Eϊτίλα

«Εϊτίλα», όπως και «Πασοκίλα», λέξεις που απουσιάζουν προφανώς από τα λεξικά αλλά σίγουρα σημαίνουν πολλά για τους επίσης πολυάριθμους επισκέπτες της έκθεσης για την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ΄80…

Βρέθηκα ένα μεσημέρι ηλιόλουστο το λοιπόν στο Γκάζι, περίμενα υπομονετικά στην ουρά της εισόδου για το εισιτήριο και κατόπιν για το χάρτινο βραχιολάκι αλλά και σε κάθε ξεχωριστό τμήμα, ουρά πάλι. Κόσμος, νέοι και λιγότερο νέοι που μεγάλωσαν –μεταβατικά και αμετάβατα το ρήμα- εκεί στη δεκαετία του ΄80, επισκέπτονται με αδημονία να δουν, τι αλήθεια; Μα το παρελθόν τους.

Όταν είχα επισκεφτεί το μουσείο DDR με την πλήρη αναπαράσταση της πρώην ανατολικής ζωής –πολιτικής, κοινωνική και πολιτιστικής- στο ενιαίο πια Βερολίνο, είχα εντυπωσιαστεί από την πληρότητα της παρουσίασης. Γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις για την αρχιτεκτονική μιας εποχής αν δεν συνυπολογίσεις τη δημογραφική κατάσταση. Και δεν έχουν νόημα τα αποσπάσματα από τις ειδήσεις αν δεν τα παρακολουθήσεις καθήμενος στο ιδιότυπο σαλονάκι των παρελθουσών δεκαετιών. Κυρίως είναι δύσκολο να εκθέσεις το πρόσφατο παρελθόν με πληρότητα, κυρίως με απόσταση τόσο από εξιδανικεύσεις όσο και δαιμονοποιήσεις.

Πήγα στην έκθεση για τη δεκαετία του ΄80 με την προσδοκία να «νοιώσω» το παρελθόν και όντως ένοιωσα. Η μετά Πασόκ εποχή, θυμήθηκα άλλαξε τον κόσμο του καθένα. Η μεταπολίτευση είχε θεωρηθεί πλέον «κατάσταση», η ελευθερία να μιλάς και να εκφράζεσαι θεωρείτο δεδομένη. Και να τυπώνεις στη συνέχεια, προκηρύξεις, φυλλάδια και έντυπα περιοδικά –πόσα αλήθεια;- σχεδόν με τη συχνότητα και ευκολία που σήμερα οι άνθρωποι πληκτρολογούν και αναρτούν στο διαδίκτυο.

Και μιας και αναφέρθηκα στα πλήκτρα, συνάντησα ανάμεσα στα άλλα και το μαρτυρικό το «τέλεξ», τη συσκευή – πρόδρομο του μέηλ με στοιχεία  από τη γραφομηχανή, τον υπολογιστή και το τηλέφωνο- που διάβαζε μια διάτρητη κορδέλα ή οδηγό εκτύπωσης για να σταλεί όπου της γης αλλά όχι ακριβώς και όποια ώρα. Αφού όταν «ήταν φορτωμένες οι γραμμές» μπορεί να χρειαζόταν καμιά ολόκληρη ώρα πάνω από τον δίσκο για να σταλεί και να φτάσει στον προορισμό του το κείμενο…

Είδα και τον Παπανδρέου βέβαια και το Μητσοτάκη (τους πρεσβύτερους των σημερινών πολιτικών ανδρών), είδα όμως και άπειρα πλέϊμομπιλ, πιο αγέραστα κι από τον ίδιο το Μητσοτάκη…. Αφού τα πλαστικά ανθρωπάκια και τα παραφερνάλιά τους που μεγάλωσαν τη γενιά της δεκαετίας του ΄80 μοιάζουν απαράλλαχτα με τους πλαστικούς «προγόνους» τους. Ένα ολόκληρο στάδιο έχει στηθεί με ένα «κοινό» να παρακολουθεί μια ροκ συναυλία, εύρημα φοβερό για να χωρέσουν όλα  τα τύπου ανθρωπάρια πλεϊμομπιλάκια  με τα χέρια σηκωμένα!

Είδα τη μπλε σχολική ποδιά που (δεν) φόρεσε εκείνη η γενιά όταν ήρθε η ώρα της να μάθει γράμματα και λίγα σχολικά βιβλία, είδα παρκαρισμένο το θρυλικό «πράσινο» λεωφορείο «40 ΣύνταγμαΠειραιάς» και με θυμήθηκα ταλαίπωρη φοιτήτρια Πειραιά και κάτοικος Αθήνας να το περιμένω να ξεπροβάλλει στην πλατεία Δημοτικού Θεάτρου.

Και βέβαια στήθηκα υπομονετικά στην πιο πυκνή ουρά, εκείνη του σπιτιού των έϊτις. Εδώ και το πλήθος αλλά και τα σχόλια  ήταν πιο πληθωρικά ακόμα και από τη θέα της κούτας με τα αμαρτωλά πάμπρες :περνάει ο κόσμος και κουνάει το κεφάλι σαν να σκέφτεται ότι εκείνο το χάρτινο κουτί με την αθώα φάτσα του μωρού κουβαλούσε τα «τούβλα» με τα χρήματα του Κοσκωτά. Από τότε μέχρι τα κάπιταλ κοντρόλς, ένας κόσμος άλλος, ενήλικος, παθών, αμφίβολα μαθών…

Το σπίτι του ΄80 συγκεντρώνει το πιο μεγάλο πλήθος. Οικεία θάλεγα η οικία του καθένα, εκεί που μεγάλωσε, εκεί που είχαν στηθεί οι παιδικές κουκέτες, εκεί μπήκαν στη ζωή μας οι ηλεκτρικές  συσκευές – ο λεμονοστίφτης και το μπλέντερ- μετακομίζοντας από τους επαγγελματικούς χώρους εστίασης στην οικογενειακή εστία. «Δηλαδή, εδώ μέσα είναι το σπίτι της γιαγιάς;» αναρωτιέται εύλογα ο πιτσιρικάς. «Όχι, αλλά έχουν φέρει τα πράματά της εδώ» απαντάει ο πατέρας, «και ήταν και μπλιαξ» συμπληρώνει  η μητέρα κι αναρωτιέμαι αν αποκηρύσσει με αυτή της τη δήλωση το δικό της πατρικό ή το πεθερικό∙ δεν θα το μάθω.

Αλλά μαθαίνω από το συχνά επαναλαμβανόμενο επιφώνημα «το είχαμε αυτό» ότι οι παραβρισκόμενοι «είχαν» τηλέφωνο με δίσκο, σεκρετεράκι στη είσοδο, αφίσες από περιοδικά και ξύλινα ντουλάπια κουζίνας. «Είχαν, δεν έχουν ακόμα», παρατηρεί η φίλη που με συνοδεύει «ενώ εγώ ακόμα τέτοια έχω», επισημαίνοντας ότι παρά την «πρόοδο» κάποιοι επιμένουν αντικαταναλωτικά –εάν δεν επιτάσσει τη λιτότητα απλά η ανάγκη-.

Ωστόσο είναι γεγονός, σκέφτομαι, καθώς περιδιαβαίνω τις αίθουσες με τα σχέδια κτιρίων και έργων υπό κατασκευή τότε, σκέφτομαι ότι γκρεμίσαμε την εποχή εκείνη με ορμή και ξαναχτίσαμε τη ζωή μας και το περιβάλλον μας, γκρεμίσαμε τα ιδανικά. Ή μάλλον γρήγορα, πολύ γρήγορα τα ξεχάσαμε – κάτι σαν και το κλίμα που αποδίδεται αν μη τι άλλο στη στιχουργική της εποχής και της αμέσως επόμενης όπου παρισέφρυσαν η σκόνη και το νέφος, όπως και μπουλντόζες, μπετόν και μέταλλα, υλικά σκληρά, υποτίθεται ανθεκτικά αλλά και αλύγιστα: στο σεισμό του ΄81, στον καύσωνα του ΄87, στην εναλλαγή Πασοκ και Νου Δου στην εξουσία… Ανεπαισθήτως, η δεκαετία των ’80 μας πήρε και μας σήκωσε μαζί με τους γερανούς που άλλαξαν τα πάντα με τα Ευρωπαϊκά λεφτά να τρέχουν (κυριολεκτικά) να ρέουν και να χάνονται στη διαδρομή.

Δεν στέκομαι και δεν σχολιάζω επί πλέον το κοινωνικό/ πολιτικό γιατί εγώ πήγα στην έκθεση για να νοιώσω κι ένοιωσα :την αφόρητη πλήξη που δημιουργούσε η πλημμύρα των καταναλωτικών αγαθών –ένα κοντέϊνερ περιέχει ενδεικτικά παιχνίδια της εποχής, επιτραπέζια και τηλεκατευθυνόμενα, κούκλες μπίμπο και τα υπόλοιπα αλλά και τα πιο ύπουλα από όλα, εκείνα «του περιπτέρου», στίκερς και μικροπραματάκια που εκπαίδευαν τη γενιά του ΄80 στη συστηματική κατανάλωση, no matter πόσο ευτελή, καθημερινή και απαραίτητη.

Οι σημερινοί τριανταπεντάρηδες έως σαραντάρηδες σπρώχνουν καροτσάκια και λένε στα παιδάκια : “This was a prospect of the future, and the future  is now” εξηγεί ένας μπαμπάς στο προφανώς δίγλωσσο παιδί του αφού η παγκοσμιοποίηση και τα Erasmus, παλαιότερα, η κρίση και η μετανάστευση πιο πρόσφατα, έφεραν αυτό το φρούτο της δίγλωσσης οικογένειας. Καταγράφει κανείς αυτές τις ανεπαίσθητες αλλαγές που φέρνει η ζωή; Ίσως όχι και τόσο ανεπαίσθητες… Η αποτύπωση των αλλαγών φαίνεται και προφανώς τιμάται από τη «μικρή ιστορία», τη μαγική και σαγηνευτική στη νοσταλγία της καθημερινότητά μας, το σπίτι μας, τα σχολικά τετράδια με τις πολυτονικές εκθέσεις, τις κασέτες, τα γοούκμαν και τους δίσκους βινυλίου, τα βιβλία, ακόμα τις κουζίνες και τα είδη υγιεινής που «είχαμε»∙σε αντίθεση με τα φύλλα των εφήμερων από τη φύση τους εφημερίδων και ειδήσεων, από την επίσημη ιστορία και τις κενές νοήματος –έκτοτε- μεγαλεπίβολες, ψευδείς ανακοινώσεις των κομμάτων.

Θα έλεγα ότι μου θυμίζει ναό και προσκύνημα ο τρόπος που οι νέοι ιδίως έφεραν ως εδώ τα μικρότερα παιδιά τους να υποβάλλουν ένα σεβάσμιο χαίρε στο ίδιο τους το παρελθόν. Μπορεί με νοσταλγία για το στερεότυπο που μερικοί το λένε «αθωότητα» αν και εποχή της λαμογιάς και πασοκίλας, άλλοι γιατί το ευρωμπάσκετ τους συγκίνησε κι άλλοι γιατί ο Κηλαηδόνης δεν είναι πουθενά.

Η άνοιξη πάντως στη Τεχνόπολη το κατάφερε, εκείνο το Κυριακάτικο πρωί,  με τον ανεπανάληπτο της τρόπο να τους τραβήξει όλους από το μανίκι, να τους προτείνει μία μπύρα, λίγες νότες στον αέρα που φυσούσε και μια καινούργια εποχή. Για σκέψου κάποτε σε μιαν άλλη κάψουλα μια ακόμα πιο μελλοντική γενιά να αποτυπώσει σε έκθεση και σε μουσείο, αυτό που ζούμε τώρα, και –κυρίως- ποιος να ξέρει με τί μέσα τεχνικά…

 

 

Advertisements

Leave a comment

No comments yet.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s