“Το σπίτι μου και το αλλού μου”

mk

ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ», ΕΣΤΙΑ 2010, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΧΑΡΗΣ

Ο Μίλαν Κούντερα δίνει-κατά μία αφόρητα κλισέ έκφραση- «ραντεβού με την ιστορία» του μυθιστορήματος. Κι ας μην παραπέμψει η έκφραση σ΄εκείνα τα χρόνια που οι πολιτικοί δανείζονταν ή επινοούσαν λογοτεχνίζουσες φράσεις για να στολίσουν την φιλόδοξη περσόνα τους. Αυτό άλλωστε αντίκειται στο όλο ύφος και το νόημα του συνολικού έργου του συγγραφέα που η πολιτική του τοποθέτηση ήταν και απ΄ ό,τι φαίνεται παραμένει υπέροχα «προσωπική, εκκεντρική, ανεξάρτητη, απείθαρχη»
“Tο σπίτι μου και το αλλού μου». Σ’ αυτές τις λέξεις μου φάνηκε ότι μαζεύτηκε όλο το νόημα της συνάντησης, της πιο πρόσφατης ανάμεσα στην γράφουσα το παρόν με τον Κούντερα που εμφανίστηκε γοητευτικός όσο ποτέ, λεπτεπίλεπτα αυτοσαρκαστικός, ρεαλιστής. Ανετος με το υλικό και τον τρόπο που το κατέχει. Στο βιβλίο που δεν ονομάζεται μυθιστόρημα αλλά «δοκίμιο για το μυθιστόρημα», παίρνει ως αφορμή την ιστορία του μυθιστορήματος για να μιλήσει, χωρίς μύθο αλλά με ραχοκοκαλιά, για τη σημασία του μύθου τόσο από τη θέση του γραφιά όσο και του αναγνώστη. Μιλάει για τα ανθρώπινα πάθη, τη μουσική, το χιούμορ, τη μνήμη, τη φιλία. Για την ταυτότητα σε συνάρτηση με τη μνήμη.
Τσαλακωμένος όμορφα από τον χρόνο, πιο ευανάγνωστος και πιο απελευθερωμένος από τότε που μας έπαιρνε από το χέρι και μας ταξίδευε με την διεισδυτική του ματιά, εκεί στο λεγόμενο «ανατολικό» κομμάτι της Γηραιάς Ηπείρου. Tι ήταν αλήθεια τότε; Τσέχος ή μελλοντικός Γάλλος; Ή ένας φτιαγμένος Ευρωπαίος πίσω από το σιδερένιο παραπέτασμα που απλά έβλεπε μακριά; Ο ίδιος δηλώνει «Γαλλοτσέχος», γράφει στα Γαλλικά, ζει στη Γαλλία, αυτοεξόριστος (; ) Ε, όχι πια, δεν έχει νόημα η λέξη «αυτοεξορία» στη σύγχρονη Ευρώπη.
Η γοητεία της αφήγησης καθώς ιστορικά στοιχεία από τη λογοτεχνία και την Ιστορία μπερδεύονται με στοχασμό, έγκειται στον ιδιότυπό του τρόπο να είναι οικουμενικός και εξομολογητικός και στη χρήση της γλώσσας. Στις σχεδόν φιγουρατζίδικες παρενθέσεις που ανοίγει –ξέρει τι κάνει και ξέρει ότι το κάνει καλά-. Σαν φωτισμένος δάσκαλος που ξέρει να ξεφεύγει από τους τύπους και να αναζητάει, να αναδεικνύει, βήμα βήμα την ουσία.
Εχει την ικανότητα να εστιάζει σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, να καταγράφει πότε την αδιόρατη λεπτομέρεια, πότε τον κοινωνικό περίγυρο, να πετάει πάνω απ΄ τα πράματα με τα έμπειρα φτερά και να μην χάνει ούτε το δάσος ούτε την ομορφιά αλλά και την ματαιότητα των πιο μικρών πραγμάτων. Και να προσγειώνεται απαλά με την «αβάσταχτη ελαφρότητα» του άπατρι, στο μέλλον.
Ποιος γράφει τη λογοτεχνία; Το ερώτημα είναι απλό. Και η απάντησή σ΄αυτό, αυτονόητη. Ποιος γράφει την ιστορία της όμως; Με τον ίδιο τρόπο που η Ιστορία δεν αποτυπώνεται επισήμως με τους ήρωες και τους ανδριάντες, η λογοτεχνία γράφεται στη μνήμη μέσω των επαναναγνώσεών της που έχουν κάτι να πουν στο σήμερα.
Η μόνιμη φαντασίωση όπου η «επίσημη αγαπημένη» γυναίκα αποδέχεται την ερωμένη που συναντάμε σαν λάϊτ μοτίβ σε τόσα άλλα έργα του Κούντερα, ίσως εδώ να μεταφράζεται σε ορισμένα άλλα ζεύγη θηλυκών οντοτήτων πέρα από το ζεύγος των ουδετέρων (του «σπιτιού και του αλλού») του: την λογοτεχνία και την ιστορία, την παιδική ηλικία και τη μοναξιά, την πίστη σε μια πεποίθηση και την πίστη σ΄έναν φίλο, την Ευρώπη του Φελλίνι και εκείνην του Μπερλουσκόνι, την εποχή του έρωτα και την εποχή των εισαγγελέων, την ωμότητα και την ομορφιά, και κάτι που μας αφορά, την Ελλάδα και τη θέση της…( Πού ανήκομεν, τελικά; Να, ο Μίλαν θέτει κι αυτό το ερώτημα ανάμεσα σε άλλα και μας τοποθετεί σ έναν ιδεατό και ίσως ποθούμενο «μεσαίο χώρο» στη γεωγραφία και στην αντίληψη του κόσμου με βάση την δική μας ιστορία και τους μύθους μας.)
Ο ώριμος και άπατρις συγγραφέας έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας και παίζει με φαντασία και σοβαρότητα με την παγκόσμια λογοτεχνία. Την γδύνει, της αφαιρεί κατά τη συνήθειά του ό,τι σοβαροφανές και περιττό και κερδίζει τη συνάντηση και το στοίχημα με το χρόνο.
΄Ισως μια νύχτα που κατάλαβε ότι «φορούσε απλώς» (η νύχτα) « ανάποδα το νυχτικό της». Και με τον «έρωτα ενός δασκάλου γονατισμένου μπροστά σε ένα ηλιοτρόπιο»…

Δημοσιεύεται στο Βακχικόν τεύχος 21

Advertisements

ΒΙΜ ΒΕΝΤΕΡΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

Παραθέτω ένα  “αποταμιευμένο” άρθρο από την από την Ελευθεροτυπία. Με τα λόγια του Βιμ Βέντερς για την Ευρώπη. Κι εκείνη την ατάκα από τα Φτερά του, όπως την θυμάμαι μέσες άκρες “Γιατί ποτέ δεν τραγουδιέται η ειρήνη;”
Enjoy.
 

“Μια άλλη όμως άποψη, αυτή του Γερμανού σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, βλέπει τα ευρωπαϊκά θέματα από την πολιτιστική σκοπιά, θέματα που τα θεωρεί ατού των Ευρωπαίων πολιτών:

«Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ευρώπη είναι fucked, χαμένη υπόθεση, αν σκεφτούμε την αποτυχία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, την πραγματική πολιτική επιρροή της, την έλλειψη ενθουσιασμού για την ευρωπαϊκή ιδέα, όπως προκύπτει από τις γνώμες των πολιτών της, σήμερα. Οι Ευρωπαίοι έχουν βαρεθεί την Ευρώπη…

Από μια άλλη πλευρά, όταν την παρατηρούμε απ’ έξω, η Ευρώπη είναι ένας επίγειος παράδεισος, η Γη της Επαγγελίας. Εδώ και δύο μήνες το παρατηρώ από το Σικάγο και από τη Νέα Υόρκη, το Τόκιο και το Ρίο, από την Αυστραλία και από την “καρδιά” της Αφρικής, το Κονγκό, και την τελευταία εβδομάδα από τη Μόσχα.

Σας το λέω: από παντού η Ευρώπη φαίνεται διαφορετική από ό,τι τη βλέπουμε εμείς, αλλά πάντα σαν παράδεισος, σαν ένα όνειρο της ανθρωπότητας, ένα λίκνο ειρήνης, ευμάρειας και πολιτισμού.

Οσοι ζουν από καιρό στην Ευρώπη έχουν κουραστεί. Εκείνοι που δεν ζουν σ’ αυτήν, που ζουν αλλού, θέλουν να μπουν με κάθε τρόπο.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω το ερώτημα: γιατί η Ευρώπη μου φαίνεται τόσο “ιερή” όταν τη βλέπω από μακριά; Και γιατί μου φαίνεται τόσο χυδαία, αδιάφορη, σχεδόν πληκτική όταν γυρίζω;

Οταν ήμουν νέος, ονειρευόμουν μια Ευρώπη χωρίς σύνορα. Σήμερα ταξιδεύω δεξιά και αριστερά χωρίς να δείχνω το διαβατήριό μου, πληρώνοντας με το ίδιο νόμισμα (ακόμη κι αν προφέρεται παντού με διαφορετικό τρόπο). Πού στην ευχή πήγε αυτή η συγκίνηση;

Εδώ στο Βερολίνο είμαι Γερμανός με όλη μου την καρδιά. Αλλά με το που φτάνουμε στην Αμερική δεν λέμε ότι είμαστε από τη Γερμανία, τη Γαλλία ή από αλλού, αλλά από την Ευρώπη. Για τους Αμερικανούς η Ευρώπη είναι συνώνυμο του πολιτισμού, της ιστορίας, του στιλ και του ευ ζην. Είναι το μόνο πράγμα που τους κάνει να αισθάνονται περίεργα κατώτεροι.

Ακόμη και από την Ασία ή από άλλες γωνιές του κόσμου, η Ευρώπη θεωρείται εστία της ανθρώπινης ιστορίας, της αξιοπρέπειας και ακόμη μία φορά του πολιτισμού. Η Ευρώπη έχει ψυχή. Δεν είναι ούτε η πολιτική της ούτε η οικονομία της. Πάνω από όλα είναι ο πολιτισμός.

Ομως, ανησυχώ. Για τους πολίτες της, όπως και για τον υπόλοιπο κόσμο η Ευρώπη εμφανίζεται πάντα, πρώτα απ’ όλα, ως οικονομική δύναμη, με πολιτικά και χρηματιστηριακά όπλα, αλλά ποτέ πολιτιστικά. Η Ευρώπη δεν μάχεται στο πεδίο των συγκινήσεων. Ποιος, όμως, αγαπά τη χώρα του για την πολιτική ή την οικονομία της; Κανείς!

Ζούμε την εποχή της εικόνας. Σήμερα κανένας άλλος τομέας δεν έχει τόση εξουσία από την εικόνα. Βιβλία, εφημερίδες, θέατρο… Κανείς δεν συναγωνίζεται με την ισχύ της κινούμενης εικόνας του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Γιατί σήμερα στην Ευρώπη, όπως και αλλού, το “πάμε σινεμά” ισοδυναμεί με το “να δούμε μια αμερικανική ταινία”; Διότι οι Αμερικανοί έχουν καταλάβει εδώ και καιρό αυτό που συγκινεί τους ανθρώπους, αυτό που τους κάνει να ονειρεύονται. Και έθεσαν σε εφαρμογή αυτή τη γνώση με ριζοσπαστικό τρόπο. Ολο το “αμερικανικό όνειρο” είναι μια επινόηση του κινηματογράφου που έκανε όλο τον κόσμο να ονειρεύεται. Δεν θέλω να μειώσω αυτή την ιδέα, αλλά να θέσω ένα ερώτημα: ποιος ονειρεύεται το ευρωπαϊκό όνειρο;

Η αλήθεια είναι πως οι μύθοι μας δεν μας ανήκουν πια. Τίποτε δεν σημαδεύει το φαντασιακό της σύγχρονης κοινωνίας τόσο βαθιά και με τόση διάρκεια όσο ο κινηματογράφος. Ομως, δεν έχουμε πια τον έλεγχο, δεν μας ανήκει πια. Οι δικές μας επινοήσεις έχουν φύγει από τα χέρια μας.

Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος υπάρχει σε καμιά πενηνταριά χώρες, αλλά οι ευρωπαϊκές ταινίες δεν έχουν την ίδια βαρύτητα. Οι εικόνες αυτού του ευρωπαϊκού κινηματογράφου θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο να αναγνωριστεί σε αυτόν μια ολόκληρη νέα γενιά. Θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την Ευρώπη με συγκίνηση, με δύναμη. Αυτές οι ταινίες θα μπορούσαν να ήταν ο σταθμός της ευρωπαϊκής σκέψης στον κόσμο, όμως αφήσαμε αυτό το όπλο να μας φύγει μέσα από τα χέρια μας.

Χρησιμοποίησα τη λέξη “όπλο” επειδή οι εικόνες είναι τα πιο ισχυρά όπλα του 21ου αιώνα. Δεν θα υπάρξει “ευρωπαϊκή συνείδηση”, δεν θα υπάρξει συγκίνηση γι’ αυτή την ήπειρο, μελλοντική ευρωπαϊκή ταυτότητα, πραγματική σχέση όσο δεν καταφέρνουμε να δείξουμε τους δικούς μας μύθους, την Ιστορία μας, τα αισθήματά μας.

Η Ισπανία δεν έχει καλύτερο πρεσβευτή από τον Πέντρο Αλμοδόβαρ, η Βρετανία από τον Κεν Λοτς και η Πολωνία από τον Αντρέι Βάιντα ή τον Ρομάν Πολάνσκι. Αν και έχει πεθάνει εδώ και δεκατρία χρόνια, ο Φεντερίκο Φελίνι ενσαρκώνει πάντα την ιταλική ψυχή. Ιδού τι κάνει ο κινηματογράφος: δημιουργεί και δίνει σχήμα στη δική μας συνείδηση και σε αυτή των άλλων. Δημιουργεί μια ευρωπαϊκή ιδέα, μια ευρωπαϊκή βούληση, αυτή την ευρωπαϊκή “ψυχή” για την οποία μιλά όλος ο κόσμος».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 03/04/2007

τα σημεία των καιρών…

 ωχριούν απέναντι στα σημάδια του μετεό. Κοιτάω με αγωνία, ως Εγγλέζα γριά που συζητάει το weather, πότε επιτέλους θα δροσίσει;

Από την άλλη ενθουσιάστηκα τις προάλλες με το Λονδίνο, μου λείπει και με μελαγχολεί, όχι ο γκρίζος του καιρός αλλά το εντελώς αντίθετο. Το νοσταλγώ βαριά αυτό το κλίμα, τα εικοσάρια της Ευρώπης, καλοκαίρι.

Μα δεν μπορώ να πάω εκεί, ντρέπομαι που είμαι Ελληνίδα, μεταξύ άλλων.

Ντρέπομαι και για τα σχόλια που άκουσα για τη «ρηχή γιορτή». Αυτό που κορυφώνει με τον Paul Mccartney είναι η ίδια η ιστορία της ζωής μου. Τόσο αλλιώτικη, λοιπόν;

Αλλιώτικη, και όμως Ελληνίδα. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα παιδιά, σε λάθος χώρα.

Μια Ελληνίδα που δεν πίστευε ποτέ πως είναι περιούσια κανενός θεού. Μια Ελληνίδα που ανακήρυσσε θεούς τους περιούσιους ανθρώπους των ανθρώπων. Που προσέβλεπε στους ξένους, στους αλλιώτικους, σε όσους ήταν διαφορετικοί, σε όσους ήθελαν ν΄αλλάξουν κάτι, για να μάθει κάτι.

Κοιτάω αχόρταγα το BBC και το Αγγλόφωνο το Ντόϊτσε Βέλλε (πόσο αλλάζουν οι καιροί, όσον αφορά το τελευταίο…). Κοιτάω βουλιμικά ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ. Τη βόρεια Ευρώπη τη λιπμίζομαι, μου τρέχουν σάλια. Βρεμένα καλντερίμια και αίθουσες συναυλιών, καμάρες κι αγορές, υγρά γκαζόν, πισίνες που μυρίζουν χλώριο, αθόρυβα αυτοκίνητα που διασχίζουν πόλεις μες την νύχτα. Μουσεία, ναι, γεμάτα κι ανοιχτά, αρμόνια σε καθεδρικούς, βόλτες σε βρώμικα ποτάμια.

Όλα μου λείπουν σαν τρελά, τα θέλω μες τη ζέστη της Αθήνας.

Θέλω Octoberfest  Γερμανικό, θέλω Βρετανικό καιρό, βροχή και σύννεφα, μουντίλα. Θέλω ορίζοντα Ολλανδικό, Αυστριακό καφέ, Ιταλική κοκεταρία και εθνική οδό κάτω απ΄ τα πόδια μου να τρέχει. Θέλω τα πεζοδρόμια χωρίς λακούβες και σκατά, που μου επιτρέπουνε να περπατάω και κοιτάζω μακριά, να σκέφτομαι πιο καθαρά, να ονειρεύομαι χρωματιστά, επάνω στον συννεφιασμένο ουρανό τους.

Θέλω να μελετήσουμε ξανά τη διαφορά θερμοκρασίας του βιολιού  (!) και την επίπτωση της συγκατοίκησης στα polyamory  ζευγάρια. Θέλω ένα κάρο τέτοιες άχρηστες, πολυτελείς πληροφορίες κι έρευνες, θέλω σκυμμένα τα κεφάλια σε βιβλία να αποκρυπτογραφούν αρχαίες γραφές, αρχαιολόγους να κοιτάνε τα σπασμένα με λατρεία, θέλω καινούργιους νόμους και κανόνες προοδευτικούς και διαφορετικούς και ας μου λένε «τι τα θέλεις τα καθίσματα είναι άδεια στο Λονδίνο, αυτά μπορούν να τα πραγματοποιούν  γιατί  ήταν κάποτε αυτοκρατορία…».

Εμένα πάντα θα με θέλγει το αλλιώτικο αυτό, αυτό το δροσερό τους κλίμα και η έλλειψη του πάθους.
Η ψυχραιμία και η ψύχρα που μας έλλειψε τρελά στον θερμαινόμενο πλανήτη.

EU sayonara

Πώς λένε «ναι» και «όχι», στα Κινέζικα;

Τσιν, τσαν, τσον, λέει ο λαός…

Δεν έλεγα τίποτα άλλο, η γκαντέμω;

Θα αποκτήσουμε όπου νάναι κινέζικους μισθούς, κινέζικα ανθρώπινα δικαιώματα, κίτρινο τύπο έχουμε, οκ, το κίτρινο του μίσους τόχουμε και είμαστε έτοιμοι…

Έχουμε και ΚΚΕ που χρόνια τώρα οραματίζεται την εθνική μας μοναξιά μακριά από τα μονοπώλια…

Τι άλλο θέλουμε; Όλα τάχουμε. Μας έδωσαν μας έδωσαν μια νύχτα στους Κινέζους.

(η Αμερική χρωστάει στην Κίνα, η Ευρώπη μας σιχάθηκε, να παίρνουμε και να ξαναζητάμε και να την κατηγορούμε για τα ΔΙΚΑ ΜΑΣ λάθη –γιατί δεν μας το τράβηξε το αυτάκι όταν είμασταν κακά παιδιά, ε; -. Η Ευρώπη ακόμα κι αν μας ήθελε για παραλία, ακόμα κι αν φοβόταν μόνο μήπως την κολλήσουμε –και γιατί όχι δηλαδή;- μας πετάει κατά Κίνα, κατά Κατάρ, κατά Ινδία, κατά Ρωσία μεριά. Εκεί είναι οι καινούργιοι τοκογλύφοι. )

Τσιν τσαν τσον

Χτύπα τα πόδια σου Κινέζα
για να μην κόψει η μαγιονέζα

Το Βερολίνο, η Ακρόπολη κι ο Ροδόλφος

 

Την προηγούμενη χρονιά πήγα δύο φορές στο Βερολίνο. Στην άλλοτε διχασμένη πόλη που είχα την αίσθηση ότι μέσα της είναι το κέντρο των αλλαγών σε όλη την Ευρώπη.

Ήρθαν τα καταιγιστικά γεγονότα και το επιβεβαίωσαν τους επόμενους μήνες. Επειδή χρωστάγαμε ως κράτος, επειδή οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, επειδή ζούμε σε περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, κρεμαστήκαμε από τα χείλια των Γερμανών για να ακούσουμε ποια οικονομική σχέση θα μας έριχνε στο γκρεμό ή θα μας «έσωζε». Το περίφημο spread που θα δήλωνε με τι επιτόκιο μεγαλύτερο θα μπορούσαμε να δανειστούμε εμείς οι Ελληνες, έναντι εκείνου που χορηγούνταν στους Γερμανούς.

Ακούστηκαν πολλά και διάφορα για τους Γερμανούς και ξεθάφτηκαν έχθρες και θέματα που υποτίθεται ότι είχαν κλείσει από καιρό, μ΄  αυτή την ευκαιρία.

Άλλο θέλω να πω όμως. Οι Γερμανοί βγάζουν στο φως τις αιτίες που τους οδήγησαν, που οδήγησαν τον Γερμανικό λαό πριν από τον Β΄Πόλεμο μ΄ αυτή την έκθεση, στη συναίνεση στο έγκλημα. Και καλούν σε διεθνή προβληματισμό τον καθένα που σκέφτεται τα λάθη του παρελθόντος και τα απεύχεται.

Άκουσα και προχτές στη Γερμανική γλώσσα, που δεν μιλάω, την έκφραση “selbs critique”, σε ένα ντοκιμαντέρ. Δεν ξέρω καν αν την γράφω σωστά. Δεν μιλάω γερμανικά. Kαι αυτό, που διάβασα στο Βερολίνο σε έναν τοίχο πολυκατοικίας αφού μου το μετέφρασαν:  

“DIE MAUER VERLÄUFT ZWISCHEN OBEN UND UNTEN, ZWISCHEN DIR UND MIR”

ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ ΠΕΡΝΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤΩ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΕΜΕΝΑ…

Αλλά εκτός από όλα αυτά, εκεί, στη Γερμανία, ένοιωθα, χωρίς να καταλαβαίνω παρά ελάχιστα από τη γλώσσα τους ότι το «ναι» σήμαινε ναι, το «όχι», όχι, και όχι «θα δούμε» και «ίσως».

Το «αύριο, τάδε ώρα», αύριο, τάδε ώρα, και όχι «όποτε με βολέψει».

Και το «σελμπς κριτίκ», αυτοκριτική.

Στη γλώσσα μου έχω ακούσει τα πιο μεγάλα ψέματα, τις πιο φτηνές δικαιολογίες, τα πιο παχιά και πιο χωρίς αντίκρισμα ωραία λόγια.

Οι Γερμανοί αισθάνονται (συν)υπεύθυνοι για το πιο μεγάλο έγκλημα των προγόνων τους. Εμείς, τζάμπα μάγκες για την κληρονομιά που βρήκαμε, την πιο ωραία γλώσσα του κόσμου και που δι΄ αυτής λέμε τα πιο σκοτεινά ψέματα.

Τί είναι πιο μεγάλο όνειδος; να κληρονομήσεις τα πιο μεγάλα εγκλήματα και να τα εκθέτεις σε μουσείο για να μην ξαναγίνουν, ή να κληρονομείς το μεγαλύτερο μνημείο ανθρωπισμού, την Ακρόπολη, και να μην μπορείς να το εκθέσεις σε μουσείο;

Αλλά μόνη μου ρωτάω, και μόνη μου μιλάω.

Και εκείνο το selbs critique δεν μεταφράζεται στα Ελληνικά, γιατί δεν υπάρχει ως έννοια σ΄ αυτή τη γλώσσα που γράφω, και δυστυχώς σκέφτομαι, μόνη.

  • Calendar

    • September 2017
      M T W T F S S
      « Jul    
       123
      45678910
      11121314151617
      18192021222324
      252627282930  
  • Search