) εξουσία δεν έχει»…