“έχουμε ανάγκη το ξεφάντωμα”

Με υπότιτλο : Τους κατακτήσαμε τους ξένους, πολιτιστικά, που είμαστε κι ανώτεροι

Διαβάζω και ακούω. Και δεν νιώθω.
Πώς είναι δυνατόν να θέλεις ντε και καλά να ξεφαντώνεις την ώρα που –υποτίθεται- πενθείς τους αυτόχειρες αυτής της κοινωνίας;
Πώς είναι δυνατόν να μην θλίβεσαι για τους ανθρώπους που «θέλουν να τα κάψουν όλα»;

Δεν θλίβεσαι που η κανονική τους θέση θάταν η δημιουργικότητα, η φαντασία, η καινοτομία;
Πώς είναι δυνατόν να αναπολείς την εποχή που η Απόκρια –και όποια άλλη αφορμή- ήταν το απόλυτο κιτσαριό, κάτι μεγάφωνα που εξέπεμπαν από σάμπα μέχρι δημοτικά, τουρλού-τουρλού;
Που το πλαστικό ρόπαλο ήταν έκφραση του χιούμορ;
Τη λατρεύω, την λάτρευα, την Απόκρια όταν μου έδινε την ευκαιρία να φορέσω κουρέλια και μάσκα και να γελάσω για να μην κλαίω. Την λάτρεψα όταν φόραγα ξένα ρούχα για να περιγελάσω αυτό που δεν μπορούσα να αντιπαλέψω, τους «μεγάλους», τους σοβαροφανείς, τους τάχα. Έμπαινα για λίγο στο κοστούμι τους και όταν ξαναφόραγα την καθημερινότητά μου ήμουνα μία σταλιά πιο πολύ ο εαυτός μου. Ήξερα κάτι από την συμπεριφορά τους, από «μέσα τους», δοκίμαζα κι επέλεγα.

Κι επειδή έχω επιλέξει πια δεν μου χρειάζεται να «ξεφαντώνω» με μασκαριλίκια τέτοια.
Είτε έγινα είτε δεν απόγινα κάτι από αυτό που κορόϊδευα και απευχόμουν και αντιπάλευα –διίστανται οι απόψεις γι΄ αυτή μου τη θέση πια αφού γινήκαμε ούλοι ένα, οι ξένοι, οι χτεσινοί «κακοί», οι κουτόφραγκοι, δεν έχω ιδέα πια ποια είμαι και με ποιον-.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έχω ανάγκη την Απόκρια, ούτε το ξεφάντωμα, ούτε τη μέθη  του Διόνυσου για να φοράω κάθε μέρα ό,τι ρούχα θέλω. Αφού δεν παίζω ρόλο (και δεν με λαμβάνουνε υπόψη). Ψύχραιμα ζω, κι αυτό είναι ξεφάντωμα. Και μόνο χωρίς τέτοιο πάθος μπορώ να μην φοβάμαι. Σαν ξένη στο ανεγκέφαλο ξεφάντωμα, πάντα.

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια,
όλα τα χρήματά μου τάφαγε·
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νεός και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις.)
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτηβλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα οφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους —
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλοθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1930)

Advertisements

Leave a comment

No comments yet.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s