Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο, Δ. Χ. Φωτόπουλου

«…τα πάντα ανθισμένα, αρχές καλοκαιριού, αρχές του εβδομήντα»

 

 

«Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο», Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου, εκδ. Αιώρα, 2015

 

Τη διάκριση ανάμεσα σε «Παρτσαλιδικούς και Κολιγιαννικούς» ποιος να τη θυμάται άραγε; Όταν τη διάβασα στις σελίδες από «Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο» και προχωρώντας στην ανάγνωσή μου διαπίστωνα σταδιακά ότι κι άλλα «φαινόμενα», ιδεολογικά και αισθητικά ακόμα και συναισθηματικά είχε να μας διηγηθεί ο Δημήτρης Φωτόπουλος για την εποχή της νιότης. Προσπαθούσαμε εν μέσω δικτατορίας να βρούμε άκρη μαθαίνοντας, ταξιδεύοντας, γεωγραφικά και νοερά σε τόπους πιο ελεύθερους…

Οι εννέα αυτοβιογραφικές αφηγήσεις με τη μορφή αυτόνομων διηγημάτων, ενδεχομένως να περιέχουν και στοιχεία μυθοπλασίας που διανθίζουν τις μνήμες. Ο συγγραφέας αναπαριστά με τον δικό του, κλιμακούμενο λυρικό και μαζί ελλειπτικό τρόπο, τις περιοχές του κόσμου που επισκέφθηκε ή έζησε, τι είδε, τι άκουσε και πώς αποκωδικοποίησε τον κάθε χώρο. Σταθεροί καταλύτες οι άνθρωποι, δικοί του, Έλληνες και ξένοι, φίλοι εγκάρδιοι ή περιστασιακοί, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην κατανόηση του κλίματος και της νοοτροπίας του κάθε τόπου, στον τρόπο που ο αφηγητής τον οικειοποιείται για να τον αποδώσει γλαφυρά.

Ο ευφυής και παρατηρητικός περιηγητής στήνει ως σκηνικό τις ξένες χώρες και ενσωματώνει στην εκάστοτε εντύπωση από τον πολιτισμό, εμπειρίες ανθρώπινες, ατομικές, χρωματιστές. Σε αντίθεση με το εξώφυλλο όπου οι μαυρόασπροι τόνοι παραπέμπουν: η ματιά του, σινεφίλ, φιλόμουση, αστικής αισθητικής –και με τις δύο έννοιες της λέξης- αφορά στις πόλεις, στην ιστορία αλλά και στο «σήμερα», όποτε κι αν αυτό υπήρξε. Η ματιά εστιάζει πότε κοντά και πότε μακριά στα οικήματα που πέρασε νύχτες με ή χωρίς τους ανθρώπους∙ σε καταστάσεις ρομαντικές, ακτιβιστικές, μοναχικές, συντροφεμένες, τραγελαφικές, δραματικές, από όλα έχει ο μπαξές. Οι εικόνες που καταγράφει είναι από κείνες που μπορεί να ξεθωριάζουν αλλά δεν σβήνουν. Και οι χαρακτήρες ολοζώντανοι, «φωτογραφημένοι», κινηματογραφημένοι, για να είμαι πιο ακριβής.

Όντως «τα πάντα» φαίνονταν «ανθισμένα, αρχές καλοκαιριού». Ως αναγνώστρια θυμήθηκα πώς μας φάνταζε η Ευρώπη και η Αμερική της δεκαετίας του εβδομήντα -όπως και στον κοσμοπολίτη γράφοντα-παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, πώς αντιλαμβανόμαστε το κλίμα εκείνο: Θυμήθηκα ότι η στράτευση ξεκινούσε από την πολιτική βιβλιογραφία, εκτεινόταν εντονότατα στα έδρανα της γνώσης για να απομυθοποιηθεί (ή να εξιδανικευθεί;) όταν κάποιος ερχόταν σε άμεση επαφή με την καθημερινότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η γόνιμη περιέργεια και ερευνητική διάθεση έσπρωχνε όποιον είχε την καλή τύχη και επιλογή των ταξιδιών να ψάχνει και να βρίσκει παντού: Η τέχνη συμβάδιζε με τις φιλίες και τις σχέσεις, η κλασσική κουλτούρα τάπινε παρέα με τη τζαζ, τα φιλοσοφικά ρεύματα έμπαιναν στο τραπέζι. Χιούμορ και αλληλεγγύη, ξενύχτια και ατέρμονες κουβέντες, συντροφικές αυταπάτες αλλά και ανεπαίσθητες κινήσεις αντίστασης στη χούντα, «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» εκτός των επίσημων κομματικών γραμμών. Και αν δεν ήταν όλα ανθισμένα, υπήρχε όραμα, μια αίσθηση αρχής καλοκαιριού, μιας επικείμενης εκ βάθρων αλλαγής και άνθισης του μέσα και του έξω κόσμου.

Οι νύξεις του συγγραφέα δείχνουν προς τη πλευρά μιας καλά θεμελιωμένης ερμηνείας του κόσμου, μαρξιστικής, χωρίς ωστόσο να πρόκειται για παπαγαλισμό συνθημάτων ή «τσιτάτων» -θυμήθηκα και αυτή την έκφραση- αλλά για τη προσπάθεια εκείνης της γενιάς να επιβεβαιώσει μέσω του βιώματος μια κοσμοθεωρία ικανή να γίνει άξονας ζωής. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, σχεδόν με τρυφερότητα, ο Δ.Φ. ανατρέπει και τσαλακώνει ανάμεσα απ΄τις γραμμές τα άκαμπτα μοντέλα…

Τα αναγνώσματα δείχνουν τη δίψα για τη χαρά της ζωής, το φαγητό, το ποτό και τον έρωτα, τον ανοιχτό ορίζοντα, που οδηγούν τον νέο σε διαλόγους και συνευρέσεις «ανοιχτές», χωρίς προδιαγεγραμμένες απαντήσεις σε μια συνεχή αναζήτηση απελευθερωτικής –εσωτερικά- παιδείας . Μαθαίνει από τους Έλληνες –και όχι μόνο- της διασποράς, από τους άλλους, μετανάστες ή όχι, κάνει ακτιβισμό μαζί τους, μαθαίνει από το άνοιγμα στο μυαλό που προσφέρει η απόσταση από τη πατρίδα και τις ανελεύθερες συνθήκες της, από τις παραδοξότητες των ανθρώπων ποικίλων και πολύχρωμων που συναναστρέφεται με την αθωότητα και την γόνιμη περιέργεια που διακρίνει τη νεότητα. Η εναργής παράθεση και περιγραφή, γεγονότων, διαλόγων και καταστάσεων χαρακτηρίζονται από αποστασιοποίηση –άλλο μέγα ζητούμενο της εποχής εκείνης- που επιτρέπει στον αναγνώστη να «ταξιδεύει» στο διπλανό κάθισμα, στο τρένο, να τρέχει μέσα στο αυτοκίνητο, να πίνει στο ίδιο μπαρ, να μεθάει, να ερωτεύεται, να παθαίνει, να μαθαίνει…

Η εποχή και οι χώρες συστήνονται με ειλικρίνεια και γλώσσα καθαρή. Ο τότε κόσμος, «Ευρωπαϊκός», δυτικός εν γένει, -απελευθερωμένος, οργανωμένος και δημοκρατικός σε σχέση με την Ελλάδα- τόσο που να τα χωράει όλα από τον ακτιβισμό και την νεανική «αλητεία» ως το ποδόσφαιρο. Οι ανθρώπινες σχέσεις διαγράφονται με εξαιρετική λεπτότητα, σαν ο συγγραφέας να θέλει να τιμήσει και να διαιωνίσει με την τέχνη του, ανεξάρτητα από τις απορρίψεις, τις γυναίκες κυρίως, που τον σημάδεψαν. Πόση μαεστρία χρειάζεται αλήθεια για να αφηγηθεί κανείς μέσα στις ίδιες σελίδες εμπειρίες έντονες, και να συνυπάρξουν ταυτόχρονα η φρίκη του Βιετνάμ με τη σφοδρότητα ερώτων ναρκοθετημένων;

 

Δημήτρης X. Φωτόπουλος

Ο Δημήτρης Χ. Φωτόπουλος

 

Προφανώς τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει ο Δ.Φ. πριν βάλει σε χαρτί αυτές τις διηγήσεις και πριν αποφασίσει να κάνει το βήμα προς την έκδοση, οι πτήσεις του πάνω από τη γη έγιναν και μέσω μεγάλης εξοικείωσης με τη φαντασία και τη γοητεία της λογοτεχνίας, και πώς αλλιώς;. Το έργο αυτό, και ανεξάρτητα από τις συχνές διακειμενικές αναφορές του, δείχνει ότι ο συγγραφέας του ταξίδεψε μακριά διαβάζοντας, και ότι ακόνισε την ευαισθησία που απαιτείται για να διακρίνεις μέσα στις μεγαλουπόλεις το πέταγμα ενός φλαμίνγκο όταν κερδίζει ύψος στον μολυσμένο τους αέρα.

Προφανώς τα ταξίδια θάταν κι «εσωτερικά» (και όχι Παρτσαλιδικά)!

Δημοσιεύεται στο Fractal

Advertisements