ΛΕΥΚΑ ΣΤΗ ΚΟΡΥΦΗ, ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΛΕΥΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015

 

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ

 

Ο τίτλος, σε συνδυασμό με το εξώφυλλο, εξ ίσου πολύσημα. Η φωτογραφία μιας βουνοκορφής, η φυσική μορφή της συγγραφέως με τα ολόλευκα μαλλιά, προδιαθέτουν για μία ακόμα περιπλάνηση στο χρόνο: ένα αστέρι στο βάθος του ορίζοντα- ήλιος ή φεγγάρι, στην ανατολή ή στη  δύση του- ενώ σε πρώτο πλάνο μια κουκουβάγια, πουλί σοφό αλλά και νυκτόβιο, ατενίζει τον αναγνώστη. Τα «Λευκά στην Κορυφή» ενδέχεται να δηλώνουν τα άσπρα της κεφαλής, σοφία και ωριμότητα, αλλά και τα χιόνια εκείνα που ποτέ δεν λιώνουν.

Τα δεκαεννέα διηγήματα πραγματεύονται το θάνατο και την απόσταση. Αρχίζοντας με την κηδεία της μάνας, μια γυναίκα μαυροφορεμένη προσπαθεί να προσεγγίσει εν μέσω καύσωνα το νεκροταφείο, με αγωνία, σιωπή και λόγια καλά φυλαγμένα για το κατευώδιο.  Έτσι ξεκινάει μια αφήγηση σταθερά πρωτοπρόσωπη  όσο κι αν ποικίλουν τα επόμενα δέκα οκτώ διηγήματα. Το απόλυτο μαύρο και θερμό της πρώτης ιστορίας θα διαδεχθούν οι διαφορετικές αποχρώσεις του μοιραίου μέχρι την ύστατη προσπάθεια να ελεγχθεί το ανεξέλεγκτο επέκεινα. Ενδιάμεσα ο απόηχος του θανάτου θα ακουστεί σε καταστάσεις υπόκωφης βίας αλλά και αναπολήσεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν με τις ομοιότητες τις διαφορές ανάμεσα σε τόπους και συνήθειες, να ερμηνεύσουν σχέσεις με  τις διαρρήξεις τους, παρουσίες με απουσίες, ίσως και το δίπολο «εγγύτητα – απόσταση», εν τέλει.

Η φωνή της αφηγήτριας μαρτυρά τη πορεία μιας γυναίκας ώριμης στα χρόνια και πλούσιας στις εμπειρίες, κοσμοπολίτισσας με γερές ρίζες στη γενέθλια γη και συχνή αναφορά στις ανάλογες μνήμες που την ακολουθούν. Διατηρεί τη ψύχραιμη, διεισδυτική ματιά στη φύση, στους τόπους και τους τύπους των ανθρώπων που συμπληρώνεται από τη παιδεία, τη τριβή με τη λογοτεχνία και τη πολιτική επικαιρότητα. Οι περιστάσεις που βιώνονται διατηρούν μια συνεχή ένταση, η έκβαση κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις και η ελλειπτική γραφή προσδίδει οικονομία στο λόγο. Αυτή είναι όμως μία, η πρώτη κι όχι μοναδική ανάγνωση.

Τα πρώτα διηγήματα αναφέρονται σε θανάτους, κηδείες και νεκρικά έθιμα  που αφορούν  σε αποχαιρετισμούς κλιμακωτά πιο απόμακρους σε σχέση με τον πρώτο. Στη συνέχεια η Καρατζαφέρη εστιάζει σε σχέσεις με ομάδες ή άτομα που έφυγαν από τη ζωή -ή από τη δική της – με τρόπο λίγο ή πολύ βίαιο. Θάνατοι ομαδικοί, ατυχήματα, δολοφονίες, αποχωρισμοί και απομακρύνσεις δίνουν μεταξύ άλλων το στίγμα της σχετικότητας: Ο θάνατος βιώνεται ανάλογα με την συναισθηματική, γεωγραφική ή χρονική απόσταση που έχουν –ή που θέτουν- οι ζώντες από κείνους που φεύγουν.

Η αφηγήτρια, όσο κι αν υιοθετεί διαφορετικές περσόνες, θα διατηρήσει το σταθερό –και αναγνωρίσιμο- ύφος και θα περιγράψει όλα τα μοιραία συμβάντα εντοπίζοντας κοινές φιγούρες σε ανόμοιες περιστάσεις, π.χ.: άντρες με μαύρα κοστούμια, ξεχωρίζουν καθώς  υποδύονται εκ περιτροπής τους σερβιτόρους, σεκιουριτάδες, τελετάρχες ή νεκροπομπούς. Θα συνομιλήσει και θα σχετιστεί με κλοσάρ ή μπεηζμπολίστες, υπόδικους  και μαστροπούς και καθώς θα μπαίνει σε προφανώς ανοίκειους χώρους, θα μπολιάζει τα άγνωστα με τα δεδομένα του πάτριου εδάφους αφ΄ενός, με «ασκήσεις επί χάρτου» αφ΄ετέρου. Όσο σκληρό, οργανωμένο και απόρθητο φαίνεται το άγνωστο σύμπαν των γηπέδων, των εκρήξεων και των δολοφονιών, τόσο καταφεύγει σε νοητικές αναπαραστάσεις ή σκηνοθετικές οδηγίες για εγκλήματα κατά άλλων και του εαυτού της, αναφορές στη λογοτεχνία αλλά και στο πασίγνωστο στους αναγνώστες της Ι.Κ., πανταχού παρόν,  Διαβολίτσι, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Eνώσο  ζώα περιφέρονται, αμέριμνα για τη δική τους μοίρα, ατίθασα, αυτόνομα, ίσως και σαν τα ένστικτά μας…

Η δεύτερη ανάγνωση φανερώνει ότι στις ιστορίες κλιμακώνονται, η ίδια η  βία της ζωής, το πέρασμα του χρόνου, η λήθη και ο φόβος, ενώ οι αποχωρισμοί, ο πόθος και η σαγήνη του θανάτου, που ξεπροβάλλουν πίσω από τις γραμμές, ευνουχισμένα και ορθά πολιτικοποιημένα, επιβιώνουν∙ μέχρι η Ι.Κ. να «σκοτώσει» σε μια ύστατη πράξη ακτιβιστικού φεμινισμού αυτό που θεωρεί αιτία μιας βίας, κοινωνικής. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά η βία καραδοκεί, ως ανεκπλήρωτο πάθος, ή ενοχή για «πράξεις και για παραλήψεις», προς εαυτόν, για κάποιες λέξεις, παρορμήσεις ή πάθη που δεν βρήκαν διέξοδο. Οι περιγραφές που παίρνουν μεγάλη έκταση και οι μακροπερίοδες διατυπώσεις κάνουν την ελλειπτική γραφή να «σκοντάφτει» σε μια πιο ισχυρή διάθεση απολογισμού. Το ίδιο ισχύει για εποχές που σηματοδοτούνται από πολιτικά γεγονότα τα οποία δεν  παίζουν κάποιον εμφανή ρόλο στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων. Προφανώς η κατά μέτωπο αντιμετώπιση του τέλους προδιαθέτει για μια άλλη -και αμήχανη- «φλυαρία» που δεν πείθει σαν ευλογοφανής κατασκευή, αφού προφανώς δεν είναι.

Περισσότερο αυθεντικό, το ομώνυμο με τη συλλογή, διήγημα, συνυφαίνει εμπειρίες πραγματικές ή/και μυθοπλαστικές, αρμονικά. Η παθογένεια της επαρχίας, ο στενός κλοιός της οικογένειας, σφίγγουν γύρω από ένα τρισδιάστατο ήρωα, με παρελθόν ευανάγνωστο, ο οποίος βιώνει και έναν εμφανή «θάνατο», των ονείρων και της ίδιας της λίμπιντο του, θυσιάζοντας την δυνατότητά του να παίξει έναν άλλο ρόλο στη κεντρική σκηνή της συλλογής και στη καρδιά της συγγραφέως. Που του αφιερώνει τη σχεδόν μοναδική εσωτερική ανάγνωση πριν τον παραδώσει στη μοίρα του και στη πένα της.

Εκείνα τα  «Λευκά στην Κορυφή» μπορεί να είναι παγωμένα συναισθήματα, εν τέλει.

Δημοσιεύευται στο http://varelaki.blogspot.gr/2017/06/notationes-2017_66.html

 

 

Advertisements

Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)

Για να μη χανεσαι στη γειτονια, Π. Μοντιανό

8-Πόλις

Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, μυθιστόρημα, Πατρίκ Μοντιανό, μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδόσεις Πόλις 2015
Ο συγγραφέας Ζαν Νταραγκάν επιθυμεί, με τα χρόνια, να παραδοθεί στο πέρασμά τους και στο ξεθώριασμα της μνήμης, «…θα προτιμούσε να επιπλεύσει στο νερό» αντί για «βουτιά στα βαθιά». Ένας άγνωστος όμως του τηλεφωνεί για να του παραδώσει μια χαμένη του ατζέντα. Δεν θυμάται με ευκρίνεια τα ονόματα που βρίσκονται μέσα, όπως συμβαίνει και με το υλικό που καταγράφει στα μυθιστορήματά του, όπως «ένας δρόμος που τον καλύπτει μια αψίδα από φυλλωσιές, ένα άρωμα, ένα οικείο όνομα που όμως δεν γνωρίζετε σε ποιόν ανήκε, μια τσουλήθρα.»
Αφού συναντήσει τον ευρόντα και τη φίλη του ωστόσο, θα μπει στη διαδικασία να ψάξει τόπους και πρόσωπα, να αναζητήσει ένα παλιό χειρόγραφο –καταχωνιασμένο από χρόνια- και να συσχετίσει τα στοιχεία της ατζέντας, τους νέους γνώριμους και μια ιστορία που τον αφορά. Το ημιτελές χειρόγραφο όσο και άλλα, εξ ίσου δυσανάγνωστα, θα έρθουν στο προσκήνιο. Όπως και ένα γεγονός «αυτό που είχε χάσει, αυτό για το οποίο δεν είχε μπορέσει να μιλήσει σε κανέναν», που καθιστούσε τον παλιό του εαυτό ένα «παιδί που οι δεκάδες χρόνια το κρατούσαν τόσο μακριά σε σημείο να το κάνουν έναν ξένο». Ο Πατρίκ Μοντιανό κεντάει ακόμα μια φορά ένα νουάρ μυθιστόρημα όπου παρόν και παρελθόν ξεδιπλώνονται παράλληλα για να αποκαλύψουν το ίδιο κέντρο βάρους: το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης και της συναισθηματικής αποσύνδεσης.
Η έρευνα θα εστιάσει στη ταυτότητα και τη μοίρα μιας συσκοτισμένης μητρικής φιγούρας ενώ πλαισιώνεται από γκρίζες εικόνες/καταστάσεις αποξένωσης και μελαγχολίας στο παρόν, με ρίζες στα παλιά: οι κακές σκέψεις που βρίσκουν τους μοναχικούς ένα φθινοπωρινό σούρουπο, οι φόβοι των μικρών παιδιών, οι μάταιες αναζητήσεις μέσω Google, η ανωνυμία και η ψευδωνυμία. Και κάποιος που δεν ταυτοποιήθηκε, που κατέδωσε αθώους, εντοπισμένους αργότερα σε λίστα επιβατών βυθισμένου πλοίου και ένα «τρένο φάντασμα», να παραπέμπουν στα γεγονότα της ζωής του Εβραίου πατέρα Μοντιανό που διασώθηκε συνεργαζόμενος με τους Γερμανούς. Η γονεϊκή εγκατάλειψη που συνδέεται με ενοχή, γίνεται φάντασμα.
Κρίνοντας και από τη «Μικρή Μπιζού», διαφαίνεται ότι ο νομπελίστας συνδέει τα κομμάτια της ιστορίας που τον στοιχειώνει ανασύροντας τα κοινά τους στοιχεία και παρακάμπτοντας την άμυνα της λήθης που τον προστατεύει: Θα ξαναπάμε στο Παρίσι με σκηνικό τους σταθμούς, του δρόμους, τα μίζερα διαμερίσματα σε αντίθεση με τα πολυσύχναστα καφέ όπου οι ήρωες προσπαθούν να πνίξουν τη μοναξιά τους σε ένα ποτό ανάμεσα σε αγνώστους. Θα μάθουμε για μια γυναίκα και το σύντροφο που την εκμεταλλεύεται, κάποια που έχει κάνει φυλακή, ένα παιδί που δεν ξέρει αν η μητέρα του ζει. Παραποιημένα ονόματα, ένα παιδί που ξέχασαν να το πάρουν από το σχολείο, που δεν θυμάται τίποτα από την έννοια «το σπίτι του» (ή τη «γενέτειρά του»), τα άδεια σπίτια, το γκαράζ, τα ιδρύματα, ένα πορτρέτο και μια φωτογραφία από αυτόματο μηχάνημα και σημειώματα στη θέση της επικοινωνίας, επανέρχονται . Και άνθρωποι που θέλουν απλά να διανυκτερεύσουν με παρέα, τηλέφωνα αναπάντητα: «Οι άνθρωποι δεν απαντούν πια στο τηλέφωνο… Δεν ξέρω αν είναι ακόμα ζωντανοί, αν με ξέχασαν, ή αν δεν έχουν πια χρόνο για επικοινωνία…»
Τα γραπτά χρήζουν αποκωδικοποίησης, οι λέξεις εκπέμπουν «σήματα μορς σε κάποια πρόσωπα που δεν ήξερε τι έχουν απογίνει» και μια «φωνή που πιάσατε στο ραδιόφωνο αργά τη νύχτα, που νομίζετε ότι απευθύνεται για να σας στείλει κάποιο μήνυμα», όλα απηχούν την ίδια αγωνία, ενώ αντίθετα η ποίηση, παρεμβάλλεται σαν γλώσσα μοναδική και άμεση που διατηρεί στο πέρασμα του χρόνου ακέραια την ικανότητά της να συγκινεί και να λυτρώνει.
Προφανώς τα μοτίβα δεν επαναλαμβάνονται τυχαία. Αν και απωθημένα, τα τραύματα λειτουργούν και προκαλούν δυσπιστία. Ο Νταραγκάν αποφεύγει τις οικειότητες, επιδιώκει τον διάλογο σχετικά με το παρελθόν αλλά ο συγχρωτισμός του με τους ανθρώπους που μπορεί να το ξέρουν τον φοβίζει, φαίνεται σαν ανάκριση και παραβίαση τού καλά φυλαγμένου ιδιωτικού του χώρου. Παλαιότερα κατείχε την ικανότητα «να γίνεται συμπαθής» αλλά θέλει να φεύγει από τη ζωή – ή να διώχνει -τους ανθρώπους από τη δική του, να τους διαγράφει με τον τρόπο που σκίζει ένα χειρόγραφο.
Μια φράση γραμμένη με μεγάλα κεφαλαία γράμματα θυμίζει το ταμπελάκι στο στήθος της Μικρής Μπιζού όταν η μητέρα της την φόρτωνε σε τρένο: Ένα ακόμα παιδί που δεν ξέρει πού το οδηγούν όσοι εμπιστεύεται καταδιώκεται ισόβια από τις αδέσποτες –συναισθηματικές- αποσκευές μαζί με το φόβο της απώλειάς τους. (Το θέμα δεν είναι η εύρεση αλλά η απώλεια, θα δηλώσει σε μια συνέντευξη ο Μοντιανό). Τις αναζητά με αγωνία, μαζί κι έναν ερμηνευτή ή αναγνώστη του ίδιου του εαυτού.«Για να φτάσω ίσαμε εσένα, τι παράξενους δρόμους έπρεπε να πάρω» θα συμπεράνει. Ως αναγνώστρια είχα συγκλίνει στην ίδια διαπίστωση “…Δεν είναι ο συντομότερος ο δρόμος αυτός και σίγουρα δεν είναι και ευθύς.”, κατά την ανάγνωση της Μικρής Μπιζού.
Η αφηγηματική αρχιτεκτονική Μοντιανό μοιάζει με δουλειά αρχαιολόγου και ψυχαναλυτή στην επιμονή και στον συσχετισμό θραυσμάτων και πληροφοριών. Καθώς αφυπνίζεται η μνήμη, οι πληροφορίες έρχονται σταδιακά στο φως γύρω πάντα από το κυρίαρχο –και ανερμήνευτο – συναίσθημα. «…Σε περιόδους … μαρασμού δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο» ομολογεί στοχαστικά σε σχέση με τους πολέμους και τις ταραγμένες εποχές καθώς καλείται να ξαναγράψει το αρχικό και πιο κρίσιμο κεφάλαιο της ζωής του. Παράλληλα με τη παρατεταμένη –και συνεχιζόμενη- αναδρομή και αναψηλάφηση του τραύματος αναδεικνύεται γλαφυρά, εκτός από την εσωτερική, και η κοινωνική αποξένωση.
Ο καινούργιος «χάρτης» της γειτονιάς, μοιάζει στο τέλος με αποτέλεσμα ανασκαφής, μια γειτονιά αναστηλωμένη με όσα υλικά δεν σκεπάστηκαν από τα συντρίμμια του χρόνου και της λήθης, με όσα δεν κατεδαφίστηκαν ακόμα, ενώ ένα χορταράκι φυτρώνει μέσα στα ερείπια, ερήμην. Στο φόντο, το άστυ συνεχίζει σταθερά να σκεπάζει με θόρυβο και ανωνυμία έναν ήχο απρόσμενου τηλεφώνου. Θα μπορούσε να είναι και δικό μας.
Προφανώς επίπονη αλλά πιστή στο κλίμα μετάφραση και περιεκτικό επίμετρο της Ρούλας Γεωργακοπούλου.

από το Βακχικόν

Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο, Δ. Χ. Φωτόπουλου

«…τα πάντα ανθισμένα, αρχές καλοκαιριού, αρχές του εβδομήντα»

 

 

«Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο», Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου, εκδ. Αιώρα, 2015

 

Τη διάκριση ανάμεσα σε «Παρτσαλιδικούς και Κολιγιαννικούς» ποιος να τη θυμάται άραγε; Όταν τη διάβασα στις σελίδες από «Το Πέταγμα του Φλαμίνγκο» και προχωρώντας στην ανάγνωσή μου διαπίστωνα σταδιακά ότι κι άλλα «φαινόμενα», ιδεολογικά και αισθητικά ακόμα και συναισθηματικά είχε να μας διηγηθεί ο Δημήτρης Φωτόπουλος για την εποχή της νιότης. Προσπαθούσαμε εν μέσω δικτατορίας να βρούμε άκρη μαθαίνοντας, ταξιδεύοντας, γεωγραφικά και νοερά σε τόπους πιο ελεύθερους…

Οι εννέα αυτοβιογραφικές αφηγήσεις με τη μορφή αυτόνομων διηγημάτων, ενδεχομένως να περιέχουν και στοιχεία μυθοπλασίας που διανθίζουν τις μνήμες. Ο συγγραφέας αναπαριστά με τον δικό του, κλιμακούμενο λυρικό και μαζί ελλειπτικό τρόπο, τις περιοχές του κόσμου που επισκέφθηκε ή έζησε, τι είδε, τι άκουσε και πώς αποκωδικοποίησε τον κάθε χώρο. Σταθεροί καταλύτες οι άνθρωποι, δικοί του, Έλληνες και ξένοι, φίλοι εγκάρδιοι ή περιστασιακοί, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην κατανόηση του κλίματος και της νοοτροπίας του κάθε τόπου, στον τρόπο που ο αφηγητής τον οικειοποιείται για να τον αποδώσει γλαφυρά.

Ο ευφυής και παρατηρητικός περιηγητής στήνει ως σκηνικό τις ξένες χώρες και ενσωματώνει στην εκάστοτε εντύπωση από τον πολιτισμό, εμπειρίες ανθρώπινες, ατομικές, χρωματιστές. Σε αντίθεση με το εξώφυλλο όπου οι μαυρόασπροι τόνοι παραπέμπουν: η ματιά του, σινεφίλ, φιλόμουση, αστικής αισθητικής –και με τις δύο έννοιες της λέξης- αφορά στις πόλεις, στην ιστορία αλλά και στο «σήμερα», όποτε κι αν αυτό υπήρξε. Η ματιά εστιάζει πότε κοντά και πότε μακριά στα οικήματα που πέρασε νύχτες με ή χωρίς τους ανθρώπους∙ σε καταστάσεις ρομαντικές, ακτιβιστικές, μοναχικές, συντροφεμένες, τραγελαφικές, δραματικές, από όλα έχει ο μπαξές. Οι εικόνες που καταγράφει είναι από κείνες που μπορεί να ξεθωριάζουν αλλά δεν σβήνουν. Και οι χαρακτήρες ολοζώντανοι, «φωτογραφημένοι», κινηματογραφημένοι, για να είμαι πιο ακριβής.

Όντως «τα πάντα» φαίνονταν «ανθισμένα, αρχές καλοκαιριού». Ως αναγνώστρια θυμήθηκα πώς μας φάνταζε η Ευρώπη και η Αμερική της δεκαετίας του εβδομήντα -όπως και στον κοσμοπολίτη γράφοντα-παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, πώς αντιλαμβανόμαστε το κλίμα εκείνο: Θυμήθηκα ότι η στράτευση ξεκινούσε από την πολιτική βιβλιογραφία, εκτεινόταν εντονότατα στα έδρανα της γνώσης για να απομυθοποιηθεί (ή να εξιδανικευθεί;) όταν κάποιος ερχόταν σε άμεση επαφή με την καθημερινότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η γόνιμη περιέργεια και ερευνητική διάθεση έσπρωχνε όποιον είχε την καλή τύχη και επιλογή των ταξιδιών να ψάχνει και να βρίσκει παντού: Η τέχνη συμβάδιζε με τις φιλίες και τις σχέσεις, η κλασσική κουλτούρα τάπινε παρέα με τη τζαζ, τα φιλοσοφικά ρεύματα έμπαιναν στο τραπέζι. Χιούμορ και αλληλεγγύη, ξενύχτια και ατέρμονες κουβέντες, συντροφικές αυταπάτες αλλά και ανεπαίσθητες κινήσεις αντίστασης στη χούντα, «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» εκτός των επίσημων κομματικών γραμμών. Και αν δεν ήταν όλα ανθισμένα, υπήρχε όραμα, μια αίσθηση αρχής καλοκαιριού, μιας επικείμενης εκ βάθρων αλλαγής και άνθισης του μέσα και του έξω κόσμου.

Οι νύξεις του συγγραφέα δείχνουν προς τη πλευρά μιας καλά θεμελιωμένης ερμηνείας του κόσμου, μαρξιστικής, χωρίς ωστόσο να πρόκειται για παπαγαλισμό συνθημάτων ή «τσιτάτων» -θυμήθηκα και αυτή την έκφραση- αλλά για τη προσπάθεια εκείνης της γενιάς να επιβεβαιώσει μέσω του βιώματος μια κοσμοθεωρία ικανή να γίνει άξονας ζωής. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, σχεδόν με τρυφερότητα, ο Δ.Φ. ανατρέπει και τσαλακώνει ανάμεσα απ΄τις γραμμές τα άκαμπτα μοντέλα…

Τα αναγνώσματα δείχνουν τη δίψα για τη χαρά της ζωής, το φαγητό, το ποτό και τον έρωτα, τον ανοιχτό ορίζοντα, που οδηγούν τον νέο σε διαλόγους και συνευρέσεις «ανοιχτές», χωρίς προδιαγεγραμμένες απαντήσεις σε μια συνεχή αναζήτηση απελευθερωτικής –εσωτερικά- παιδείας . Μαθαίνει από τους Έλληνες –και όχι μόνο- της διασποράς, από τους άλλους, μετανάστες ή όχι, κάνει ακτιβισμό μαζί τους, μαθαίνει από το άνοιγμα στο μυαλό που προσφέρει η απόσταση από τη πατρίδα και τις ανελεύθερες συνθήκες της, από τις παραδοξότητες των ανθρώπων ποικίλων και πολύχρωμων που συναναστρέφεται με την αθωότητα και την γόνιμη περιέργεια που διακρίνει τη νεότητα. Η εναργής παράθεση και περιγραφή, γεγονότων, διαλόγων και καταστάσεων χαρακτηρίζονται από αποστασιοποίηση –άλλο μέγα ζητούμενο της εποχής εκείνης- που επιτρέπει στον αναγνώστη να «ταξιδεύει» στο διπλανό κάθισμα, στο τρένο, να τρέχει μέσα στο αυτοκίνητο, να πίνει στο ίδιο μπαρ, να μεθάει, να ερωτεύεται, να παθαίνει, να μαθαίνει…

Η εποχή και οι χώρες συστήνονται με ειλικρίνεια και γλώσσα καθαρή. Ο τότε κόσμος, «Ευρωπαϊκός», δυτικός εν γένει, -απελευθερωμένος, οργανωμένος και δημοκρατικός σε σχέση με την Ελλάδα- τόσο που να τα χωράει όλα από τον ακτιβισμό και την νεανική «αλητεία» ως το ποδόσφαιρο. Οι ανθρώπινες σχέσεις διαγράφονται με εξαιρετική λεπτότητα, σαν ο συγγραφέας να θέλει να τιμήσει και να διαιωνίσει με την τέχνη του, ανεξάρτητα από τις απορρίψεις, τις γυναίκες κυρίως, που τον σημάδεψαν. Πόση μαεστρία χρειάζεται αλήθεια για να αφηγηθεί κανείς μέσα στις ίδιες σελίδες εμπειρίες έντονες, και να συνυπάρξουν ταυτόχρονα η φρίκη του Βιετνάμ με τη σφοδρότητα ερώτων ναρκοθετημένων;

 

Δημήτρης X. Φωτόπουλος

Ο Δημήτρης Χ. Φωτόπουλος

 

Προφανώς τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει ο Δ.Φ. πριν βάλει σε χαρτί αυτές τις διηγήσεις και πριν αποφασίσει να κάνει το βήμα προς την έκδοση, οι πτήσεις του πάνω από τη γη έγιναν και μέσω μεγάλης εξοικείωσης με τη φαντασία και τη γοητεία της λογοτεχνίας, και πώς αλλιώς;. Το έργο αυτό, και ανεξάρτητα από τις συχνές διακειμενικές αναφορές του, δείχνει ότι ο συγγραφέας του ταξίδεψε μακριά διαβάζοντας, και ότι ακόνισε την ευαισθησία που απαιτείται για να διακρίνεις μέσα στις μεγαλουπόλεις το πέταγμα ενός φλαμίνγκο όταν κερδίζει ύψος στον μολυσμένο τους αέρα.

Προφανώς τα ταξίδια θάταν κι «εσωτερικά» (και όχι Παρτσαλιδικά)!

Δημοσιεύεται στο Fractal

Η Μικρή Μπιζού του Πατρίκ Μοντιανό

μοντιανόΗ μικρή Μπιζού, μυθιστόρημα, Πατρίκ Μοντιανό, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πόλις 2014

Το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης

Αν δεν ξέρεις από πού έρχεσαι δεν ξέρεις και που πας. Αν δεν ξέρεις ποιοι είναι οι γονείς σου. Κι αν δεν έχεις κάποιον να ακούσει το αφήγημα που έχει περισωθεί σε διάσπαρτες αναμνήσεις, ακόμα κι αν τα «ληξιαρχικά» στοιχεία βρεθούν, το συναίσθημα θα παραμένει άρρητο, θολό και σκοτεινό, να ερμηνεύει κατά το δοκούν πότε έτσι και πότε αλλιώς. Το μέλλον θα παραπατάει.
Αλλά ας πάρουμε τα πράματα από την αρχή του μυθιστορήματος «Η Μικρή Μπιζού», όπου η αφηγήτρια Τερέζ είναι «σχεδόν» αγνώστου πατρός. Και φαντάζεται τις χειρότερες συνθήκες γύρω από τη σύλληψή της στη κοιλιά μιας μάνας από την οποία διατηρεί μόνον αμυδρές αναμνήσεις, παραποιημένα ονόματα, απροσδιόριστες, περίεργες επαγγελματικές και προσωπικές σχέσεις. Από τη παιδική της ηλικία μένουν ελάχιστες εικόνες από μισοάδεια διαμερίσματα, έναν «θείο» -μπορεί και πατέρα- που συνοδεύει τη μικρή όταν η μητέρα περνάει κρίσεις απομόνωσης και σιωπής, ένα παλιό κουτί από μπισκότα με ξεθωριασμένες πληροφορίες, αμφιβολίες εν τέλει για το τί υπήρξε και τί υπήρξε αυθεντικό.Η ενήλικη Τερέζ προσπαθεί να βρει ένα ελάχιστο «σταθερό σημείο» απ΄ το παρελθόν καθώς ακόμα και η πληροφορία για το θάνατο της μητέρας -κάποτε στο Μαρόκο- μοιάζει να έχει αναιρεθεί με «ανάσταση» και επανεμφάνισή της στο Παρίσι. Πριν να χαθούν τα ίχνη της, είχε ξαποστείλει με τρένο την κόρη εσωτερική σε σχολείο. Χρόνια αργότερα, στο μετρό, στο Παρίσι ξανά, η Τερέζ θα εντοπίσει μία γυναίκα με κίτρινο παλτό και θα υποθέσει ότι αυτή είναι η χαμένη μητέρα. Με φόντο τη μισοσκότεινη πλευρά της πόλης, τις μεγάλες τούβλινες πολυκατοικίες των προαστίων, τους πολύβουους σταθμούς, τα καφέ, τα μικρά ενοικιαζόμενα δωμάτια και τις αναλαμπές των διαφημιστικών πινακίδων, η έρευνα θα την οδηγήσει σταδιακά στις αόρατες –ή απωθημένες στη μνήμη της – πτυχές απ΄τα παλιά.

Γιατί αυτό που ψάχνει η Τερέζ, να «δει καθαρά» τη ταυτότητα και το σύγχρονο –ή αληθινό – πρόσωπο της μητέρας γίνεται αφορμή για να καταληφθεί από μιαν αίσθηση déjà vu, ξαναβλέποντας με άλλα μάτια, ξαναζώντας, το παρελθόν της τραύμα. Καταλυτικό ρόλο θα παίξουν οι άγνωστοι που συναντά και σχετίζεται. Ένας ιδιότυπος και πολύγλωσσος μεταφραστής εκπομπών ραδιοφώνου, ένα παιδί που δείχνει να τη χρειάζεται, μια φαρμακοποιός που τη φροντίζει, την συνοδεύουν καταλυτικά καθώς αναζητά τη «γενέτειρα», μια «άγνωστή της λέξη»…

Η διαδρομή μιας γυναίκα που αναζητά, αποπροσανατολισμένη μες τη μεγαλούπολη, τα βήματα μιας άλλης δεν είναι παρά ένα ταξίδι στο πόνο, στο χρόνο και στη μοναξιά. Για να σκιαγραφήσει επί τη ευκαιρία, με όλες τις πιθανές και πιο λεπτές αποχρώσεις, το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης, μια αίσθηση ανεξίτηλη, μία σκιά που καταδιώκει την Τερέζ. Ούτε μία λέξη δεν περισσεύει από κείνες που γράφει ο Πατρίκ Μοντιανό και που μεταφράζει ευλαβικά κι ευφάνταστα ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Ο τρόπος της Τερέζ – ή ψευδωνύμως «Μικρής Μπιζού» – να αφηγείται και να ενδοσκοπεί ξεδιπλώνεται στον αναγνώστη πότε σαν προσδοκία και πότε σαν διάψευση. Η ηρωίδα μπαίνει και βγαίνει στα διαμερίσματα της ζωής αλλά και της μνήμης αφ΄ενός, σχετίζεται με ανθρώπους αφ΄ετέρου, και όπως ονειρεύεται δειλά το μέλλον, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον παλιό εφιάλτη∙ φοβάται.

Ίσως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των έργων -και της ίδιας της ζωής- του συγγραφέα Μοντιανό, είναι μια ιστορία εξερεύνησης του παρελθόντος και των σκοτεινών σημείων του, μια ιστορία παλιάς απειλής και εγκατάλειψης ή «φόβου του φόβου» καθώς επισημαίνει και ο μεταφραστής Α.Κ. στο επίμετρο της έκδοσης που καθιστά το οποιοδήποτε σημείωμα σαν και το παρόν, πλεονασμό.

Ως αναγνώστρια ωστόσο επεσήμανα την οικονομία λόγου του Π.Μ. καθώς συνθέτει αυτή τη περίτεχνη –και συνεπή- μινιατούρα, χωρίς να παραλείπεται τίποτα από τον τρόπο που το βίωμα διαμορφώνει τα εσωτερικά και εξωτερικά γεγονότα. Η επιτυχία έγκειται στη χρήση –και επανάληψη- των εννοιών, καταστάσεων και αντικειμένων (φως και χρώμα, χώροι και έπιπλα, σταθμοί και κόμβοι της ζωής, μετάφραση και επικοινωνία με άλλες γλώσσες, ονόματα, παρατσούκλια, ρόλοι στη σκηνή και στη ζωή, χορός και αναπηρία, εποχές του χρόνου και εποχές της ζωής, αλκοόλ και τροφή, αλληλογραφία και τηλεφωνήματα αναπάντητα κ.α) που κάνουν να ρέει, όσο ασαφής κι αν είναι η αφήγηση, ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερβατικό , το σύγχρονο και το παλιό. Και να διατηρεί την ισορροπία ενώ επανέρχεται, γύρω από το σταθερό κέντρο βάρους σε όλες τις αναδρομές και/ή τα διαδραματιζόμενα γεγονότα: Η εγκατάλειψη, η άγνοια, η «απορία» σαν ερωτηματικό αλλά και σαν ένδεια, η αίσθηση ενός παιδιού χαμένου.

Ένα παιδί χαμένο, απορημένο, μία γυναίκα που κουβαλάει τα ανοιχτά της ερωτηματικά, βρίσκει ανθρώπους, φοβάται μην χαθούν, ελπίζει και θυμάται καθώς επισκέπτεται το παρελθόν της. «Βλέπει καθαρά», ξαναβλέπει. «… κι αν μπορούσα να ξαναδώ την πρόσοψη τους, τότε ήμουν σίγουρη ότι θα γίνονταν ακίνδυνοι» δηλώνει, ενδεικτικά. Αναδεικνύοντας ίσως πως η πιο μεγάλη, η πιο περίπλοκη αλλά και η πιο αναπόφευκτη διαδρομή μες τη ζωή δεν είναι άλλη από κείνην που κάνουμε για να συναντήσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Δεν είναι ο συντομότερος ο δρόμος αυτός και σίγουρα δεν είναι και ευθύς.

Δημοσιεύεται στο Βακχικόν

“Το Αίμα Νερό”, ανάγνωση

4_-_ioannidouvlavianos.jpg
Το αίμα νερό, μυθιστόρημα, Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκης 2014

 

 

Συλλογή από μαύρα μαργαριτάρια
Ο Χάρης Βλαβιανός υπογράφει «Το Αίμα Νερό» ως «μυθιστόρημα» της ζωής του, με το χωρισμό του «σε σαράντα πέντε πράξεις» να παραπέμπει σε δράμα. Όπου πλήθος από άστοχες πράξεις και φαρμακωμένα λόγια των ανθρώπων που έφεραν στη ζωή τον συγγραφέα διασταυρώνονται με την προσωπικότητά του, μια οντότητα στην οποία απευθύνεται στο δεύτερο ενικό πρόσωπο. Σαν να διατυπώνεται η απάντηση σε ένα άγραφο αλλά παρόν ερώτημα : «Να συγχωρέσω, να συμφιλιωθώ, αλλά πώς;». Ο συγγραφέας συνδιαλέγεται με τον εαυτό του, καθώς εξιστορεί και μοιάζει να αναρωτιέται:
Πώς να κάνεις σχέση με μια μητέρα που σε αφήνει, νήπιο, να πλανιέσαι σε καράβι που διασχίζει θάλασσα, που κλείνεται στη φυλακή για χάρη των κοσμημάτων της, που παίζει αέναα παιχνίδια γοητείας με εναλλασσόμενους συντρόφους μεταξύ των οποίων και τον πρώην άντρα της, τον πατέρα σου;
Πώς να σχετιστείς με έναν πατέρα που κάνει κι άλλη μία οικογένεια, που διατηρεί μία αυλή από αφοσιωμένους φίλους /συντρόφους στα γλέντια του που εσύ παρακολουθείς χωρίς να συμμετέχεις; Που σε εναποθέτει σε ανοίκειά σου πρόσωπα όταν εσύ περιμένεις να τον συναντήσεις. Ειδικά αφού οι συναντήσεις σας είναι σπάνιες, όταν μεσολαβεί ένας ωκεανός (αποξένωσης) μεταξύ σας, εκτός από τη γεωγραφική απόσταση διαφορετικών χωρών Ευρώπης – Αμερικής;
Πώς να συγχωρήσεις μια μητέρα που απομυζά το άφθονο χρήμα του πατέρα με πρόσχημα εσένα, ενώ το ίδιο χρήμα στοιβάζεται μέσα σου, χωρίς καν να το νέμεσαι, που παράλληλα το αντιλαμβάνεσαι σαν ένοχη προοπτική που φιμώνει την –έγκαιρη- έκφραση; Μήπως το χρήμα δεν ήταν το συνεχές ζητούμενο, δεν ήταν το πρόσχημα που οι δύο διαζευγμένοι σου γονείς σχετίζονταν αντί να διεκδικούν εσένα;
Όσο μεγάλωνες έστρεφες το εύγλωττο, γεμάτο προσδοκία, βλέμμα προς τον πατέρα που βλέπουμε στο εξώφυλλο. Όταν κατέφυγες σε άλλους τόπους για να μην πρωταγωνιστείς στο «δράμα» που σκηνοθετούσαν άλλοι, μάταια τον περίμενες να χαρεί για οτιδήποτε κατάφερνες. Ο άθλος να προχωράς με τόση μοναξιά, χωρίς καθοδήγηση και οικογενειακή εστία για να επιστρέψεις ερχόταν πάντα αντιμέτωπος με τη σιωπή, την μη παρουσία μιας πατρικής φιγούρας. Τον θυμάσαι να παίζει μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι αντί να παίξει μαζί σου, αντί να σχεδιάσει τη στρατηγική της δικής σου ζωής σ΄ εκείνες τις κρίσιμες καμπές της.
Μέχρι το τέλος των γονιών σου, περιπλανιόσουν συμβολικά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους σκάφους που ταξιδεύει, όπως ακριβώς το ανασύρεις από την νηπιακή σου μνήμη στη πρώτη πράξη. Πάντα ελπίζοντας και πάντα αναμένοντάς τους, να αναλάβουν έστω και αργά –και καλύτερα- το ρόλο που τους αναλογούσε. Ο πατέρας όμως παρέμεινε αδιάφορος και πολύ απασχολημένος με την εικόνα του, την άνοδο, τη γοητεία του. Παρόμοια η μητέρα, μια κοσμική χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην κοινωνία, μία ματαιόδοξη καλλονή, να καθρεφτίζεται πανέμορφη στα μάτια άλλων παιδιών και να παραμένει απρόσιτη και εγωκεντρική στη σχέση της με τα δικά της. Να μην καταφέρνει να αγαπήσει ούτε και την κόρη που αποκτά στη συνέχεια, την αδελφή σου. Στα δύσκολα θα σε θυμηθεί και θα προστρέξει σ΄ εσένα, θα σε φορτώσει ακόμα μία ενοχή και άπειρες ευθύνες για τις κακοτοπιές της ζωή της που είχε η ίδια προκαλέσει.
Και οι δύο γονείς του αφηγητή απέκτησαν κι άλλα, εξ ίσου άτυχα παιδιά, αλλά το θέμα που τους κατέστησε «γονείς των άλλων» – θάλεγα- δεν ήταν αυτό το γεγονός, το βιολογικό και αδιαμφισβήτητο. Η συναισθηματική του ακτημοσύνη δηλώνεται και από τη φόρμα που επέλεξε, με τη κτητική αντωνυμία «μου» να μην συνάπτεται ούτε με τους γονείς ούτε με κανέναν άλλον από τους ομοαίματούς του.
Βέβαια τις λογοτεχνικές αυτοβιογραφικές μαρτυρίες που αναφέρονται σε τραύματα δεν είναι δυνατόν να της προσεγγίσει κανείς παρά με τον άπλετο σεβασμό που δικαιούνται. Τον κερδίζουν με την τόλμη που προϋποθέτει η ανατομία της κακοποίησης, η ανάκληση στη μνήμη και η μεταγραφή σε λογοτεχνικό έργο. Ίσως το πιο επώδυνο και αξιοσέβαστο στο συγκεκριμένο, είναι η τεκμηρίωση της μη συγχώρεσης. Εκκρεμής όσο και σαφής η αφήγηση: Η κάθαρση του δράματος συνίσταται στην ίδια τη διατύπωση και τη καταγραφή του.
Στο «μυθιστόρημα», αποκαλύπτεται ό,τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες με τους συντελεστές της ψυχικής κακοποίησης να φορούν στη δημόσια εικόνα τους, μάσκες. Ο φυσικός χώρος, τα σκηνικά του οικογενειακού δράματος, το κοσμοπολίτικο περιβάλλον και τα φανταχτερά ενδιαιτήματα, αντιδιαστέλλονται με τη ψυχική φτώχεια, την ανέχεια συναισθημάτων αγάπης και στοργής στα πρώτα χρόνια∙ κατανόησης, καθοδήγησης και επικοινωνίας στα εφηβικά και πρώτα νεανικά που ακολούθησαν.
Ο λόγος, λιτός-με χαρακτηριστικά ποιητικού- αποδίδει με επιτυχία το συναισθηματικό κλίμα. Φαίνεται να είναι αποτέλεσμα και της προηγούμενης άσκησης του Χ.Β. στη μετάφραση της ποίησης, τη τέχνη της μεταγραφής από μια γλώσσα σε μιαν άλλη (από τη γλώσσα της οδύνης, στη γλώσσα της αφήγησης). Και στην άσκησή του σε ένα ζύγι ακριβείας τόσο για το βάρος, όσο και για το ειδικό –συναισθηματικό- βάρος της κάθε λέξης.
Καθώς ο συγγραφέας επιλέγει εικόνες από τους σταθμούς της ζωής που τον σημάδεψαν, εκείνες που διατηρούνται στη μνήμη χωρίς «ξέφτια» από τα προηγούμενα και επόμενα γεγονότα, η κάθε λέξη παίζει το ρόλο της και προδιαγράφει, γεφυρώνοντας, τα χρονικά κενά που μεσολαβούν. Είτε ως διάλογος, είτε ως εσωτερικός, ο λόγος λειτουργεί σαν ραχοκοκαλιά που συγκρατεί αυτά τα αποσπάσματα ζωής και τα ενώνει. Ενσωματώνοντας ενδεικτικούς διαλόγους, αιχμηρές καταστάσεις, ακόμα και άψυχα αντικείμενα με συμβολική δύναμη.

-«Ο Αμερικανός έφυγε από το σπίτι σας κακήν κακώς, άφησε όμως πίσω του το σπαθί».

-«κάθε φορά που έγραφες το ο, σκεφτόσουν πάντα ένα πρησμένο μάγουλο»

-«Κι έτσι η παιδική σου ηλικία χάθηκε για πάντα, μ’ εσένα να παρακολουθείς από μακριά άλογα να τρώνε αξιωματικούς και πύργους να σωριάζονται στο χώμα για χάρη μιας βασίλισσας».

-«Γι΄ αυτήν εσύ ήσουν προδότης.»

-«Τετρακόσιες τριάντα έξι επιστολές που έσταζαν οργή και απόγνωση.»
Η οικονομία, η ακρίβεια και η δύναμη συμπύκνωσης της ποιητικής διατύπωσης φαίνεται να ακόνισαν την πένα και συνέλεξαν το κατάλληλο ψυχικό μελάνι προκειμένου να ξεδιπλωθεί πιστά, αποστασιοποιημένα αλλά και έντονα το κεκκαθαρμένο – ή μη- δράμα. Τα συναισθήματα δεν αναλύονται ούτε αναπτύσσονται. Η παράθεση των γεγονότων αρκεί. Οι έριδες, οι εσωτερικές συγκρούσεις αλλά και τα πικρά ερωτηματικά που κληροδότησαν αποκρυσταλλώνονται σε μια καλοδεμένη συλλογή από μαύρα μαργαριτάρια.
Κάπως σαν «τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, τα δάκρυα που δεν κύλησαν, τραγούδια που δεν τραγουδήθηκαν».*
*Από το λιμπρέτο της όπερας «Τανχόϊζερ» του Ρ. Βάγκνερ

 

Δημοσιεύεται στη λέσχη ανάγνωσης Μαΐου του Βακχικόν

Η Ζωή μου Σαν Μάγισσα, ανάγνωση

b200037

Αντιόπη Αθανασιάδου

Momentum, 2015

 

Mία γυναίκα –που θεωρεί τον εαυτό της- αράχνη, η πρώτη μου αναγνωστική εντύπωση. Μία γυναίκα που βγαίνει από τα σπάργανα μιας αστικής οικογένειας, και αφού διαισθάνεται νωρίς την ανθρωποφάγα φύση του θεσμού στρέφεται σε συνεχείς μεταμορφώσεις κατά τις επιμέρους αφηγήσεις που θα μπορούσαν να είναι και αυτοτελείς
Στο πρώτο μέρος, η ιστορία της χαμένης παιδικότητας διανθίζεται από τις ποιητικές παρεκβάσεις της ενήλικης περσόνας. Ο τρόπος είναι υπερρεαλιστικός και μαζί φιλοσοφικός, στοχαστικός, σαρκαστικός –στη κυριολεξία-. Η σάρκα και οι εμπειρίες της χαράζουν την ψυχή που πετάει σε κόσμους ονειρικούς.
Επανέρχεται στη «φωλιά» με τις ενήλικες αποσκευές της, την βυθομετρά, την καταγράφει. Με πρόσχημα στο μύθο κάποια «εναλλακτική κοινότητα», θα ξεδιπλωθούν οι ιστορίες που η αφηγήτρια ως… «πεταλούδα» θα αφουγκραστεί καθώς έλκεται από ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, «εμπριμέ» και καθόλου σοβαροφανές.
Οι προσερχόμενοι εκεί, ως μέλη της κοινότητας, θα διηγηθούν τα πάθη τους με έναν σπαρταριστό τρόπο, και σε μια γλώσσα ρέουσα. Η αφηγήτρια κάθεται πότε μαζί τους και πότε απέναντι. Χοντροί, κοντοί αλλά «ψηλοί» στη συμπεριφορά, ανορεξικοί, μια έφηβη πόρνη, ετοιμοθάνατοι ενώπιον του κενού- ή της φιλοχρήματης ή/και της ανθρωπιστικής, πολιτικής τους δράσης-. Καρδιοκατακτητές και ναυαγισμένοι, μιας ιδιότυπης «κιβωτού», φορείς ενός ξύλινου σταυρού που πονάει και μιλάει.
Ερπετά, πουλιά, ψάρια και έντομα, ως «κατώτερες» έναντι των θηλαστικών συνομοταξίες των έμβιων, παρίστανται χωρίς νατουραλιστικές αναλογίες, θυμίζοντας πίνακες του Μπος ή του Μπρέγκελ. Εκφράζουν αυτά που είτε αποσιωπώνται είτε διατυπώνονται και διατρέχουν τις τύπου ψυχαναλυτικές ακροάσεις. Τα ζώα καιροφυλακτούν και ερμηνεύουν με παγωμένα μάτια, ξεσκισμένες σάρκες και αρπακτική διάθεση την επιφάνεια της λογικής: Τα άγρια ένστικτά μας.
Η μεταφυσική αγωνία απέναντι στο νόημα της ζωής τρώει τα παιδιά της. Τη νόηση, την ανάλυση, την τακτοποίηση των ηρώων στα φέρετρα της μνήμης και της λήθης. Το αίμα, η ρευστότητα της ύπαρξης, κυλάνε αλλά δεν αποτελειώνουν τίποτα. Μια αφήγηση για πονεμένους ανθρώπους από μία οντότητα πονεμένη. Προσπαθεί να κατανείμει τον πόνο, να τον ανακουφίσει, να διαβάσει τις αιτίες του πέρα από τις αισθήσεις και τη νόηση.
Το φυσικό περιβάλλον και οι κοινωνικές κατασκευές ενοποιούνται, με αρκετή επιτυχία. Σκοτεινά δάση συνυπάρχουν με λαϊκές πολυκατοικίες και τα ενδότερά τους. Τα πολυτελή ενδιαιτήματα των θεραπευτών με τις απόκοσμες γωνιές της πόλης. Ενώ το αστικό τοπίο –μαζί και οι «φυγές» προς τους ονειρικούς κόσμους- κυριαρχεί ως φυσικός χώρος, μαζί και οι κοινωνικές του αντιθέσεις, ευτυχώς απουσιάζουν οι επικολυρισμοί, οι στρεβλές ηρωποιήσεις των πιο ευάλωτων ομάδων (νεόφτωχοι, γυναίκες) αλλά θεώνται με έναν τρόπο κατά κάποιο τρόπο ρομαντικό (γυναίκες που καθαρίζουν λάχανο σε σπίτια με μωσαϊκά). Συνυπάρχουν αρμονικά με τους «θύτες» που αναδεικνύονται κι αυτοί, θύματα του ίδιου κανιβαλισμού, της ίδιας ματαιότητας. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι εκεί αλλά η οπτική γωνία έχει μια «στράτευση» που είναι υπαρξιακή και μόνο.
Το πλούσιο υλικό που προσκομίζει η συγγραφέας από περιπτώσεις ατόμων κακοποιημένων, αποσυνάγωγων, κλινικών ή δικονομικών περιπτώσεων προσπαθεί να συνενωθεί με την επαναφορά κάποιων «ηρώων». Ωστόσο η πρώτη μου ανάγνωση δεν στάθηκε σ΄ αυτό το νήμα που ενώνει, που θεώρησα και αφηγηματική αδυναμία. Οι χαρακτήρες χάνονται μέσα στις σαφώς πιο δυνατές εικόνες. Και στα ακόμα πιο δυνατά επιστεγάσματα, τις παρατηρήσεις που εμφορούνται σταθερά από το πνεύμα και το βλέμμα της αφηγήτριας που τους δημιούργησε και τους ελέγχει.
Αντίθετα, η δομή του έργου -δραματικά περιστατικά εναλλάξ με στοχασμούς, ή εκτεταμένα αφηγήματα εναλλάξ με βινιέτες μεταφυσικής ενόρασης- μου έδωσε την αίσθηση που στο αφήγημα το ίδιο προεξάρχει :Οι αναμνήσεις σβήνουν και η ανάδυσή τους από τον σκοτεινό και αδηφάγο κόσμο θέλει κόπο και χρόνο, συσχετίσεις, κυρίως.
Η ετεροπαρατήρηση γίνεται αυτοπαρατήρηση, οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, κι όταν μικραίνουν κυριαρχεί ο τρόμος, η επίγνωση της επιθυμίας, που φροϋδικά καταλήγει στη σαγήνη του ανεκπλήρωτου θανάτου, της κατασπάραξης, η ανθρωποφαγία που είπαμε…
Φονιάδες, βιαστές, κοινωνικά ανερχόμενοι, φιλόνικοι μπράβοι αλλά και βρέφη και έφηβες, είναι ενδεικτικά μόνο από τα πρόσωπα, πρωταγωνιστές ή κομπάρσους που παρίστανται. Σε τι διαφέρουν; Πόσο μας μοιάζουν; Κι αν τους πλησιάσουμε πολύ και για πολύ, τι μπορεί να μάθουμε από τη λήθη που σκεπάσαμε;
Βαθιά πηγάδια και νεκρούς, ή μήπως πουλιά πετάμενα;

(Δημοσιεύται στο Notationes Καλοκαίρι 2015) ένθετο στο Βαρελάκι