Η Εποχή της Μουσικής

Δεν μπορώ να καταλάβω και στη συνέχεια να διατυπώσω τα «πώς» και τα «γιατί» αλλά ίσως να πάνε και χρόνια που κάποια παράσταση, “performance” να το πω και πιο Ελληνικά, και ιδιαίτερα παράσταση που νάναι και ποιητική και μουσική και εικαστική μαζί, να μου «μίλησε» κατ΄ευθείαν στην ψυχή.

Δεν ξέρω να το πω παρά περιγραφικά. Να δηλαδή: είναι κάτι εικόνες και κάτι ήχοι, κάτι λέξεις, που λειτουργούν σαν μια γροθιά στο στομάχι εκεί που είσαι ανυποψίαστος. Είναι κάτι θεάματα που πέφτει μια παγερή σχεδόν σιωπή στο ακροατήριο που μοιάζει σαν να κρατήσαμε όλοι για μια στιγμή την ανάσα μας. Σαν όλα τα μάτια να συντονίστηκαν στην ίδια ακριβώς τροχιά. Και σαν η μουσική να ξεσήκωσε ένα κύμα που μας παίρνει και μας πάει. Πού; Δεν ξέρω, κάπου πιο ψηλά από την πλατεία του θεάτρου ενώ το ίδιο κύμα μας επαναφέρει σώους, ωστόσο αλλαγμένους.

Δεν ξέρω αν η μουσική έχει παίξει και σε σας το ρόλο του μεταμορφωτή, αν έχετε νοιώσει κι εσείς σαν βγαίνετε από τη παράσταση «κάπως» και πως ό,τι κι αν πείτε θάναι τόσο μα τόσο φτωχό κι ανίκανο να περιγράψει την εντός σας μετατόπιση, της ίδιας της ψυχής σας.

Μία παράσταση με μουσική και λόγια, σαν κι αυτή, την Εποχή της Μελλισάνθης, ήταν, είναι για μένα τελικά εφάμιλλη και σε συναίσθημα και σε προσήλωση και σε δόνηση ψυχής μη αναστρέψιμη αυτό που άλλοι ονομάζουν θρησκεία. Mία στιγμή που γίνομαι ικανή να τα ξεχάσω όλα και να τα επαναφέρω, να συγχωρήσω ή να θυμώσω χωρίς επιστροφή, να λησμονήσω τους εχθρούς μου ή να λατρέψω από την αρχή εκείνους που συντήρησαν τη μουσική, τα λόγια και τη σύζευξή τους. Αυτό, μόνο αυτό και τίποτα άλλο είναι για μένα η θρησκεία. Δική μου και των διπλανών, κοινή και αποκλειστικά δική μου. Αλήθεια περιγεγραμμένη με τις άπειρες της αποχρώσεις και πολλές αλήθειες την ίδια τη στιγμή. Αυτή, η μουσική είναι το πιστεύω και το θέλω μου, αυτή είναι η κινητήρια δύναμή μου κι η ιερή εικόνα της ζωής.

Αυτή μονάχα είναι ικανή να με δονήσει αποφασιστικά καθώς οι νότες της και το αλφάβητό της καταγράφονται σαν μελωδία και σαν λόγια που στροβιλίζονται επίμονα εκεί που προηγούμενα δεν ήταν τίποτα, εκεί που εδραζόταν το κενό και η απογοήτευση από δεκάδες και εκατοντάδες παραστάσεις.

Που άμα φτάσεις και συσκέφτεσαι με τον εαυτό ή τον διπλανό σου για το «τί θα φάμε αύριο», κλάφτα Χαράλαμπε. Άμα αρχίζεις να ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κινητό και το ρολόι σου πάει να πει πως αυτή η μουσική είναι για ασανσέρ, για διαφημίσεις (κι αν, αυτό το τελευταίο). Δεν είναι τίποτα για τη ψυχή σου που διψάει ανάμεσα σε τόσους άλλους πιστούς και οπαδούς είτε θρησκειών είτε και κομμάτων ή άλλων «πιο» μοντέρνων ιδεολογιών του τύπου χορτοφάγοι και λοιπά, διψάει η ψυχή για μια θρησκεία «αληθινή», δική της, μουσική. Και λόγια να ταιριάζουν.

Advertisements

“Αρκαδία Χαίρε”

αρκαδια

 

Η ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή πολύ δύσκολα περιγράφεται. Μένεις με μία αίσθηση “πατρίδας” δυσεύρετη. Με την αίσθηση ότι έχεις μεγαλώσει με τον σκηνοθέτη στο ίδιο σπίτι, ή καλύτερα ότι σου παραχωρεί ένα δικό του με όλα τα αληθινά του παράθυρα ανοιχτά…

Πρέπει να την δω τουλάχιστον ακόμα μια φορά για να μπορέσω να την περιγράψω, την αίσθηση την αντίθετη της προσφυγιάς.

Ωστόσο μπορώ να προτείνω στον καθένα να τη δει.

danube in a bottle (αντί για ψυχοφάρμακα)

bottles

Τα τραγούδια έχουν μια μαγική δύναμη. Είναι «ο συντομότερος δρόμος ανάμεσα στους ανθρώπους» κατά Διονύση Σαββόπουλο.
Έτσι όταν μου ήρθε ένα μήνυμα «για δες αυτό, είναι σαν να γράφτηκε για σένα», αισθάνθηκα την εικόνα, της Σαχάρας να ποτίζεται από το Δούναβη.
Να, αν δεν ήταν τα τραγούδια –και οι άνθρωποι που τάγραψαν και τα τραγούδησαν και που τα άκουσαν και τα μετέφεραν- θα χρειαζόμουνα ψυχοφάρμακα.
Θα ήτανε ο Δούναβης αταίριαστος μέσα στην έρημη Αθήνα. Ενώ τώρα τον ακούω να κυλά.

ΜΑΙΡΗ (Παύλος Παυλίδης)
Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Θα πήγαινε αν μπορούσε κάθε βράδυ.
Σβήνουν τα φώτα κι η ταινία ξεκινά.
Λίγο μετά το πιο βαθύ σκοτάδι.

Βλέπει τους ανθρώπους στο πανί να τρέχουνε,
τόσο αγαπιούνται πια που δεν αντέχουνε
κι ο ένας τον άλλο σημαδεύει και πυροβολά.

Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Σ’αυτό το σπίτι δεν αντέχει άλλο.
Αυτοί οι τοίχοι της πλακώνουν την καρδιά.
Θέλει ένα χώρο κάπως πιο μεγάλο.

Θέλει μια ζούγκλα αριστερά κι απέναντι
μία Σαχάρα σιωπηλή κι απέραντη
κι ο Δούναβης κάπου στη μέση να κυλά.

Κλέφτες κι αστυνόμοι σαν τρελοί να τρέχουνε,
τόσο μισιούνται πια που δεν αντέχουνε
να ζουν οι μεν από τους δεν ξεχωριστά.

Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Τι να την κάνει την παλιά ζωή της;
Μου `στειλε μήνυμα γι’απόψε στις εννιά,
σε μια σκηνή να σκοτωθώ μαζί της.

Λέει πως θα είμαστε καταζητούμενοι,
ερωτευμένοι και πολύ χαρούμενοι,
Bonnie and Clyde έστω για μια βραδιά.

Κι έτσι πια θα ζήσουμε κι εμείς το ρίσκο μας,
στην Πατησίων και στο San Francisco μας,
γράφουν police και δω τα περιπολικά.

Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Θα πήγαινε αν μπορούσε κάθε βράδυ.
Μες τις οθόνες της αρέσει να κοιτά
όλα αυτά που ζούνε όλοι οι άλλοι.

Λέει πως θα είμαστε καταζητούμενοι,
ερωτευμένοι και πολύ χαρούμενοι,
Bonnie and Clyde έστω για μια βραδιά.

Κι έτσι πια θα ζήσουμε κι εμείς το ρίσκο μας
στην Πατησίων και στο San Francisco μας,
γράφουν police και δω τα περιπολικά.

‘Όπως οι άλλοι το Πάσχα”

mxΑπόψε περιμένω «όπως οι άλλοι το Πάσχα» την σκοτεινή τηλεόραση να δείξει τον Μάνο Χατζιδάκι.
Και είναι από τους λίγους ανθρώπους που όπως κι αν μιλήσει, και σε όποιο θέμα κι αν αναφερθεί –αναφέρθηκε- και το γύρω μας και το μέσα μας, έχει –είχε- έναν μοναδικό τρόπο να το ενώνει.
Μπλέκω τους χρόνους, πότε ενεστώτας και πότε αόριστος, μπλέκω και τις εποχές, αυτό που ήταν και αυτό που είναι τώρα.
Σαν Πάσχα, ακριβώς, σαν Ανάσταση δηλαδή.
Μέσα σε τόσο θάνατο, όταν ο άνθρωπος έχει αυτή τη δυνατότητα, να δικαιώνει το παρελθόν, να το κάνει υπαρκτό αντί για μηδενικό, αυτό είναι Ανάσταση, ουτοπική σαν και την άλλη, ελπιδοφόρα με έναν περίεργο τρόπο, μεταφυσικό σχεδόν.
Θα κάτσω απόψε να αναστηθώ και αύριο θα προσποιηθώ ότι δεν θάναι μια καινούργια μέρα.

Hey, world

Take a sad song and make it better

χάρισμα στο Ντίνο Χριστιανόπουλο

 

“λίγο νερό για τη σκόνη”

Παρακολουθώντας εκείνη την εκπομπή με τους μαγείρους και τους wannabe chefs, άκουσα από στόματος του ειδικού στη μαγειρική τη φράση «η πιο μεγάλη ανταμοιβή του μάγειρα είναι να βλέπει έναν άνθρωπο να χαμογελάει, μετά από μια μπουκιά, πάνω από το πιάτο που ετοίμασε».

Πρωτεΐκές ανάγκες και πρωτεϊκά πράματα, απλά αλλά καθόλου αυτονόητα.

Υποτίθεται ότι οι άνθρωποι δημιουργούν και προσφέρουν στην κοινωνία με προσδοκία ανταμοιβής, ας είναι και χρηματική και έμμεση γιατί έτσι είναι χτισμένη η κοινωνία, δεν γίνεται αλλιώς, και δεν είναι εφικτό να συναντιούνται πάντα ο παραγωγός κι ο καταναλωτής πάνω από το τραπέζι. Ό,τι  κι αν παράγει, ό,τι κι αν καταναλώνει κανείς.

Πάνω από ένα τραπέζι όμως βρέθηκα πρόσφατα με μία φίλη, καινούργια, μαζί και παλιά.

Παλιά, όχι μόνο γιατί στο έργο της είχα καταφύγει σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής μου, αλλά και γιατί με μερικούς ανθρώπους όσο αργά και να γνωρίζεσαι νοιώθεις ότι τους ήξερες –και με έναν περίεργο τρόπο σε ήξεραν – νοιώθεις την οικειότητα των κοινών εικόνων που μας έφεραν ως εδώ, στο σήμερα που ζούμε. Κοινή αισθητική, για να το πω με δυο ανεπαρκείς κουβέντες.

Κάποια στιγμή, σ΄ αυτή τη συνάντηση, η φίλη αυτή, και ενώ η κουβέντα ήταν ζωηρή, με κοίταξε και είπε «μα εσύ διψάς» . Και πάραυτα έκανε νόημα στον σερβιτόρο να μας φέρει νερό.

Αυτό που θέλω να πω, μ΄ αυτή την προσωπική εξιστόρηση είναι πως σαν τον μάγειρα, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που «έχουν αναπτυχθεί σε συνάρτηση με την αγάπη».  Άνθρωποι που είτε γράφουν, σαν την φίλη που ανέφερα, είτε μαγειρεύουν, ενδιαφέρονται αληθινά, άμεσα, ουσιαστικά για τους ανθρώπους που καταναλώνουν το έργο τους. Και προσφέρουν ένα ποτήρι νερό αναγνωρίζοντας, διαβάζοντας τη δίψα για ουσία.

Αυτό το τόσο απλό, να βρεθεί, να προσφερθεί και να θεραπεύσει την ανάγκη δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Και για τη νέα χρονιά, εύχομαι σε όλους τέτοιες στιγμές και τέτοια λόγια, λόγια που είναι από μόνα τους, έργα.