Η αποκάλυψη της Μαρίας Ελπίδας

Αη Γιώργης

 

 

Η Μαρία Ελπίδα (Μαριέλα) Κωνταντινίδου υπηρετεί τις εικαστικές τέχνες από παιδί. Ή μπορεί και να την υπηρέτησαν κι εκείνες, αφού βρέθηκε στη κατάσταση ανάγκης που βρίσκεται ο αληθινός καλλιτέχνης να εκφραστεί με το μολύβι, το χρώμα και να συλλάβει την αναπαράσταση μιας πραγματικότητας που χρειαζόταν να αντιληφθεί, να αποτυπώσει.

Η ζωγράφος αυτή «δεν είναι μια ζωγράφος», μόνο… αλλά δεν είναι και υπερρεαλίστρια στις απεικονίσεις της! Καθώς ταξιδεύει συλλέγει εντυπώσεις, κοιτώντας πάντα την πλευρά εκείνη των πραγμάτων που δεν πληγώνουν, που επουλώνουν, αποκαλύπτουν και γαληνεύουν την ψυχή. Από το πέταγμα των γλάρων ως κάτω από τον βυθό, μέτρησε πολλές φορές την απόσταση, από την καμπίνα του αεροπλάνου που την ταξίδευε σε άλλα ημισφαίρια είδε τον ήλιο να συναντάει το φεγγάρι, είδε την έρημο και τα άγρια ζώα της Αφρικής, ρίζωσε για λίγο στο Παρίσι κι έριξε άγκυρα εν τέλει, για τα καλοκαίρια της τουλάχιστον στη Νάξο, στις Κυκλάδες…

Κι εκεί που είχε διαγράψει κύκλους, από τη γραφιστική στην εικονογράφηση των τρυφερών παιδικών αναγνωσμάτων, και αφού καθοδηγεί ακόμα όποιον και όποιαν θέλουν να την ακολουθήσουν στους δρόμους της τέχνης της διδάσκοντάς την, έξαφνα της προέκυψε ένα ταξίδι, άλλο, εσωτερικό, η αγιογραφία.

Κάθησε πάλι σε θρανίο, μα ετούτη τη φορά, εκπαιδεύτηκε, παιδεύτηκε, έγινε ξανά παιδί που αναζητάει το φως, το χρώμα, τη μορφή και την ουσία των εικόνων. Και τις ξανάπλασε, μαζί με τα μεγάλα εφόδια της απλής αναπαράστασης, στα μέτρα τα δικά της, τα ανθρώπινα και όλως διόλου ταπεινά.

Και η ζωγράφος, βρήκε ξαφνικά το «πρόσωπό της». Με την έννοια ότι οι μορφές που απεικονίζει, με πρόσχημα τη λειτουργική τους διάσταση, τη λατρευτική, της έδωσαν την αφορμή, το εργαλείο και την οπτική για να αποκαλύψει ένα βαθύ, αλύτρωτο και μαζί σεπτό σχήμα. Όλη η προηγούμενη άσκηση, μοιάζει σαν να την οδήγησε εκεί ακριβώς που ήταν προορισμένη. Και που ενδεχομένως να είχε για κάποιο λόγο «παραγραφεί» -το πρόσωπο- σε όλο το προηγούμενο της έργο.

Κοιτώντας τα αγιογραφική πορτρέτα τής Μ.Κ., ο θεατής, ακόμα κι αν δεν τα προσεγγίσει από τη θρησκευτική/λατρευτική τους πλευρά, θα ταξιδέψει στον Φώτη Κόντογλου, στον υπέροχο λαϊκό Θεόφιλο , στα δάνεια του Μποστ από την Βυζαντινή παράδοση και την ενσωμάτωση της γραφής στα εικαστικά έργα που είχαν υιοθετήσει και οι πρωτοπόροι εικαστικοί του μεσοπολέμου.

Κι εκτός από τους συσχετισμούς του νου, δεν είναι δυνατόν να μην συγκινηθεί κανείς απέναντι στο ύφος, την έκφραση, την οδύνη αλλά και την γαλήνη που αποπνέουν τα πρόσωπα αυτά, που η θρησκεία τους αποδίδει θεϊκή υπόσταση αλλά η τέχνη δίνει εν τέλει την πνοή. Έμψυχα έργα που αποπνέουν «πρόσωπο», βλέμματα, χειρονομίες που ανασαίνουν μέσα στη σιωπή του ξύλου που έχει σκεπαστεί με λάδι και υπομονή, δουλειά και μια εσώτερη μελέτη του ανθρώπου.

Αν είσαι θρήσκος θα εναποθέσεις πάνω τους τη προσευχή σου, όπως θα έκανες σε οποιαδήποτε εικόνα, αλλά αν είσαι φιλότεχνος, θα διαβλέψεις στον Αη Νικόλα την αγωνία για τη θαλασσοταραχή, θα δεις του Αη Γιώργη τη νεανική ορμή και της Μητέρας του Θεού την πανανθρώπινη φροντίδα. Πρόσφατα μοιράζεται και αυτή την τέχνη της, παραδίδοντας μαθήματα αγιογραφίας.

Δημοσιεύεται στο Fractal

Advertisements

Leave a comment

No comments yet.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s