Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)

The city rat ταξιδεύει με το ΚΤΕΛ

apollo2

Δεν έχει νόημα η εξοχή αν δεν ταξιδέψεις με το ΚΤΕΛ για «παραλίες». Το σκηνικό γνωστό αλλά πάντα τόσο αναπάντεχο, τόσο ζωογόνο.

Κανένας από τους βορειουευρωπαίους συνταξιούχους με τη μπύρα, την αναψοκοκκινισμένη μύτη και το βιβλίο-τούβλο δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει αυτό το «μεγαλείο» των νησιώτικων ΚΤΕΛ. Το πώς μέσα σε ένα όχημα σούπερ υπερφορτωμένο με όρθιους παίζει και Πάριο στη διαπασών, πώς από κάποιο ασύρματο κέντρο εκπέμπει καληνύχτες κάποια γυναικεία φωνή στο τελευταίο δρομολόγιο στον νταλκαδιάρη νεαρό οδηγό. Που σταματάει απρόσμενα κάπου στη μέση του πουθενά και λέει «δώσε και σε μένα μία» -αφίσα εννοεί, για την αυριανή παράσταση γνωστού ντι τζέϊ – και την κολλάει στο παρ μπρίζ με περίσσιο καμάρι ανίδεος, ανυποψίαστος –και ευτυχώς- για τους κανόνες του σύγχρονου μάρκετιν..

Κανένας Βρετανός δεν θα καταλάβει παρά δια της νοηματικής το «Μαντάμ, τίκετς γκόου» πώς γίνεται δηλαδή να σταματάει το λεωφορείο και να στέλνει τους αμελείς επιβάτες στο παρακείμενο ψιλικατζίδικο  για να πάρουν  εισιτήριο στη μέση της διαδρομής καθώς και τη φοβερή του «ακύρωση» αμέσως μετά με σκίσιμο στα δύο…

Κανείς απ΄τους συνδαιτημόνες μου στο πρωινό του ξενοδοχείου δεν θα καταλάβει πλήρως ότι ο «οτέλ μάνατζερ» δεν μου κάνει χειραψία γιατί κατά πως λέει «τώρα μόλις ήρθα από τις κατσίκες». Αλλά και ευτυχώς δεν θα καταλάβει και τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό όπου αυτοδιαφημίζεται κάποιος υποψήφιος με το ακαταμάχητο επιχείρημα «Με ευρώ ή με εθνικό νόμισμα οι κατσίκες μας θα κατεβάζουν γάλα». Μπορεί και να κλάνουν και ταραμά, λέω εγώ;

Καμιά φορά μιλάνε μια διάλεκτο αλλά και μια γλώσσα Ελληνική μεν, ακατανόητη ακόμα και για μένα δε, οι οδηγοί του ΚΤΕΛ. Ανταλλάσουν κουτσομπολιά με τους ντόπιους επιβάτες, διαδίδουν ειδήσεις, παραποιούν σπαρταριστά ονόματα ξενικά, προσπαθούν να είναι φιλόξενοι και είναι, μετράνε κεφάλια, στέλνουν μηνύματα, μαζεύουν τους λογής λογής  ημιμεθισμένους τουρίστες, φλερτάρουν τα κορίτσια με τα σορτς, τα δικά τους κορίτσια, τα ντόπια, από το ύψος του βολάν και του ανοιχτού καλοκαιριού που έσβησε φέτος απαλά με εκλογές μαζί και θάλασσα.

17/09/15
δημοσιεύεται στο http://anemologio.tumblr.com/post/157054022288/the-city-rat-%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85