Τί θα πούμε στα παιδιά για την οικονομική κρίση;

 

Αναρωτιέται ένα διαφημιστικό σποτ στο ραδιόφωνο, δεν συγκράτησα τι διαφημίζει…

Να, ένα καλό ερώτημα, όμως.

Λοιπόν, λέω, να πούμε στα παιδιά, στους εξωγήινους, στους εν γένει άγραφους χάρτες.

Πως ήταν μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λαός που δεν ήθελε τίποτα, μα τίποτα να αλλάξει.

Πού για τρεις γενιές, αν και είχε καταργηθεί η βασιλεία, ψήφιζε ανθρώπους από δυο-τρεις φαμίλιες.

Που κάθε πρωΐ λέγανε «κατά το μεσημεράκι», κάθε Πέμπτη «από Δευτέρα», κάθε Μάϊο με Ιούνιο «από Σεπτέμβρη», κάθε βράδυ «πού θα πάμε απόψε;», κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, αλλά και έναν μήνα πιο πριν, «πότε φεύγετε εσείς;».

Και το «εσείς» υπονοούσε πάντα μια καλά συγκροτημένη μικρή ομάδα, κλειστή και προφυλαγμένη που φρόντιζε τα μέλη της κι αδιαφορούσε για τους επαίτες που συναντούσε στον δρόμο της επιστροφής σε τόπους που γιορτάζανε μαζί με άλλες μικρές ομάδες τις γιορτές της αγάπης, και αφού τρώγανε καλά-καλά, μετά επιδίδονταν στο προσφιλές έθιμο να κουτσομπολεύουν άλλες μικρές ομαδούλες που τις έλεγαν «γείτονες». Και να χαίρονται πάνω στο ρέψιμο που η δική τους ομαδούλα είναι καλύτερη.

Ήταν κάποτε ένας λαός που δεν ήθελε τίποτα, μα τίποτα να αλλάξει, εκτός από το κινητό του, το αυτοκίνητό του, τη μάρκα από τα παπούτσια του, κι ας μην περπατούσε.

Ήραν κάποτε ένας λαός που πέταγε σκουπίδια από τα παράθυρα και μετά έκανε «τς,τς,τς, τι σκατά κάνει ο δήμαρχος;»

Ήταν κάποτε ένας λαός που πίστευε ότι είχε την ευλογία όλων των Θεών του κόσμου, και όχι  μόνο των δικών του.

Ήταν κάποτε ένας λαός που είχε ξεχάσει τη γλώσσα του και έβλεπε πολύ τηλεόραση,  κάτι ανθρώπους που ξεφώνιζαν ο ένας τον άλλον καθώς έδειχναν τα μεταξωτά βρακιά τους. Αλλά και χωρίς βρακιά, κι όποιος τον είχε πιο επιδέξιο γινόταν και διάσημος και πλούσιος μέσα σε ένα μεσημέρι. Και μετά έβγαιναν στο γυαλί κάτι άλλοι, που μάλλον τα ξέρανε όλα και οι θεατές και τηλεθεατές τους παίρνανε στο τηλέφωνο και τους ρωτούσαν «τι κάνει Ο κράτος για όλα αυτά;»

Ήταν κάποτε ένας λαός που μπήκε σε μια ένωση με άλλους λαούς, αλλά αφού πίστευε ότι ήταν πολύ-πολύ καλύτερος/εξυπνότερος/γοητευτικότερος –και γαμιάς, κυρίως- πράγμα που αποδεικνυόταν κάθε τόσο με αγώνες τραγουδιού και ποδοσφαίρου, δεν χρειαζόταν να ξέρει τίποτα για αυτή την ένωση. Αλλωστε, είπαμε, κι αυτό ήταν μια μεγάλη αλλαγή, και ο λαός αυτός δεν ήθελε ποτέ τίποτα, μα τίποτα να αλλάξει.

Η ένωση τους έδωσε πολλά λεφτά και ευκαιρίες να αλλάξουν αλλά αυτοί, είπαμε, δεν ήθελαν.

Και έτσι ζήσανε αυτοί καλά, κι εσείς παιδιά, χειρότερα.

Advertisements

6 Comments

  1. ‘Ισως μπορούμε να προσθέσουμε: ” Ένας από τους χειρότερους λαούς του κόσμου, που έχει όμως την αλαζωνεία να πιστεύει (και αυτός) ότι είναι …περιούσιος. ‘Ενα λάθος της φύσης είναι αλλά που δεν το έχει καταλάβει”.

  2. Μπορείτε να πρσοθέσετε ό,τι θέλετε χωρίς να προσυπογράφω τη δήλωσή σας, έτσι;

    Κατ αρχήν η φύση δεν κάνει λάθη, η κοινωνία, ναι. Αλλά κι αν κάνει της τα συγχωρούμε γιατί δεν της αναγνωρίζουμε προθέσεις, μόνο αναγκαιότητες.

    Με το (και αυτός) υπονοείς κάτι; αν σωστά φαντάζομαι, δεν συμφωνώ, αν και συνήθως η ιδέα του μεγαλείου πάει χέρι-χέρι με τη μανία καταδίωξης.

    Όπως και νάχει όμως, όταν ένα “μουνί”σαν και του λόγου σου, αποκαλεί κάποιον “από τιους χειρότερους”, κάτι ξέρει αδιαμφισβήτητο!!!

    Επίτρεψέ μου, όμως να σου πω ότι οι γενικεύσεις αυτού του τύπου σύνηθως οδηγουν και στον αντίποδα. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, εσύ δεν έλεγες κάποτε ότι δεν διανοείσαι να κάνεις διακοπές σε άλλη χώρα; κι εδώ που τα λέμε κι εγώ που τόσα μας έχω σούρει τώρα δα που ακούω ένα γκάρισμα γαϊδάρου ανάμεσα από καλαμιώνες, λέω μέσα μου ότι πουθενά στον κόσμο αυτό δεν θα έβρισκα την ίδια εμπειρία. Θέλω να πω ότι αν πέσουμε στην υπερβολή να κατηγορούμε, και όχι να κρίνουμε με διάθεση βελτίωσης, το ίδιο μας το είναι, το σπίτι, κλπ, θάρθει η ώρα που θα το αποθεώσουμε για να το αντέξουμε. -κάτι σαν τους χρόνια(μόνιμα) παντρεμένους που ξυλοφορτώνονται αλλά δεν αποφασίζουν να χωρίσουν και στο φινάλε φτιάχονται μόνο με ξύλο-

    Με άλλα λόγια, αν πω ότι ζω ανάμεσα στους χειρότερους του κόσμου και εξακολουθώ να μένω μεταξύ τους, είμαι τρις χειρότερη από τους χειρότερους. Ή με κρατάει μεταξύ τους μια νοσηρή συνήθεια, ένα “τί να κάνουμε;” ένα “κάτσε εδώ πούσαι καλά, μην κάνεις όνειρα τρελά” κλπ.

    καλημέρες, πολλές

  3. Με πιο ψύχραιμη σκέψη, δεν είναι πρέπον να βάζουμε ταμπέλες σε λαούς. Δεν είναι όλα τα άτομα, αλλά σήμερα αυτήν την εικόνα δίνουμε στον κόσμο αλλά και στους εαυτούς μας. Το γιατί το είπες μόνη σου στην ανάρτηση και συμφωνώ απόλυτα. Με καημό εκφράζω αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις. Την πονάω αυτή τη χ’ώρα. Την αγαπάω και θα ήθελα να τη δω να ανεβαίνει πολιτιστικά, οικονομικά και, κυρίως, ηθικά. Δυστυχώς έχουμε πέσει πολύ χαμηλά, σε όλους τους τομείς και δεν μπορώ να δω φως στο βάθος του τούνελ. Και βέβαια δεν διαννούμαι να κάνω διακοπές σε άλλη χώρα. Νοιώθω κομμάτι της, κι ας μην μεγάλωσα σε περιβάλλον αγροτικό ή επαρχιακό. Νοιώθω πως όλα αυτά τα θετικά, για μας, στοιχεία και αξίες που την αποτελούν είναι κομμάτια μας. Και παρά τις καθημερινές δόσεις απογοήτευσης που παίρνω, νοιώθω βαθειά μέρος αυτού το τόπου. Στα νειάτα μου πέρασα μιά κρίση ξενομανίας, περιφροώντας κάθε τι το Ελληνικό. Ήταν αρκετός ένας χρόνος ζωής σε ξένη χώρα για να ανατρέψει την νεανική μου ξενομανία…
    Μπερδεμένα πράγματα!

  4. Καλημέρα και καλό μήνα!
    Όπως έχω γράψει και άλλοτε για τα Χριστούγεννα, και ο μήνας αυτός, ο τρέχων, της απόλαυσης των καρπών των κόπων-εάν υπήρξαν ποτέ κόποι- ταιριάζει με κοινή χαρά και μοίρασμα. Γι΄ αυτή την αίσθηση -έλλειψης κοινοτικού πνεύματος- κατηγορώ τους Ελληνάρας. Το “μακρυά από τον κώλο μας” που μας κάνει να έχουμε από τα καλύτερα σπίτια κι από τους χειρότερους δρόμους (και δημόσιους χώρους υγιεινής, συμπληρώνω τώρα).
    Αλλά φίλε Ηλιότυπον, όχι μόνο από αγάπη γι΄αυτό τον τόπο, αλλά κι από την ύπαρξη αυτής της γλώσσας που τώρα δα μιλάμε κι εσύ κι εγώ κι οι άλλοι Έλληνες, απ΄αυτή τη γλώσσα που συχνά εκφέρει ψέμματα αναίσχυντα, υπεκφυγές, αρλούμπες ξυλινες…
    Θέλω να μην θέλω πια να φυγω απ΄ αυτή τη χώρα, θέλω να πω ξανά τα λόγια που με ζύμωσαν μαζί τον τόπο αυτό που το άγγιγμα του με κανένα άλλο δεν μπορεί να συγκριθεί, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ που η χώρα αυτή τεμπελιάζει αναμασώντας παλιές δόξες.
    Θέλω ένα σήμερα, Ελληνικό, πιο σημερινό από το χτες, πιο αληθινό, ρεαλιστικό και όχι ηττοπαθές κι ακίνητο, απαλλαγμένο από γκρίνια για το “ποιός φτάιει’, “ποιός θα πληρώσει” και ποιός θα φάει και θαεπωφεληθεί από την επόμενη ευκαιρία. Θέλω να δημιουργήσωτην επόμενη ευκαιρία μέσα σε μια κοινότητα αντιλήψεων, όχι μοιρολατρική και όχι στείρα νοσταλγική.
    Γιατί “αγαπώ”, για μένα, είναι μοιράζομαι και τους κόπους και τους κάρπους. Εμπρακτα, χωρις παράπονο, χωρίς τον “καημό” σου που συμμερίζομαι αλλά πιστεύω ότι ήρθε ο καιρός να τελιεώνει ο καημός για ν΄ αρχίσουν τα έργα, ακόμα κι αν ειναι οράματα
    🙂 καλό μήνα!

  5. Ε, τι να κανουμε ετσι ειναι αυτά. ωραία χωρα, με κακη διαχειρηση μπλαμπλαμπλα. δεν πειράζει. το μονο που θα “άλλαζα” στο κειμενο ειναι οτι ολα αυτά θα τα λέμε στα τέκνα μας απο το… τηλέφωνο! 😉

  6. “δεν πειράζει” λέμε στα παιδιά, όσο είναι ανήλικα.(όσο δεν έχουν ευθύνες, και δικαιώματα, πολλά) Είτε είναι τέκνα μας είτε όχι. Όσο καιρό τα προστατεύουμε από την αλήθεια.
    Hannibal daddy!
    (Να το αλλάξω, αλλά δεν κατάλαβα ποιά διαφορά έχει το μέσο)


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s