Γιώργου Σεφέρη, ΕΞΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

“Και πόσο κράτησε αυτό; Ρώτησε η Μπίλιω.

–        Δε γιατρεύεται κανείς εύκολα από αυτή την αρρώστια. Δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει. Στην Ελλάδα, έφτασα ως την άκρη. Η μοναξιά γίνεται συχνά συγκατάβαση, όπως το φεγγαρόφωτο. Αισθάνεσαι να σε βασανίζει μια ακατασίγαστη δίψα να ομολογήσεις και δεν υπάρχει τίποτα να ομολογήσεις. Παλεύεις ή νομίζεις πως παλεύεις γιατί δεν έχεις πια δύναμη.

Ο Στρατής έσκυψε και μάζεψε ένα χαλίκι. Το ΄ παίξε στην παλάμη του σα να δοκίμαζε το βάρος του.

–        Ρωτούσες πόσο κράτησε αυτό; Νομίζω, περίπου, ως την εποχή που συναντηθήκαμε σ΄εκείνο το μπούσι της Κηφισιάς. Θυμάσαι, τότε που μας μούντζωσε εκείνος ο προκομένος. Τότε άρχισα να ξεφεύγω απ΄ αυτό το μαρτύριο, σιγά-σιγά, επίμονα∙ σερνόμουν. Προσπαθούσα να κρατηθώ από ένα αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου, ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, όσο μηδαμινό κι αν ήταν. ‘Επρεπε να αποκοπώ από το φοβερό μέσα ,σαν τα μωρά.

–        Γι΄αυτό σε φοβόμουν τότε, ψιθύρισε η Μπίλιω.

–        Ξέρεις γιατί σ΄ αγαπώ; Της είπε ακόμη. Γιατί με βοήθησες να πιστέψω στον άλλον άνθρωπο. Προχτές, όταν σμίξαμε στον Καμένο Βράχο και ήταν τόσο δυνατό αυτό που μου έδωσες, μια στιγμή δεν ήμουν τίποτε, απολύτως κανείς, κι έπειτα ξεχωριστός σαν αυτό το χαλίκι. Κοντά σου έμαθα αυτό το ρυθμό: να χάνεται κανείς για να υπάρξει.”

ΕΞΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΕΡΜΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1989, Ε΄ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ

Advertisements

Leave a comment

No comments yet.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s