Οι μορφές της Πελαγίας Κυριαζή

Η Πελαγία Κυριαζή επανέρχεται με μία ακόμα ατομική της έκθεση όπου εκκινώντας από ένα φόντο «νυχτερινό» -ονειρικό- συλλαμβάνει τις διαβαθμίσεις του σκότους, του αγνώστου, του ασαφούς, του ασυνειδήτου τελικά.

 

Το σώμα είναι πανταχού παρόν ακόμα κι όταν είναι διαμελισμένο, κατακερματισμένο ανάμεσα στους διάφορους ρόλους και τις στάσεις που επιτάσσει η κοινωνία και το όλον μέσα στο οποίο το ίδιο κινείται και αναζητά να βρει τη ψυχή, το πρόσωπο,  που φέρει. Πινελιές έγχρωμες και έμψυχες, το χρώμα του αίματος και της ζωής αλλά και το ιώδες της ασάφειας, της σύζευξης θερμού-ψυχρού, η φθορά αλλά και οι επιθυμίες που επιβιώνουν και οι πληγές που χαίνουν, προβάλλουν και έλκουν την όραση, τις αισθήσεις. Η ζωώδης ροπή και οι χυμοί της ωριμότητας ξεχύνονται με τη μορφή σκίτσου, χρώματος, γραμμών και σκιών.

Η σκιά, όχι όμως σαν σύμβολο ούτε και σαν απεικόνιση, καταγράφεται σαν πέρασμα του χρόνου και της οδύνης της ίδιας της ύπαρξης, απαλείφει τα επί μέρους χαρακτηριστικά των προσώπων. Αποτυπώνοντας έτσι, το γεγονός: το περίγραμμα παραμένει αναλλοίωτο αλλά ό,τι διαμορφώνει το «πρόσωπο», την ιδιαίτερη χροιά, και εντύπωση που δημιουργεί ο ένας στον άλλον άνθρωπο, συνθλίβονται -ή πατινάρονται – από ένα πέρασμα που μπορεί να είναι είτε βίαιο είτε επαναλαμβανόμενο.

Η τεχνική αυτή παραπέμπει -κατά τη δική μου εντύπωση- σε σοβατισμένες τοιχογραφίες, στον μέγιστο Ε. Μουνκ αλλά και σε κάτι περισσότερο κοινωνικό παρά υπαρξιακό ή τεχνικό: στα καθεστώτα και στις συνθήκες που απαλείφουν την προσωπικότητα, που καθιστούν το άτομο σκιά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ίσως και εντελώς ανεξάρτητα από την πρόθεση της καλλιτέχνιδας…
Αφού Η Πελαγία Κυριαζή δηλώνει ότι η πρωταρχική εντύπωση είναι και ο οριστική, οπότε και στα έργα της, μένοντας πιστή σ αυτή τη δήλωση και παρότρυνση του  Γύζη, τελειοποιεί τις μορφές και συνακόλουθα και τις εκφράσεις τους: απαλείφοντας ό,τι δεν αντέχει, στην ανάλυση, στην περαιτέρω αποκωδικοποίηση. Χωρίς να χάνει στιγμή την επαφή με τον μέσα κόσμο οι απεικονίσεις που θα μπορούσαν να αποδίδουν μία πομπή προσφύγων, ένα δέντρο νεκρωμένο ή τις δονήσεις μιας μοναδικής ψυχής, καθιστούν το έργο της πολυδιάστατο, οικουμενικό και πέρα για πέρα αυθεντικό.

 

 

 

Διάρκεια: 8 Ιουνίου – 15 Ιουλίου 2017

Αίθουσα τέχνης «ε κ φ ρ α σ η – γιαννα γραμματοπουλου», Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα

 

Ατομική έκθεση της  Πελαγίας Κυριαζή  με τίτλο An imagean Eidólon / Μια εικόνα, ένα Είδωλο.

 

 

 

 

H Πελαγία Κυριαζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική και κεραμική στην Α.Σ.Κ.Τ. και το 1993, με υποτροφία Fulbright, σε συνεργασία με τον Βασίλη Λαμπρινό, πήγε στη Νέα Υόρκη όπου, παράλληλα με τη ζωγραφική και το σχέδιο δούλεψε με ψηφιακά μέσα και τη πειραματική χαρακτική σε γυαλόχαρτο.  Τα χαρακτικά  της διακρίθηκαν σε δύο διαγωνισμούς του Διεθνούς Κέντρου Χαρακτικής Νέας Υόρκης. Έργα της έχουν επίσης εκτεθεί σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις όπως στο Kunst Europa Kunsthalle Berlin, στην 6η International Biennial of Drawing and Graphic Arts στο Μουσείο του Györ στην Ουγγαρία και στη Διεθνή Έκθεση Art Athina. Πρόσφατα συμμετείχε  στην έκθεση Βουτιά στον Ψηφιακό πολιτισμό με την ΑΣΚΤ. Ατομικές εκθέσεις της στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη έχουν παρουσιαστεί ανάμεσα σε άλλες στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, στη Γκαλερί 3 και στη Νέα Υόρκη στη New York Public Library 96th Str., στο Tenri Cultural Institute και στο A.S. Onassis Cultural Center. Συμμετέχει στην έκθεση του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστήμιου με θέμα το Λαβαρο του Γύζη. Η Πελαγία Κυριαζή δραστηριοποιείται στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη.     

είχε δημοσιευτεί στο http://fractalart.gr/oi-morfes-tis-pelagias-kyriazi/

 

 

Advertisements

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗ ΚΟΡΥΦΗ, ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015

 

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ

 

Ο τίτλος, σε συνδυασμό με το εξώφυλλο, εξ ίσου πολύσημα. Η φωτογραφία μιας βουνοκορφής, η φυσική μορφή της συγγραφέως με τα ολόλευκα μαλλιά, προδιαθέτουν για μία ακόμα περιπλάνηση στο χρόνο: ένα αστέρι στο βάθος του ορίζοντα- ήλιος ή φεγγάρι, στην ανατολή ή στη  δύση του- ενώ σε πρώτο πλάνο μια κουκουβάγια, πουλί σοφό αλλά και νυκτόβιο, ατενίζει τον αναγνώστη. Τα «Λευκά στην Κορυφή» ενδέχεται να δηλώνουν τα άσπρα της κεφαλής, σοφία και ωριμότητα, αλλά και τα χιόνια εκείνα που ποτέ δεν λιώνουν.

Τα δεκαεννέα διηγήματα πραγματεύονται το θάνατο και την απόσταση. Αρχίζοντας με την κηδεία της μάνας, μια γυναίκα μαυροφορεμένη προσπαθεί να προσεγγίσει εν μέσω καύσωνα το νεκροταφείο, με αγωνία, σιωπή και λόγια καλά φυλαγμένα για το κατευώδιο.  Έτσι ξεκινάει μια αφήγηση σταθερά πρωτοπρόσωπη  όσο κι αν ποικίλουν τα επόμενα δέκα οκτώ διηγήματα. Το απόλυτο μαύρο και θερμό της πρώτης ιστορίας θα διαδεχθούν οι διαφορετικές αποχρώσεις του μοιραίου μέχρι την ύστατη προσπάθεια να ελεγχθεί το ανεξέλεγκτο επέκεινα. Ενδιάμεσα ο απόηχος του θανάτου θα ακουστεί σε καταστάσεις υπόκωφης βίας αλλά και αναπολήσεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν με τις ομοιότητες τις διαφορές ανάμεσα σε τόπους και συνήθειες, να ερμηνεύσουν σχέσεις με  τις διαρρήξεις τους, παρουσίες με απουσίες, ίσως και το δίπολο «εγγύτητα – απόσταση», εν τέλει.

Η φωνή της αφηγήτριας μαρτυρά τη πορεία μιας γυναίκας ώριμης στα χρόνια και πλούσιας στις εμπειρίες, κοσμοπολίτισσας με γερές ρίζες στη γενέθλια γη και συχνή αναφορά στις ανάλογες μνήμες που την ακολουθούν. Διατηρεί τη ψύχραιμη, διεισδυτική ματιά στη φύση, στους τόπους και τους τύπους των ανθρώπων που συμπληρώνεται από τη παιδεία, τη τριβή με τη λογοτεχνία και τη πολιτική επικαιρότητα. Οι περιστάσεις που βιώνονται διατηρούν μια συνεχή ένταση, η έκβαση κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις και η ελλειπτική γραφή προσδίδει οικονομία στο λόγο. Αυτή είναι όμως μία, η πρώτη κι όχι μοναδική ανάγνωση.

Τα πρώτα διηγήματα αναφέρονται σε θανάτους, κηδείες και νεκρικά έθιμα  που αφορούν  σε αποχαιρετισμούς κλιμακωτά πιο απόμακρους σε σχέση με τον πρώτο. Στη συνέχεια η Καρατζαφέρη εστιάζει σε σχέσεις με ομάδες ή άτομα που έφυγαν από τη ζωή -ή από τη δική της – με τρόπο λίγο ή πολύ βίαιο. Θάνατοι ομαδικοί, ατυχήματα, δολοφονίες, αποχωρισμοί και απομακρύνσεις δίνουν μεταξύ άλλων το στίγμα της σχετικότητας: Ο θάνατος βιώνεται ανάλογα με την συναισθηματική, γεωγραφική ή χρονική απόσταση που έχουν –ή που θέτουν- οι ζώντες από κείνους που φεύγουν.

Η αφηγήτρια, όσο κι αν υιοθετεί διαφορετικές περσόνες, θα διατηρήσει το σταθερό –και αναγνωρίσιμο- ύφος και θα περιγράψει όλα τα μοιραία συμβάντα εντοπίζοντας κοινές φιγούρες σε ανόμοιες περιστάσεις, π.χ.: άντρες με μαύρα κοστούμια, ξεχωρίζουν καθώς  υποδύονται εκ περιτροπής τους σερβιτόρους, σεκιουριτάδες, τελετάρχες ή νεκροπομπούς. Θα συνομιλήσει και θα σχετιστεί με κλοσάρ ή μπεηζμπολίστες, υπόδικους  και μαστροπούς και καθώς θα μπαίνει σε προφανώς ανοίκειους χώρους, θα μπολιάζει τα άγνωστα με τα δεδομένα του πάτριου εδάφους αφ΄ενός, με «ασκήσεις επί χάρτου» αφ΄ετέρου. Όσο σκληρό, οργανωμένο και απόρθητο φαίνεται το άγνωστο σύμπαν των γηπέδων, των εκρήξεων και των δολοφονιών, τόσο καταφεύγει σε νοητικές αναπαραστάσεις ή σκηνοθετικές οδηγίες για εγκλήματα κατά άλλων και του εαυτού της, αναφορές στη λογοτεχνία αλλά και στο πασίγνωστο στους αναγνώστες της Ι.Κ., πανταχού παρόν,  Διαβολίτσι, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Eνώσο  ζώα περιφέρονται, αμέριμνα για τη δική τους μοίρα, ατίθασα, αυτόνομα, ίσως και σαν τα ένστικτά μας…

Η δεύτερη ανάγνωση φανερώνει ότι στις ιστορίες κλιμακώνονται, η ίδια η  βία της ζωής, το πέρασμα του χρόνου, η λήθη και ο φόβος, ενώ οι αποχωρισμοί, ο πόθος και η σαγήνη του θανάτου, που ξεπροβάλλουν πίσω από τις γραμμές, ευνουχισμένα και ορθά πολιτικοποιημένα, επιβιώνουν∙ μέχρι η Ι.Κ. να «σκοτώσει» σε μια ύστατη πράξη ακτιβιστικού φεμινισμού αυτό που θεωρεί αιτία μιας βίας, κοινωνικής. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά η βία καραδοκεί, ως ανεκπλήρωτο πάθος, ή ενοχή για «πράξεις και για παραλήψεις», προς εαυτόν, για κάποιες λέξεις, παρορμήσεις ή πάθη που δεν βρήκαν διέξοδο. Οι περιγραφές που παίρνουν μεγάλη έκταση και οι μακροπερίοδες διατυπώσεις κάνουν την ελλειπτική γραφή να «σκοντάφτει» σε μια πιο ισχυρή διάθεση απολογισμού. Το ίδιο ισχύει για εποχές που σηματοδοτούνται από πολιτικά γεγονότα τα οποία δεν  παίζουν κάποιον εμφανή ρόλο στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων. Προφανώς η κατά μέτωπο αντιμετώπιση του τέλους προδιαθέτει για μια άλλη -και αμήχανη- «φλυαρία» που δεν πείθει σαν ευλογοφανής κατασκευή, αφού προφανώς δεν είναι.

Περισσότερο αυθεντικό, το ομώνυμο με τη συλλογή, διήγημα, συνυφαίνει εμπειρίες πραγματικές ή/και μυθοπλαστικές, αρμονικά. Η παθογένεια της επαρχίας, ο στενός κλοιός της οικογένειας, σφίγγουν γύρω από ένα τρισδιάστατο ήρωα, με παρελθόν ευανάγνωστο, ο οποίος βιώνει και έναν εμφανή «θάνατο», των ονείρων και της ίδιας της λίμπιντο του, θυσιάζοντας την δυνατότητά του να παίξει έναν άλλο ρόλο στη κεντρική σκηνή της συλλογής και στη καρδιά της συγγραφέως. Που του αφιερώνει τη σχεδόν μοναδική εσωτερική ανάγνωση πριν τον παραδώσει στη μοίρα του και στη πένα της.

Εκείνα τα  «Λευκά στην Κορυφή» μπορεί να είναι παγωμένα συναισθήματα, εν τέλει.

Δημοσιεύευται στο http://varelaki.blogspot.gr/2017/06/notationes-2017_66.html

 

 

Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)

The city rat ταξιδεύει με το ΚΤΕΛ

apollo2

Δεν έχει νόημα η εξοχή αν δεν ταξιδέψεις με το ΚΤΕΛ για «παραλίες». Το σκηνικό γνωστό αλλά πάντα τόσο αναπάντεχο, τόσο ζωογόνο.

Κανένας από τους βορειουευρωπαίους συνταξιούχους με τη μπύρα, την αναψοκοκκινισμένη μύτη και το βιβλίο-τούβλο δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει αυτό το «μεγαλείο» των νησιώτικων ΚΤΕΛ. Το πώς μέσα σε ένα όχημα σούπερ υπερφορτωμένο με όρθιους παίζει και Πάριο στη διαπασών, πώς από κάποιο ασύρματο κέντρο εκπέμπει καληνύχτες κάποια γυναικεία φωνή στο τελευταίο δρομολόγιο στον νταλκαδιάρη νεαρό οδηγό. Που σταματάει απρόσμενα κάπου στη μέση του πουθενά και λέει «δώσε και σε μένα μία» -αφίσα εννοεί, για την αυριανή παράσταση γνωστού ντι τζέϊ – και την κολλάει στο παρ μπρίζ με περίσσιο καμάρι ανίδεος, ανυποψίαστος –και ευτυχώς- για τους κανόνες του σύγχρονου μάρκετιν..

Κανένας Βρετανός δεν θα καταλάβει παρά δια της νοηματικής το «Μαντάμ, τίκετς γκόου» πώς γίνεται δηλαδή να σταματάει το λεωφορείο και να στέλνει τους αμελείς επιβάτες στο παρακείμενο ψιλικατζίδικο  για να πάρουν  εισιτήριο στη μέση της διαδρομής καθώς και τη φοβερή του «ακύρωση» αμέσως μετά με σκίσιμο στα δύο…

Κανείς απ΄τους συνδαιτημόνες μου στο πρωινό του ξενοδοχείου δεν θα καταλάβει πλήρως ότι ο «οτέλ μάνατζερ» δεν μου κάνει χειραψία γιατί κατά πως λέει «τώρα μόλις ήρθα από τις κατσίκες». Αλλά και ευτυχώς δεν θα καταλάβει και τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό όπου αυτοδιαφημίζεται κάποιος υποψήφιος με το ακαταμάχητο επιχείρημα «Με ευρώ ή με εθνικό νόμισμα οι κατσίκες μας θα κατεβάζουν γάλα». Μπορεί και να κλάνουν και ταραμά, λέω εγώ;

Καμιά φορά μιλάνε μια διάλεκτο αλλά και μια γλώσσα Ελληνική μεν, ακατανόητη ακόμα και για μένα δε, οι οδηγοί του ΚΤΕΛ. Ανταλλάσουν κουτσομπολιά με τους ντόπιους επιβάτες, διαδίδουν ειδήσεις, παραποιούν σπαρταριστά ονόματα ξενικά, προσπαθούν να είναι φιλόξενοι και είναι, μετράνε κεφάλια, στέλνουν μηνύματα, μαζεύουν τους λογής λογής  ημιμεθισμένους τουρίστες, φλερτάρουν τα κορίτσια με τα σορτς, τα δικά τους κορίτσια, τα ντόπια, από το ύψος του βολάν και του ανοιχτού καλοκαιριού που έσβησε φέτος απαλά με εκλογές μαζί και θάλασσα.

17/09/15
δημοσιεύεται στο http://anemologio.tumblr.com/post/157054022288/the-city-rat-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85