Επιτάφιος

epitaph

“πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γι’ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν»

Γ. Σεφέρη, Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους
***

Πάνω από πεθαμένους και απόντες, πάνω από τους λιποτάκτες τι μπορείς να πεις;

Οι λιποτάκτες σου δώσαν ένα εξαπτέρυγο στο χέρι και σε καταδίκασαν, νάσαι παιδί απροστάτευτο, να τους ξανασυνοδεύεις κάθε άνοιξη σ΄ ένα ταξίδι άδηλο, παιδί μονάχο μ΄ένα κοντάρι πολύ πιο ψηλό από το μπόϊ του, να ξεπροβοδίζει…

Εσένα σε πονάει το πόδι με το αθλητικό παπούτσι, φοράς το καλό σου πουκάμισο κι όσο είσαι ακόμα παιδί και όσο κουβαλάς ένα κοντάρι πιο ψηλό από το μπόϊ σου, εκείνα κει για τον πατέρα που έχει φύγει ταξίδι για δουλειές, το ξέρεις, τα επινόησε η μαμά.

Εσένα που ποτέ δεν έμαθες να τα βάζεις με το παπά, το δάσκαλο και τον πατέρα, αφού το κουβαλούσες το κοντάρι αυτό, που σου θύμιζε ότι κι εσύ κάποτε θα ψηλώσεις, με πόνο, αυτή την ιστορία σου έμαθαν, ότι το δίκιο είναι μια ιστορία που απαιτεί πόνο και θάνατο. Ότι μονάχα έτσι έρχεται στο φως.

Είσαι όμως πολύ μικρό και φορτωμένο για να έχει η ανάσταση για σένα συμβολισμούς και όνειρα. Εσύ σκεφτόσουνα πώς να πας να παίξεις.

Ο μπαμπάς έλειπε πάντα σε ταξίδι για δουλειές, η μαμά ήταν πάντα κουρασμένη από άλλες δουλειές στο σπίτι, και τη γλώσσα των νεκρών δεν την μαθαίνουν σε κανένα φροντιστήριο.

Έμαθες μόνο βρισιές, μεγαλώνοντας, σε άλλες γλώσσες, σε πολλές ξένες γλώσσες, για να μπορείς να επιβιώνεις όπου και αν πήγαινες, να ζωγραφίζεις το θυμό σου με όλα τα χρώματα της ίριδας τόμαθες κι αυτό καλά, τα έργα σου τ΄αγάπησαν και από σένα πιο πολύ και τα είπαν άγιες εικόνες που υμνούν τη ζωή, ενώ το μόνο που προσπαθούσες κάθε φορά να καταλάβεις ήταν το πώς οι πεθαμένοι σου αφήσαν ένα κοντάρι τόσο ψηλό, ένα πονεμένο πόδι και ένα παραμύθι άγριο, το χειρότερο, ένα παραμύθι όπου ζήσαν όλοι τους καλά.

Όλοι, ακόμα και οι πεθαμένοι.

Πεθαμένοι, άλαλοι, κουφοί και πανταχού παρόντες λιποτάκτες.

epitaph 2

Advertisements

Γιώργου Σεφέρη, ΕΞΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

“Και πόσο κράτησε αυτό; Ρώτησε η Μπίλιω.

–        Δε γιατρεύεται κανείς εύκολα από αυτή την αρρώστια. Δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει. Στην Ελλάδα, έφτασα ως την άκρη. Η μοναξιά γίνεται συχνά συγκατάβαση, όπως το φεγγαρόφωτο. Αισθάνεσαι να σε βασανίζει μια ακατασίγαστη δίψα να ομολογήσεις και δεν υπάρχει τίποτα να ομολογήσεις. Παλεύεις ή νομίζεις πως παλεύεις γιατί δεν έχεις πια δύναμη.

Ο Στρατής έσκυψε και μάζεψε ένα χαλίκι. Το ΄ παίξε στην παλάμη του σα να δοκίμαζε το βάρος του.

–        Ρωτούσες πόσο κράτησε αυτό; Νομίζω, περίπου, ως την εποχή που συναντηθήκαμε σ΄εκείνο το μπούσι της Κηφισιάς. Θυμάσαι, τότε που μας μούντζωσε εκείνος ο προκομένος. Τότε άρχισα να ξεφεύγω απ΄ αυτό το μαρτύριο, σιγά-σιγά, επίμονα∙ σερνόμουν. Προσπαθούσα να κρατηθώ από ένα αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου, ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, όσο μηδαμινό κι αν ήταν. ‘Επρεπε να αποκοπώ από το φοβερό μέσα ,σαν τα μωρά.

–        Γι΄αυτό σε φοβόμουν τότε, ψιθύρισε η Μπίλιω.

–        Ξέρεις γιατί σ΄ αγαπώ; Της είπε ακόμη. Γιατί με βοήθησες να πιστέψω στον άλλον άνθρωπο. Προχτές, όταν σμίξαμε στον Καμένο Βράχο και ήταν τόσο δυνατό αυτό που μου έδωσες, μια στιγμή δεν ήμουν τίποτε, απολύτως κανείς, κι έπειτα ξεχωριστός σαν αυτό το χαλίκι. Κοντά σου έμαθα αυτό το ρυθμό: να χάνεται κανείς για να υπάρξει.”

ΕΞΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΕΡΜΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1989, Ε΄ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ

Γιώργου Σεφέρη, Ο γυρισμός του ξενιτεμένου

berlintheatre. jpg

 

Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
 χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
 με εικόνες που έχεις αναθρέψει
 κάτω από ξένους ουρανούς
 μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

-Γυρεύω τον παλιό μου κήπο’
 τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
 κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
 κι όμως σαν ήμουνα παιδί
 έπαιζα πάνω στο χορτάρι
 κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
 κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
 ώρα πολλή λαχανιασμένος.

-Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
 σιγά – σιγά θα συνηθίσεις’
 θ’ ανηφορίσουμε μαζί
 στα γνώριμά σου μονοπάτια
 θα ξαποστάσουμε μαζί
 κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
 σιγά – σιγά θα ‘ρθουν κοντά σου
 το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

-Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
 με τ’ αψηλά τα παραθύρια
 σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
 γυρεύω την αρχαία κολόνα
 που κοίταζε ο θαλασσινός.
 Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
 οι στέγες μου έρχουνται ως τους ώμους
 κι όσο μακριά και να κοιτάξω
 βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
 λες κάνουνε την προσευχή τους.

-Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
 σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
 το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
 κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
 σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
 γλυκά να σε καλωσορίσουν.

-Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
 σήκωσε λίγο το κεφάλι
 να καταλάβω τι μου λες
 όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
 ολοένα πάει και λιγοστεύει
 λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

-Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
 σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
 η νοσταλγία σου έχει πλάσει
 μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
 έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

-Πια δεν ακούω τσιμουδιά
 βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
 παράξενο πως χαμηλώνουν
 όλα τριγύρω κάθε τόσο
 εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
 χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα

                                           Αθήνα, άνοιξη ‘38

 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εβδομη Εκδοση, ΙΚΑΡΟΣ, 1967

 

(Και από τότε που γράφτηκε, ή εκδόθηκε,  ή διαβάστηκε για πρώτη φορά, ο διάλογος συνεχίζεται και τίποτα δεν χρειάζεται ν΄αλλάξει,  ειδικά εκείνο το “σιγά-σιγά θα συνηθίσεις”, όπου κι αν πάω με σκοτώνει)