Στροφή για την Αθήνα

φωτο: Ν.Χ.

Φαίνεται ότι το δημόσιο συναίσθημα για την Αθήνα είναι συντονισμένο με τη γενικότερη αμφιθυμία αλλά στα χρόνια της κρίσης το μίσος ήταν επικρατέστερο. Την έσπασαν, την έκαψαν, την μαγάρισαν, την βανδάλισαν όσο μπόρεσαν -όσοι το έκαναν-. Και φάνηκε και  «φυσιολογικό». Άνθρωποι οργισμένοι, αγανακτισμένοι, ξεσπιτωμένοι και κυνηγημένοι, τι να έκαναν άλλο;

Από την άλλη, άλλοι τόσοι αγαπούσαν μάλλον λαθραία την Αθήνα. Γιατί πως αλλιώς να ερμηνεύσω το γεγονός ότι ξεμύτισαν και ότι η πόλη ανατέμνεται, αναλύεται, βιογραφείται, σχεδόν δοξάζεται;

Κτίρια του μεσοπολέμου απαθανατίζονται, πόρτες και παράθυρα αναδεικνύονται  από κάμερες, σοκάκια φωτογραφίζονται. Ακόμα κι η ασκήμια της Αθήνας, τα καλώδια, οι ταμπέλες, οι κεραίες, τα μισογκρέμια και τα κατεδαφιστέα γνωρίζουν δόξα νέα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ούτε καν μια νύχτα σκοτεινή και άγρια, με όλα όσα κρύβει και υποθάλπει η κάθε μεγαλούπολη.

Φαίνεται πως τα χρόνια του θυμού, η Αθήνα έγινε το εξιλαστήριο θύμα. Της φέρθηκαν όπως οι έφηβοι που μέσα τους πιστεύουν ότι για όλα φταίει ένας, μία, ή ό,τι τους περιβάλλει. Οπότε και ο φταίχτης, εν προκειμένω, ο τόπος, μπορεί και να πληρώσει τα σπασμένα. Και όταν η κρίσιμη κατάσταση κι η ηλικία παρέρχεται, το θύμα το υποτιθέμενο της πόλης, πάλι σ΄αυτήν γυρίζει, κοιτάει την ιστορία της, φροντίζει τις πληγές της κι εκτιμάει ό,τι δεν καταστράφηκε τελείως στην επίμαχη την εποχή.

Συνετέλεσε και ο οικονομικός παράγοντας που σταμάτησε το χτίσιμο, και πιο συγκεκριμένα το μη γκρέμισμα. Αντίθετα από την εποχή της αντιπαροχής όπου τα πάντα τα γκρεμίζαμε για να αναγείρουμε στη θέση τους, άλλα, νεότερα, και πιο συμφέροντα πρωτίστως, επέζησαν όλα τα ετοιμόρροπα και όλα τα εγκαταλειμμένα σπίτια και οι πολυκατοικίες ακόμα, απλά γιατί το χρήμα δεν υπήρχε.

Ξένοι, τουρίστες και άλλοι αιτούντες τη χρυσή βίζα, άρχισαν να βάζουν πόδι και χρήμα, πολλά πουλήθηκαν, πολλά έγιναν από σπίτια για νοίκιασμα rbnb, λιγόστεψαν τα σπίτια και μαζί άλλαξε θαρρείς και το βλέμμα, όπως πάντα συμβαίνει με τη σπάνιδα. Εκτιμήθηκαν οι μικρές μονοκατοικίες, οι απόμερες συνοικίες, οι μικρές αυλές και τα παράθυρα με θέα σε δρόμους ταπεινούς, έναντι της παλαιότερης των ρετιρέ με την «απρόσκοπτη» σε λόφους και βουνά του λεκανοπεδίου.

Έτσι άνθισε μια όψιμη αγάπη για την πόλη, έτσι άρχισε το σκύψιμο στις ομορφιές και στις ιδιαιτερότητές της, έτσι χαίρομαι μαζί με τους μεγεθυντικούς φακούς, τις κάμερες και τις παλέτες, και τα μολύβια που κάνουν ένα «αλτ» στη γκρίνια και μιζέρια, που κάνουν ένα pause για λίγο στη διαμαρτυρία, στη ταχύτητα που τρέχουμε και στη ταχύτητα που οι άλλοι κυνηγάνε -τι αλήθεια-;

Ενδεχομένως τώρα να καταλάβουν όσοι μίσησαν με όλη τους τη δύναμη τη πόλη, κι εκείνοι που μισήσανε και όσους δεν μισούσαν ότι άμα είσαι άρρωστος και μένεις σ΄ένα σπίτι, σ΄έναν τόπο, δεν θα σωθείς αν τον πυρπολήσεις για “απολύμανση”.

 

Η Αθήνα τη (άγια;) νύχτα 2019

Αν υποθέσουμε ότι η κρίση απέρχεται, σίγουρα φεύγει… νύχτα. Γιατί η νύχτα και ο κόσμος της, καλά κρατούν. Και ανακαινίζεται και ξαναβγαίνει στο κλαρί, αν είχε υποστείλει και ποτέ την μεθυσμένη της -ευγενικά το διατυπώνω- σημαία.

Στο κέντρο της Αθήνας η νύχτα τραβά ξανά προς τη δόξα. Και όποιος νύχτα περπατεί εκτός από τα περιττώματα που πατεί σύμφωνα με το λαϊκό ρητό, θα σκοντάψει και στα κατειλημμένα πεζοδρόμια όπου ο πεζός καλείται να κάνει σλάλομ για να μην καεί από τα αναμμένα τσιγάρα που εκσφενδονίζονται από τα στόματα των διωγμένων καπνιστών.

Ένα μαγαζί, μάλιστα, από τα άρτι ανακαινισμένα φρόντισε γι΄αυτό, εγκαθιστώντας κάτι γιγάντια χάλκινα καζάνια με τρίποδο, όπου δεν χρειάζεται ευστοχία Γουιέλμου Τέλλου για να στείλει ο καπνιστής την αναμμένη γόπα του στο στόχο. Αν δεν βρισκόμασταν στη καρδιά της πόλης θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να εκλάβει τα εν λόγω δοχεία και για κολυμπήθρες.

Παρακάτω, κάποιοι άλλοι, στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να πρωτοτυπήσουν διακόσμησαν τους τοίχους με μυριάδες φλούο πλαστικές ανθισμένες ορτανσίες που τύφλα νάχει το Πήλιο την άνοιξη.

Και σαν μην έφταναν όλα αυτά τα κιτσάτα σκηνικά που πλαιώνουν μενού με τιμές κοντά στο εικοσάρικο για μια χωριάτικη με ονομασία προέλευσης και άιζο γκουρμεδιάς, σου στέλνει και μπροσούρα και ο παραδοσιακός οικισμός του Χίλτωνος τη δική του πρόταση: Κρατηθείτε! 345 ευρώ το κεφάλι για να περάσετε τη πρώτη νύχτα της χρονιάς στο Γκάλαξι, όπου προφανώς και μόνο από τη τιμή θα δείτε τον ουρανό με τ΄ άστρα.

Θα δείτε όμως και τις «παύλες» επί της Βασιλίσσης Σοφίας και καλύτερα να δέσετε καλά τον τάρανδο της παιδικής σας ηλικίας μην αρχίσει τις κλωτσιές. Η ιδιωτική πρωτοβουλία που πατάει τα πόδια της στο πεζοδρόμιο, η προσγειωμένη επιχειρηματικότητα, ξέρει: Ο Έλληνας που διατίθεται να ξοδέψει κάτι τις παραπάνω «μέρες πούναι» θέλει και τη κολυμπήθρα του και  το λέλουδο το πλαστικό για να πει «χαλάλι, πλερώνω».

Ο μινιμαλισμός μπορεί να έχει παρισφρύσει στα πολύ καλά σαλόνια, τα άδεια, όπου απαγορεύεται διά νόμου το όποιο χρώμα πλην του γκρι και του γκρεζ, όπου το κάπνισμα είναι μια αισχρή μπαναλιτέ για το λαουτζίκο, αλλά του Έλληνος ο τράχηλος τη μεταμοντερνιά δεν υποφέρει.

Με όλα αυτά ήθελα να πω, κάθε χρόνο αναρωτιέμαι κι εγώ. Πού είναι τα Χριστούγεννα; Σε ποια εικόνα; Στο φωτισμένο σπιτάκι με το στολισμένο έλατο και γύρω του η πυρηνική οικογένεια με τις παντόφλες και τις κάλτσες τους αναρτημένες στο τζάκι να περιμένουν Αη Βασίλη; Ή μήπως στην Times Squair, New York, New York, με άπειρα νέον να διαφημίζουν το αύριο που δεν έρχεται ποτέ; Ή μήπως σε παιδιά που ατενίζουν το λιμάνι με καράβι ανά χείρας και τον Παπαδιαμάντη κάπου εκεί να σημειώνει μελαγχολικά;

Προσωπικά πάντως, σήμερα τα συνάντησα τα Χριστούγεννα, σε δρόμο κεντρικό, και ήταν μία μπάντα από νέους, με χάλκινα και ήχο ανάμεσα σε κάλαντα, Βαλκάνια και τζαζ. Και ήθελα αντί να πάρω κατηφόρα και να συνεχίσω για το δρόμο μου, σαν μαγεμένη να τους ακολουθήσω.

Να τα ξαναπούμε;

Σε χάρτινο ποτήρι

 

από το Book Press

Όταν κοιμάσαι μες τη πόλη, ακούς πολλά, διάφορα. Κοιμάσαι μέσα στο στομάχι της κι ακούς αυτά που καταπίνει, άλλα τα χωνεύει και άλλα όχι. Ό,τι δεν αντιλαμβάνονται όποιοι έρχονται με τζιπ και μπράβους για τα εστιατόρια πολυτελείας, ούτε τα κορίτσια με τις δωδεκάποντες. Ούτε οι τουρίστες ούτε οι υποψήφιοι δήμαρχοι μία φορά στα τόσα.

Πίσω από γρίλιες, που έλεγε και το τραγούδι, και ειδικά τα καλοκαιρινά απογεύματα, με τα μαγαζιά κλειστά, με τα πάρκιν μισοάδεια, ακούς καυγάδες και σπασίματα. Το απομεσήμερο αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν οι στροφές. Συνήθως το έργο παίζεται με δυο φωνές, μια ανδρική, μια γυναικεία, εναλλάξ. Προάγγελοι του δράματος, τα κατοικίδιά τους που τριγυρνάνε ανήσυχα στα μπαλκόνια, σκυλιά, γατιά, αλλά και τα τζιτζίκια από τα δέντρα, χορωδία.

Φράσεις κοφτές: «το σταθερό», «το κινητό», «η γκόμενά σου», κι ύστερα μία παρατεταμένη σιωπή όπως μετά το σεξ και τους δικούς του ήχους. Στη σιωπή αυτή μπορείς να υποθέσεις ό,τι θες. Μέχρι ν’ ακούσεις τον αντίλογο, μπορεί χαστούκι, μπορεί κάτι να σπάζει, μπορεί μια υποτονική αντιμετώπιση που κορυφώνεται σιγά σιγά σε ένα «κάνε ό,τι θες, εγώ θα φύγω».

Ύστερα αρχίζουνε τα καζανάκια και τα τρεχούμενα νερά, κάποιος πλένεται ή πλένει κάτι για να φύγει, κάποιος πίνει νερό, κάποιος σκεπάζει με υγρασία τη σιωπή για να ακούγεται καλύτερα. Κάποιος βροντάει τη πόρτα, κάποιος σκουπίζει τα σπασμένα γυαλιά, κάποιος με βαλίτσα κατεβαίνει τον κλιμακωτό πεζόδρομο· ακούγονται ροδάκια.

Το βράδυ ανάβει η τηλεόραση και την επόμενη τρυπάνια ακούγονται, αλλάζουνε τα τζάμια, αλλάζουν κλειδαριές, ανυποψίαστοι οι μάστορες, πίνουν αδιάφοροι καφέ σε χάρτινο ποτήρι.

Ο πίνακας στην κεντρική εικόνα είναι του Ανδρέα Γαβριηλήδη.

άι φων

Πόση ώρα αντέχεις χωρίς;…

Τη συσκευή σου, το κινητό, το άϊ κάτι σου, το τάμπλετ;

Πόση ώρα θα αντέξεις χωρίς να μιλάς, να σχολιάζεις, να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ποστ, κυβερνήσεις, φίλους, φόλοουερς;

Πόσοι σ΄ακολουθούν, πόσοι δηλώνουνε φιλία;

Πόση ώρα μπορείς να αντέξεις την ωραιότατη σιωπή που επιβάλλει η ομορφιά αυτών που βλέπεις, που ζεις, που δεν αντέχεις;

Ναι, δεν αντέχεται η ομορφιά καμιά φορά αν περισσεύει, αν είναι πιο μεγάλη από όσο μπορείς να αντέξεις κι εκεί θα πάω πάσο…

Ωστόσο, είδα με τα μάτια μου εφέτος, σ΄αυτή τη χώρα, μόνο, πουθενά αλλού τόσο πολύ, ανθρώπους που μόλις εγκαθίστανται οπουδήποτε να τραβάν φωτογραφίες και να κάνουν «σερ». Επίτηδες το γράφω έτσι με Ελληνικά στοιχεία. Θυμάμαι μια προϊστορική εποχή που μούλεγε ένας φίλος «κάνε ούντο», εννοώντας το undo!

Πόση ώρα αντέχει ο νέος γείτονας που καμαρώνω στο απέναντι μπαλκόνι; Και τον χαίρομαι, γιατί αντέχει. Βγαίνει στο μικρότατό του βεραντάκι μ΄έναν καφέ το πρωινό, με ένα ποτό τ΄απόγεμα. Βολεύεται ανάμεσα στα απλωμένα ρούχα ενός μωρού, ανάμεσα από γλαστράκια, σε μια καρέκλα κάθεται και έχει ραδιοφωνάκι.

Και κάθεται ο όμορφος αυτός άνθρωπος, χωρίς καμία άλλη συσκευή, χωρίς ένα βιβλίο ή ένα πιάτο, κάθεται και κοιτάει την όχι συγκλονιστική θέα της απέναντι πολυκατοικίας και επιδίδεται απ΄ό,τι φαίνεται στο πιο πολύτιμο, πιο σπάνιο, πιο γόνιμο που δεν στερείται εξ αιτίας μίας «σμαρτ» οθόνης και μίας συσκευής: ο άνθρωπος αυτός νομίζω ότι σκέφτεται.

Και σίγουρα θα έχει κάτι πια να πει όταν βρεθεί μαζί με άλλους (το ένδον διαμέρισμα είναι συνέχεια γεμάτο μ΄άλλους «άλλους», σημαντικούς ή μη). Όταν βρεθεί με άλλους θα έχει κάτι περισσότερο να πει από το «είσαι κούκλος/α», «καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα», «τυχεράκια σε ζηλεύω για εκεί που είσαι», «τί είπες πάλι και τί έγραψες, υπέροχη φωτο» και άλλα πολλά ασπόνδυλα σχολιάκια που οι μυριάδες μοναχικοί που είναι μόνοι ή και όχι ανά τον κόσμο ανταλλάσσουν μέσω των συσκευών όταν δεν την αντέχουν την ωραία γόνιμη σιωπή που θα γεννήσει κάτι άλλο.

Αμήν

Η Σταχτοπούτα στου Ψυρρή

Ξυπόλητη…

Ημείς οι μη δρομείς

εικαστικό έργο του Παύλου Σάμιου

Η Πλατεία Συντάγματος νοικιάζεται για σκηνικό ταινίας με πλαίσιο της δράσης μπάχαλα μετά από διαδήλωση. Και όπως ήταν τελευταία Κυριακή Αποκριάς έμοιαζε με ανέκδοτο. Τί ήταν το αληθινό και τί το σκηνοθετημένο; Τα κάγκελα «εκείνα» που αποκαθηλώθηκαν με τόση περηφάνια ως σύμβολα ανοικειότητας ανάμεσα στο λαό και τη Βουλή, με πόση ευκολία επέστρεψαν, μετατοπίστηκαν ώστε να προφυλάξουν την ταινία που γυρίστηκε;

Ήταν τα ΜΑΤ, αληθινά, με αληθινά πληρώματα οι κλούβες; Και πώς αμείφθηκαν οι διαδηλωτές παύλα κομπάρσοι; Πληρώθηκαν ή αρκέστηκαν στο συσσίτιο που στήθηκε στην οδό Νίκης, στο πεζοδρόμιο επάνω; Ακόμα μια εικόνα που δεν ήταν μα θα μπορούσε νάναι αληθινή, στο περιθώριο από το γύρισμα.

Όλα αυτά ήταν την περασμένη Κυριακή Απόκριας και την επόμενή τη Καθαρή Δευτέρα. Αλλά κι αυτή τη Κυριακή, πάλι φανφάρες και κλειστή η κεντρική μας η πλατεία. Κι οι γύρω δρόμοι απροσπέλαστοι. Και νάσου πάλι τα κάγκελα τα ίδια. Απέδωσε η επένδυση. Να μην γκρινιάζουν και οι διαδηλωτές, αληθινοί ή κομπάρσοι και ποιος να τόλεγε ότι θαρχόταν η στιγμή να παίξουν «ρόλο» όχι στη πολιτική σκηνή αλλά σε ταινία Χόλιγουντ;

Αλλά και αυτή τη Κυριακή ακόμα ένα μαραθώνιος. Τί μανία κι αυτή. Κάθε Κυριακή πρωί και μεσημέρι, σαν να μην έφτανε η ταλαιπωρία της κάθε μέρας με τη κίνηση και τον αποκλεισμό του κέντρου της Αθήνας πότε από απεργία στις συγκοινωνίες, πότε από κλείσιμο των δρόμων και πότε από τα προεκλογικά σκαψίματα, νάσου και η Κυριακή αυτή «κατειλημμένη» από ευκαιριακούς δρομείς. Και νάσου πάλι κάγκελα, πάλι σκουπιδαριό και πάλι από δω και από κει, «τραυματισμένα» τα τοπία της Αθήνας.

Δεν έχω κάτι με τον αθλητισμό ούτε και με το Χόλιγουντ, ανάγκη να υπάρχουν και τα δύο. Αλλά πιο πολύ ανάγκη έχουμε την ελευθερία στο δημόσιο χώρο και στη χρήση των συγκοινωνιών που να μας επιτρέπουν αυτή τη ριμαδοκυριακή να κάνουμε πράξη την «εβδόμη μέρα» όσον αφορά στη κίνηση που είναι και ελευθερία επιλογής και είναι και ζωή. Τη κίνηση που μας επιτρέπει -θα θέλαμε δηλαδή να μας επιτρέπει- να ξεφεύγουμε από το άστυ, να επισκεπτόμαστε και να μας επισκέπτονται οι κάτοικοι από άλλες γειτονιές.

Με το κέντρο κλειστό και τις συγκοινωνίες κομμένες απαγορεύεται στην ουσία σε όποιον δεν συμμετέχει σ αυτές τις εκδηλώσεις να κινηθεί ελεύθερα. Εκτός κι αν γίνει και ο ίδιος και αναγκαστικά δρομέας της πεζοπορίας. Εκείνος, ο γυάλινος, ο κατακερματισμένος που τόσο πιστά αναπαριστά την πραγματικότητα αυτής της πόλης. Να βλέπει με το βήμα ανοιχτό και βιαστικό έναν ορίζοντα χαμένο, να βλέπει την Ακρόπολη, αλλά να μην μπορεί να φτάσει εκεί, μαρμαρωμένος σε ακινησία.

εσωτερικός τουρισμός

Κάπως τόφερε η τύχη και πέρασα μισή μέρα ακολουθώντας τα βήματα του οιονεί πιο ευτυχισμένου προσωρινού κατοίκου της Αθήνας: του τουρίστα! Κάπως έγινε και είδα τη πόλη με τα δικά του μάτια το λοιπόν. Βρέθηκα ανάμεσα σε ένα πλήθος που αντίκρυζε εκστατικός για πρώτη του φορά τον Παρθενώνα, που εισέπνεε τη θαλάσσια αύρα αφού είχε διασχίσει τη Συγγρού βλέποντάς την στο ορίζοντα να «ανατέλλει»…

Βρέθηκα ανάμεσά τους και βέβαια οι λογής λογής πωλητές, από τις προαιώνιες με τα τραπεζομάντηλα με το μαίανδρο μέχρι τους εστιάτορες και τους κράχτες των σουβενιράδικων, με προσέγγισαν και πήραν απάντηση, νεύμα και «νόου θένκιου» να τελειώνουμε. Αλλά και έχοντας την περιέργεια να πιάσω στον αέρα κάποιο σχόλιο, κάποιο σιχτίρι καθώς θα παρίστανα την αλλοδαπή. Τεχνική που έχω εφαρμόσει και με τους ζητιάνους της περιοχής μου που λένε «Σας παρακαλώ πάρτε μου κάτι να φάω, εκτός από τυρόπιτα και κουλούρι» ή τις τσιγγάνες «Δώσε ένα τσιγάρο αρχόντισσα», «Δώσε να σου για ένα πρόσωπο που σε ζηλεύει».

Έτσι σιωπηλή και πίσω από την ασφάλεια των μαύρων μου γυαλιών, βρέθηκα κάτω από την Ακρόπολη διψασμένη και με βήχα αλλά δεν βρήκα ούτε μικρό νερό ούτε καμιά καραμέλα σε τιμή μικρότερη της ουγκιάς χρυσού ούτε και άνθρωπο να μου πει -θατόλεγα αυτό στη γλώσσα μας- πού υπήρχε κοινόχρηστη τουαλέτα.

Ύστερα διαπίστωσα πόσο έχει πήξει το Κουκάκι και η πέριξ περιοχή αλλά και πόσα όμορφα σπίτια προπολεμικά υπάρχουν εκεί. Και σκεφτόμουν ότι αυτή η ασχεδίαστη σε κρατικό επίπεδο πηγή ανάπτυξης, ο τουρισμός, δεν έχει μπει σε κανένα κανάλι για να ωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί και οι ευκαιρίες αρπάζονται γιατί έτσι είμαστε οι Έλληνες αλλά αυτή η έλλειψη συλλογικής συνείδησης -που πάλι έτσι είμαστε οι Έλληνες- φοβάμαι ότι δεν θα μας πάει μακριά. Σε αντίθεση με τους τουρίστες που θα πάρουν άλλη άγουσα αν αρχίσουν να στραβώνουν όλα…

Όταν υπάρχει ξαφνικά νερό, αν έχεις καλλιεργήσει κάτι, θα ανοίξεις κανάλια, να το διοχετεύσεις ώστε να ποτιστούν πολλά φυτά χωρίς να περιμένεις …τη βροχή να βρέξει ο ουρανός.

Κι άμα το rb ‘nb ξεφουσκώσει/οριοθετηθεί όλοι αυτοί που κάνουν τώρα διψασμένοι για την ευκολία (πόσο μα πόσο δεν μαθαίνουμε) αρπαχτή, θα ισιώσει άραγε η τρομερή στρέβλωση του τώρα; Αναρωτιέμαι (αδίκως και μονάχη, μάλλον).