Η μπαλάντα του Οδοιπόρου

 

Στίχοι:  

Μάνος Ελευθερίου

Μουσική:  

Μάνος Χατζιδάκις

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
στα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά.

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ’ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ’ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι πού πηγαίνω
για το χαμό.

 

 

Advertisements

παράδοξα καλοκαιριού

Που όπως και άλλοτε, σε ένα «άλλο επίπεδο» σε τραβάει να βγεις έξω. Θες δε θες. Αλλά θες και όσα κι αν πέρασαν χρόνια ο εγκλεισμός που σου επέβαλε ο ίδιος σου ο εαυτός επιβιώνει ακόμα.

Θέλω να πω ότι όσες έξυπνες συσκευές κι αν έχεις, ακόμα κι αν στις φυτέψουν στα δόντια σαν σφράγισμα, η ζωή είναι έξω, εκεί που δεν χρειάζονται καλώδια και δίκτυα, όσο κι αν τα τελευταία σου ανοίξαν τον ορίζοντα.

Καλά και χρήσιμα τα data bases είτε του κινηματογράφου είτε της μουσικής ή των στίχων αλλά η ανυπέρβλητη γοητεία εξακολουθεί να προέρχεται από μια «απότομη» εκπομπή στο ραδιόφωνο, από το έργο που (επαν)έρχεται στις μεγάλες οθόνες κάτω από ουρανό. Μαζί μ΄εκείνη τη περίεργη -σινεφίλ- νυχτερίδα στο συνοικιακό σινεμά, χρόνια τώρα, να πεταρίζει για το δίωρο χωρίς κανείς να ενοχλείται. Η ανυπέρβλητη γοητεία της μυρωδιάς αντηλιακού πάνω σου ή στον αέρα. Η εικόνα από τα ψάθινα μαλλιά της φυσικής ομπρέλας στη παραλία που ανεμίζουν μαραμένα και φυτεμένα σε ένα πλέγμα προς εκμετάλλευση των δήμων και σκίαση των κολυμβητών…

Όπως βέβαια και το παράδοξο «να σας δροσίσω το πρόσωπο;» ρωτάει η κοπέλα στο δρόμο που κάνει προμόσιον νερού σε σπρέϊ με γαλλικό ονοματεπώνυμο την ώρα που προσγειώνεται στο ίδιο το δικό μου πρόσωπο η σταγόνα του άνωθεν κλιματιστικού!

Δεν ξέρω αν το ελληνικό (μας) καλοκαίρι είναι ακόμα αυτό που ήταν και αν αυτό που θάναι θα είναι μια πλημμύρα από «ξένους» τουρίστες, πρόσφυγες, τί μίγμα, πόση αντίθεση και πώς να την αντέξεις;

Δεν ξέρω αν εν μέσω των  σταυρούμενων πυρών των αρχηγών κομμάτων «ακούγεται» κάτι από τον ανθρώπινο καημό. Όχι, δεν ακούγεται. Όπως και δεν αφήνουν -με την ολόιδια λογική- χώρο στη χαρά. Που υπάρχει ακόμα, που έχουν χτίσει με κόπο και καλαισθησία όσοι δεν υπέκυψαν στο τυφλό θυμό του οπαδού, του κοπαδιού. Ζητείται ατομικότητα, έχε δική σου γνώμη, μην μου παπαγαλίζεις αυτά που είπαν εκείνοι που θαυμάζεις.

Γιατί να ξέρεις, κανένα πόστο εξουσίας, πολιτικής, θρησκευτικής ή ιδεολογικής δεν με φτιάχνει, τέλος.

(αν ψάχνεις «κάτι» που όλα τα ερμηνεύει, τα ορίζει, τα ελέγχει και τα εξηγεί, αυτό το κάτι το αξιωματικό το μόνο που ζητάει είναι να επιστρέψεις πάλι σε εκείνο, σαν άσωτος υιός και να σε δικαιώσει που γυρίζεις -και μάλιστα μετανοιωμένος-)

Και πάει το ταξίδι, άκυρες όλες οι διαδρομές σου.