“ή γράφοντας μέσα σ΄αυτό που οι άλλοι ονομάζουν ερημιά σου” γ.ιωάννου

 

 

Ετσι θα  ΄ναι και τότε…

ΟΣΟ ΠΕΡΝΑ Ο ΚΑΙΡΟΣ τόσο θέλεις να τριγυρνάς και να βλέπεις, και όσο τριγυρνάς τόσο η δίψα σου γίνεται εντονότερη. Οι μυστικές ομορφιές των πραγμάτων, οι μη προσεγμένες από τους άλλους, το νόημα και η γοητεία των φυσικών φαινομένων, πού τόσο σε εκνεύριζαν ίσως κάποτε, οι φυσιογνωμίες, τα λόγια, οι τρόποι των άλλων, πολύ διαφορετικά καταταγμένων για σένα άλλοτε, σου προξενούν κάποια στιγμή μια ανεπαίσθητη έξαψη τρυφερότητας, που έμαθες πια να την πλάθεις, να τη ζυμώνεις με την υπόλοιπη ουσία σου, παρατείνοντας έτσι την επενέργειά της αρκετά περισσότερο.

Είσαι σε πολλά θεατής της ζωής. Προσωρινός θεατής, βέβαια. Αργότερα θα μετάσχεις πάλι. Τώρα σε πνίγουνε οι δουλειές, οι υποχρεώσεις, είπες πολλά «ναι» και πολλά «εντάξει» και πρέπει να αποδειχτείς παλικάρι. Θα κλειδωθείς, θα αμπαρωθείς, θα κόψεις τον ύπνο σου και τους έρωτές σου, δεν ξέρω τί θα κάνεις, αλλά στους ανθρώπους που έδωσες το λόγο σου και στα σχέδια που έδωσες την καρδιά σου πρέπει να βγεις ικανός και όχι κάλπης. Πόσο θα πάει αυτό; ένα, δυο, τρία χρόνια ακόμη; Κάτι τέτοιο ίσως. Μετά θα ξελασκάρεις και θ ΄ αρχίσεις να ξαναζείς. Τώρα όμως μην μπλέκεσαι με τη ζωή, κοίταζέ την μονάχα, παρατήρα την βαθιά και περπάτα την, για να κινείσαι κιόλας λιγάκι, γιατί στην ηλικία σου – και σε κάθε ηλικία εδώ που τα λέμε – η καθιστική ζωή πολύ βλάφτει.

Τρως, ξαπλώνεις λίγο, και μετά σηκώνεσαι και κάθεσαι στο γραφείο σου. Και δεν κάθεσαι τουλάχιστο στητός, καμαρωτός, να κοιτάζεις αφ ΄ υψηλού τα χαρτιά, να διαβάζεις ή να γράφεις, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι, αλλά εσύ εννοείς να σκύβεις απάνω στο χαρτί, να γράφεις καμπουριαστός, με το χέρι βέβαια, όχι με γραφομηχανή – μολύβι φάμπερ και κόλλα αναφοράς ριγωτή για να μη μένει καμιά αμφιβολία ως προς τη στίξη και τα στίγματα – και να σκύβεις, και έτσι όπως διπλώνεται το στομάχι με την κοιλιά και κάνει μια επαφή, εκεί προς τον αφαλό, λίγο παραπάνω ίσως, κι όπως ακουμπά το στέρνο σου πάνω στο χείλος του γραφείου κι έχεις τα πόδια σου μπλεγμένα αποκάτω και δεν ακουμπάνε κανονικά, αλλά το δεξί πατάει με λυγισμένα τα δάχτυλα και τα ΄ αριστερό έρχεται και μπλέκεται αποπίσω ακουμπώντας με τη ράχη των δαχτύλων πάνω στη φτέρνα του δεξιού και φοράς, βέβαια, τις παντόφλες σου, αυτές τις κοινές μα ειδικές για σένανε, που σου ταιριάζουνε, γι ΄ αυτό πας και τις βρίσκεις  στην οδό Αθηνάς, και, ακόμα, σφίγγεσαι εκεί στο μυχό των σκελιών σου νιώθοντας πάντοτε σχεδόν ησυχασμένα τα μέλη σου, ενώ όταν ήσουν, ας πούμε, φοιτητής, διάβαζες συχνά κατεχόμενος από συνεχή στύση, μέχρι που πάθαινες κράμπα στο σχετικό μέλος σου, το οποίο δεν εγνώριζες με τεχνητά μέσα να ανακουφίσεις, τόσο βλάκας ήσουνα, και τόσο θολός από αντικείμενα επιθυμίας ερωτικής, καθώς εκείνα που εμφανίζονταν αυθόρμητα τα κατεδίωκες και τα ΄καμνες να βυθιστούν μες στα σκοτάδια, απόπου όμως δεν έβρισκες να πάρεις και να οδηγήσεις από το χέρι προς το φως εκείνα τα άλλα που σου είχαν πει ότι   πρέπει  και όλοι πια περίμεναν κι έτσι πάθαινες κράμπες κι έφευγες βιαστικά να πας να πέσεις νύχτα ώρα στη θάλασσα να δροσιστείς και να συνέλθεις.

Και σιγά σιγά όλα τ  ΄ανακάλυψες και τα  ‘ανακάλυψες μόνος σου, γιατί ούτε σου λέγανε ούτε ρωτούσες ποτέ. ΄Ησουνα ανεκτός σε όλες τις παρέες αλλά σε καμία απαραίτητος. Σε καμιάς τα μυστικά μέσα, σε καμιάς την απόλυτη εμπιστοσύνη. Μόνο όταν αργότερα κατέθεσες όλη την αλήθεια σου στα πόδια τους, μόνο τότε σου μίλησαν. Κι έτσι ανακάλυψες τους τρόπους της ζωής σχεδόν ολομόναχος, περπατώντας και βλέποντας. Κι αυτά που οι άλλοι τα βρίσκανε έτοιμα  στα πόδια τους, καθοδηγημένοι από τους μεγαλύτερους ή τους πιο προχωρημένους, εσύ έπρεπε να πας να τα κουβαλήσεις από το νταμάρι τους. Να κάνεις μόνος σου, κι αν είναι δυνατό κρυφά απ΄ όλους, που πια σε κυνηγούσανε και σε χλευάζανε, να κάνεις μόνος σου αυτόν το δρόμο, που για όλους τους άλλους ήταν κάτι το φυσικό, σαν εκδρομή την άνοιξη. Γι ΄ αυτό το λόγο πολλά πράγματα τα κάνεις κατά τρόπο ιδιόρρυθμο, δικής σου ευρεσιτεχνίας, και πολύ γελάνε, όταν μπορέσουν να σε δουν. Και το μπορούν τώρα.

Κι έμαθες να μη μιλάς πολύ, ούτε όμως και να στοχάζεσαι πολύ –οδυνηρά κι επίμονα. Αλλά έμαθες να βυθίζεσαι – έτσι το λες αυτό, να βυθίζεσαι – και ούτε ξέρεις αν το κάνουν και άλλοι, πώς το πραγματοποιούν και πότε. Πάντως, οπωσδήποτε κι εδώ κάτι το ιδιόμορφο θα διαπράττεις, μια κανέναν ποτέ σου δεν ρώτησες, ούτε και περιέγραψες τι ακριβώς νοιώθεις και πώς το πετυχαίνεις. Δεν αποκλείεται να είναι κάτι κοινότατο, που όλοι το νοιώθουν – άλλοι λίγο, άλλοι πολύ.

Απ ΄ όσο μπορείς να θυμηθείς, όταν ήσουν μικρός και τα πράγματα δυσκόλευαν –  σε έδερναν, ας πούμε, σε χτυπούσαν μάλλον, όχι τόσο με δύναμη, όσο με σκληρότητα, με κακία άσχημη, με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την απέχθεια γι ΄ αυτό που προέβλεπαν ότι θα γίνεις και που ήταν η μόνη αταξία σου, η μεγάλη σιωπηλή αταξία σου, που δεν κραύγαζε ούτε έτρεχε, ούτε πάλευε, ούτε χτυπούσε, ούτε έπαιζε, αλλά υπήρχε διαρκώς μαζί σου, μεγάλωνε μαζί σου, μα εσύ, βέβαια, δεν την έβλεπες, δεν είχες τότε δυνατές κεραίες για να συλλαμβάνεις, την έβλεπαν όμως οι άλλοι και ποιος ξέρει με τί μέτρα και σταθμά, τί γνωστά τους παραδείγματα τη ζύγιαζαν, κι  έτσι σε χτυπούσαν με λύσσα, σε στουμπίζανε, για πράγματα και αφορμές εντελώς ασήμαντες και ίσως γι ΄  αυτό σε πονούσε τόσο, ενώ αν είχες κάνει κάτι, αν είχες ξοδευτεί και αδειάσει, δεν θα σε πόναγε πολύ η εισαγωγή της άλλης ενέργειας. Εσύ όμως εκτός που πονούσες το έβλεπες σαν αδικία πικρή και το κακό είναι ότι ακόμα έτσι το νοιώθεις και, λοιπόν, όταν δυσκόλευαν τα πράγματα πήγαινες και κλεινόσουν μες την αποθήκη, όχι για να κρυφτείς, δεν τολμούσες αυτό να το κάνεις, γιατί τότε θα είχες παρανομήσει σε κάτι επιπλέον, αλλά να συγκεντρωθείς, να  ‘ρθεις σε επαφή με τη μέσα σου ύλη και νιώσεις πάλι μεστός, ζεστός κι ολόκληρος. Στεκόσουν ακίνητος μέσα στα ξύλα και στα πετροκάρβουνα, στο μισοσκόταδο του χώρου, καθώς ηλεκτρικό, βέβαια δεν υπήρχε και το παράθυρο ήταν μικρό και αραχνιασμένο. Στεκόσουν κρατώντας το πρόσωπό σου με τις παλάμες σου, πιέζοντας κάπως με τα δάχτυλα τους καλυμμένος βολβούς των ματιών και σκεπάζοντας με τις παλάμες τα μάγουλα μέχρι το στόμα. Η μύτη έμενε απέξω, για να αναπνέει λίγο την κατά βάθος ευχάριστη μυρωδιά της μούχλας των ξύλων, να την κρατάει μέσα στα πνευμόνια και την κρατάει πάρα πολύ, σε σημείο να πιστεύεις πια έπαψες να αναπνέεις. Και δεν έχεις ανάγκη από αυτό. Αυτό που άγγιζες με τις αισθήσεις σου από μέσα ήταν ένα πράγμα ευχάριστο, κάτι σαν μαλακό, γλυκά μαλακό, κερί μέσα σου, που ερχόταν και σε γέμιζε, κεφάλι, ώμους, στέρνο, στομάχι και γόνατα. Ευχάριστο και ζεστό, όπως όταν το πλάθουμε και μας ευχαριστεί μαλακωμένο. ΄Υστερα έβγαινες από την αποθήκη και ήσουν πάλι ένα παιδί, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.

Κι αργότερα, όταν πια σαν έφηβο σε πολιορκούσαν μέρα νύχτα με τα  βλέμματα, όχι γι ΄ αυτά που έκαμνες, αλλά γι ΄ αυτά που κόντευες να κάνεις, και που είχες αρχίσει να τα νιώθεις κάπως κι εσύ – να τα νιώθεις μόνο, όχι να τα καταλαβαίνεις, να τα ονοματίζεις ή να τα λες, και σε μαστιγώνανε με τα βλέμματα και τα πικρά λόγια, είτε απευθείας είτε πλάγια είτε με τα μουρμουρίσματά τους, για να τ’ ακούς και να ζαρώνεις, να σιγολιώνεις μέσα σου, να μην ξεθαρρεύεσαι ποτέ σου και ένιωθες κλεισμένος από παντού, χωρίς καμιά διέξοδο και καμιά ελπίδα, ούτε καν αποθήκη υπήρχε πια για να κλειστείς και να συνέρθεις, και σκεπαζόσουν στο κρεβάτι πάνω από το κεφάλι σου, καθώς εκείνες μπαινοβγαίνανε σκουπίζοντας, τινάζοντας, ξεσκονίζοντας με λύσσα, χτυπώντας τις πόρτες αδιάφορα, κι εσύ κρατώντας πάλι την αναπνοή σου κάτω από τις κουβέρτες εκεί στα σκοτεινά και κουνώντας μόνο τα πόδια σου, δηλαδή απ΄ τον αστράγαλο και κάτω, κουνώντας τα ρυθμικά, κατόρθωνες να ΄ρθεις σε επαφή με τον εαυτό σου, με κείνο το ρευστό, το ευχάριστο, που σε ζέσταινε και σε έκαμνε να ξεχάσεις. Και σηκωνόσουν κάποτε αδιάφορος σχεδόν με όλα τα γύρω σου συμβαίνοντα, είχες βρει τη μυστική διέξοδό σου, που επειδή μάλιστα ήταν άδηλη και ασύλληπτη δεν μπορούσαν να σου την κλειδώσουν ούτε και να την κηλιδώσουν.

Αργότερα, όταν οι εξάψεις σου τόλμησαν να προσδιορίσουν το ερωτικό αντικείμενό τους, να το ανακαλύψουν δηλαδή και να το πλάσουν εντός σου με κάθε επιθυμητή λεπτομέρεια, μια και βρέθηκαν έτοιμα τόσα υλικά, πήρες να προσηλώνεσαι σ΄ αυτό και έχασες κάπως ή και πολύ την επαφή σου με τον εαυτό σου. Τώρα μέσα σου βρίσκονταν άλλα είδωλα, πλασμένα ή πραγματικά, που τα αποτύπωνες κατευθείαν απ ΄ το δρόμο και που τα  ‘χες για παρηγοριά σου και μέλλουσα διέξοδο. Και έτσι έγινε πράγματι για χρόνια.

Μερικές φορές είχες την εντύπωση ότι αγγίζεις το εσωτερικό σώμα των άλλων. Και ίσως να ήταν έτσι, μια και διαπίστωνες το ιδιαίτερο δέσιμο ορισμένων προσώπων μαζί σου. Και πιθανόν κι αυτά ν ‘αγγίζανε τη δική σου ζύμη, γιατί κι εσύ ένιωθες μια ιδιαίτερη χαρά που ποτέ άλλοτε δεν την είχες νιώσει. Και ύστερα κάτι συνέβαινε και πάλι κάτι συνέβαινε και έμενες μόνος και έπρεπε για να συνέλθεις να κλείνεις πόρτες, παράθυρα και παραπετάσματα, να μη βλέπεις για μέρες το φως, την αλλαγή και έξω κίνηση, ώσπου να πάρεις εσωτερική επαφή και να αισθανθείς πάλι γεμισμένος.

Ετσι νιώθεις και τώρα. Και δεν θέλεις καθόλου να το χαλάσεις για ένα ξαναπλάσιμο με ύλες άλλες. Τώρα έχεις δουλειές πολλές, πρέπει να κάνεις πολλά και μάλλον άργησες. Η αλήθεια είναι πως αν θελήσεις να πραγματοποιήσεις όλα όσα λες, δεν θα ξαδειάσεις ούτε μια στιγμή για να ξαναβρείς τις ανθρώπινες διόδους που σου κάνουν και τους κάνεις και που βέβαια αποτελούν την καλύτερη ασφαλιστική δικλείδα σου.

Τώρα κάθεσαι στο ξύλινο γραφείο σου, που ζεσταίνεται από το σώμα σου και πλάθεται από την επαφή σου, εκεί ανάμεσα στέρνο και στομάχι καθώς ακουμπάς και καθώς έχεις το αριστερό χέρι σου να φράζει το στόμα σου, να αναπνέεις μόνο με τη μύτη, πράγμα που περιέργως πολύ σε ευχαριστεί και να κουνάς λίγο το πόδι το αριστερό, βαλμένο πάνω στ ‘ άλλο έτσι όπως είπαμε, και να διαβάζεις ή να γράφεις αυτά που νομίζεις ότι πρέπει να προφτάσεις και που διαρκώς αυγαταίνουνε και να ΄ναι πια το σπίτι όπου κατοικείς δικό σου ολόκληρο, νοικιασμένο, βέβαια, αλλά δικό σου και  ούτε βλέμματα ούτε λόγια πικρά – τίποτα – και τα παραπετάσματα κατεβασμένα να μεταβάλλουνε τα πάντα σε αποθήκη με καυσόξυλα κι εσύ να νιώθεις τόση ευτυχία γι  ΄αυτήν την απομόνωση, αυτό το κουλούριασμα, που να μη θέλεις πουθενά να το ομολογήσεις ούτε και να βγεις έξω – πού να τρέχεις τώρα, να λες κουβέντες του αέρα ή ν  ‘ακούς λόγια πονηρά, μικρόψυχα, όλο από συμφέροντα υπαγορευμένα.

Κι όταν σε κυριεύουν οι πολλές έγνοιες, να πηγαίνεις στην κουζίνα να κάνεις δουλειές. Το πλύσιμο των πιάτων είναι μία ιδιαίτερα διασκεδαστική απασχόληση. Αν μάλιστα είναι δυνατό να ακουμπάς το μέτωπό σου σε κανένα ντουλάπι ή τοίχο την ώρα του πλυσίματος των πιατικών, τότε ξεχνιέσαι ολότελα και ξαναβρίσκεις τον βαθύτερο εαυτό σου. Και οι άλλες δουλειές έχουν τη διασκέδασή τους. Το σκούπισμα του σπιτιού με την ηλεκτρική σκούπα, έτσι καθώς πηδούν μέσα της τα διάφορα ρινίσματα και ντιντινίζουν χαρούμενα, είναι μια ανακούφιση. Και το σφουγγάρισμα, επίσης, όπως και το καθάρισμα του νεροχύτη και της λεκάνης. Και μετά, το βάλσιμο του καθενός στον τόπο του, στην παλιά γνώριμη θέση, έρχεται σαν τακτοποίηση της ίδιας της ψυχής σου. Και το γουργούρισμα της κατσαρόλας χαρίζει ευχαρίστηση, όταν το ακούς ακουμπώντας στο γραφείο σου και διαβάζοντας ή γράφοντας μέσα σ  ΄αυτό που οι άλλοι ονομάζουν ερημιά σου. Και η μυρωδιά του φαγητού, επίσης.

Μόνο όταν ακούς τη βροχή, τη σιγανή βροχή κυρίως, μα τώρα πια και τη δυνατή, ντύνεσαι και βγαίνεις, για να βραχείς, να σταθείς εδώ κι εκεί, να σταθείς κοντά στους ανθρώπους σου, εκεί στους χώρους των ραντεβού, όπου καρτερούν τα πλέον επίλεκτα πλάσματα, και που δεν έχει βρεθεί ακόμα ο τρόπος να σε απαγορεύσουν να τα βλέπεις, εκεί κάτω από τα στέγαστρα που θορυβούν γλυκά, κοιτάζοντας μια με τα μάτια τα δικά τους και μια με τα μάτια σου και συμμαζεύοντας εσύ ο,τι αυτοί απορρίπτουν και ξεχνώντας τα σχέδιά σου τα  ανοικονόμητα  και ξαναρχίζοντας σχέδια ζωής, για παρέες, συζητήσεις, νέο πλάσιμο.

Και με το σταμάτημα να ξαναπαίρνεις το δρόμο για το σπίτι σου, που καρτερεί διευθετημένο. Και μέσα σου, αυτό που αγαπάς να πλάθεις, να επαναλαμβάνει ψιθυριστά: «Έτσι θα  ΄ναι και τότε… ‘Ετσι θα ΄ναι και τότε, όταν εσύ θα  ΄σαι κουκουλωμένος για πάντα».

Γιώργος Ιωάννου

ΚΑΤΑΚΑΠΑΚΤΗ,  Πεζά Κείμενα, Κέδρος 1982

 

Advertisements

2 Comments

  1. Τι όμορφο ξεδίπλωμα της ερημιάς του συγγραφέα, του μεταφραστή, του ποιητή, του γραφιά, του καλλιτέχνη… Είναι η ερημιά των “ηρωϊκών μειοψηφιών”, που λέει κι η Λαζαρίδου, των που απέχουν από την “πρώτη γραμμή” της ζωής, που δεν κάνουν παιδιά και σπίτια, γάμους και καριέρες. Που δεν αφήνουν να φεύγει ο χρόνος έτσι. Με “φτυαριές”. Που γυρεύουν νόημα. Τη “μπανάνα” εκεί ψηλά. Και βίωμα. Πρωτίστως μέσα. Και σήμερα. Όχι πάντα ενσυνείδητα. Απλώς έτσι. Απλά.

  2. έλεγα ότι τελέιωνε η εποχή που “πρώτη γραμμή” ήταν όλα αυτά που αναφέρεις, αλλά ως φαίνεται αυταπατώμαι, το διαπίστωσα σήμερα “live”, που ένας πολύ καλοπροαίρετος άνθρωπος προσπαθούσε να με παρηγορήσει για τις πιο ακριβοπληρωμένες μου επιλογές. τί να πεις? coiffeur, ο κουρέας, quoi faire και “τί να κάνεις?”

    το νόημα, (θυμάσαι και το άλλο, της Λαινά?) δεν βρίσκεται τόσο δύσκολα, άλλωστε τόσοι και τόσοι το προσφέρουν έτοιμο σε λογοτεχνία, και σκέψη κλπ., το δυσκολο νομίζω, είναι να το αποδεχτείς, όσο έχεις περιθώρια από μέσα του να το κανεις και δικό σου, να το θέσεις στη κυκλοφορία του δικού σου αιματος

    “ετσι είναι και τώρα”

    υ.γ. υπάρχει, προηγείται στο βιβλίο το “εις λάκκον” (για τις φτυαριές). κάποια στιγμή θα το φέρω – ειδικά άμα σφίξουν οι ζέστες 🙂


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s