άι φων

Πόση ώρα αντέχεις χωρίς;…

Τη συσκευή σου, το κινητό, το άϊ κάτι σου, το τάμπλετ;

Πόση ώρα θα αντέξεις χωρίς να μιλάς, να σχολιάζεις, να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ποστ, κυβερνήσεις, φίλους, φόλοουερς;

Πόσοι σ΄ακολουθούν, πόσοι δηλώνουνε φιλία;

Πόση ώρα μπορείς να αντέξεις την ωραιότατη σιωπή που επιβάλλει η ομορφιά αυτών που βλέπεις, που ζεις, που δεν αντέχεις;

Ναι, δεν αντέχεται η ομορφιά καμιά φορά αν περισσεύει, αν είναι πιο μεγάλη από όσο μπορείς να αντέξεις κι εκεί θα πάω πάσο…

Ωστόσο, είδα με τα μάτια μου εφέτος, σ΄αυτή τη χώρα, μόνο, πουθενά αλλού τόσο πολύ, ανθρώπους που μόλις εγκαθίστανται οπουδήποτε να τραβάν φωτογραφίες και να κάνουν «σερ». Επίτηδες το γράφω έτσι με Ελληνικά στοιχεία. Θυμάμαι μια προϊστορική εποχή που μούλεγε ένας φίλος «κάνε ούντο», εννοώντας το undo!

Πόση ώρα αντέχει ο νέος γείτονας που καμαρώνω στο απέναντι μπαλκόνι; Και τον χαίρομαι, γιατί αντέχει. Βγαίνει στο μικρότατό του βεραντάκι μ΄έναν καφέ το πρωινό, με ένα ποτό τ΄απόγεμα. Βολεύεται ανάμεσα στα απλωμένα ρούχα ενός μωρού, ανάμεσα από γλαστράκια, σε μια καρέκλα κάθεται και έχει ραδιοφωνάκι.

Και κάθεται ο όμορφος αυτός άνθρωπος, χωρίς καμία άλλη συσκευή, χωρίς ένα βιβλίο ή ένα πιάτο, κάθεται και κοιτάει την όχι συγκλονιστική θέα της απέναντι πολυκατοικίας και επιδίδεται απ΄ό,τι φαίνεται στο πιο πολύτιμο, πιο σπάνιο, πιο γόνιμο που δεν στερείται εξ αιτίας μίας «σμαρτ» οθόνης και μίας συσκευής: ο άνθρωπος αυτός νομίζω ότι σκέφτεται.

Και σίγουρα θα έχει κάτι πια να πει όταν βρεθεί μαζί με άλλους (το ένδον διαμέρισμα είναι συνέχεια γεμάτο μ΄άλλους «άλλους», σημαντικούς ή μη). Όταν βρεθεί με άλλους θα έχει κάτι περισσότερο να πει από το «είσαι κούκλος/α», «καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα», «τυχεράκια σε ζηλεύω για εκεί που είσαι», «τί είπες πάλι και τί έγραψες, υπέροχη φωτο» και άλλα πολλά ασπόνδυλα σχολιάκια που οι μυριάδες μοναχικοί που είναι μόνοι ή και όχι ανά τον κόσμο ανταλλάσσουν μέσω των συσκευών όταν δεν την αντέχουν την ωραία γόνιμη σιωπή που θα γεννήσει κάτι άλλο.

Αμήν

Advertisements

Ο Μίκης και το σούσι

Και ξεκινάς για μία παραλία Κυκλαδίτικη αναζητώντας την ηφαιστειακή άμμο τη μαύρη και χρυσή και το πρασινογάλαζο εκείνο που είχες ήδη φανταστεί πριν να το φτάσεις. Και φτάνεις, εκεί, και είναι το τοπίο ανοιχτό πέρα για πέρα, περνάει και ένα μπλε καΐκι με μπλε πανί, και λες δεν ονειρεύομαι, ζω αυτό που από παιδί ακόμα ονειρεύτηκα: Κυκλάδες, και δεν ξέρεις γιατί σου έρχονται οι στίχοι του Ελύτη μες το στόμα κι αν πρώτα ερωτεύτηκες τους στίχους ή τη μουσική εκείνη ή αν ήτανε η μουσική που τους έφερνε, ή οι γωνιές που γίνονταν στο φως αόρατες καθώς δεν σταματούσε ο ασβέστης σε κεραμίδια και σκεπές αλλά με μια καμπύλη που φωτιζότανε απλά αλλιώς.

Που δεν μπορείς να περιγράψεις, μπορέσαν άλλοι, και το λες.

Μ΄αυτές τις σκέψεις και τα ερωτήματα εάν αγάπησες το κάτι που υπήρξε ή το κάτι που το δόξασαν οι καλλιτέχνες, εικαστικοί και ποιητές και μουσικοί και φωτογράφοι, πηγαίνεις για να βρεις και μια σκιά και ένα κάθισμα, το μπουκαλάκι το νερό. Το μπουκαλάκι το νερό; Εδώ αρχίζει η γκρίνια. Όταν η τιμή αυτή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα, εδώ η ποίηση στομώνεται κι αρχινάει η δίψα και η γκρίνια. Όχι γιατί δεν διαθέτεις κάποια παραπάνω σεντς για το νερό αλλά γιατί βρωμάει η ιστορία από μακριά.

Και κάνοντας close down αρχίζουν οι διαπιστώσεις. Οι ομπρέλες είναι ρεζερβέ. Για ποιόν; Για κάποιον που δεν εμφανίζεται καμία από τις τρεις ώρες τις μεσημεριανές που είμαι εκεί. Για κάποιον ένοικο του άνωθεν «τάχα» και χλιδάτου ξενοδοχείου. Για κάποιον που δεν έκανε χιλιόμετρα για νάρθει, για κάποιον που δεν μπαίνει σε δημόσιες συγκοινωνίες, για κάποιον που δεν συμμερίζεται την αγωνία του πτωχού λουόμενου και που απαιτεί με τα παχυλά του πουρμπουάρ να διατηρεί τη θέση πρώτο τραπέζι πίστα στη παραλία να τον περιμένει αχρησιμοποίητο ενώ ο άλλος ψήνεται στον ήλιο.

Κι εκεί που έχεις πάψει πια να σκέφτεσαι γιατί ψήνεσαι και έχεις βγάλει και το εσωτερικό σου περισκόπιο που προσπαθεί να εντοπίσει μια θέση όχι στον ήλιο αλλά στη σκιά, νάτη πετιέται αποξαρχής η Ρωμιοσύνη.

Ένα παιδάκι 8χρονο, 10χρονο, ρωτάει τη μαμά: «Το δικό μου σούσι δεν ήταν καλύτερο από του Γιωργάκη;»

Και η μαμά, ω του θαύματος απαντά «ναι, και είχε και απίθανες γαρίδες»

Το βράδυ αναμεταδίδεται στη τιβι μια συναυλία του Μίκη. «Αυτός που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά». Και στη ειδήσεις, η παλιά καινούργια εθνική μας Αντουανέτα, νάτη πετιέται κι αυτή και παίρνει το τιμόνι για να γιορτάσουμε την «επανάσταση»!

Συγνώμη Μίκη, αλλά φαντάστηκες κι εσύ έναν λαό ήρωα, σαν το μπλε καΐκι με το μπλε πανί μου. Μόνο που αυτό εγώ το είδα με τα μάτια μου, ενώ ο Έλληνας που δυστυχώς θα γίνει κάποτε αυτό που ήταν παλιά, αναρωτιέμαι αν υπήρξε.

Κι αν οι γαρίδες με το σούσι ταιριάζουν με τις πιέτες φουστανέλας ή μήπως με soleil.