ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ

Ήταν μια φορά μια «θείτσα» μια μεσόκοπη και παχουλή κυρά, σύζυγος μεσοαστού δασκάλου που κατάφερε με ό,τι έκανε να γίνει «κάτι». Στη διαδρομή γι΄ αυτό το «κάτι» που έκανε όλους τους συγγενείς της να δανείζονται απ΄ αυτήν σε σημείο να τους παρακαλάει να επωφεληθούν από το πάντα γεμάτο πορτοφόλι της, αφού ύστερα τους τάπαιρνε πίσω με το παραπάνω, η ζωή της,μάλλον η εμφάνισή της δεν άλλαξε παρά ελάχιστα.

Ποτέ δεν ξαμολήθηκε στα μαγαζιά να καλουπωθεί κομματάκι. Μα γάμοι, μα κηδείες, φόραγε το ίδιο σακάκι παντελόνι, ίσια παπούτσια και μια μπλούζα μονόχρωμη από μέσα. Όταν τις έλιωναν τα παλιά , τα ξαναγόραζε ίδια, σε σημείο να φαίνονται πως είναι τα παλιά. Μπορεί να την βόλευαν, μπορεί να μην είχε χρόνο ή διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο, δεν μάθαμε ποτέ.

Αντίθετα, οι κυράδες που έπαιρναν τα δανεικά, μόλις τάπιαναν στα χέρια τους, για πάρτη τους ή για τις μπίζνες του συζύγου, άστραφταν. Τι σινιέ συνολάκια, τι γόβες στιλέτο, και τι τραβήγματα στη μούρη, κι άλλα στενέματα στα ξεχειλωμένα τους και τι κοσμήματα που δήλωναν ότι και ήταν και φαίνονταν. Εύπορες, ενήμερες για τη μόδα και τις συνήθειες των ευπόρων. Γυναίκες αυτοκρατόρων, μπορεί κι οι ίδιες αυτοκράτειρες. Κανείς δεν απαιτούσε απ΄ αυτές τιμιότητα πόσω μάλλον επάρκεια στο πορτοφόλι για τα λούσα τους.

Οι χωρικοί, οι συγγενείς κι οι ψηφοφόροι καμάρωναν που συζούσαν στην ίδια περιοχή, ότι είχανε το ίδιο αίμα και ότι παράδιναν την τύχη τους σε καλοντυμένες κυρίες. Κυρίες ενός κυρίου που είχε χρήμα ή ακόμα καλύτερα κυρίες που είχαν χρήμα από μόνες τους. Δανεικό, αλλά αυτό δεν ήταν θέμα.

Το θέμα ήταν ότι οι κυρίες αυτές ήταν καλοντυμένες, περιποιημένες, περασμένες από την καλίμπρα του μασέρ, του ίματζ μέϊκερ, του ράφτη, του κομμωτή, του τσαγκάρη με Γαλλικό ονοματεπώνυμο, του μπωτέ και βανιτέ.

Όταν η αρχική, μεσόκοπη, κακοντυμένη θείτσα τους πήρε πίσω τα λούσα ως μη βιώσιμα και τους πήρε και τα σώβρακα των συζύγων και τις κιλότες και τις σερβιέτες τους ακόμα και δεν είχαν πια άλλα όπλα που να αποδεικνύουν ότι παρ΄όλα αυτά ήταν ανώτερές της, τάβαλαν μεταξύ άλλων με τα ρούχα της.

Μόνο που η θείτσα, αν και μεσόκοπη και όχι τραβηγμένη, αν και παχουλή και κακοντυμένη, είχε κάνει και πάλι τα κουμάντα της. Με τόκους, φόρους και περιουσία από κατασχέσεις που μάζευε από ξεβράκωτους δανειστές, θα άνοιγε μια βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Και πάλι με χρόνια με καιρούς θα τους τα πούλαγε ξανά κι αυτές θα τα ξανααγόραζαν με δανεικά που τους θα τους έδινε στο μέλλον.

Προς τα παρόν πάντως, ξέδιναν με το να την αποκαλούν κακοντυμένη, την αποκαλούσαν κακοντυμένη, οι γυμνοί –κι οι γυμνές-. (Προσέχοντας τις διατυπώσεις τους γιατί ήταν βέβαια φεμιμινίστριες).

Advertisements

1 Comment

  1. Καλό…..


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s