Μια βραδιά και “εμ καταραμένα”

Βρέθηκα πολλές φορές σε παρουσιάσεις τα τελευταία χρόνια. Σχετικά με τη λογοτεχνία, στη συντριπτική πλειοψηφία τους. Σε μία απ΄αυτές , όπου οι τρεις υπό συζήτηση συγγραφείς ήταν απόντες –από το ζωή- συντόνιζε μια έμπειρη δημοσιογράφος. Οι εισηγήσεις έγιναν από κάποιους που είχαν άμεσα ή έμμεσα έρθει σε επαφή με τους συγγραφείς και με το έργο, εμπλουτισμένη με αναγνώσεις και βίντεο προβολές σχετικές,

Έγιναν οι συσχετισμοί μεταξύ των συγγραφέων με βάση ένα κοινό θέμα, αφού παρουσιάστηκαν με τρόπο εναργή, σαφή και βεβαίως υποκειμενικό –γιατί πώς αλλιώς μπορείς να μιλήσεις για λογοτεχνία;- οι πληροφορίες. Οι αναγνώσεις και οι προβολές φώτισαν παραπάνω και η δημοσιογράφος συντόνιζε την κουβέντα. Ο λόγος περνούσε ομαλά από τον έναν στον άλλον, φυσικά. Αν δεν με απατάει η μνήμη μου κανείς από τους ομιλητές δεν διάβασε χαρτιά αφού είχαν καλή γνώση του θέματος. Ο λόγος τους μου θύμισε καλούς δασκάλους, από κείνους που σου παρουσιάζουν αυτό που ίσως ήδη ξέρεις, πιο εμπεριστατωμένα, αποφεύγοντας τα σχήματα λόγου, τους τεχνικούς όρους και τους νεολογισμούς. Και το κλίμα –μου θύμιζε- την ευτυχή συγκυρία που κάποιος σε καφενείο, σου διηγείται πράγματα που έζησε ή διάβασε, χαλαρά.

Υπήρξε όμως και χρόνος για ευρύτερη κουβέντα, αλλά αφού κανείς δεν έβαλε μια ερώτηση κλειστή (απ΄ αυτές που δεν έχουν απάντηση εκτός από κείνην που προσδοκά να ακούσει ο ερωτών) και μάλιστα με πόζα, κανείς δεν προσπάθησε να προβάλει ένα «παράπονο» ή μια οργισμένη αντίδραση. Με εξαίρεση κάποιον που ήταν φανερό ότι «είδε φως και μπήκε» στην αίθουσα. Η (μη)ερώτηση που υπέβαλε δεν σήκωνε και πολλή κουβέντα, ή για να το θέσω αλλιώς, ο άνθρωπος μας είπε τον πόνο του. Κι αν οι παρουσιαζόμενοι συγγραφείς δεν ήταν οι Α, Β και Γ, αλλά οι Χ, Ψ και Ω, πάλι την ίδια ερώτηση να έβαζε.

Για τους «απόντες» συγγραφείς, που μάλιστα τυχαίνει να είναι κι από κείνους που ο βίος τους προκάλεσε πολλά ερωτηματικά, μου έκανε θετική εντύπωση ότι κανείς δεν στάθηκε σ΄ αυτές τις φήμες αφού το έργο που άφησαν πίσω τους είχε –έχει- πιο πολύ ενδιαφέρον. Ο χρόνος που παρήλθε είχε κάνει κάνει καλή δουλειά. Είχε βάλει ανάμεσα σ΄αυτούς και στους άλλους, τους παρόντες, απόσταση, σωστό ζύγισμα των έργων τους και τις ανάλογες επιδράσεις στη ζωή των αναγνωστών. Κι όταν ένας συγγραφέας σου αλλάζει τη ζωή και τη ροή της, αυτό σημαίνει κάτι. Ειπώθηκε κι αυτό το βιωματικό από έναν ομιλητή, ότι η ανάγνωση είχε αλλάξει τη ζωή του.

Θα δώσω λοιπόν, μερικές εξηγήσεις για την επιτυχία αυτής της βραδιάς που κι εμένα κάτι μου άλλαξε, αφού την επόμενη κιόλας ανακάλυψα καινούργιους αναγνωστικούς ορίζοντες, συζήτησα σχετικά και προσέγγισα ανθρώπους εν ζωή με βάση το θέμα που άκουσα.

Απόντων των συγγραφέων, και χωρίς την παράπλευρη προσδοκία να πωληθούν καφέδες, ποτά και βιβλία, η παρουσίαση δεν είχε σκοπό διαφημιστικό αλλά πληροφοριακό, εκτός της ανταλλαγής και του διαλόγου. Παρόλα αυτά, η καλή πλευρά του «καφενείου» υπήρξε…

Οι ομιλητές ήταν όλοι σε κάτι επαγγελματίες, με κάποια αυτοπεποίθηση ήδη στο τσεπάκι για το έργο τους, εξ ου και η διάθεσή τους να πληροφορήσουν τους άλλους, τόσο τους ισότιμούς τους μέσα στο κοινό, αλλά και τους πιο αδαείς για τη γνώση και την αισθητική εμπειρία από τους ανθρώπους και τα έργα τους.

Η δημοσιογράφος, που έχει την κατακτημένη εμπειρία της οικονομίας του χρόνου αλλά των ζωντανών παρουσιάσεων, ήξερε πώς να διαχειριστεί και τις κακοτοπιές που προέκυψαν και να περιορίσει την όλη κουβέντα και την εναλλαγή εικόνων και λόγου. Απόδειξη του γεγονότος αυτού ήταν ότι ανέτρεψε τη σειρά αρκετές φορές με μαεστρία και μετά από συνεννόηση με τους υπόλοιπους παρισταμένους, όπως : «Να σας το δείξω τώρα, ή μετά;»

Και το κοινό, είχε προσέλθει μάλλον για να μάθει κάτι καινούργιο, κάτι να προσθέσει στο παζλ μιας κάποιας ανάγνωσης από τους τρεις συγγραφείς. Και παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκαν διακριτικά τα παράλληλα έργα κάποιων από το κοινό που σχετίζονταν με το κεντρικό θέμα, κανείς απ΄ αυτούς δεν πήρε το λόγο για να διατυπώσει μία θέση, ψιλοάσχετη, γενική, αόριστη και μπερδεμένη απλά και μόνο γιατί άδραξε τη σπάνια ευκαιρία να βρεθεί ενώπιον κοινού.

Και αν αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο αναφέρω όλα αυτά τα προτερήματα μιας βραδιάς, θα παραθέσω ένα βιντεάκι, που με έκανε να γελάσω πάρα πολύ όταν το είδα, αλλά και να μελαγχολήσω εκάστοτε που βρισκόμουν σε μιαν άλλη βραδιά, στον αντίποδα αυτής που περιέγραψα.

το βίντεο

Ξέρω καλά ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί, το «επιχείρημα» όποιος δεν καταλαβαίνει να πάει στο γήπεδο ή στο κομμωτήριο να βρει το επίπεδό του. Σ΄αυτούς θα θυμίσω το «μαύρα κοράκια, άσπρα κοράκια», και την απέχθεια ενός μεγάλου μέρους του κοινού που κανείς (ούτε οι συγγραφείς ούτε οι εκδότες) δεν το θέλει ολιγάριθμο.

Οι εποχές της «καθαρεύουσας» κι αν παρήλθαν, ξέρουμε όλοι πια, και με τρόπο επώδυνο ότι αυτοί που «απέχουν με απέχθεια» από τη λογοτεχνία, δεν είναι απλά οι «πολλοί» και δε βαριέσαι, μπορούμε και χωρίς. Μάθαμε ότι έξω από γυάλινο κλουβί, δεν υπάρχουν μόνο οι αδιάφοροι, οι μη αναγνώστες και οι «πτωχοί τω πνεύματι» έναντι των διαβασμένων.

Αλλά ότι οι πτωχοί τω πνεύματι είναι οιονεί άγρια θηρία.

Advertisements

Leave a comment

No comments yet.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s