εσωτερικός τουρισμός

Κάπως τόφερε η τύχη και πέρασα μισή μέρα ακολουθώντας τα βήματα του οιονεί πιο ευτυχισμένου προσωρινού κατοίκου της Αθήνας: του τουρίστα! Κάπως έγινε και είδα τη πόλη με τα δικά του μάτια το λοιπόν. Βρέθηκα ανάμεσα σε ένα πλήθος που αντίκρυζε εκστατικός για πρώτη του φορά τον Παρθενώνα, που εισέπνεε τη θαλάσσια αύρα αφού είχε διασχίσει τη Συγγρού βλέποντάς την στο ορίζοντα να «ανατέλλει»…

Βρέθηκα ανάμεσά τους και βέβαια οι λογής λογής πωλητές, από τις προαιώνιες με τα τραπεζομάντηλα με το μαίανδρο μέχρι τους εστιάτορες και τους κράχτες των σουβενιράδικων, με προσέγγισαν και πήραν απάντηση, νεύμα και «νόου θένκιου» να τελειώνουμε. Αλλά και έχοντας την περιέργεια να πιάσω στον αέρα κάποιο σχόλιο, κάποιο σιχτίρι καθώς θα παρίστανα την αλλοδαπή. Τεχνική που έχω εφαρμόσει και με τους ζητιάνους της περιοχής μου που λένε «Σας παρακαλώ πάρτε μου κάτι να φάω, εκτός από τυρόπιτα και κουλούρι» ή τις τσιγγάνες «Δώσε ένα τσιγάρο αρχόντισσα», «Δώσε να σου για ένα πρόσωπο που σε ζηλεύει».

Έτσι σιωπηλή και πίσω από την ασφάλεια των μαύρων μου γυαλιών, βρέθηκα κάτω από την Ακρόπολη διψασμένη και με βήχα αλλά δεν βρήκα ούτε μικρό νερό ούτε καμιά καραμέλα σε τιμή μικρότερη της ουγκιάς χρυσού ούτε και άνθρωπο να μου πει -θατόλεγα αυτό στη γλώσσα μας- πού υπήρχε κοινόχρηστη τουαλέτα.

Ύστερα διαπίστωσα πόσο έχει πήξει το Κουκάκι και η πέριξ περιοχή αλλά και πόσα όμορφα σπίτια προπολεμικά υπάρχουν εκεί. Και σκεφτόμουν ότι αυτή η ασχεδίαστη σε κρατικό επίπεδο πηγή ανάπτυξης, ο τουρισμός, δεν έχει μπει σε κανένα κανάλι για να ωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί και οι ευκαιρίες αρπάζονται γιατί έτσι είμαστε οι Έλληνες αλλά αυτή η έλλειψη συλλογικής συνείδησης -που πάλι έτσι είμαστε οι Έλληνες- φοβάμαι ότι δεν θα μας πάει μακριά. Σε αντίθεση με τους τουρίστες που θα πάρουν άλλη άγουσα αν αρχίσουν να στραβώνουν όλα…

Όταν υπάρχει ξαφνικά νερό, αν έχεις καλλιεργήσει κάτι, θα ανοίξεις κανάλια, να το διοχετεύσεις ώστε να ποτιστούν πολλά φυτά χωρίς να περιμένεις …τη βροχή να βρέξει ο ουρανός.

Κι άμα το rb ‘nb ξεφουσκώσει/οριοθετηθεί όλοι αυτοί που κάνουν τώρα διψασμένοι για την ευκολία (πόσο μα πόσο δεν μαθαίνουμε) αρπαχτή, θα ισιώσει άραγε η τρομερή στρέβλωση του τώρα; Αναρωτιέμαι (αδίκως και μονάχη, μάλλον).

Advertisements

της Αθήνας, της άνοιξης το κάγκελο

πομφόλυγες εισί …

άπιαστοι και γι αυτό γοητευτικοί

post after

Κλείσαμε και δεν σας περιμένουμε…

 

Σκουπίδια. Σακούλες σκουπιδιών.

 

Πραγματικά δεν θυμάμαι πόσες φορές έγραψα και εν συνεχεία πέταξα (ηλεκτρονικά) τις σκέψεις μου για τα σκουπίδια. Πρώτα απ΄ όλα, έχω την «τύχη» να περιστοιχίζομαι από κάδους, δύο από τη μια μεριά του σπιτιού και δύο από την άλλη. Ευκολία στην καθημερινότητα, δυστυχία στην απεργία, καθώς ξέχειλοι υψώνουν τα φορτία τους απειλώντας το μικρό μου μπαλκονάκι με την εγγύτητα της ανάλογης σκηνής του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας.

Δεύτερον, και εξ ίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι κάδοι αποτελούν στρατηγικό στόχο των ρακοσυλλεκτών της περιοχής που με έχουν οδηγήσει σε παρατηρήσεις: ένας γκριζομάλλης και μεσόκοπος, ανοίγει καθημερινά τον μπλε της ανακύκλωσης, ψαρεύει τα οικονομικά ένθετα -που διακρίνονται από το ροζ τους χρώμα- ανάβει τσιγαράκι, διαβάζει και στη συνέχεια κάνει τη σχετική διαλογή: χαρτόκουτες, παλιά περιοδικά μπαίνουν με τη σειρά και με επιμέλεια στην μεγάλη shopping bag του και φεύγει για τον επόμενο σταθμό.

Σημειώστε ότι ο άστεγος και αποσυνάγωγος αυτός της κοινωνίας, είτε από σύμπτωση είτε από κάποια πολύ πρακτική ανάγκη, ενημερώνεται για τα οικονομικά -δωρεάν- αλλά και φέρει τσάντα πολλαπλών χρήσεων, σε αντίθεση με τους συμπολίτες της γειτονιάς μου που εναποθέτουν στα σκουπίδια ένα πλήθος από αντικείμενα που δεν έχουν κλείσει τον κύκλο της ζωής και της χρήσης τους, περιττό να τα απαριθμήσω.

Το πιο μεγάλο «πάρτυ» δε των κάδων συντελείται όταν από τα φαινόμενα -παπούτσια, παλιές κουβέρτες, χύδην συσκευασίες από καλλυντικά και φάρμακα και πολλά ρούχα- στη περίπτωση θανάτου. Όπου προφανώς οι κληρονόμοι -ή οι παλαιοπώλες που επιτελούν το σχετικό «καθαρισμό» – αδειάζουν όπως όπως τα ενδιαιτήματα όπου πριν λίγο ξεψύχησε πλαισιωμένος από τα παλιά του ρούχα και από τα σύγχρονα φάρμακα ο παππούς ή η γιαγιά της απέναντι πόρτας…

Δεν θα επιμείνω άλλο στις σκουπιδοπεριγραφές. Πιστεύω ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται μια κοινωνία τα άχρηστα, ή μάλλον τα χρησιμοποιημένα της είναι ενδεικτικός:

Τα σκουπίδια του Έλληνα είναι πολλά, πάρα πολλά και ανάκατα. Εκτός που δεν ανακυκλώνει και εκτός που ακυρώνει και την προσπάθεια εκείνων που το πράττουν, καπακώνοντας το μπλε κάδο με τα οργανικά

-πετάει ολόκληρες σακούλες από το μπαλκόνι

-δεν δένει τις σακούλες

-η θέα του γεμάτου κάδου του είναι αδιάφορη. Θεωρεί το πεζοδρόμιο προέκταση.

– θεωρεί «άχρηστο» αυτό που παρέχεται «δωρεάν»

Για να κλείσω με το διπλανό αλλά όχι υποδεέστερο θέμα που είναι η φοβερή πλαστική σακούλα: χρόνια ωρύομαι στους μανάβηδες που χαραμίζουν καμιά φορά και χάρτινη και πλαστική και λαστιχάκι για ένα μάτσο μαϊντανό ή για δυο μπανάνες… Κάποτε δε, που αποτόλμησα να επιστρέψω τις πλαστικές για επανάχρηση οι συμπαθείς έμποροι της λαικής με ρωτούσαν «μα γιατί;» κοιτώντας με το μάτι της συμπόνιας για τη λόξα μου…

Ένας δε από όλους -ο πιο πολιτικοποιημένος- προσπάθησε να με πείσει με όρους «Αμαζονίου», του τύπου «με τόση μέγα ρύπανση των βιομηχανιών, τι να σου κάνει μια σακουλίτσα παραπάνω!»

Τα σκουπίδια θα μαζευτούν κάποτε, θέλω να πω, αλλά αν δεν μας φάει η χολέρα, στο μέλλον θα μας «φάει» στα σίγουρα το πρόστιμο της ΕΕ για την κακή διαχείριση των σκουπιδιών και κάποτε θα χρειαστεί με κάποιο «μνημόνιο» για τη προστασία των νερών και του αέρα αυτού του κόσμου

-να μην μας δίνουν σακούλες τζάμπα στα σούπερ μάρκετ
-να μην μπορούμε να πετάμε στους κάδους και στο πεζοδρόμιο ανεξέλεγκτες ποσότητες σκουπιδιών ανά νοικοκυριό
-να είναι υποχρεωτική η ανακύκλωση
-να περνάει ο σκουπιδιάρης 2-3 φορές τη βδομάδα και ανάλογα να κατεβάζουμε τα σκουπίδια λίγο πριν τις καθορισμένες ώρες

Μέχρι τότε, enjoy!!! τη ρωμέϊκη ελευθερία όσο την έχουμε γιατί θα την αποθυμήσουμε….

 

ΚΑΣΣΕΛ – ΑΓ. ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

 

 

Αχ, πόσο μου λείπει ο Μποστ… να απεικόνιζε με τα έμμετρα λόγια του και το μαγικό πενάκι του σε ΜΙΑ σελίδα όλη την παράνοια  που ζούμε! Γιατί αν δεν είναι κανείς ορκισμένος, οπαδός ή τσιράκι, όποιος βλέπει και ακούει και με το δεξί και με το αριστερό μάτι και αυτί, δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τις μεγάλες αντιθέσεις που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία. Και δεν εννοώ στους μισθούς και στις συντάξεις αφού τα φαινόμενα που απορρέουν από τα νούμερα με ενδιαφέρουν κι όχι τα ίδια τα νούμερα. Με αυτά ασχολούνται μέσα στα έγκατα του Χίλτον οι Τσακαλώτοι ενώ στα έγκατα των κομματικών γραφείων, αυτοί που προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε παιάνες ή φόβητρα για τους ανυποψίαστους ψηφοφόρους, πρώην ή επόμενους, ανάλογα της περίστασης.

Από τη μια, ακούσαμε λοιπόν για την πομπή αλόγων τύπου πόνι με απώτερο τάχα σκοπό να αναπαρασταθεί  η ζωοφόρος του Παρθενώνα της περίφημης Ντοκουμέντα(ς)… Και πολύ θάθελα να δω την αντίδραση της Παλλάδας Αθηνάς βλέποντας τους Κασσελιώτες να διασχίζουν έφιπποι την Αεροπαγίτου καθ΄οδόν προς Γερμανία. Θάθελα να καταλάβω τι   κρύβεται πίσω από το μπογιάτισμα προβάτων σε γαλανόλευκους χρωματισμούς υπό Αφρικανού κονσεψουαλιστού ή το σκέπασμα της πλατείας Ομονοίας με λινάτσα. Που όταν την πρωτοαντίκρισα φαντάστηκα η αδαής ότι κάποιος είχε τη φαεινή να προσφέρει στους παροικούντες μετανάστες ευκολία και άνεση και για σκιά εκτός από το παροιμιώδες «λιάσιμο» τους.

Θάθελα νάταν εδώ ο σκιτσογράφος, στο πλαινό μου κάθισμα αυτοκινήτου όταν σε μια διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας προς το Τατόϊ, με τον ευσεβή πόθο να πάρουμε λίγο πρωτομαγιάτικο αέρα, μποτιλιαριστήκαμε σε μιαν άλλη πομπή ακινητοποιημένων οχημάτων που είχαν προφανώς τον ίδιο σκοπό. Η βασιλεία μπορεί να καταργήθηκε στη χώρα μας, αλλά τα πρώην βασιλικά «κτήματα» αποτελούν δημοφιλή προορισμό. Αφού διαπίστωσα ότι έχουν ξεφυτρώσει μες το δάσος δεκάδες, μην πω εκατοντάδες «κτήματα» για “events”,  γάμους και βαφτίσεις με βασιλική εσάνς, υποψιάζομαι.  Παρομοίως, ο εμβληματικός Λεωνίδας (ταβέρνα) της περιοχής έχει περιβληθεί, προφανώς εναρμονιζόμενος στο μεγαλουσιάνικο πνεύμα της περιοχής με κίονες, αετώματα και άλλα νεοαποικιακού στυλ αρχιτεκτονικά στοιχεία καθώς και ατελείωτα πάρκιν ολόγυρα για τα οχήματα –ή μήπως και τα (παρ)άλογα των πελατών;-

Από την άλλη, μέσα στα δεκάδες ριάλιτι επίδοξοι «αστέρες» της τιβι, βλέπε ανώνυμοι και σταχυολογημένοι από το κοινό της τηλεόρασης, διαγωνίζονται: ποιος τραγουδάει και ποιος χοροπηδάει καλύτερα, ποιος τηγανίζει και ποιος «στήνει» καλύτερα το πιάτο για να το σερβίρει, ποια άμοιρη κοπελίτσα διαλέγει τα καταλληλότερα ρούχα για τη Χ ή Ψ περίσταση και βεβαίως και ποιος επιβιώνει στον Άγιο Δομίνικο, μεγάλη η χάρη του.

Ο περίφημος τηλεοπτικός Survivor μαζεύει γύρω από την εστία της οθόνης την ελληνική οικογένεια που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τους παίκτες να υποδύονται τους άστεγους, τους άπορους, τους πρωτόγονους. Να εξαργυρώνουν –προφανώς- τις ώρες που έχουν σπαταλήσει σε γυμναστήρια προκειμένου να χτίσουν το κατάλληλο σώμα και τις αντοχές –κάτι που μυρίζει fitnessomania, αλλά δεν θα το κάνω θέμα- που απαιτούνται για να παραστήσεις –και να ανταποκριθείς στο ρόλο του άμοιρου μες το τροπικό νησί.

Αυτή είναι η πλήρης παράνοια της σημερινής κοινωνίας, ημέρα Πρωτομαγιάς, οι αφίσες του ΠΑΜΕ καλούσαν «όλους» να «βγουν στους δρόμους». Και βγήκαν, με τα αυτοκίνητά τους να προϋπαντήσουν το Μάη στις βασιλικές εξοχές –καλά, είδαμε και κάτι μαδημένες διαδηλώσεις στο κέντρο- με αποτέλεσμα το μποτιλιάρισμα και τις ατέλειωτες πομπές  αυτοκινήτων  κατά μήκος ενός οδοστρώματος που έφερε στα πλάγια του συγχρόνως ΚΑΙ πρόβατα αλλά ΚΑΙ τα «κτήματα κουφέτα», την κατάκτηση του νεοέλληνα, μάλλον της νεοελληνίδας και της μαμάς ή της πεθεράς της να την καμαρώσει με δόξα, τιμή και φτώχια να κόβει τούρτες πολυόροφες και να γίνεται «βασίλισσα» τάχα στη ζωή κάποιου ταλαίπωρου γαμπρού.

Άντε, και στα δικά σας, όπου κι αν ανήκετε…

Eϊτίλα

«Εϊτίλα», όπως και «Πασοκίλα», λέξεις που απουσιάζουν προφανώς από τα λεξικά αλλά σίγουρα σημαίνουν πολλά για τους επίσης πολυάριθμους επισκέπτες της έκθεσης για την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ΄80…

Βρέθηκα ένα μεσημέρι ηλιόλουστο το λοιπόν στο Γκάζι, περίμενα υπομονετικά στην ουρά της εισόδου για το εισιτήριο και κατόπιν για το χάρτινο βραχιολάκι αλλά και σε κάθε ξεχωριστό τμήμα, ουρά πάλι. Κόσμος, νέοι και λιγότερο νέοι που μεγάλωσαν –μεταβατικά και αμετάβατα το ρήμα- εκεί στη δεκαετία του ΄80, επισκέπτονται με αδημονία να δουν, τι αλήθεια; Μα το παρελθόν τους.

Όταν είχα επισκεφτεί το μουσείο DDR με την πλήρη αναπαράσταση της πρώην ανατολικής ζωής –πολιτικής, κοινωνική και πολιτιστικής- στο ενιαίο πια Βερολίνο, είχα εντυπωσιαστεί από την πληρότητα της παρουσίασης. Γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις για την αρχιτεκτονική μιας εποχής αν δεν συνυπολογίσεις τη δημογραφική κατάσταση. Και δεν έχουν νόημα τα αποσπάσματα από τις ειδήσεις αν δεν τα παρακολουθήσεις καθήμενος στο ιδιότυπο σαλονάκι των παρελθουσών δεκαετιών. Κυρίως είναι δύσκολο να εκθέσεις το πρόσφατο παρελθόν με πληρότητα, κυρίως με απόσταση τόσο από εξιδανικεύσεις όσο και δαιμονοποιήσεις.

Πήγα στην έκθεση για τη δεκαετία του ΄80 με την προσδοκία να «νοιώσω» το παρελθόν και όντως ένοιωσα. Η μετά Πασόκ εποχή, θυμήθηκα άλλαξε τον κόσμο του καθένα. Η μεταπολίτευση είχε θεωρηθεί πλέον «κατάσταση», η ελευθερία να μιλάς και να εκφράζεσαι θεωρείτο δεδομένη. Και να τυπώνεις στη συνέχεια, προκηρύξεις, φυλλάδια και έντυπα περιοδικά –πόσα αλήθεια;- σχεδόν με τη συχνότητα και ευκολία που σήμερα οι άνθρωποι πληκτρολογούν και αναρτούν στο διαδίκτυο.

Και μιας και αναφέρθηκα στα πλήκτρα, συνάντησα ανάμεσα στα άλλα και το μαρτυρικό το «τέλεξ», τη συσκευή – πρόδρομο του μέηλ με στοιχεία  από τη γραφομηχανή, τον υπολογιστή και το τηλέφωνο- που διάβαζε μια διάτρητη κορδέλα ή οδηγό εκτύπωσης για να σταλεί όπου της γης αλλά όχι ακριβώς και όποια ώρα. Αφού όταν «ήταν φορτωμένες οι γραμμές» μπορεί να χρειαζόταν καμιά ολόκληρη ώρα πάνω από τον δίσκο για να σταλεί και να φτάσει στον προορισμό του το κείμενο…

Είδα και τον Παπανδρέου βέβαια και το Μητσοτάκη (τους πρεσβύτερους των σημερινών πολιτικών ανδρών), είδα όμως και άπειρα πλέϊμομπιλ, πιο αγέραστα κι από τον ίδιο το Μητσοτάκη…. Αφού τα πλαστικά ανθρωπάκια και τα παραφερνάλιά τους που μεγάλωσαν τη γενιά της δεκαετίας του ΄80 μοιάζουν απαράλλαχτα με τους πλαστικούς «προγόνους» τους. Ένα ολόκληρο στάδιο έχει στηθεί με ένα «κοινό» να παρακολουθεί μια ροκ συναυλία, εύρημα φοβερό για να χωρέσουν όλα  τα τύπου ανθρωπάρια πλεϊμομπιλάκια  με τα χέρια σηκωμένα!

Είδα τη μπλε σχολική ποδιά που (δεν) φόρεσε εκείνη η γενιά όταν ήρθε η ώρα της να μάθει γράμματα και λίγα σχολικά βιβλία, είδα παρκαρισμένο το θρυλικό «πράσινο» λεωφορείο «40 ΣύνταγμαΠειραιάς» και με θυμήθηκα ταλαίπωρη φοιτήτρια Πειραιά και κάτοικος Αθήνας να το περιμένω να ξεπροβάλλει στην πλατεία Δημοτικού Θεάτρου.

Και βέβαια στήθηκα υπομονετικά στην πιο πυκνή ουρά, εκείνη του σπιτιού των έϊτις. Εδώ και το πλήθος αλλά και τα σχόλια  ήταν πιο πληθωρικά ακόμα και από τη θέα της κούτας με τα αμαρτωλά πάμπρες :περνάει ο κόσμος και κουνάει το κεφάλι σαν να σκέφτεται ότι εκείνο το χάρτινο κουτί με την αθώα φάτσα του μωρού κουβαλούσε τα «τούβλα» με τα χρήματα του Κοσκωτά. Από τότε μέχρι τα κάπιταλ κοντρόλς, ένας κόσμος άλλος, ενήλικος, παθών, αμφίβολα μαθών…

Το σπίτι του ΄80 συγκεντρώνει το πιο μεγάλο πλήθος. Οικεία θάλεγα η οικία του καθένα, εκεί που μεγάλωσε, εκεί που είχαν στηθεί οι παιδικές κουκέτες, εκεί μπήκαν στη ζωή μας οι ηλεκτρικές  συσκευές – ο λεμονοστίφτης και το μπλέντερ- μετακομίζοντας από τους επαγγελματικούς χώρους εστίασης στην οικογενειακή εστία. «Δηλαδή, εδώ μέσα είναι το σπίτι της γιαγιάς;» αναρωτιέται εύλογα ο πιτσιρικάς. «Όχι, αλλά έχουν φέρει τα πράματά της εδώ» απαντάει ο πατέρας, «και ήταν και μπλιαξ» συμπληρώνει  η μητέρα κι αναρωτιέμαι αν αποκηρύσσει με αυτή της τη δήλωση το δικό της πατρικό ή το πεθερικό∙ δεν θα το μάθω.

Αλλά μαθαίνω από το συχνά επαναλαμβανόμενο επιφώνημα «το είχαμε αυτό» ότι οι παραβρισκόμενοι «είχαν» τηλέφωνο με δίσκο, σεκρετεράκι στη είσοδο, αφίσες από περιοδικά και ξύλινα ντουλάπια κουζίνας. «Είχαν, δεν έχουν ακόμα», παρατηρεί η φίλη που με συνοδεύει «ενώ εγώ ακόμα τέτοια έχω», επισημαίνοντας ότι παρά την «πρόοδο» κάποιοι επιμένουν αντικαταναλωτικά –εάν δεν επιτάσσει τη λιτότητα απλά η ανάγκη-.

Ωστόσο είναι γεγονός, σκέφτομαι, καθώς περιδιαβαίνω τις αίθουσες με τα σχέδια κτιρίων και έργων υπό κατασκευή τότε, σκέφτομαι ότι γκρεμίσαμε την εποχή εκείνη με ορμή και ξαναχτίσαμε τη ζωή μας και το περιβάλλον μας, γκρεμίσαμε τα ιδανικά. Ή μάλλον γρήγορα, πολύ γρήγορα τα ξεχάσαμε – κάτι σαν και το κλίμα που αποδίδεται αν μη τι άλλο στη στιχουργική της εποχής και της αμέσως επόμενης όπου παρισέφρυσαν η σκόνη και το νέφος, όπως και μπουλντόζες, μπετόν και μέταλλα, υλικά σκληρά, υποτίθεται ανθεκτικά αλλά και αλύγιστα: στο σεισμό του ΄81, στον καύσωνα του ΄87, στην εναλλαγή Πασοκ και Νου Δου στην εξουσία… Ανεπαισθήτως, η δεκαετία των ’80 μας πήρε και μας σήκωσε μαζί με τους γερανούς που άλλαξαν τα πάντα με τα Ευρωπαϊκά λεφτά να τρέχουν (κυριολεκτικά) να ρέουν και να χάνονται στη διαδρομή.

Δεν στέκομαι και δεν σχολιάζω επί πλέον το κοινωνικό/ πολιτικό γιατί εγώ πήγα στην έκθεση για να νοιώσω κι ένοιωσα :την αφόρητη πλήξη που δημιουργούσε η πλημμύρα των καταναλωτικών αγαθών –ένα κοντέϊνερ περιέχει ενδεικτικά παιχνίδια της εποχής, επιτραπέζια και τηλεκατευθυνόμενα, κούκλες μπίμπο και τα υπόλοιπα αλλά και τα πιο ύπουλα από όλα, εκείνα «του περιπτέρου», στίκερς και μικροπραματάκια που εκπαίδευαν τη γενιά του ΄80 στη συστηματική κατανάλωση, no matter πόσο ευτελή, καθημερινή και απαραίτητη.

Οι σημερινοί τριανταπεντάρηδες έως σαραντάρηδες σπρώχνουν καροτσάκια και λένε στα παιδάκια : “This was a prospect of the future, and the future  is now” εξηγεί ένας μπαμπάς στο προφανώς δίγλωσσο παιδί του αφού η παγκοσμιοποίηση και τα Erasmus, παλαιότερα, η κρίση και η μετανάστευση πιο πρόσφατα, έφεραν αυτό το φρούτο της δίγλωσσης οικογένειας. Καταγράφει κανείς αυτές τις ανεπαίσθητες αλλαγές που φέρνει η ζωή; Ίσως όχι και τόσο ανεπαίσθητες… Η αποτύπωση των αλλαγών φαίνεται και προφανώς τιμάται από τη «μικρή ιστορία», τη μαγική και σαγηνευτική στη νοσταλγία της καθημερινότητά μας, το σπίτι μας, τα σχολικά τετράδια με τις πολυτονικές εκθέσεις, τις κασέτες, τα γοούκμαν και τους δίσκους βινυλίου, τα βιβλία, ακόμα τις κουζίνες και τα είδη υγιεινής που «είχαμε»∙σε αντίθεση με τα φύλλα των εφήμερων από τη φύση τους εφημερίδων και ειδήσεων, από την επίσημη ιστορία και τις κενές νοήματος –έκτοτε- μεγαλεπίβολες, ψευδείς ανακοινώσεις των κομμάτων.

Θα έλεγα ότι μου θυμίζει ναό και προσκύνημα ο τρόπος που οι νέοι ιδίως έφεραν ως εδώ τα μικρότερα παιδιά τους να υποβάλλουν ένα σεβάσμιο χαίρε στο ίδιο τους το παρελθόν. Μπορεί με νοσταλγία για το στερεότυπο που μερικοί το λένε «αθωότητα» αν και εποχή της λαμογιάς και πασοκίλας, άλλοι γιατί το ευρωμπάσκετ τους συγκίνησε κι άλλοι γιατί ο Κηλαηδόνης δεν είναι πουθενά.

Η άνοιξη πάντως στη Τεχνόπολη το κατάφερε, εκείνο το Κυριακάτικο πρωί,  με τον ανεπανάληπτο της τρόπο να τους τραβήξει όλους από το μανίκι, να τους προτείνει μία μπύρα, λίγες νότες στον αέρα που φυσούσε και μια καινούργια εποχή. Για σκέψου κάποτε σε μιαν άλλη κάψουλα μια ακόμα πιο μελλοντική γενιά να αποτυπώσει σε έκθεση και σε μουσείο, αυτό που ζούμε τώρα, και –κυρίως- ποιος να ξέρει με τί μέσα τεχνικά…