Μικρό οδοιπορικό στη Νάξο

φωτο Μ.Ι.

Η Νάξος με γοήτευσε από τα δεκατρία μου. Τότε που άνθρωποι πάτησαν το φεγγάρι, μου είχε φανεί ότι η Κυκλαδική γη είχε «κρατήρες» και σε συνδυασμό με τους Ενετικούς πύργους συνέθεταν τα ασύνδετα: την παιδική μου ηλικία και τα παραμύθια της με την εφηβεία αφ’ ενός, την απογείωση αφ΄ετέρου με τη «προσελήνωση», την καινούργια λέξη: ολίγον αμερικάνικη, ολίγον φουτουριστική και πολύ φαντασιακή…

Επισκέπτομαι το νησί τα τελευταία χρόνια και πάντα το ανακαλύπτω. Ετούτη τη χρονιά το οδοιπορικό έγινε πιο πλήρες και άνετο αφού η Μαρκέλλα, ατρόμητη στο τιμόνι του τζιπ της, ήτανε μέρα νύχτα έτοιμη για βόλτες και ανακαλύψεις, για όλα τα δύσκολα  παρκαρίσματα, τη πορεία πάνω στους αμμόλοφους όποτε χρειάστηκε και τις διαβάσεις ανάμεσα από καλαμιώνες.

Ξεκινήσαμε την «ένδον» γνωριμία από το αρχαιολογικό μουσείο. Δρασκελώντας τα μεγάλα σκαλοπάτια του μεσαιωνικού κτίσματος όπου στεγάζεται, διανύσαμε και τις ιστορικές περιόδους. Κυκλαδικά ειδώλια ή ελληνιστικά αγάλματα, φτιαγμένα από τα ίδια υλικά, μάρμαρο και ήλιο, όλα φθαρμένα, όλα  πλασμένα για τον τόπο αυτό. Και στη ταράτσα μετά, λιμάνι με Μπλου Σταρ και άλλα ταχύπλοα, εκκλησία, παλιά και νέα πόλη, μας προσφέρθηκαν «στο πιάτο» μαζί  με ένα δροσερό πράσινο τσάι. Το διάφανο φως, οι σαφείς διακρίσεις από το κίτρινο ως το πράσινο σε αγρούς και καλαμιώνες, το άσπρο της πέτρας, δίνουν την αίσθηση ότι είναι όλα απλά, σαφή αλλά κυρίως, γόνιμα.

Η περιήγηση στην ενδοχώρα αποκαλύπτει άλλα «μυστήρια» και παράδοξες συνυπάρξεις: Στις Μέλανες ο κούρος  -σε αντίθεση με τον συνάδελφό του στον Απόλλωνα που είναι φωλιασμένος σ ένα ύψωμα- ξαπλώνει τραυματισμένος με ραγισμένο το ένα πόδι μέσα σε ένα καταφύγιο παραδείσιο: Η ρεματιά και τα νερά, καλλιεργημένη, με φρεσκοποτισμένα μποστάνια δίπλα σε βελανιδιές αιώνιες. Με τις πέτρινες πεζούλες να ορίζουν ιδιοκτησίες, να προσπαθούν να τιθασεύσουν νερά και χώματα, ενώ στη καρδιά της πανδαισίας, το νεανικό πέτρινο κορμί, αναπαύεται από τη πορεία του μέσα σε αιώνες συνύπαρξης. Απλώνοντας το χέρι, κόβουμε την κοντούλα από το δέντρο που ούτε αντιστέκεται και ούτε απαγορεύει τίποτα στη συγκεκριμένη Εδέμ.

Στη διαδρομή προς τα χωριά, σε κάθε στροφή του δρόμου αποκαλύπτεται από άλλη οπτική γωνία το μαρμάρινο λατομείο αλλά η αρχική εντύπωση δεν αλλάζει: το νταμάρι, έργο φύσης και ανθρώπου, λαξεμένο μέσα στο βουνό, δίνει μια αίσθηση μοναδική, ναού, γλυπτού. Στημένες σαν κίονες οι λευκές διαβαθμίσεις της φθοράς με φόντο τον ουρανό, υπαινίσσονται ότι και τους ναούς και τα γλυπτά, κι ό,τι είδες στο μουσείο, κάποτε μπορεί να τάχαν δει και ο Φειδίας κι ο Μοντιλιάνι και ο Μουρ, ν΄ άντλησαν τις γραμμές και να σμίλεψαν την ύλη.

Για τα ίδια τα χωριά της Νάξου όμως τί να πρωτοπώ; ‘Εχουν ζωή, τελεία: Ο Απείρανθος παίζει με την ίδια τη γλώσσα και τη γεωγραφία. Άλλοτε αρσενικός και άλλοτε θηλυκός, άλλοτε Κυκλαδικός και άλλοτε Κρητικός στο γλωσσικό ιδίωμά του, σου δείχνει μια ακόμα γωνία θέασης από ψηλά. Και όταν κουράζεσαι σου προσφέρουν την πιο «τίμια» σαλάτα και το παγωμένο νερό που δεν χρεώνεται…

Το Χαλκί αν και τουριστικό είναι κουκλίστικο, αλλά το Φιλώτι, με τον γιγάντιο πλάτανό του στη πλατεία και όλα τα στοιχεία του, μαρτυρούν ότι τόσο η αγορά όσο και η κοινωνία λειτουργούν ολοχρονίς. Τράπεζα, φαρμακείο, δύο σιδεράδικα, ιατρείο, σχολείο αλλά και ανακοινώσεις για «ντόπια» πολιτιστικά, πήρε το μάτι μου. Ο καφές από το μπρίκι συνοδεία σπιτικού γλυκού βύσσινο στη βαθιά δροσιά της πλατείας δεν αφήνει περιθώρια για περίσκεψη ή βαθυστόχαστες παρατηρήσεις.

Το μάτι πέφτει απέναντι στο εμπορικό με τα καλάθια, τα ντενεκέδια παρέα με τα φρούτα και τα λαχανικά και δίνει «άδεια» στο πνεύμα. Ακούω μέσα μου έναν βαθύ αναστεναγμό και όλα εκείνα που θυμάμαι δεν είναι πλάσματα φαντασίας αλλά αντέχοντας στο χρόνο, συνεχίζουν από «τότε» που πρωτοήρθα σε επαφή με το φαινόμενο «Κυκλάδες» ως τα σήμερα: ο αδιάσπαστος κύκλος της φύσης και της ανθρώπινης παρέμβασης, το εμπόριο που σχετίζεται μ΄αυτές τις δραστηριότητες…  όχι, δεν είναι κοινωνικές παρατηρήσεις. Είναι μια ανάσα που θυμίζει ότι η ζωή σε κάποιους τόπους δεν σ΄έχει προσπεράσει με τη φούρια της καινούργιας εποχής, σε κάποιους τόπους το νερό δροσίζει ακόμα.

Με ένα μόνο βλέμμα, ζεις μες την εικόνα που είναι η ενσάρκωση του μινιμαλισμού. Oι πέτρες συγγενεύουν με τα ξωκλήσια, τα δέντρα κι οι καλαμιώνες με τα κύματα, όλα τα περιττά απλοποιούνται και καταλήγουν σε μαγικές δυάδες ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, τη στεριά και τη γη, τον αέρα που σου καθαρίζει το μυαλό από ό,τι μολυσμένο και μπερδεμένο κουβάλησες, εσύ ο βέβηλος, από τη πόλη.

Γενικά, για τις Κυκλάδες, μην ξεκινήσεις με βαριές βαλίτσες. Ό,τι φορέσεις τη μέρα θα το απλώσεις στον βοριά και θα σε προστατέψει και τη νύχτα. Κι ό,τι σχεδιάσεις να κάνεις με χάρτες και οδηγούς θα αναιρεθεί από τους δρόμους που σου δείχνει με το τρόπο του ο τόπος. Όταν θα καταφύγεις στις παραλίες, προχωρημένο μεσημέρι πια, θα απολαύσεις τις βουτιές και δεν θα χάσεις τη δύση από το “west coast”. Αη Προκόπης, Αγία Άννα και  Πλάκα θα σου απλώσουν το πιο ονειρικό σκηνικό: σιμιγδαλένια αμμουδιά και πράσινα βαθιά νερά με τον  ήλιο να γέρνει και να ξαναγεννιέται εκείνη η παλέτα του μωβ και του πορτοκαλί που νόμιζες ότι είχε «καταργηθεί».

Βραδιάζει χωρίς να μελαγχολείς, όχι γιατί είσαι διακοπές αλλά γιατί ο ανοιχτός ορίζοντας και οι χαμηλές γραμμές των οικημάτων με τα αρμυρίκια από τη μια και το απέραντο γαλάζιο από την άλλη, επαναλαμβάνουν τραγουδιστά ότι δεν έχεις κάνει λάθος: η ζωή συνεχίζεται και μάλιστα χωρίς πολυκατοικίες, χωρίς φανάρια και τον περίφημο Σαββοπουλικό «ρόγχο του αιρ κοντίσιον». Όλες οι μορφές, κολυμβητές και σκάφη και σύννεφα ψηλά και βράχια παρακάτω, όλα αιωρούνται με αρμονία και χάρη για όσο φτάνει το ανθρώπινό σου μάτι. Και σου ξανασυστήνεται το καλοκαίρι με όλα του τα στερεότυπα: μαγιώ και στάχυα, άσπρο και μπλε από πρώτο χέρι, και μια ώχρα που ξεπροβάλλει σαν σκουριά μέσα από το πέτρωμα. Όσα είχες ακουστά από τους φωτισμένους αρχιτέκτονες ξεπροβάλλουν, αλλά εδώ είναι το real thing, εδώ είναι η πηγή!

Το θέμα πάλι, «ναξιώτικο φαγητό», μοιάζει ανεξάντλητο σαν και τις τεράστιες χορταστικές μερίδες! Το γεγονός ότι και πατάτες και μοσχάρια και κοκόρια και λαχανικά παράγονται κάτω από τη πόρτα του ξενοδοχείου που σε φιλοξενεί, εξηγεί τα γενναιόδωρα πιάτα. Ίσως θάπρεπε να αποτελεί «πρότυπο» για τον κάθε επαγγελματία που στην αντίπερα όχθη, βαφτίζει τη κάθε μπουκιά με ονομασίες και επεξεργάζεται με τεχνικές εξ εσπερίας προκειμένου να προσδώσει υπεραξία. Αφού γευτείς φαγητό στη Νάξο και μετά, θα γίνεις  σωβινιστής και λαϊκιστής όσον αφορά στη μάσα. Θα υποκλιθείς στα λαδερά και στην υπέροχη τηγανητή πατατούλα, στη χωριάτικη με το ντόπιο τυρί, στις πίτες και στα γλυκά του κουταλιού που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν σύμπασα τη μαγειρική κοινότητα πολύ περισσότερο από το υγρό άζωτο και το ζελέ σε χρώμα τεχνητό φλούο λαχανί ή φούξια…

Κορυφαία εμπειρία που ζήσαμε και δεν θα ήθελα με τίποτα να έχω χάσει ήταν και το «Φεστιβάλ Πατάτας», μάζωξη που έγινε στο προαύλιο του ντόπιου συνεταιρισμού ένα ακόμα μαγεμένο Αξιώτικο σούρουπο. Κόσμος πολύς, φαμίλιες ολόκληρες από τους παππούδες με τα χαραγμένα από τον ήλιο πρόσωπα, ως τα μωρά των πρόσφατων ξενιτεμένων, ακόμα και ένα χορευτικό συγκρότημα φιλελλήνων από την Ιταλία! Η επαφή με την παραγωγή και με τη θάλασσα ενώνει, καθώς η μάζωξη δεν γιορτάζει μόνο την επάρκεια στο γεώμηλον αλλά και το εμπόριο που θα ακολουθήσει. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ούτε το τηγανητό λάδι δεν ενοχλεί, που η παρουσία των  εκπροσώπων των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ακόμα και των απαραίτητων για τη μεταφορά, πλοιοκτητών δεν ξενίζει, το έδαφος -ή το υπέδαφος- της Νάξου ενώνεται με θάλασσα.

Κοντά μεσάνυχτα φεύγουμε με τη γεύση της τηγανητής πατάτας ακόμα στο στόμα και καταφεύγουμε στο πιο κοντινό σουβλατζίδικο στο ξενοδοχείο μας για μια μπύρα που να ξεπλύνει όλη τη περίεργη βραδιά. Ξεχασμένοι προσκυνητές της χτεσινής γιορτής του Άγιου Νικόδημου και παπάδες προερχόμενοι προφανώς από άλλες γειτονικές Κυκλάδες και κορίτσια με μίνι φούστες και «κλατς» στα χέρια κρατάνε το μαγαζί ζωντανό ενώ ο κόκορας αρχίζει να κακαρίζει…

Κάτω από το παράθυρο του ξενοδοχείου, αγρότες με τις γαλότσες και το στέϊσον φορτώνουν το ξημέρωμα ντομάτες και το απόβραδο χορταρικά ενώ το λάστιχο ποτίζει στάγδην το δεντρολίβανο, την αρμπαρόριζα και τη λεβάντα. Τα τρία αρώματα μαζί, μοσχοβολούν στο μικρό βεραντάκι όπου σερβίρεται το πρωινό και ανακατεύονται με τις μυρωδιές από τις πίτες, το φρεσκοψημένο ψωμί και το καφέ που προσφέρεται σχεδόν αυτόματα: ο καλός ξενοδόχος καραδοκεί και μόλις δει τον κάθε πελάτη να κατεβαίνει για το πρωινό, βάζει να γίνεται ο καφές της ιδιαίτερης προτίμησής του.

Φαίνεται ότι εδώ το μέτρον είναι άριστον, και ελπίζω έτσι να διατηρηθεί, καθώς ο τουρισμός και οι υπηρεσίες του, αν και ψηλού επιπέδου, αν και μπολιασμένες από παραδοσιακές αξίες όσον αφορά στην καθαριότητα, την ευγένεια και το μεράκι των νησιωτών, δεν έχει «ξεφύγει» από ορισμένα όρια όπως συμβαίνει με τις καινούργιες Dinsneylands του αιγαίου, παρακείμενες και κοσμικές Κυκλάδες.

φωτο Μ.Χ.

Αναδημοσιεύεται από το Βαρελάκι

Advertisements

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗ ΚΟΡΥΦΗ, ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015

 

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ

 

Ο τίτλος, σε συνδυασμό με το εξώφυλλο, εξ ίσου πολύσημα. Η φωτογραφία μιας βουνοκορφής, η φυσική μορφή της συγγραφέως με τα ολόλευκα μαλλιά, προδιαθέτουν για μία ακόμα περιπλάνηση στο χρόνο: ένα αστέρι στο βάθος του ορίζοντα- ήλιος ή φεγγάρι, στην ανατολή ή στη  δύση του- ενώ σε πρώτο πλάνο μια κουκουβάγια, πουλί σοφό αλλά και νυκτόβιο, ατενίζει τον αναγνώστη. Τα «Λευκά στην Κορυφή» ενδέχεται να δηλώνουν τα άσπρα της κεφαλής, σοφία και ωριμότητα, αλλά και τα χιόνια εκείνα που ποτέ δεν λιώνουν.

Τα δεκαεννέα διηγήματα πραγματεύονται το θάνατο και την απόσταση. Αρχίζοντας με την κηδεία της μάνας, μια γυναίκα μαυροφορεμένη προσπαθεί να προσεγγίσει εν μέσω καύσωνα το νεκροταφείο, με αγωνία, σιωπή και λόγια καλά φυλαγμένα για το κατευώδιο.  Έτσι ξεκινάει μια αφήγηση σταθερά πρωτοπρόσωπη  όσο κι αν ποικίλουν τα επόμενα δέκα οκτώ διηγήματα. Το απόλυτο μαύρο και θερμό της πρώτης ιστορίας θα διαδεχθούν οι διαφορετικές αποχρώσεις του μοιραίου μέχρι την ύστατη προσπάθεια να ελεγχθεί το ανεξέλεγκτο επέκεινα. Ενδιάμεσα ο απόηχος του θανάτου θα ακουστεί σε καταστάσεις υπόκωφης βίας αλλά και αναπολήσεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν με τις ομοιότητες τις διαφορές ανάμεσα σε τόπους και συνήθειες, να ερμηνεύσουν σχέσεις με  τις διαρρήξεις τους, παρουσίες με απουσίες, ίσως και το δίπολο «εγγύτητα – απόσταση», εν τέλει.

Η φωνή της αφηγήτριας μαρτυρά τη πορεία μιας γυναίκας ώριμης στα χρόνια και πλούσιας στις εμπειρίες, κοσμοπολίτισσας με γερές ρίζες στη γενέθλια γη και συχνή αναφορά στις ανάλογες μνήμες που την ακολουθούν. Διατηρεί τη ψύχραιμη, διεισδυτική ματιά στη φύση, στους τόπους και τους τύπους των ανθρώπων που συμπληρώνεται από τη παιδεία, τη τριβή με τη λογοτεχνία και τη πολιτική επικαιρότητα. Οι περιστάσεις που βιώνονται διατηρούν μια συνεχή ένταση, η έκβαση κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις και η ελλειπτική γραφή προσδίδει οικονομία στο λόγο. Αυτή είναι όμως μία, η πρώτη κι όχι μοναδική ανάγνωση.

Τα πρώτα διηγήματα αναφέρονται σε θανάτους, κηδείες και νεκρικά έθιμα  που αφορούν  σε αποχαιρετισμούς κλιμακωτά πιο απόμακρους σε σχέση με τον πρώτο. Στη συνέχεια η Καρατζαφέρη εστιάζει σε σχέσεις με ομάδες ή άτομα που έφυγαν από τη ζωή -ή από τη δική της – με τρόπο λίγο ή πολύ βίαιο. Θάνατοι ομαδικοί, ατυχήματα, δολοφονίες, αποχωρισμοί και απομακρύνσεις δίνουν μεταξύ άλλων το στίγμα της σχετικότητας: Ο θάνατος βιώνεται ανάλογα με την συναισθηματική, γεωγραφική ή χρονική απόσταση που έχουν –ή που θέτουν- οι ζώντες από κείνους που φεύγουν.

Η αφηγήτρια, όσο κι αν υιοθετεί διαφορετικές περσόνες, θα διατηρήσει το σταθερό –και αναγνωρίσιμο- ύφος και θα περιγράψει όλα τα μοιραία συμβάντα εντοπίζοντας κοινές φιγούρες σε ανόμοιες περιστάσεις, π.χ.: άντρες με μαύρα κοστούμια, ξεχωρίζουν καθώς  υποδύονται εκ περιτροπής τους σερβιτόρους, σεκιουριτάδες, τελετάρχες ή νεκροπομπούς. Θα συνομιλήσει και θα σχετιστεί με κλοσάρ ή μπεηζμπολίστες, υπόδικους  και μαστροπούς και καθώς θα μπαίνει σε προφανώς ανοίκειους χώρους, θα μπολιάζει τα άγνωστα με τα δεδομένα του πάτριου εδάφους αφ΄ενός, με «ασκήσεις επί χάρτου» αφ΄ετέρου. Όσο σκληρό, οργανωμένο και απόρθητο φαίνεται το άγνωστο σύμπαν των γηπέδων, των εκρήξεων και των δολοφονιών, τόσο καταφεύγει σε νοητικές αναπαραστάσεις ή σκηνοθετικές οδηγίες για εγκλήματα κατά άλλων και του εαυτού της, αναφορές στη λογοτεχνία αλλά και στο πασίγνωστο στους αναγνώστες της Ι.Κ., πανταχού παρόν,  Διαβολίτσι, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Eνώσο  ζώα περιφέρονται, αμέριμνα για τη δική τους μοίρα, ατίθασα, αυτόνομα, ίσως και σαν τα ένστικτά μας…

Η δεύτερη ανάγνωση φανερώνει ότι στις ιστορίες κλιμακώνονται, η ίδια η  βία της ζωής, το πέρασμα του χρόνου, η λήθη και ο φόβος, ενώ οι αποχωρισμοί, ο πόθος και η σαγήνη του θανάτου, που ξεπροβάλλουν πίσω από τις γραμμές, ευνουχισμένα και ορθά πολιτικοποιημένα, επιβιώνουν∙ μέχρι η Ι.Κ. να «σκοτώσει» σε μια ύστατη πράξη ακτιβιστικού φεμινισμού αυτό που θεωρεί αιτία μιας βίας, κοινωνικής. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά η βία καραδοκεί, ως ανεκπλήρωτο πάθος, ή ενοχή για «πράξεις και για παραλήψεις», προς εαυτόν, για κάποιες λέξεις, παρορμήσεις ή πάθη που δεν βρήκαν διέξοδο. Οι περιγραφές που παίρνουν μεγάλη έκταση και οι μακροπερίοδες διατυπώσεις κάνουν την ελλειπτική γραφή να «σκοντάφτει» σε μια πιο ισχυρή διάθεση απολογισμού. Το ίδιο ισχύει για εποχές που σηματοδοτούνται από πολιτικά γεγονότα τα οποία δεν  παίζουν κάποιον εμφανή ρόλο στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων. Προφανώς η κατά μέτωπο αντιμετώπιση του τέλους προδιαθέτει για μια άλλη -και αμήχανη- «φλυαρία» που δεν πείθει σαν ευλογοφανής κατασκευή, αφού προφανώς δεν είναι.

Περισσότερο αυθεντικό, το ομώνυμο με τη συλλογή, διήγημα, συνυφαίνει εμπειρίες πραγματικές ή/και μυθοπλαστικές, αρμονικά. Η παθογένεια της επαρχίας, ο στενός κλοιός της οικογένειας, σφίγγουν γύρω από ένα τρισδιάστατο ήρωα, με παρελθόν ευανάγνωστο, ο οποίος βιώνει και έναν εμφανή «θάνατο», των ονείρων και της ίδιας της λίμπιντο του, θυσιάζοντας την δυνατότητά του να παίξει έναν άλλο ρόλο στη κεντρική σκηνή της συλλογής και στη καρδιά της συγγραφέως. Που του αφιερώνει τη σχεδόν μοναδική εσωτερική ανάγνωση πριν τον παραδώσει στη μοίρα του και στη πένα της.

Εκείνα τα  «Λευκά στην Κορυφή» μπορεί να είναι παγωμένα συναισθήματα, εν τέλει.

Δημοσιεύευται στο http://varelaki.blogspot.gr/2017/06/notationes-2017_66.html

 

 

Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)

Μικρό Χρονικό Τρέλας, Α. Κορτώ

Για τον Δεκέμβρη εκείνο, ο Αύγουστος…  

 

Μικρό χρονικό τρέλας
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα

Αύγουστος Κορτώ

Εκδόσεις Πατάκη, 2016
246 σελ.
ISBN 978-960-16-7083-6, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 12,20

%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%8e

“Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή»*

Έχω και στο παρελθόν εκφράσει τον βαθύ μου σεβασμό στους συγγραφείς που αυτοβιογραφούνται. Ειδικά αν ο «βίος» που εξιστορούν δεν είναι ακριβώς ανθόσπαρτος και αν η εξιστόρησή τους δεν αποκρύπτει, δεν μεταμφιέζει και δεν «αξιοποιεί» τα πρόσωπα και τα γεγονότα . Εν προκειμένω, ο Αύγουστος Κορτώ, αναλαμβάνει με τον ανεπανάληπτο δικό του τρόπο –και με αφορμή την εξιστόρηση των βιωμάτων του- να απενοχοποιήσει την ψυχική αρρώστια, να βγάλει δηλ. «από τη ντουλάπα» την ντροπής, της περιθωριοποίησης και του στιγματισμού, τον τρελό∙ που «δεν τον αφήνει στην τρέλα του», αλλά τον οδηγεί στην κεντρική σκηνή για να μας τον συστήσει: τον άλλον του εαυτό, πώς τον συνάντησε μια κρύα –όχι τυχαία- νύχτα, πώς τον ακολούθησε στις δαιδαλώδεις –πνευματικές αλλά και αληθινές, στους δρόμους της πόλης- διαδρομές του παραληρήματός του.

Το πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ιστορία είναι απόλυτα σύγχρονο και οικείο, ιδωμένο ωστόσο μέσα από τον φακό της διαταραχής, που ο Κορτώ αναδεικνύει σε ευκαιρία για να τον κάνει από παραμορφωτικό, επιμορφωτικό. Όχι τυχαία, στην Αθήνα του –πολύ πρόσφατου στη μνήμη μας- φοβερού μήνα Δεκέμβρη του 2008, στη καρδιά των γεγονότων, στα καπνισμένα από φωτιές και δακρυγόνα Εξάρχεια δεν έσκασε μύτη μόνο η κορυφή του παγόβουνου της  επερχόμενης κρίσης. Δεν έστειλε μόνο μια πιστολιά στον άλλο κόσμο έναν έφηβο. Η λογοτεχνία έχει καταγράψει σε πολλά και ποικίλα έργα τις μέρες και τις νύχτες του φοβερού εκείνου μήνα ως δραματικό φόντο για άλλες ιστορίες που φιλοδόξησαν να συνυφάνουν τον ζόφο της εποχής με τα πρόσωπα και τους ήρωες της αλλά ο Κορτώ κάνει τη διαφορά:

Αφού, η αφήγηση του δεν αφορά σε κανέναν «ήρωα», δεν προσπαθεί να συνδέσει τεχνητά τη μυθοπλασία με τα γεγονότα μολονότι η ουσία του μυθιστορήματος εκφράζει την πιο εσωτερική ίσως, αλλά αυθεντική κραυγή, την απεγνωσμένη αντίδραση στο πνιγηρό, βίαιο και φορτισμένο κλίμα που ωθεί τον υπερευαίσθητο αφηγητή στην άρνηση της πραγματικότητας. Η Αθήνα του Δεκέμβρη με τα ζοφερά της χαρακτηριστικά, τη βία, την καταστροφή και την αίσθηση πόνου, οργής και απειλής, στέλνει τον Αύγουστο Κορτώ στο χώρο του παραλόγου, τον ωθεί με πολλούς τρόπους να σπάσει τους δεσμούς του με την αφόρητη εκείνη πραγματικότητα, να βάλει σε κίνδυνο ακόμα την ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα. Ο θυμός, ο φόβος ίσως αλλά και η άφατη θλίψη συνιστούν ένα μίγμα τόσο εκρηκτικό όσο και το δημόσιο αίσθημα για τα τεκταινόμενα.

Η παραίσθηση που βίωσε ο γράφων, ότι δηλαδή επέπρωτο να γίνει ο επόμενος Δαλάϊ Λάμα, θα μπορούσε εάν ο συγγραφέας κατέφευγε σε μια μυθοπλαστική «ευκολία», να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για να ανθίσει ένα ποίημα, μια μυστήρια αλλά γοητευτική υπερρεαλιστική εικόνα ζωντανεμένη από την επιδέξια γραφίδα του. Αντ΄αυτού θα διαλέξει τον πιο δύσκολο –και λυτρωτικό- δρόμο, αυτόν της παραδοχής και εξιστόρησης της σκληρής πραγματικότητας! Πιστεύω ότι αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο καθιστά μεταξύ άλλων, τον Κορτώ ικανό να κρούει τις πιο ευαίσθητες χορδές στους αναγνώστες του που πολλαπλασιάζονται μαζί με τα αντίτυπα των έργων του∙ η γνήσια κατάθεση ψυχής δεν είναι τζάμπα, αλλά ενώ δεν «κοστολογείται» η γνησιότητα και το συναισθηματικό βάθος των πληγών όπου ο συγγραφέας εισχωρεί με τόλμη για να γιατρέψει εαυτόν και αλλήλους, ανταμείβεται με την μεγάλη αναγνωσιμότητα. Για να μετατραπεί η εξιστορούμενη βαθιά απόγνωση και η εξ αυτής «τρέλα» σε χειρονομία αλληλεγγύης προς τον κάθε πάσχοντα, απαιτείται ένα ιδιαίτερο «κλικ» μια ικανότητα να παραδέχεται κανείς, να οικειοποιείται ό,τι πιο ζοφερό κουβάλαγε εντός του για να το μετασχηματίσει. Για να την κάνει ο συγγραφέας τη δυστυχία του -ή την παραφροσύνη- λογοτεχνία με ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χρειάζεται να την παραδεχτεί χωρίς ηρωισμούς, χωρίς «κρυφτό», «κυνηγητό», και άλλα παιχνίδια που παίζουνε οι άνθρωποι –και ορισμένοι λογοτέχνες- για να κρυφτούν ή να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Ο Κορτώ, αντίθετα, την  κοιτάζει κατάματα μαζί με τα αληθινά γεγονότα, τα αισθήματα και την ερμηνεία τους για να  κάνει την ψυχική του ήττα, νίκη και την διαταραχή, αρμονία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στην καθεαυτό εξιστόρηση. Μια νύχτα ο γράφων ξυπνάει απότομα και ενστερνίζεται μια παράλογη ιδέα. Το μείζον εσωτερικό του –και χαίνον- τραύμα από τον θάνατο της μητέρας κάποιες τέτοιες μέρες, συναντάει το εξωτερικό τραύμα της κατάμαυρης, μπαρουτοκαπνισμένης, θυμωμένης και μαζί πενθούσας Αθήνας. Τα δύο αυτά δεδομένα φαίνεται να αναιρούν τελικά στη συνείδησή του τη πραγματικότητα. Ο πόνος του θανάτου συναντά την απειλή του θανατικού, το κρύο της νύχτας το κρύο δέρμα του ύστατου ασπασμού…

Από κει και πέρα αρχίζει μια περιπέτεια που ο Κορτώ διανθίζει με το πικρό του χιούμορ καθώς αναθυμάται τον ίδιο του τον εαυτό, γυμνό, χωρίς τα προστατευτικά του πολιτισμού-χρήματα, γυαλιά μυωπίας, αστυνομική ταυτότητα – να περιπλανάται στην πόλη, να ταλανίζεται από την ψυχική ανισορροπία ανάμεσα σε παραισθήσεις και παράλογες πράξεις, μέχρι οι οικείοι του να καταφέρουν να τον οδηγήσουν στο ψυχιατρείο και να προφυλάξουν τη ζωή του από τους κινδύνους που ο ίδιος την εκθέτει.

Με δεδομένη την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα (γεν. 1979),  την πνευματική  σκευή και τις εικόνες και γραφές στις οποίες είχε ήδη καταφύγει ως παιδί και έφηβος, θα προστρέξει πάλι σε ήρωες παραμυθιών ή μυθοπλασίας που θα ανακατέψει με ιδέες

μεγαλείου και θέωσης. Με τα φρένα του σπασμένα τρέχει να κρυφτεί στις αυταπάτες και στα παραμύθια, στην παραμυθία –παρηγοριά – που αναζητά ένα ανυπεράσπιστο παιδί αφού σε στιγμές σαν κι αυτές που περιγράφονται γινόμαστε παιδιά –τόσο ευάλωτα, γυμνά και φοβισμένα- όπου όλα είναι θεμιτά για να παρηγορηθούμε.

Το αυθεντικό μεγαλείο-η ψυχική δύναμη και γενναιοδωρία-  του ανθρώπου και συγγραφέα Κορτώ, αυτό που εξυψώνει το συγκεκριμένο βιβλίο από τη λογοτεχνική σφαίρα σε ανώτερη ανθρώπινη μαρτυρία και χειρονομία είναι το γραπτό που –έργω- τείνει στον αναγνώστη. Ο καθένας που έχει αρρωστήσει ποτέ ψυχικά θα διαβάσει την απερίφραστη δήλωση του Κορτώ «δεν είσαι μόνος», «έχω περάσει κι εγώ από κει». «Ακούγεται» μέσα από τις γραμμές η ελπιδοφόρα φράση «κι αυτό θα περάσει…».

Και βέβαια χρειάζεται κανείς τεράστια κότσια για να ομολογήσει γραπτά, ανοιχτά και δημόσια, χαρακτηρίζοντας αυτοβιογραφικό το μυθιστόρημα, ότι νοσηλεύτηκε στο Δρομοκαΐτειο, ότι έχασε για ένα μικρό έστω διάστημα τα λογικά του, ότι ξέφυγε από τον σκληρό κι ανάλγητό μας κόσμο με την ελπίδα να συναντήσει ίσως την πεθαμένη μάνα, με την ψευδαίσθηση που δημιουργεί στον πονεμένο, στον απελπισμένο, στον ανασφαλή και πολλαπλά «ορφανό» νέο που ζει μες την Αθήνα του Δεκέμβρη του ’08 ότι αν ίσως μεταμορφωνόταν σε κάτι θεϊκό θα έσπερνε και αγάπη, λύτρωση και αρμονία στον κόσμο όλο.

Η αλήθεια είναι ότι ο Πέτρος Χατζόπουλος –το πραγματικό όνομα του συγγραφέα- επανήλθε στα συγκαλά και τα λογικά του ενώ ξεκίνησε και ένα δημιουργικό ταξίδι με τη ψυχανάλυση. Ωστόσο η φαντασίωσή του για προσφορά ενός πάνδημου αγαθού κατά κάποιο τρόπο πραγματοποιείται μέσα από τις γραμμές αυτού του αναγνώσματος, αφού ο Α.Κ. τείνει χείρα βοηθείας, συμπάθειας και εξιλέωσης σε όλους τους αναγνώστες του και πρέπει κανείς να επισημάνει –ξανά- ότι όντας ο ίδιος διάσημος για τα μυθοπλαστικά του δημιουργήματα θα μπορούσε κάλλιστα εκεί, και επιδέξια, και να κρύψει και να παρουσιάσει και να μας αφήσει όλους άφωνους εξιστορώντας τα επί μέρους στοιχεία. Θα μπορούσε να «ταΐζει» λογοτεχνικούς ήρωες για χρόνια, να στήνει σκηνικά γλαφυρά με εικόνες από ψυχιατρεία και να περιγράφει τους άλλους συν-αρρώστους, γιατρούς, τραυματιοφορείς και νοσοκόμες χωρίς να «αναλαμβάνει» την ευθύνη της αυτοβιογραφίας.

Αλλά ο Κορτώ –ακόμα και με το πρόσχημα της αυτολύτρωσης- εκτίθεται ανεπανόρθωτα,  διαρρηγνύει το φράγμα του φόβου και της ρετσινιάς του ψυχασθενούς, σπάζει το ταμπού του Δημόσιου Ψυχιατρείου, και τιμά τον άνθρωπο που πάσχει σαν να λέει στον αναγνώστη να περάσει μαζί του μέσα από τους ιμάντες και τα κάγκελα και να αφυπνιστεί, αυτή τη φορά μαζί του: Ναι, είναι σκληρή και η ζωή και η πραγματικότητα αλλά και η ζωή και η αγάπη σε περιμένουν εκεί έξω να τις ζήσεις (και να αναστήσεις ακόμα και τους αγαπημένους που δεν ζουν, όπως το έχει κάνει με τη μαμά του Κατερίνα,).

*Απόσπασμα από κείμενο που παρέδωσε στο διαγώνισμα μια συμμαθήτρια του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τις μέρες εκείνες…

Μαρία Ιωαννίδου

 

δημοσιεύεται στο NOTATIONES χειμώνα 16-17, ένθετο στο Βαρελάκι

Η Ζωή μου Σαν Μάγισσα, ανάγνωση

b200037

Αντιόπη Αθανασιάδου

Momentum, 2015

 

Mία γυναίκα –που θεωρεί τον εαυτό της- αράχνη, η πρώτη μου αναγνωστική εντύπωση. Μία γυναίκα που βγαίνει από τα σπάργανα μιας αστικής οικογένειας, και αφού διαισθάνεται νωρίς την ανθρωποφάγα φύση του θεσμού στρέφεται σε συνεχείς μεταμορφώσεις κατά τις επιμέρους αφηγήσεις που θα μπορούσαν να είναι και αυτοτελείς
Στο πρώτο μέρος, η ιστορία της χαμένης παιδικότητας διανθίζεται από τις ποιητικές παρεκβάσεις της ενήλικης περσόνας. Ο τρόπος είναι υπερρεαλιστικός και μαζί φιλοσοφικός, στοχαστικός, σαρκαστικός –στη κυριολεξία-. Η σάρκα και οι εμπειρίες της χαράζουν την ψυχή που πετάει σε κόσμους ονειρικούς.
Επανέρχεται στη «φωλιά» με τις ενήλικες αποσκευές της, την βυθομετρά, την καταγράφει. Με πρόσχημα στο μύθο κάποια «εναλλακτική κοινότητα», θα ξεδιπλωθούν οι ιστορίες που η αφηγήτρια ως… «πεταλούδα» θα αφουγκραστεί καθώς έλκεται από ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, «εμπριμέ» και καθόλου σοβαροφανές.
Οι προσερχόμενοι εκεί, ως μέλη της κοινότητας, θα διηγηθούν τα πάθη τους με έναν σπαρταριστό τρόπο, και σε μια γλώσσα ρέουσα. Η αφηγήτρια κάθεται πότε μαζί τους και πότε απέναντι. Χοντροί, κοντοί αλλά «ψηλοί» στη συμπεριφορά, ανορεξικοί, μια έφηβη πόρνη, ετοιμοθάνατοι ενώπιον του κενού- ή της φιλοχρήματης ή/και της ανθρωπιστικής, πολιτικής τους δράσης-. Καρδιοκατακτητές και ναυαγισμένοι, μιας ιδιότυπης «κιβωτού», φορείς ενός ξύλινου σταυρού που πονάει και μιλάει.
Ερπετά, πουλιά, ψάρια και έντομα, ως «κατώτερες» έναντι των θηλαστικών συνομοταξίες των έμβιων, παρίστανται χωρίς νατουραλιστικές αναλογίες, θυμίζοντας πίνακες του Μπος ή του Μπρέγκελ. Εκφράζουν αυτά που είτε αποσιωπώνται είτε διατυπώνονται και διατρέχουν τις τύπου ψυχαναλυτικές ακροάσεις. Τα ζώα καιροφυλακτούν και ερμηνεύουν με παγωμένα μάτια, ξεσκισμένες σάρκες και αρπακτική διάθεση την επιφάνεια της λογικής: Τα άγρια ένστικτά μας.
Η μεταφυσική αγωνία απέναντι στο νόημα της ζωής τρώει τα παιδιά της. Τη νόηση, την ανάλυση, την τακτοποίηση των ηρώων στα φέρετρα της μνήμης και της λήθης. Το αίμα, η ρευστότητα της ύπαρξης, κυλάνε αλλά δεν αποτελειώνουν τίποτα. Μια αφήγηση για πονεμένους ανθρώπους από μία οντότητα πονεμένη. Προσπαθεί να κατανείμει τον πόνο, να τον ανακουφίσει, να διαβάσει τις αιτίες του πέρα από τις αισθήσεις και τη νόηση.
Το φυσικό περιβάλλον και οι κοινωνικές κατασκευές ενοποιούνται, με αρκετή επιτυχία. Σκοτεινά δάση συνυπάρχουν με λαϊκές πολυκατοικίες και τα ενδότερά τους. Τα πολυτελή ενδιαιτήματα των θεραπευτών με τις απόκοσμες γωνιές της πόλης. Ενώ το αστικό τοπίο –μαζί και οι «φυγές» προς τους ονειρικούς κόσμους- κυριαρχεί ως φυσικός χώρος, μαζί και οι κοινωνικές του αντιθέσεις, ευτυχώς απουσιάζουν οι επικολυρισμοί, οι στρεβλές ηρωποιήσεις των πιο ευάλωτων ομάδων (νεόφτωχοι, γυναίκες) αλλά θεώνται με έναν τρόπο κατά κάποιο τρόπο ρομαντικό (γυναίκες που καθαρίζουν λάχανο σε σπίτια με μωσαϊκά). Συνυπάρχουν αρμονικά με τους «θύτες» που αναδεικνύονται κι αυτοί, θύματα του ίδιου κανιβαλισμού, της ίδιας ματαιότητας. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι εκεί αλλά η οπτική γωνία έχει μια «στράτευση» που είναι υπαρξιακή και μόνο.
Το πλούσιο υλικό που προσκομίζει η συγγραφέας από περιπτώσεις ατόμων κακοποιημένων, αποσυνάγωγων, κλινικών ή δικονομικών περιπτώσεων προσπαθεί να συνενωθεί με την επαναφορά κάποιων «ηρώων». Ωστόσο η πρώτη μου ανάγνωση δεν στάθηκε σ΄ αυτό το νήμα που ενώνει, που θεώρησα και αφηγηματική αδυναμία. Οι χαρακτήρες χάνονται μέσα στις σαφώς πιο δυνατές εικόνες. Και στα ακόμα πιο δυνατά επιστεγάσματα, τις παρατηρήσεις που εμφορούνται σταθερά από το πνεύμα και το βλέμμα της αφηγήτριας που τους δημιούργησε και τους ελέγχει.
Αντίθετα, η δομή του έργου -δραματικά περιστατικά εναλλάξ με στοχασμούς, ή εκτεταμένα αφηγήματα εναλλάξ με βινιέτες μεταφυσικής ενόρασης- μου έδωσε την αίσθηση που στο αφήγημα το ίδιο προεξάρχει :Οι αναμνήσεις σβήνουν και η ανάδυσή τους από τον σκοτεινό και αδηφάγο κόσμο θέλει κόπο και χρόνο, συσχετίσεις, κυρίως.
Η ετεροπαρατήρηση γίνεται αυτοπαρατήρηση, οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, κι όταν μικραίνουν κυριαρχεί ο τρόμος, η επίγνωση της επιθυμίας, που φροϋδικά καταλήγει στη σαγήνη του ανεκπλήρωτου θανάτου, της κατασπάραξης, η ανθρωποφαγία που είπαμε…
Φονιάδες, βιαστές, κοινωνικά ανερχόμενοι, φιλόνικοι μπράβοι αλλά και βρέφη και έφηβες, είναι ενδεικτικά μόνο από τα πρόσωπα, πρωταγωνιστές ή κομπάρσους που παρίστανται. Σε τι διαφέρουν; Πόσο μας μοιάζουν; Κι αν τους πλησιάσουμε πολύ και για πολύ, τι μπορεί να μάθουμε από τη λήθη που σκεπάσαμε;
Βαθιά πηγάδια και νεκρούς, ή μήπως πουλιά πετάμενα;

(Δημοσιεύται στο Notationes Καλοκαίρι 2015) ένθετο στο Βαρελάκι

 

Ο ΤΡΙΦΥΛΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

MIRROR

 

Του λέω «κοίταξε με, πες αλήθεια
σε ποιόν χρόνο κατοικώ»

 

Μια εφηβεία βλέπει
με σπυριά, μακριά μαλλιά
τα πόδια να τεντώνονται
να προσπαθούν να φτάσουν του προσώπου την ακμή

 

Στο άλλο φύλλο του
βλέπει κάποια να ασπρίζει απότομα
-θα πήρε από τον μπαμπά-

 

Στο τρίτο
οι δυο τους να κουβεντιάσουν προσπαθούν
Ραγίζει ο καθρέφτης από το φως
δεν σπάει
«Θα το μάθεις όταν θα καταλάβεις γιατί με έσπασε το φως»
μου απαντάει

 

«Όταν θα καταλάβεις πώς,
δεν φταις εσύ που ράγισα»
μου απαντάει
με γυάλινη φωνή

 

Με ράγισε το φως
κι η κρύα επιφάνειά μου

 

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο NOTATIONES Μαρτίου Απριλίου ’15

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΑΚΙ

love

«ΤΡΥΦΕΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΥΧΤΑ»

Να ξενυχτάς και να φορτώνεις μπαταρίες με το νυχτερινό ρεύμα
το πιο φτηνό
το τζάμπα των ονείρων
των οραμάτων που αντέχουν

Να κάνεις απολογισμό και το μαύρο της νύχτας να μην μπορεί να σβήσει τίποτα.
Ο απολογισμός να μοιάζει θετικός
Τα ελάχιστα να γίνονται τα μέγιστα
Γελάς  μαζί
με όσους δεν μιζέριασαν ακόμα. Η χαρά, η χαρά που έχει πάρει άλλο δρόμο.

Η χαρά είναι μια άλλη πια
Δεν τρέφεται από την επιτυχία, ούτε από την ευόδωση
Μόνο από κείνα που δεν σβήνουν, τα άγραφα
Τα άγραφα είναι γραμμένα, είναι δεδομένα
Αυτά που έχεις δώσει από καρδιάς λάμπουν ακόμα πιο πολύ τη νύχτα

Όταν τα μοιράζεσαι με όσους δεν ζητούν μερίδιο, φόρο, εισφορά
υπήρχαν πάντα


Ποιήματα που γράφτηκαν για σένα.

***


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Δεν ξέρω αν και εσύ σημειώνεις
τις λέξεις που δεν λέγονται κι αν ακούς εκείνα που ακούω
Αν το ρολόϊ δείχνει κάποια ώρα

Δεν ξέρω αν και εσύ με αγαπάς με όλα τα κομπιάσματα, τα κοντινά, τα μακρινά
τις παύσεις και τα όνειρα που μπαίνουν στη κουβέντα.

Κι όταν το στόμα σου ανοίγεις και ξεπροβάλλουν χίλια κοφτερά σπαθιά
αν το αισθάνεσαι πως μπαίνουνε στη σκέψη μου βαθιά
Πώς σκάβουν δρόμους άγνωστους
με  κάνεις να γελάω πολύ, αιφνιδιάζεις

Δεν ξέρω αν τη νύχτα που ύπνος έρχεται και μας τραβάει μακριά
Και  περπατάς και όπου κι αν πηγαίνεις με κοιτάς που σε κοιτάω
Αν και εσύ  με ψάχνεις μες τον ύπνο μην με πάρει κάπου μακριά

αν και εσύ λειαίνεις ακόμα τη φωνή
αν κι άλλο ακονίζεις το όμορφο μαχαίρι σου

Γιατί στην κόψη του
Πέφτω με λαχτάρα και πεθαίνω.

 

 

Δημοσιεύονται στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ NOTATIONES (Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2014) ένθετο στο ΒΑΡΕΛΑΚΙ