ΤΑ ΕΙΧΑ ΔΕΙ

 

Τα είχα δει σαν μαύρους οιωνούς
εκείνα τα πουλιά στους ουρανούς
κι όλα τα στάχυα να ωριμάζουν
κάτω από ήλιους, φως να στάζουν

Σκούρα  πινέλα και ψυχή και νους
επάνω σε καμβάδες γαλανούς
κι ένα αυτί λιγότερο να μάθεις
τι λέει ο κόσμος πως θα πάθεις

Αν επιμένεις να κοιτάς απ΄το παράθυρο του ηλίου
Θα σε τυφλώσει η λάμψη του Ιουλίου
κι όλα τα ηλιοτρόπια του κόσμου
δεν θα φτάσουν για να στρέψει
το βλέμμα σου ο άλλος να αντέξει

Είναι ακριβό το φως που έχεις φτιάσει
και όσο ζεις κανείς δεν θ΄αγοράσει

Την ένοιωσα τη λάμψη της ψυχής
μέσα στην ερημιά και της φτωχής
της παράγκας που αντέχει
με μια καρέκλα όταν βρέχει

Τα είχα δει τα δύο μάτια, σκοτεινά
στο Άμστερνταμ με άνθη ταπεινά
κι η μπλε σου νύχτα στο Παρίσι
ό,τι δε χόρτασα στη ζήση

 

 

 

ΚΑΣΣΕΛ – ΑΓ. ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΑΤΕ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

 

 

Αχ, πόσο μου λείπει ο Μποστ… να απεικόνιζε με τα έμμετρα λόγια του και το μαγικό πενάκι του σε ΜΙΑ σελίδα όλη την παράνοια  που ζούμε! Γιατί αν δεν είναι κανείς ορκισμένος, οπαδός ή τσιράκι, όποιος βλέπει και ακούει και με το δεξί και με το αριστερό μάτι και αυτί, δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τις μεγάλες αντιθέσεις που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία. Και δεν εννοώ στους μισθούς και στις συντάξεις αφού τα φαινόμενα που απορρέουν από τα νούμερα με ενδιαφέρουν κι όχι τα ίδια τα νούμερα. Με αυτά ασχολούνται μέσα στα έγκατα του Χίλτον οι Τσακαλώτοι ενώ στα έγκατα των κομματικών γραφείων, αυτοί που προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε παιάνες ή φόβητρα για τους ανυποψίαστους ψηφοφόρους, πρώην ή επόμενους, ανάλογα της περίστασης.

Από τη μια, ακούσαμε λοιπόν για την πομπή αλόγων τύπου πόνι με απώτερο τάχα σκοπό να αναπαρασταθεί  η ζωοφόρος του Παρθενώνα της περίφημης Ντοκουμέντα(ς)… Και πολύ θάθελα να δω την αντίδραση της Παλλάδας Αθηνάς βλέποντας τους Κασσελιώτες να διασχίζουν έφιπποι την Αεροπαγίτου καθ΄οδόν προς Γερμανία. Θάθελα να καταλάβω τι   κρύβεται πίσω από το μπογιάτισμα προβάτων σε γαλανόλευκους χρωματισμούς υπό Αφρικανού κονσεψουαλιστού ή το σκέπασμα της πλατείας Ομονοίας με λινάτσα. Που όταν την πρωτοαντίκρισα φαντάστηκα η αδαής ότι κάποιος είχε τη φαεινή να προσφέρει στους παροικούντες μετανάστες ευκολία και άνεση και για σκιά εκτός από το παροιμιώδες «λιάσιμο» τους.

Θάθελα νάταν εδώ ο σκιτσογράφος, στο πλαινό μου κάθισμα αυτοκινήτου όταν σε μια διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας προς το Τατόϊ, με τον ευσεβή πόθο να πάρουμε λίγο πρωτομαγιάτικο αέρα, μποτιλιαριστήκαμε σε μιαν άλλη πομπή ακινητοποιημένων οχημάτων που είχαν προφανώς τον ίδιο σκοπό. Η βασιλεία μπορεί να καταργήθηκε στη χώρα μας, αλλά τα πρώην βασιλικά «κτήματα» αποτελούν δημοφιλή προορισμό. Αφού διαπίστωσα ότι έχουν ξεφυτρώσει μες το δάσος δεκάδες, μην πω εκατοντάδες «κτήματα» για “events”,  γάμους και βαφτίσεις με βασιλική εσάνς, υποψιάζομαι.  Παρομοίως, ο εμβληματικός Λεωνίδας (ταβέρνα) της περιοχής έχει περιβληθεί, προφανώς εναρμονιζόμενος στο μεγαλουσιάνικο πνεύμα της περιοχής με κίονες, αετώματα και άλλα νεοαποικιακού στυλ αρχιτεκτονικά στοιχεία καθώς και ατελείωτα πάρκιν ολόγυρα για τα οχήματα –ή μήπως και τα (παρ)άλογα των πελατών;-

Από την άλλη, μέσα στα δεκάδες ριάλιτι επίδοξοι «αστέρες» της τιβι, βλέπε ανώνυμοι και σταχυολογημένοι από το κοινό της τηλεόρασης, διαγωνίζονται: ποιος τραγουδάει και ποιος χοροπηδάει καλύτερα, ποιος τηγανίζει και ποιος «στήνει» καλύτερα το πιάτο για να το σερβίρει, ποια άμοιρη κοπελίτσα διαλέγει τα καταλληλότερα ρούχα για τη Χ ή Ψ περίσταση και βεβαίως και ποιος επιβιώνει στον Άγιο Δομίνικο, μεγάλη η χάρη του.

Ο περίφημος τηλεοπτικός Survivor μαζεύει γύρω από την εστία της οθόνης την ελληνική οικογένεια που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τους παίκτες να υποδύονται τους άστεγους, τους άπορους, τους πρωτόγονους. Να εξαργυρώνουν –προφανώς- τις ώρες που έχουν σπαταλήσει σε γυμναστήρια προκειμένου να χτίσουν το κατάλληλο σώμα και τις αντοχές –κάτι που μυρίζει fitnessomania, αλλά δεν θα το κάνω θέμα- που απαιτούνται για να παραστήσεις –και να ανταποκριθείς στο ρόλο του άμοιρου μες το τροπικό νησί.

Αυτή είναι η πλήρης παράνοια της σημερινής κοινωνίας, ημέρα Πρωτομαγιάς, οι αφίσες του ΠΑΜΕ καλούσαν «όλους» να «βγουν στους δρόμους». Και βγήκαν, με τα αυτοκίνητά τους να προϋπαντήσουν το Μάη στις βασιλικές εξοχές –καλά, είδαμε και κάτι μαδημένες διαδηλώσεις στο κέντρο- με αποτέλεσμα το μποτιλιάρισμα και τις ατέλειωτες πομπές  αυτοκινήτων  κατά μήκος ενός οδοστρώματος που έφερε στα πλάγια του συγχρόνως ΚΑΙ πρόβατα αλλά ΚΑΙ τα «κτήματα κουφέτα», την κατάκτηση του νεοέλληνα, μάλλον της νεοελληνίδας και της μαμάς ή της πεθεράς της να την καμαρώσει με δόξα, τιμή και φτώχια να κόβει τούρτες πολυόροφες και να γίνεται «βασίλισσα» τάχα στη ζωή κάποιου ταλαίπωρου γαμπρού.

Άντε, και στα δικά σας, όπου κι αν ανήκετε…

Ανθολογία (Ανακεφαλαιώνοντας)

 

 

«Μονόλογοι συγγραφέων», Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ειρηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης, Επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος, εκδ. Βακχικόν, σελ. 118

 

Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …

Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.

Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.

Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.

Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας – τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.

Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.

Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Αναδημοσιεύεται από το http://fractalart.gr/monologoi-syggrafewn/

(Πρώτη Δημοσίευση, Λογοτεχνικό Αρχείο varelaki)