“Αρκαδία Χαίρε”

αρκαδια

 

Η ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή πολύ δύσκολα περιγράφεται. Μένεις με μία αίσθηση “πατρίδας” δυσεύρετη. Με την αίσθηση ότι έχεις μεγαλώσει με τον σκηνοθέτη στο ίδιο σπίτι, ή καλύτερα ότι σου παραχωρεί ένα δικό του με όλα τα αληθινά του παράθυρα ανοιχτά…

Πρέπει να την δω τουλάχιστον ακόμα μια φορά για να μπορέσω να την περιγράψω, την αίσθηση την αντίθετη της προσφυγιάς.

Ωστόσο μπορώ να προτείνω στον καθένα να τη δει.

danube in a bottle (αντί για ψυχοφάρμακα)

bottles

Τα τραγούδια έχουν μια μαγική δύναμη. Είναι «ο συντομότερος δρόμος ανάμεσα στους ανθρώπους» κατά Διονύση Σαββόπουλο.
Έτσι όταν μου ήρθε ένα μήνυμα «για δες αυτό, είναι σαν να γράφτηκε για σένα», αισθάνθηκα την εικόνα, της Σαχάρας να ποτίζεται από το Δούναβη.
Να, αν δεν ήταν τα τραγούδια –και οι άνθρωποι που τάγραψαν και τα τραγούδησαν και που τα άκουσαν και τα μετέφεραν- θα χρειαζόμουνα ψυχοφάρμακα.
Θα ήτανε ο Δούναβης αταίριαστος μέσα στην έρημη Αθήνα. Ενώ τώρα τον ακούω να κυλά.

ΜΑΙΡΗ (Παύλος Παυλίδης)
Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Θα πήγαινε αν μπορούσε κάθε βράδυ.
Σβήνουν τα φώτα κι η ταινία ξεκινά.
Λίγο μετά το πιο βαθύ σκοτάδι.

Βλέπει τους ανθρώπους στο πανί να τρέχουνε,
τόσο αγαπιούνται πια που δεν αντέχουνε
κι ο ένας τον άλλο σημαδεύει και πυροβολά.

Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Σ’αυτό το σπίτι δεν αντέχει άλλο.
Αυτοί οι τοίχοι της πλακώνουν την καρδιά.
Θέλει ένα χώρο κάπως πιο μεγάλο.

Θέλει μια ζούγκλα αριστερά κι απέναντι
μία Σαχάρα σιωπηλή κι απέραντη
κι ο Δούναβης κάπου στη μέση να κυλά.

Κλέφτες κι αστυνόμοι σαν τρελοί να τρέχουνε,
τόσο μισιούνται πια που δεν αντέχουνε
να ζουν οι μεν από τους δεν ξεχωριστά.

Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Τι να την κάνει την παλιά ζωή της;
Μου `στειλε μήνυμα γι’απόψε στις εννιά,
σε μια σκηνή να σκοτωθώ μαζί της.

Λέει πως θα είμαστε καταζητούμενοι,
ερωτευμένοι και πολύ χαρούμενοι,
Bonnie and Clyde έστω για μια βραδιά.

Κι έτσι πια θα ζήσουμε κι εμείς το ρίσκο μας,
στην Πατησίων και στο San Francisco μας,
γράφουν police και δω τα περιπολικά.

Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά.
Θα πήγαινε αν μπορούσε κάθε βράδυ.
Μες τις οθόνες της αρέσει να κοιτά
όλα αυτά που ζούνε όλοι οι άλλοι.

Λέει πως θα είμαστε καταζητούμενοι,
ερωτευμένοι και πολύ χαρούμενοι,
Bonnie and Clyde έστω για μια βραδιά.

Κι έτσι πια θα ζήσουμε κι εμείς το ρίσκο μας
στην Πατησίων και στο San Francisco μας,
γράφουν police και δω τα περιπολικά.

‘Όπως οι άλλοι το Πάσχα”

mxΑπόψε περιμένω «όπως οι άλλοι το Πάσχα» την σκοτεινή τηλεόραση να δείξει τον Μάνο Χατζιδάκι.
Και είναι από τους λίγους ανθρώπους που όπως κι αν μιλήσει, και σε όποιο θέμα κι αν αναφερθεί –αναφέρθηκε- και το γύρω μας και το μέσα μας, έχει –είχε- έναν μοναδικό τρόπο να το ενώνει.
Μπλέκω τους χρόνους, πότε ενεστώτας και πότε αόριστος, μπλέκω και τις εποχές, αυτό που ήταν και αυτό που είναι τώρα.
Σαν Πάσχα, ακριβώς, σαν Ανάσταση δηλαδή.
Μέσα σε τόσο θάνατο, όταν ο άνθρωπος έχει αυτή τη δυνατότητα, να δικαιώνει το παρελθόν, να το κάνει υπαρκτό αντί για μηδενικό, αυτό είναι Ανάσταση, ουτοπική σαν και την άλλη, ελπιδοφόρα με έναν περίεργο τρόπο, μεταφυσικό σχεδόν.
Θα κάτσω απόψε να αναστηθώ και αύριο θα προσποιηθώ ότι δεν θάναι μια καινούργια μέρα.

Hey, world

Take a sad song and make it better

χάρισμα στο Ντίνο Χριστιανόπουλο

 

“λίγο νερό για τη σκόνη”

Παρακολουθώντας εκείνη την εκπομπή με τους μαγείρους και τους wannabe chefs, άκουσα από στόματος του ειδικού στη μαγειρική τη φράση «η πιο μεγάλη ανταμοιβή του μάγειρα είναι να βλέπει έναν άνθρωπο να χαμογελάει, μετά από μια μπουκιά, πάνω από το πιάτο που ετοίμασε».

Πρωτεΐκές ανάγκες και πρωτεϊκά πράματα, απλά αλλά καθόλου αυτονόητα.

Υποτίθεται ότι οι άνθρωποι δημιουργούν και προσφέρουν στην κοινωνία με προσδοκία ανταμοιβής, ας είναι και χρηματική και έμμεση γιατί έτσι είναι χτισμένη η κοινωνία, δεν γίνεται αλλιώς, και δεν είναι εφικτό να συναντιούνται πάντα ο παραγωγός κι ο καταναλωτής πάνω από το τραπέζι. Ό,τι  κι αν παράγει, ό,τι κι αν καταναλώνει κανείς.

Πάνω από ένα τραπέζι όμως βρέθηκα πρόσφατα με μία φίλη, καινούργια, μαζί και παλιά.

Παλιά, όχι μόνο γιατί στο έργο της είχα καταφύγει σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής μου, αλλά και γιατί με μερικούς ανθρώπους όσο αργά και να γνωρίζεσαι νοιώθεις ότι τους ήξερες –και με έναν περίεργο τρόπο σε ήξεραν – νοιώθεις την οικειότητα των κοινών εικόνων που μας έφεραν ως εδώ, στο σήμερα που ζούμε. Κοινή αισθητική, για να το πω με δυο ανεπαρκείς κουβέντες.

Κάποια στιγμή, σ΄ αυτή τη συνάντηση, η φίλη αυτή, και ενώ η κουβέντα ήταν ζωηρή, με κοίταξε και είπε «μα εσύ διψάς» . Και πάραυτα έκανε νόημα στον σερβιτόρο να μας φέρει νερό.

Αυτό που θέλω να πω, μ΄ αυτή την προσωπική εξιστόρηση είναι πως σαν τον μάγειρα, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που «έχουν αναπτυχθεί σε συνάρτηση με την αγάπη».  Άνθρωποι που είτε γράφουν, σαν την φίλη που ανέφερα, είτε μαγειρεύουν, ενδιαφέρονται αληθινά, άμεσα, ουσιαστικά για τους ανθρώπους που καταναλώνουν το έργο τους. Και προσφέρουν ένα ποτήρι νερό αναγνωρίζοντας, διαβάζοντας τη δίψα για ουσία.

Αυτό το τόσο απλό, να βρεθεί, να προσφερθεί και να θεραπεύσει την ανάγκη δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Και για τη νέα χρονιά, εύχομαι σε όλους τέτοιες στιγμές και τέτοια λόγια, λόγια που είναι από μόνα τους, έργα.

merry crisis and a happy new fear

(αγνώστου)