Τσόκλης αυτοβιογραφούμενος

ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟ BOOK PRESS

 

Για το βιβλίο του Κώστα Τσόκλη «”Εν τέλει”, πάλι ο Λόγος είναι!» (εκδ. Καστανιώτη).

«Εν τέλει, πάλι ο Λόγος είναι» αντιπαραβάλλει στην ευαγγελική ρήση, ο Κώστας Τσόκλης  και τιτλοφορεί τη συλλογή κειμένων που τον αφορούν: Ομιλίες που εκφώνησε, σχόλια άλλων πάνω στην τέχνη και το πρόσωπό του, συνεντεύξεις που παραχώρησε και σχόλια του ίδιου πάνω στα εικαστικά, τη ζωή και τη κοινωνία.

Θα διαβάσουμε κομμάτια τρυφερά ακόμα κι όταν είναι σκληρά, τα παιδικά του βιώματα και τα δύσκολα χρόνια. Θα διηγηθεί τα γεγονότα από μια νιότη λαμπερή, γεμάτη πάθος, έρωτα και τέχνη. Θα μας μιλήσει για τη δικαίωση από τον βιωμένο πόνο, το παρελθόν και το παρόν του πάθος για ζωή, ομορφιά κι ουσία καθώς θεάται τον κόσμο με το ατίθασο και ασυμβίβαστό του βλέμμα

Είναι Έλληνας, το γνωρίζει και το αποδέχεται παράλληλα με  την διεθνή του αναγνώριση. Όντας σαφής, βαθύς και αυτοδημιούργητος, σεβόμενος τη δύναμη και την ορμή της φύσης και καθώς αισθάνεται την ανθρώπινη απουσία όπου αυτή κυριαρχεί,   αποδίδει ψυχή στο χώμα και στο νερό, γίνεται Ποιητής.  Ένα παιδί που ανατράφηκε στα σκοτεινά συνωστισμένα υπόγεια της Αθήνας, που ένοιωσε κατάσαρκα το ζόφο του πολέμου, αντιπαρέβαλε με έργο, τους πιο φωτεινούς και καθαρούς ορίζοντες. Καθόλου τυχαίο, αφού η πρόθεσή του, μας δηλώνει, δεν είναι να διδάξει, να συμβολίσει ή να υπονοήσει αλλά να «καθαρίσει τη βρωμιά» και να μας τον αποδώσει τον κόσμο, αληθινό και διαυγή συγχρόνως.

Ενώ συμπύκνωσε στο έργο του πολλαπλές τάσεις, κατάφερε να αρθρώσει μια καινούργια γλώσσα εικαστική, για να επικοινωνήσει με την εποχή και με το «σήμερα». Ασπάστηκε τη τωρινή -σχεδόν μελλοντική- απεικόνιση με τις τεχνολογικές εφαρμογές που σέβεται και χρησιμοποιεί, αλλά ως γραφιάς, εκφράζεται σε μια γλώσσα απλή, σαφή και κατανοητή, εξίσου παραστατική με την εικαστική.

Ακόμα και ο αναγνώστης που δεν έχει  εξοικειωθεί με τους κώδικες αυτούς, θα απολαύσει το ταξίδι. Οι προβληματισμοί του Τσόκλη, έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους και τις αγωνίες τους, διατυπώνονται με ταπεινότητα, η επιτυχία αντιμετωπίζεται σαν μια βαριά αποσκευή, αλλά με λόγο πόσο ανάλαφρο αλήθεια, ενόσω ξετυλίγει μια σκέψη κατά περίσταση αιρετική, αδιάλειπτα διαυγή, σίγουρα κοστολογημένη από εμπειρία ζωής, και ψάξιμο ασταμάτητο.

Αθεράπευτα δεμένος με την Τέχνη αναφέρεται σ΄ αυτήν και σε όλα τα διλήμματα: ο καλλιτέχνης ή τα δημιουργήματά του δικαιώνονται στο τέλος; Τι πρέπει να γίνει για να διασωθεί η Τέχνη και σε ποια γλώσσα να της μιλήσεις; Και εύχεται να βρει η δική του δημιουργία στέγη στην ανθρώπινη ψυχή αντί για τ΄ άψυχα μουσεία, οπότε την επιβιβάζει σοφά στο σωστό όχημα προς την αθανασία, στις επερχόμενές του γενεές, και όπως φαίνεται το καταφέρνει.

Ποιος είναι στο τέλος ο Κώστας Τσόκλης; Αυτός που φορτώθηκε το κάτοπτρο στο σχήμα του σταυρού και ανηφόρισε ως το κολαστήριο στη Σπιναλόγκα, για να καθρεφτιστεί εκεί, μες το χυμένο αίμα, μέσα στη φλόγα που κατατρώει όλο το νερό, μέσα στον ουρανό που όλα τα γιατρεύει.

Είναι αυτός που κάποτε αντάλλαξε ένα λαμπτήρα με άρτο επιούσιο, που σκαρφάλωσε στις σκαλωσιές για να αναστήσει μνήμες και καταγωγή, να εξουθενώσει τους εφιάλτες και τους δράκους. Ο Τσόκλης που οραματίστηκε με χρώματα το ίδιο διαφανή το δράμα της Μήδειας ή του ξυπόλητου παιδιού, τις σκιές του φόβου και  του πόνου, ονόμασε τον εαυτό του «τελευταίο λεπρό», περπάτησε πάνω σε ένα χιόνι από κάτασπρο αλάτι, και συνεχίζει σαν παιδί, μπορεί, ακόμα να δακρύζει .

Απ΄την αρχή μέχρι το τέλος, Τσόκλης είναι!

«Εν τέλει», πάλι ο Λόγος είναι!
Κώστας Τσόκλης
Καστανιώτης 2019
Σελ. 352, τιμή εκδότη €15,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΚΛΗ

 

Ακριβής περιγραφή της Ελληνικής δεκαετίας, οι “δείκτες” του αισθήματος

Στην αρχή, τον πρώτο καιρό της κρίσης, πίστευα ότι η δική μου η γενιά ήταν η πιο άτυχη. Είχαμε μόλις τελειώσει με τις σπουδές, ήμασταν έτοιμοι να βγούμε στην αγορά εργασίας, να ζήσουμε με τους όρους μας τα καλύτερά μας χρόνια. Φυσικά, αυτή δεν ήταν παρά μια συναισθηματική προσέγγιση, επειδή ως είδος την έχουμε αυτή την τάση να περιστρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας. Δεν υπήρξε καμία γενιά πιο άτυχη από καμία άλλη. Καμία ηλικιακή ομάδα. Καμία ομάδα γενικά. Ούτε οι νέοι, ούτε οι συνταξιούχοι, ούτε οι οικογενειάρχες, ούτε οι κάτοικοι της επαρχίας, κανείς. Την κρίση την περάσαμε ως χώρα όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά μόνος του. Άλλους απλώς τους δυσκόλεψε, άλλους τους εξάντλησε, άλλους τους διέλυσε. Κάποιους άλλους τους έδιωξε. Περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι έφυγαν από τη χώρα αυτά τα χρόνια και βρήκαν στο εξωτερικό, οι περισσότεροι, καλύτερες συνθήκες. Το ένα τους μάτι ήταν εδώ, πάντως, διάβαζαν τις ελληνικές ειδήσεις, μιλούσαν καθημερινά με τους οικείους τους, έρχονταν στις γιορτές, το Πάσχα, για διακοπές. «Πώς τα πάτε εδώ;» Ήξεραν πολύ καλά την επικαιρότητα, αλλά κάτι δεν μπορούσαν να καταλάβουν κι εμείς δεν μπορούσαμε να τους το εξηγήσουμε. Η κρίση αυτών των ετών μπορεί να περιγραφεί μέσα από έρευνες και στατιστικές, μέσα από τις πολιτικές εξελίξεις, μέσα από προσωπικές ιστορίες, μέσα από φωτογραφίες, αλλά τίποτε από αυτά δεν μεταφέρει το σκυθρωπό βλέμμα του διπλανού μας στο λεωφορείο το πρωί ή το πώς μετρούσε τα δίλεπτα ο μπροστινός μας στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

 


Ουρά μπροστά σε ΑΤΜ στο κέντρο της Αθήνας, τον Ιούλιο του 2015, λίγο μετά την επιβολή των capital controls. © Matthew Lloyd / Getty Images / Ideal Image

Πως φτάσαμε έως εδώ

«Θα σου πω εγώ». Σε πρώτο ενικό και αποφασιστικά. «Θα σου πω εγώ ποια είναι η λύση». Υπήρξε χαρακτηριστικό αυτών των ετών να νομίζουμε όλοι ότι ξέρουμε. «Θα σου πω εγώ πώς φτάσαμε έως εδώ». Η απάντηση ήταν πολύ εύκολη. Φτάσαμε έως εδώ εξαιτίας «αυτών που μας κυβερνούσαν». Και μετά κάποιος είπε: «Ναι, αλλά εσείς τους ψηφίσατε». Και κάποιος άλλος είπε: «Μαζί τα φάγαμε» ή, κατά λέξη, «τα φάγαμε όλοι μαζί». Η φράση αυτή του τότε αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Θεόδωρου Πάγκαλου, αγγίζει πλέον τα όρια του μύθου και αναπαρήχθη όσο καμία άλλη αυτά τα χρόνια, προκαλώντας ατελείωτη οργή, ενώ λειτούργησε άτυπα και ως η αφετηρία μιας κατάστασης που το «μαζί» δεν θα ήταν στο εξής μία από τις λέξεις που θα μας ταίριαζαν.

Χωριστήκαμε. Οι μέσα στη Βουλή και οι έξω. Οι Αγανακτισμένοι της επάνω πλατείας με τις ελληνικές σημαίες και οι Αγανακτισμένοι της κάτω πλατείας με την Άμεση Δημοκρατία. Αυτοί που «κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορούμε να περάσουμε» και αυτοί που «δεν τους νοιάζει αν θα ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Η παλιά γενιά που «τα έφαγε», που «τους ψήφισε», που «ήξερε, αλλά δεν μίλαγε» και η νέα γενιά που «τα βρήκε όλα έτοιμα», που «έχει γνώμη από τον καναπέ», που «κρίση, κρίση, αλλά οι καφετέριες γεμάτες». Αυτοί που έβγαλαν τα λεφτά τους στην Αγγλία, την Ελβετία ή την Κύπρο κι αυτοί που τα άφησαν τρέμοντας στις ελληνικές τράπεζες. Αυτοί που έπαιζαν το παιχνίδι «με ή χωρίς απόδειξη» με τον γιατρό, τον ξενοδόχο ή τον ηλεκτρολόγο και εκείνοι που πλήρωναν κάτι παραπάνω γιατί «έτσι φτάσαμε έως εδώ». Και όσο τα μέτρα λιτότητας αυξάνονταν, μαζί με την ανασφάλεια και την απελπισία, μεγάλωνε και η αίσθηση του διχασμού που κάποιο καιρό αργότερα κορυφώθηκε ανάμεσα στους «ναι» και τους «όχι» του δημοψηφίσματος.

Εκτός από το δημοψήφισμα που έγινε, υπήρξε κι εκείνο που δεν έγινε το 2011, είχαμε επίσης έξι εκλογικές αναμετρήσεις, από τις οποίες προέκυψαν κυβερνήσεις κάθε λογής, ψηφίστηκαν τρία μνημόνια και παρατηρήθηκαν πρωτοφανείς ανακατατάξεις στο πολιτικό τοπίο. Και μπορεί η περίοδος να ήταν πολύ ιδιαίτερη και αυτό να λειτουργεί ως δικαιολογία, αλλά τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός, στις συζητήσεις μας, στην αιμοδιψή κοινότητα των κοινωνικών δικτύων, στα τηλεοπτικά παράθυρα, ο διάλογος που καταγράφηκε μας κατέδειξε κατώτερους των περιστάσεων. Ταΐσαμε τον εγωισμό μας και δεν αντισταθήκαμε στις μικρότητες ούτε στις πιο ιερές στιγμές, τις πιο μεγάλες τραγωδίες· από τη Μarfin μέχρι το Μάτι, το μοτίβο της αφήγησης ήταν το ίδιο: έλλειψη ψυχραιμίας, έλλειψη ποιότητας, έλλειψη αξιοπρέπειας. Άλλωστε μόνο σε μια ασθενική κοινωνία μπορεί να απλωθεί ένα καρκίνωμα όπως αυτό της Χρυσής Αυγής, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν πολλά για τα οποία δεν θα έπρεπε να είμαστε περήφανοι αυτά τα χρόνια, αλλά υπάρχουν και κάποια για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε.

 


Υπερωρίες στο Υπουργείο Οικονομίας τον Νοέμβριο του 2012, λίγο μετά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος. © REUTERS/John Kolesidis

 

Μια αφιλόξενη χώρα

Η Ελλάδα της κρίσης υπήρξε αφιλόξενη. Μπορούσες να το διακρίνεις παντού. Από τις παρατημένες οικοδομές μέχρι τις άδειες βιτρίνες στους εμπορικούς δρόμους. Σε γενικές γραμμές, οι μόνες επιχειρήσεις που έμοιαζαν να ευδοκιμούν ήταν τα σουβλατζίδικα και τα ανταλλακτήρια χρυσού, που γέμισαν μια εποχή τους δρόμους και απορρόφησαν κοσμήματα, οικογενειακά κειμήλια, ακόμα και δόντια. Οι δε τοίχοι έγιναν κίτρινοι από τα αυτοκόλλητα των «Ενοικιάζεται» και «Πωλείται». Όλοι ξέρουμε κάποιον που σώθηκε πουλώντας το πατρικό του, κάποιον που έμεινε σε ένα τριάρι στο Κολωνάκι για 300 ευρώ, κάποιον άλλον που αγόρασε ένα διαμέρισμα «τσάμπα» – υπήρξαν και αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν τις συγκυρίες ή όσους είχαν ανάγκη. Για τους ιδιοκτήτες, πάντως, τα ακίνητα υπήρξαν ευχή και κατάρα: από τη μια παρείχαν μια ανακούφιση, ειδικά τον καιρό που το να έχεις «λεφτά στην άκρη» δεν ήταν ιδιαίτερα ασφαλές, από την άλλη όμως υπέφεραν από το «χαράτσι» και τον ΕΝΦΙΑ. Όσο για τους ενοικιαστές, από εκεί που μπορούσαν να μείνουν «σε καλή περιοχή» πληρώνοντας περίπου το μίνιμουμ, βρέθηκαν να δίνουν «πέντε νοίκια μπροστά» για ένα σπίτι με παλιά κουφώματα – το Airbnb άλλαξε το τοπίο εντελώς, δίνοντας μια τελευταία, παράδοξη νότα σε μια κατάσταση μη κανονική.

Όλοι επίσης ξέρουμε ή έστω ακούσαμε για κάποιον που έδωσε τις πινακίδες του και πάρκαρε το αυτοκίνητό του επ’ αόριστον σε κάποιο γκαράζ, κάποιον που έτρωγε για καιρό μόνο μακαρόνια, που έβγαλε τους χειμώνες χωρίς πετρέλαιο, που ψώνισε από τα κινέζικα, αλλά δεν το παραδέχτηκε ποτέ, που δεν σήκωνε το τηλέφωνό του όταν έβλεπε άγνωστο νούμερο, γιατί «θα ’ναι απ’ την τράπεζα», κάποιον που στηνόταν έξω από το φαρμακείο ζητώντας από αγνώστους να του αγοράσουν τα φάρμακά του. Όλοι ξέρουμε και κάποιον που ήξερε κάποιον άλλο που είχε έναν φίλο που δούλευε στο υπουργείο ή στις Βρυξέλλες ή κάπου, τέλος πάντων, και κάποια στιγμή «έμαθε» ότι πρέπει να αγοράσουμε προμήθειες «γιατί θα πεινάσουμε». Οι θεωρίες συνωμοσίας έδιναν κι έπαιρναν, άλλες λογικές και άλλες απίθανες. Ότι όλα είναι ένα σχέδιο εξόντωσης. Ότι μας ψεκάζουν. Ότι γενικά κάτι μας κρύβουν. Δεν πρέπει να υπήρξε φορά που να μπήκα σε ταξί και, αφού είπα τι δουλειά κάνω, να μη με ρώτησε ο οδηγός «αν ξέρω κάτι».

 


Περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες για το συσσίτιο του Ιδρύματος Γαλήνη στο Μεταξουργείο, τον Μάρτιο του 2015. © Υannis Behrakis

 

Στις ουρές των ΑΤΜ

Οι καλύτερες συζητήσεις πάντως έγιναν στις ουρές μπροστά από τα ΑΤΜ μετά την επιβολή των capital controls, τότε που κοιμόμασταν και ξυπνούσαμε με την απειλή του Grexit. Ξαφνικά εκείνη την περίοδο είχαμε όλοι γίνει εξπέρ στην οικονομία και στην πολιτική, ξέραμε πότε συνεδριάζει το Eurogroup και τι είναι τα spreads, διατυπώνονταν σχεδόν μηχανικά διάφορες αόριστες κατάρες προς τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, κάποιοι συμπαθούσαν λίγο τον Γιουνκέρ ή τον Ολάντ, αλλά πολύ λίγοι τον Ντάισελμπλουμ ή τον Ντράγκι, αρκετοί μπορούσαν να αναλύσουν με λεπτομέρειες το μοντέλο της Ισλανδίας και τι ακριβώς έγινε στην Αργεντινή. Θυμάμαι έναν κύριο που έπειτα από μια πολύ σύντομη κουβέντα μου είπε ότι είναι πεπεισμένος ότι «στο τέλος θα μας σώσουν οι Ρώσοι».

Το καλοκαίρι του ’15 τα εισοδήματά μας πια είχαν μειωθεί κατά 40% σε σχέση με την αρχή της κρίσης, η ανεργία έφτανε στο 27%, ένας στους τρεις Έλληνες ζούσε σε συνθήκες φτώχειας, από την Ευρώπη έβγαινε μια αίσθηση ότι «μας κουράσατε», διέρρεαν σενάρια περί δραχμής και «plan b» και, σε αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα βρισκόταν στο προσκήνιο μιας άλλης κρίσης, παράλληλης με την οικονομική, αλλά επίσης διχαστικής, καθώς για άλλους ήταν «μεταναστευτική» και για άλλους «προσφυγική». Και πάλι οι αντιδράσεις υπήρξαν ποικίλες: κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν, κάποιοι τρόμαξαν, κάποιοι ξέσπασαν, κάποιοι έτρεξαν να βοηθήσουν, κάποιοι απλώς φωτογραφήθηκαν.

 


Κλειστά καταστήματα και απεριόριστη προσφορά ενοικιαζόμενων ακινήτων – μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της κρίσης ©AP Photo/Petros Giannakouris

 

Όσα δεν γυρίζουν πίσω

«Το καλό της κρίσης είναι ότι θα μάθουμε να ζούμε με λιγότερα» – κάποιος το είπε αυτό, κάποιος άλλος το πίστεψε, διαδόθηκε ως άποψη, μια εποχή το ακούγαμε συνέχεια. Η αλήθεια είναι ότι ψωνίζοντας μόνο τα απαραίτητα, ψάχνοντας προσφορές και συγκρίνοντας τιμές, εξοικονομήσαμε περίπου το 1/4 των χρημάτων που ξοδεύαμε στα σούπερ μάρκετ την προηγούμενη δεκαετία. Μπορεί να στερηθήκαμε κάποια πράγματα, αλλά «μάθαμε να ζούμε με λιγότερα». Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα σε κάποιον που έχασε τη δουλειά του ή το σπίτι του και βρέθηκε ξαφνικά να περιμένει στη σειρά για το συσσίτιο.

Σε λοιπές καθημερινές συνήθειες, όπως ήταν λογικό, έγιναν κάποιες εκπτώσεις στην ποιότητα (ή ακόμα και στην ποσότητα) του φαγητού, το κάπνισμα μειώθηκε λίγο, όμως αυξήθηκαν η κατανάλωση αλκοόλ, ο τζόγος και τα διαζύγια, με την περιρρέουσα τοξικότητα να απλώνεται αναπόφευκτα ανάμεσα στα ζευγάρια. Αυξήθηκε κατακόρυφα, επίσης, η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών, αγχολυτικών και αντιψυχωσικών φαρμάκων. «Μάθαμε να ζούμε με λιγότερα», μάθαμε να ζούμε θυμωμένοι, να είμαστε εσωστρεφείς, ανασφαλείς, ηττοπαθείς.

Κάποια πράγματα δεν γυρίζουν πίσω. Η ψυχική μας υγεία. Οι αποταμιεύσεις μιας ζωής. Οι οικογένειες που διαλύθηκαν. Τα όνειρα που πήγαν χαμένα. Η φυσιογνωμία της χώρας. Τα στοιχειώδη εργασιακά μας δικαιώματα: «τουλάχιστον έχω δουλειά». Αυτά όλα χάθηκαν κάπου ανάμεσα στο Καστελλόριζο και στην Ιθάκη, και η «ανάπτυξη» δεν θα τα φέρει πίσω. Αυτά όλα πάνε. Κυρίως, όμως, δεν γυρίζει πίσω ο χρόνος. Σκεφτείτε το. Ως διά μαγείας να ξαναβρισκόμασταν στο 2009, να μην υπήρχε κρίση, και να είχαμε μπροστά μας μια δεκαετία να την περάσουμε σαν άνθρωποι. Σε πρώτο πληθυντικό και αποφασιστικά. Να φτάναμε στο σήμερα και να είχαμε να αναπολήσουμε ζωή. ■

 

 

Σε χάρτινο ποτήρι

 

από το Book Press

Όταν κοιμάσαι μες τη πόλη, ακούς πολλά, διάφορα. Κοιμάσαι μέσα στο στομάχι της κι ακούς αυτά που καταπίνει, άλλα τα χωνεύει και άλλα όχι. Ό,τι δεν αντιλαμβάνονται όποιοι έρχονται με τζιπ και μπράβους για τα εστιατόρια πολυτελείας, ούτε τα κορίτσια με τις δωδεκάποντες. Ούτε οι τουρίστες ούτε οι υποψήφιοι δήμαρχοι μία φορά στα τόσα.

Πίσω από γρίλιες, που έλεγε και το τραγούδι, και ειδικά τα καλοκαιρινά απογεύματα, με τα μαγαζιά κλειστά, με τα πάρκιν μισοάδεια, ακούς καυγάδες και σπασίματα. Το απομεσήμερο αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν οι στροφές. Συνήθως το έργο παίζεται με δυο φωνές, μια ανδρική, μια γυναικεία, εναλλάξ. Προάγγελοι του δράματος, τα κατοικίδιά τους που τριγυρνάνε ανήσυχα στα μπαλκόνια, σκυλιά, γατιά, αλλά και τα τζιτζίκια από τα δέντρα, χορωδία.

Φράσεις κοφτές: «το σταθερό», «το κινητό», «η γκόμενά σου», κι ύστερα μία παρατεταμένη σιωπή όπως μετά το σεξ και τους δικούς του ήχους. Στη σιωπή αυτή μπορείς να υποθέσεις ό,τι θες. Μέχρι ν’ ακούσεις τον αντίλογο, μπορεί χαστούκι, μπορεί κάτι να σπάζει, μπορεί μια υποτονική αντιμετώπιση που κορυφώνεται σιγά σιγά σε ένα «κάνε ό,τι θες, εγώ θα φύγω».

Ύστερα αρχίζουνε τα καζανάκια και τα τρεχούμενα νερά, κάποιος πλένεται ή πλένει κάτι για να φύγει, κάποιος πίνει νερό, κάποιος σκεπάζει με υγρασία τη σιωπή για να ακούγεται καλύτερα. Κάποιος βροντάει τη πόρτα, κάποιος σκουπίζει τα σπασμένα γυαλιά, κάποιος με βαλίτσα κατεβαίνει τον κλιμακωτό πεζόδρομο· ακούγονται ροδάκια.

Το βράδυ ανάβει η τηλεόραση και την επόμενη τρυπάνια ακούγονται, αλλάζουνε τα τζάμια, αλλάζουν κλειδαριές, ανυποψίαστοι οι μάστορες, πίνουν αδιάφοροι καφέ σε χάρτινο ποτήρι.

Ο πίνακας στην κεντρική εικόνα είναι του Ανδρέα Γαβριηλήδη.

Άνθρωποι που Γελάνε, Α. Παλούκα

 

Δημοσιεύεται στο τεύχος Ιουνίου στο “Βακχικόν”

Η σπάνις των ανθρώπων που γελάνε

 

Η ποίηση του Αργύρη Παλούκα έχει τη δύναμη να ανοίγει δρόμους αυτογνωσίας στον αναγνώστη, ώστε ο δεύτερος να «αναγνωρίζει» στα βιβλία του πρώτου (Το ξέφτι, Μανδραγόρας 2007· Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, Κέδρος 2009· Θέλω το σώμα μου πίσω, Μεταίχμιο 2011) και δικά του βιώματα. Επιστρέφοντας τώρα με μια νέα ποιητική σύνθεση, ο Παλούκας μάς φέρνει Ανθρώπους που γελάνε (Κριτική 2018), επιμένοντας στις εικόνες που δανείζεται από την πάτρια φύση και την οικεία ψυχοσύνθεση, μιλώντας πάντα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, τρυφερότητα αλλά και με αντίστοιχη γλώσσα: ανεπιτήδευτη και απολύτως ακριβή (κυριολεκτικά και μεταφορικά).

Έχοντας κατακτήσει τον ουσιαστικό μινιμαλισμό χωρίς να στεγνώσει, την αποστασιοποίηση χωρίς οποιαδήποτε ευκολία και ρηχή επικαιρικότητα, καταθέτει όσα έχει να πει με ψύχραιμο ενθουσιασμό, απαλλαγμένο από ζέοντα πάθη αλλά παλλόμενο από συναίσθημα. Στοχάζεται χωρίς αφορισμούς και προσπαθεί να δει καθαρά μέσω της ποιητικής ματιάς τα πιο βαθιά και στοιχειώδη ανθρώπινα ζητήματα: την ταυτότητα, το «μέσα που μιλάει», την απώλεια και την πίστη που εφευρίσκει το σώμα.

Τολμάει να επιστρέψει στα παλιά και στα άδικα χωρίς να κρύβει τη νοσταλγική του διάθεση: επινοώντας το άπειρο ανάμεσα σε αγαπημένους, ακολουθώντας το αίμα που διατρέχει την αγάπη, διαπιστώνοντας συχνά πόσο δυνατή και επικίνδυνη είναι η ανάγκη για τη συντροφιά. Παραδοχή. Ίσως η λέξη αυτή να μπορεί να χωρέσει τους απόντες ή σκιώδεις γελαστούς ανθρώπους που ο Παλούκας γνώρισε, και μας συστήνει.

Είναι όμως και οι εικόνες: η θάλασσα στον ορίζοντα —αμετανόητα καλοσυνάτη— σαν προσδοκία ιδανική, αλλά και πιο μικρά κι ασήμαντα υλικά (πράγματα) που αποκτούν ζωή και συνεπώς υπόκεινται στη φθορά και στον θάνατο. Είναι τα ρούχα, τα ζωντανά, σκύλοι και άλογα, κουπιά στο πέλαγος, δέντρα και ρίζες νοητές αλλά και μίσχοι σε γκρεμούς. Μέσα από την ποιητική μεταστοιχείωση ο Παλούκας προβάλλει ακόμα και την επαναστατικότητά του στον τελεσίδικο καμβά της απώλειας.

Στο τέλος όμως πάντα κάτι μένει. Με μικρές αλλά απαραίτητες δόσεις ειρωνείας, που προφυλάσσουν όλα τα λόγια και τις εικόνες από τη γλυκερότητα, φαίνεται ότι ο Αργύρης Παλούκας κοσκινίζει και συνδέει προσεκτικά τα υλικά του σε μια καθόλου μηχανική αναζήτηση της ψυχικής ομορφιάς.

 

Τετραλογία της Νάπολης, Έλενα Φερράντε

Τετραλόγια της Νάπολης, μυθιστορήματα, Έλενα Φερράντε, εκδόσεις Πατάκη, 2016-17
Διαβάζοντας το έργο της Έλενα Φερράντε, μπορεί να αναρωτηθείς πού κατατάσσεται ή πού έγκειται η γοητεία του. Μου τέθηκαν όμως και άλλα ερωτήματα: Μπορεί να υπάρξει άραγε φιλία σταθερή, μεταξύ γυναικών; Ή ακόμα, αν η ιδεολογική τριβή με την αριστερά και το φεμινισμό, άλλαξαν κάτι στην ουσία μιας γυναίκας «δυτικής» όταν αναμετρήθηκε με τα βασικά της δεδομένα: Τον έρωτα και την καταγωγή, την καριέρα μαζί με τη μητρότητα∙ πώς διαμορφώνεται εν τέλει ένας άνθρωπος και πώς πορεύεται στη ζωή όταν τον έχει φέρει στη ζωή και αναθρέψει μια μητέρα ανάπηρη;
Εντόπισα έναν άξονα που γύρω του περιστρέφεται το τετράτομο έπος της Έλενα Φερράντε. Ενώ οι προβολείς παραμένουν στραμμένοι στην ίδια την πρωταγωνίστρια αλλά και σε μια ισόβια φιλία, ενώ οι εικόνες της Ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς ζωντανεύουν και πλαισιώνουν τις φαμίλιες, τους επαγγελματίες και τους μαφιόζους που την κατοικούν, ενώ η ιστορία διαγράφει τους κύκλους της ακουμπώντας σε γεγονότα πολιτικά, σε γεννήσεις και θανάτους που φέρνουν και παίρνουν πρόσωπα από το προσκήνιο, διαβάζει κανείς και για μία σχέση που είναι ικανή να φωτίσει και να ερμηνεύσει όλες σχεδόν τις υπόλοιπες. Και δεν είναι το προφανές, η σχέση με τη φίλη:Ήταν κουτσή κι αλλοίθωρη η μάνα. Κι όσο η αφηγήτρια κόρη, προικισμένη με τη διεισδυτική ματιά της συγγραφέως, έκανε βήματα μπροστά στη ζωή, η πρόγονος έμενε πίσω να την κοιτάει στραβά. Θα φύγει γεωγραφικά η νεότερη, θα ταξιδέψει κυριολεκτικά, θα διαφοροποιηθεί με τις σπουδές, τους έρωτες και τη γραφή, αλλά δεν θα πάψει να στοιχειώνεται από τον ήχο του κουτσού βηματισμού, από τη λοξή ματιά όπου η φυσική ανημποριά μπερδευόταν με την αδιαφορία. Η μάνα που την «κοίταξε» -την είδε ή την φρόντισε- έβλεπε αλλού…
Διάβασα απνευστί τους ισάριθμους -και ευμεγέθεις- τόμους της Τετραλογίας της Νάπολης μέσα σε ένα μήνα μόλις. Παρακολούθησα με κομμένη ανάσα τις ανατροπές, μπήκα στο βάθος και παρακολούθησα τη συνεπή όσο και ανατρεπτική ανάπτυξη των χαρακτήρων, διένυσα τα πενήντα και παραπάνω χρόνια μιας γυναίκας «ανδρειωμένης». Που θα σταθεί από τη μια ενεργητικά απέναντι στις καταβολές και τα στερεότυπα τόσο της καταγωγής όσο και των κοινωνικών κινημάτων της εποχής της. Ενώ από την άλλη θα παραδοθεί στα πιο καλά κρυμμένα πάθη, ανομολόγητα και εμμονικά.Η «Έλενα» (Γκρέκο) που είτε κατασκεύασε είτε (όσο) αυτοβιογραφικά ξεδίπλωσε η συνονόματή της συγγραφέας ‘Ελενα Φερράντε είναι ένα πρόσωπο απτό και τρισδιάστατο, μία φιγούρα συμπύκνωσης της εποχής της. Με τις συναρπαστικές καταστάσεις που μπλέκεται και ζει, ούτε αναμενόμενες αλλά ούτε και ξεκάρφωτες, να συνάδουν απόλυτα με τις διακυμάνσεις της συμπεριφοράς, του ψυχισμού της. Θρυλείται ότι πίσω από το ψευδώνυμο «Φερράντε» κρύβεται άντρας ή περισσότερα του ενός άτομα. Εντελώς αδιάφορο αφού το αποτέλεσμα δικαιώνει οποιοδήποτε ενδεχόμενο!
Το μοτίβο της σχέσης γυναίκας με γυναίκα που επανέρχεται αποτελείται από σιωπηλή αδιαφορία και εκρήξεις οδυνηρής απόρριψης. Οι διαφορετικές αλλά συνεπείς εκφάνσεις της προσωπικότητας τόσο της μητέρας όσο και της φίλης σημαδεύουν τη συγγραφέα. Όσο η ηρωίδα παραμένει πιστή τόσο στο παρελθόν όσο και στη μοίρα που της επεφύλαξε η Φερράντε, θα συνδεθεί με διάφορα άτομα. Καθόλου άσχετα με τις ανεξίτηλες εικόνες βίας και φόβου, τις κάθε άλλο παρά αρμονικές ή τρυφερές σχέσεις της παιδικής της ηλικίας. Φίλοι και σύντροφοι, ερωτικοί ή ιδεολογικοί, περνούν από το προσκήνιο αλλά η συναισθηματική αφετηρία, συμπυκνωμένη εν πολλοίς στο πρόσωπο της παιδικής φίλης δεν χάνεται σχεδόν ποτέ. Από τα πρώιμα ακόμα χρόνια, όχι τυχαία, από το ίδιο το παιχνίδι τους το σημαδεμένο από ζόφο, η Λίλα θα καταστεί μυστήριο και πρότυπο, καθρέφτης και ενίοτε, φανταστική ή όχι, συνοδοιπόρος.
Η γοητευτική, διαταραγμένη και ιδιοφυής κόρη του τσαγκάρη συμπρωταγωνιστεί ακόμα και διά της απουσίας της. Η χωρίς ίχνη εξαφάνισή της -θεματική που θα επαναληφθεί ποικιλοτρόπως- θα ανοίξει τη τετραλογία.Κατά τη διάρκεια της πολυετούς αφήγησης, εωσότου ο κύκλος κλείσει με αφορμή το ίδιο γεγονός, η Φερράντε συνδιαλέγεται με άπαντα τα στερεότυπα της ταραγμένης εποχής της∙ και τα καταρρίπτει. Η γυναίκα της «διπλανής μας χώρας» ανοίγει έναν γιγάντιο κύκλο που κλείνει στο τέλος του τέταρτου τόμου με αφορμή το alter ego της, την επιστήθια φίλη (ή ίσως και δεύτερη φύση της). Το ολοζώντανο σκηνικό που πλαισιώνει τους χαρακτήρες όμως αναδεικνύει και τη σκοτεινή πλευρά της σχέσης μεταξύ γυναικών, που σπαράσσονται από πάθη και ανταγωνισμό δίπλα στη αφοσίωση και την επικοινωνία. Με την εξάρτηση να φυτρώνει και να ευδοκιμεί εκεί που ο πρωταρχικός δεσμός, το πρότυπο και η στοργή μάνας και κόρης, πάσχει.
Η «υπέροχη φίλη» επινοήθηκε ως τέτοια από τη θυγατέρα της ανάπηρης κι αλλοίθωρης. Παρόμοια ασταθής βηματισμός, παρόμοια στρεβλό το βλέμμα: μια λεπτοδουλεμένη υπονόμευση που δύναται να επινοήσει μία γυναίκα κατά κάποιας άλλης όταν την ανταγωνίζεται, ίσως και να τη φθονεί…Τέσσερις τόμοι και η Έλενα Γκρέκο φαίνεται ότι έπαψε να ψάχνει εναγώνια συνοδοιπόρο με γερά πόδια, να την κοιτάει ίσια στα μάτια, συντροφιά στο συναρπαστικό ταξίδι της στη ζωή, όταν εν τέλει το μοιράστηκε μαζί μας.

Δημοσιεύεται στις Έξι βιβλιοπρατάσεις για τον Ιούνιο, Βακχικόν

*

“Ρειstart stories” της Μαριάννας Λύρα, εντυπώσεις απ’ το βίντεο


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99
https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***

 

δημοσιεύεται στο ΒΑΡΕΛΑΚl

Μικρό οδοιπορικό στη Νάξο

φωτο Μ.Ι.

Η Νάξος με γοήτευσε από τα δεκατρία μου. Τότε που άνθρωποι πάτησαν το φεγγάρι, μου είχε φανεί ότι η Κυκλαδική γη είχε «κρατήρες» και σε συνδυασμό με τους Ενετικούς πύργους συνέθεταν τα ασύνδετα: την παιδική μου ηλικία και τα παραμύθια της με την εφηβεία αφ’ ενός, την απογείωση αφ΄ετέρου με τη «προσελήνωση», την καινούργια λέξη: ολίγον αμερικάνικη, ολίγον φουτουριστική και πολύ φαντασιακή…

Επισκέπτομαι το νησί τα τελευταία χρόνια και πάντα το ανακαλύπτω. Ετούτη τη χρονιά το οδοιπορικό έγινε πιο πλήρες και άνετο αφού η Μαρκέλλα, ατρόμητη στο τιμόνι του τζιπ της, ήτανε μέρα νύχτα έτοιμη για βόλτες και ανακαλύψεις, για όλα τα δύσκολα  παρκαρίσματα, τη πορεία πάνω στους αμμόλοφους όποτε χρειάστηκε και τις διαβάσεις ανάμεσα από καλαμιώνες.

Ξεκινήσαμε την «ένδον» γνωριμία από το αρχαιολογικό μουσείο. Δρασκελώντας τα μεγάλα σκαλοπάτια του μεσαιωνικού κτίσματος όπου στεγάζεται, διανύσαμε και τις ιστορικές περιόδους. Κυκλαδικά ειδώλια ή ελληνιστικά αγάλματα, φτιαγμένα από τα ίδια υλικά, μάρμαρο και ήλιο, όλα φθαρμένα, όλα  πλασμένα για τον τόπο αυτό. Και στη ταράτσα μετά, λιμάνι με Μπλου Σταρ και άλλα ταχύπλοα, εκκλησία, παλιά και νέα πόλη, μας προσφέρθηκαν «στο πιάτο» μαζί  με ένα δροσερό πράσινο τσάι. Το διάφανο φως, οι σαφείς διακρίσεις από το κίτρινο ως το πράσινο σε αγρούς και καλαμιώνες, το άσπρο της πέτρας, δίνουν την αίσθηση ότι είναι όλα απλά, σαφή αλλά κυρίως, γόνιμα.

Η περιήγηση στην ενδοχώρα αποκαλύπτει άλλα «μυστήρια» και παράδοξες συνυπάρξεις: Στις Μέλανες ο κούρος  -σε αντίθεση με τον συνάδελφό του στον Απόλλωνα που είναι φωλιασμένος σ ένα ύψωμα- ξαπλώνει τραυματισμένος με ραγισμένο το ένα πόδι μέσα σε ένα καταφύγιο παραδείσιο: Η ρεματιά και τα νερά, καλλιεργημένη, με φρεσκοποτισμένα μποστάνια δίπλα σε βελανιδιές αιώνιες. Με τις πέτρινες πεζούλες να ορίζουν ιδιοκτησίες, να προσπαθούν να τιθασεύσουν νερά και χώματα, ενώ στη καρδιά της πανδαισίας, το νεανικό πέτρινο κορμί, αναπαύεται από τη πορεία του μέσα σε αιώνες συνύπαρξης. Απλώνοντας το χέρι, κόβουμε την κοντούλα από το δέντρο που ούτε αντιστέκεται και ούτε απαγορεύει τίποτα στη συγκεκριμένη Εδέμ.

Στη διαδρομή προς τα χωριά, σε κάθε στροφή του δρόμου αποκαλύπτεται από άλλη οπτική γωνία το μαρμάρινο λατομείο αλλά η αρχική εντύπωση δεν αλλάζει: το νταμάρι, έργο φύσης και ανθρώπου, λαξεμένο μέσα στο βουνό, δίνει μια αίσθηση μοναδική, ναού, γλυπτού. Στημένες σαν κίονες οι λευκές διαβαθμίσεις της φθοράς με φόντο τον ουρανό, υπαινίσσονται ότι και τους ναούς και τα γλυπτά, κι ό,τι είδες στο μουσείο, κάποτε μπορεί να τάχαν δει και ο Φειδίας κι ο Μοντιλιάνι και ο Μουρ, ν΄ άντλησαν τις γραμμές και να σμίλεψαν την ύλη.

Για τα ίδια τα χωριά της Νάξου όμως τί να πρωτοπώ; ‘Εχουν ζωή, τελεία: Ο Απείρανθος παίζει με την ίδια τη γλώσσα και τη γεωγραφία. Άλλοτε αρσενικός και άλλοτε θηλυκός, άλλοτε Κυκλαδικός και άλλοτε Κρητικός στο γλωσσικό ιδίωμά του, σου δείχνει μια ακόμα γωνία θέασης από ψηλά. Και όταν κουράζεσαι σου προσφέρουν την πιο «τίμια» σαλάτα και το παγωμένο νερό που δεν χρεώνεται…

Το Χαλκί αν και τουριστικό είναι κουκλίστικο, αλλά το Φιλώτι, με τον γιγάντιο πλάτανό του στη πλατεία και όλα τα στοιχεία του, μαρτυρούν ότι τόσο η αγορά όσο και η κοινωνία λειτουργούν ολοχρονίς. Τράπεζα, φαρμακείο, δύο σιδεράδικα, ιατρείο, σχολείο αλλά και ανακοινώσεις για «ντόπια» πολιτιστικά, πήρε το μάτι μου. Ο καφές από το μπρίκι συνοδεία σπιτικού γλυκού βύσσινο στη βαθιά δροσιά της πλατείας δεν αφήνει περιθώρια για περίσκεψη ή βαθυστόχαστες παρατηρήσεις.

Το μάτι πέφτει απέναντι στο εμπορικό με τα καλάθια, τα ντενεκέδια παρέα με τα φρούτα και τα λαχανικά και δίνει «άδεια» στο πνεύμα. Ακούω μέσα μου έναν βαθύ αναστεναγμό και όλα εκείνα που θυμάμαι δεν είναι πλάσματα φαντασίας αλλά αντέχοντας στο χρόνο, συνεχίζουν από «τότε» που πρωτοήρθα σε επαφή με το φαινόμενο «Κυκλάδες» ως τα σήμερα: ο αδιάσπαστος κύκλος της φύσης και της ανθρώπινης παρέμβασης, το εμπόριο που σχετίζεται μ΄αυτές τις δραστηριότητες…  όχι, δεν είναι κοινωνικές παρατηρήσεις. Είναι μια ανάσα που θυμίζει ότι η ζωή σε κάποιους τόπους δεν σ΄έχει προσπεράσει με τη φούρια της καινούργιας εποχής, σε κάποιους τόπους το νερό δροσίζει ακόμα.

Με ένα μόνο βλέμμα, ζεις μες την εικόνα που είναι η ενσάρκωση του μινιμαλισμού. Oι πέτρες συγγενεύουν με τα ξωκλήσια, τα δέντρα κι οι καλαμιώνες με τα κύματα, όλα τα περιττά απλοποιούνται και καταλήγουν σε μαγικές δυάδες ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, τη στεριά και τη γη, τον αέρα που σου καθαρίζει το μυαλό από ό,τι μολυσμένο και μπερδεμένο κουβάλησες, εσύ ο βέβηλος, από τη πόλη.

Γενικά, για τις Κυκλάδες, μην ξεκινήσεις με βαριές βαλίτσες. Ό,τι φορέσεις τη μέρα θα το απλώσεις στον βοριά και θα σε προστατέψει και τη νύχτα. Κι ό,τι σχεδιάσεις να κάνεις με χάρτες και οδηγούς θα αναιρεθεί από τους δρόμους που σου δείχνει με το τρόπο του ο τόπος. Όταν θα καταφύγεις στις παραλίες, προχωρημένο μεσημέρι πια, θα απολαύσεις τις βουτιές και δεν θα χάσεις τη δύση από το “west coast”. Αη Προκόπης, Αγία Άννα και  Πλάκα θα σου απλώσουν το πιο ονειρικό σκηνικό: σιμιγδαλένια αμμουδιά και πράσινα βαθιά νερά με τον  ήλιο να γέρνει και να ξαναγεννιέται εκείνη η παλέτα του μωβ και του πορτοκαλί που νόμιζες ότι είχε «καταργηθεί».

Βραδιάζει χωρίς να μελαγχολείς, όχι γιατί είσαι διακοπές αλλά γιατί ο ανοιχτός ορίζοντας και οι χαμηλές γραμμές των οικημάτων με τα αρμυρίκια από τη μια και το απέραντο γαλάζιο από την άλλη, επαναλαμβάνουν τραγουδιστά ότι δεν έχεις κάνει λάθος: η ζωή συνεχίζεται και μάλιστα χωρίς πολυκατοικίες, χωρίς φανάρια και τον περίφημο Σαββοπουλικό «ρόγχο του αιρ κοντίσιον». Όλες οι μορφές, κολυμβητές και σκάφη και σύννεφα ψηλά και βράχια παρακάτω, όλα αιωρούνται με αρμονία και χάρη για όσο φτάνει το ανθρώπινό σου μάτι. Και σου ξανασυστήνεται το καλοκαίρι με όλα του τα στερεότυπα: μαγιώ και στάχυα, άσπρο και μπλε από πρώτο χέρι, και μια ώχρα που ξεπροβάλλει σαν σκουριά μέσα από το πέτρωμα. Όσα είχες ακουστά από τους φωτισμένους αρχιτέκτονες ξεπροβάλλουν, αλλά εδώ είναι το real thing, εδώ είναι η πηγή!

Το θέμα πάλι, «ναξιώτικο φαγητό», μοιάζει ανεξάντλητο σαν και τις τεράστιες χορταστικές μερίδες! Το γεγονός ότι και πατάτες και μοσχάρια και κοκόρια και λαχανικά παράγονται κάτω από τη πόρτα του ξενοδοχείου που σε φιλοξενεί, εξηγεί τα γενναιόδωρα πιάτα. Ίσως θάπρεπε να αποτελεί «πρότυπο» για τον κάθε επαγγελματία που στην αντίπερα όχθη, βαφτίζει τη κάθε μπουκιά με ονομασίες και επεξεργάζεται με τεχνικές εξ εσπερίας προκειμένου να προσδώσει υπεραξία. Αφού γευτείς φαγητό στη Νάξο και μετά, θα γίνεις  σωβινιστής και λαϊκιστής όσον αφορά στη μάσα. Θα υποκλιθείς στα λαδερά και στην υπέροχη τηγανητή πατατούλα, στη χωριάτικη με το ντόπιο τυρί, στις πίτες και στα γλυκά του κουταλιού που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν σύμπασα τη μαγειρική κοινότητα πολύ περισσότερο από το υγρό άζωτο και το ζελέ σε χρώμα τεχνητό φλούο λαχανί ή φούξια…

Κορυφαία εμπειρία που ζήσαμε και δεν θα ήθελα με τίποτα να έχω χάσει ήταν και το «Φεστιβάλ Πατάτας», μάζωξη που έγινε στο προαύλιο του ντόπιου συνεταιρισμού ένα ακόμα μαγεμένο Αξιώτικο σούρουπο. Κόσμος πολύς, φαμίλιες ολόκληρες από τους παππούδες με τα χαραγμένα από τον ήλιο πρόσωπα, ως τα μωρά των πρόσφατων ξενιτεμένων, ακόμα και ένα χορευτικό συγκρότημα φιλελλήνων από την Ιταλία! Η επαφή με την παραγωγή και με τη θάλασσα ενώνει, καθώς η μάζωξη δεν γιορτάζει μόνο την επάρκεια στο γεώμηλον αλλά και το εμπόριο που θα ακολουθήσει. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ούτε το τηγανητό λάδι δεν ενοχλεί, που η παρουσία των  εκπροσώπων των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ακόμα και των απαραίτητων για τη μεταφορά, πλοιοκτητών δεν ξενίζει, το έδαφος -ή το υπέδαφος- της Νάξου ενώνεται με θάλασσα.

Κοντά μεσάνυχτα φεύγουμε με τη γεύση της τηγανητής πατάτας ακόμα στο στόμα και καταφεύγουμε στο πιο κοντινό σουβλατζίδικο στο ξενοδοχείο μας για μια μπύρα που να ξεπλύνει όλη τη περίεργη βραδιά. Ξεχασμένοι προσκυνητές της χτεσινής γιορτής του Άγιου Νικόδημου και παπάδες προερχόμενοι προφανώς από άλλες γειτονικές Κυκλάδες και κορίτσια με μίνι φούστες και «κλατς» στα χέρια κρατάνε το μαγαζί ζωντανό ενώ ο κόκορας αρχίζει να κακαρίζει…

Κάτω από το παράθυρο του ξενοδοχείου, αγρότες με τις γαλότσες και το στέϊσον φορτώνουν το ξημέρωμα ντομάτες και το απόβραδο χορταρικά ενώ το λάστιχο ποτίζει στάγδην το δεντρολίβανο, την αρμπαρόριζα και τη λεβάντα. Τα τρία αρώματα μαζί, μοσχοβολούν στο μικρό βεραντάκι όπου σερβίρεται το πρωινό και ανακατεύονται με τις μυρωδιές από τις πίτες, το φρεσκοψημένο ψωμί και το καφέ που προσφέρεται σχεδόν αυτόματα: ο καλός ξενοδόχος καραδοκεί και μόλις δει τον κάθε πελάτη να κατεβαίνει για το πρωινό, βάζει να γίνεται ο καφές της ιδιαίτερης προτίμησής του.

Φαίνεται ότι εδώ το μέτρον είναι άριστον, και ελπίζω έτσι να διατηρηθεί, καθώς ο τουρισμός και οι υπηρεσίες του, αν και ψηλού επιπέδου, αν και μπολιασμένες από παραδοσιακές αξίες όσον αφορά στην καθαριότητα, την ευγένεια και το μεράκι των νησιωτών, δεν έχει «ξεφύγει» από ορισμένα όρια όπως συμβαίνει με τις καινούργιες Dinsneylands του αιγαίου, παρακείμενες και κοσμικές Κυκλάδες.

φωτο Μ.Χ.

Αναδημοσιεύεται από το Βαρελάκι