January 24, 2012
Categories: Uncategorized . Tags: φωτογραφίες μου, η καλύτερη ποίηση . Author: maria i. . Comments: Leave a Comment

Θέλω να ευχηθώ σε όλους τα καλύτερα, αλλά αυτό το όλους με εμποδίζει. Δεν είναι «όλοι» που εύχομαι όπως δεν είναι όλοι εμείς που φταίμε.
Νέο λεξικό. Να ξεχωρίσω. Άλλο κουτσομπολεύω, κι άλλο ερευνώ, μαθαίνω.
Άλλο παρίσταμαι και άλλο πιάνω τζάμπα τόπο.
Άλλο αγωνίζομαι και άλλο το την κάνω στα όποια δύσκολα
Άλλο γαντζώνομαι σε λόγια και σε μουσικές και άλλο επιστρατεύω τα ωραία λόγια για να ξεγελάσω.
Άλλο ξοδεύομαι και άλλο αναλίσκω κι αγοράζω.
Άλλο πατρίδα έτσι όπως ψάχνουνε τα πόδια μου τη γη και άλλο «έτσι συνήθισα και πώς/δεν/πού ν΄αλλάζω τώρα;».
Άλλο διαφέρω και έχω το κεφάλι μου ψηλά και άλλο σκύβω.
Άλλο το παίρνω θέση και άλλο το καρέκλα.
Άλλο μπαίνω σε νέα συντακτικά και προσαρμόζομαι κι άλλο μισώ ό,τι δεν μου μοιάζει.
Άλλο το διατρέφομαι και άλλο το πασπαλίζω τα ψοφίμια μ΄άχνη ζάχαρη.
Άλλο το έχω ανάγκη και άλλο το ακολουθώ το ρεύμα που πουλάει.
Άλλο τα χρώματα κι άλλο το μαύρο, δεν υπάρχει μαύρο καθαρό όπως το άσπρο, τίποτα δεν αρνούμαι ολωσδιόλου. Άλλο το άγραφο χαρτί και άλλο η διαγραφή και η μουτζούρα.
Επιζήσαμε της αγοράς και των κανόνων της, κι αυτό τον χρόνο. Ας ψάξουμε μέσα στα σφιγμένα δόντια. Κάπου εκεί υπάρχει μία γλώσσα που ακόμα ηχεί. Εκείνο που αποσιωπάται από τα δάκρυα των κροκοδείλων, απ΄τις ειδήσεις και τους δείκτες. Εκείνος ο σπασμός των υπόγειων υδάτων που δεν ξέρουμε από πού έρχονται και πού θα πάνε.
Θάθελα να είμαι σε αεροπλάνο και να πετάω την ώρα που θα αλλάζει η χρονιά και να αλλάξω πολλές φορές πάνω από άλλες πόλεις. Να βλέπω τα φώτα και τα πυροτεχνήματά τους από ψηλά και να είναι η νύχτα μια ατέλειωτη εναέρια διαδρομή πάνω από την γριά ήπειρο την ώρα που τελειώνει η χρονιά της. Σ΄αυτή την ίδια τροχιά μεγάλωσα, ενηλικιώθηκα ανάμεσα σε άλλους πόλους, ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, με το ένα πόδι, με το κάθε πόδι αλλού.
Δεν μπορώ να ευχηθώ σε όλους, αφού δεν την θέλουν όλοι ακέραια. Την Ευρώπη, και την δική μου γλώσσα. Το χώμα κάτω από τα δυο μου πόδια, το νερό, το κεχριμπάρι που κουβαλάω στο κεφάλι μου.
Αλλά όποιος το θέλει είναι καλεσμένος μου απόψε στο ταξίδι αυτό.
Κι εδώ, που σας τα φτιάχνω τα ανύπαρκτα φτερά γιατί υπάρχετε απόψε κάπου.
Καλό 2012, μαζί σας.
Από τα ψιλά των ειδήσεων, το νέο
«Το ξέρατε ότι οι Έλληνες (δηλώνουν ότι) έχουν κατά μέσο όρο 30 διαφορετικούς σεξουαλικούς συντρόφους στην διάρκεια της ζωής τους και καταλαμβάνουν την… πρώτη θέση στον σχετικό διαγωνισμό μεταξύ όλων των ευρωπαίων εραστών;….»
Χωρίς σχόλια, αυτή η πρωτιά. Χαίρε γιουροβίζιον, χαίρε ποδοσφαιρική. Μπράβο μας, μπράβο μας, και πάλι μπράβο μας.
Και ξανά προς τη δόξα ΤΡΑΒΆ ΤΡΑΒΆ ΤΡΑΒΆ
Τι ζω δεν το πιστεύω… το παραμύθι χωρίς όνομα, την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων…
Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα…
Ο Μάκης αναζητεί πολιτικό άσυλο στη γειτονική –χωρίς όνομα- χώρα. Αυτό δεν το προέβλεψε ο Μητσοτάκης. Ούτε κι η συνθήκες Σένγκεν-Μέγκεν.
Είπαμε «ουφ» αφού αποκτήσαμε, επιτέλους, κυβέρνηση. Ας είναι κι από τραπεζίτες, ας είναι κι από εθνικιστές, μόνο να μην είναι τ΄ορφανό επάνω στο τιμόνι.
Ένας καφές και μια πορτοκαλάδα περνάνε στις ειδήσεις. Πάω να πιω κανένα τσίπουρο να δω και τον Χριστό φαντάρο. Τίποτα δεν με εκπλήσσει.
Πώς τα κατάφερε το ορφανό; Με το κανό; (ρωτάω)
Έχουμε έναν τεράστιο πλούτο ανεκμετάλλευτο. Βγάζουμε γέλιο, σουρεάλ. Τελεία.
Τόσα «θα» δεν έχει ούτε ο θάνατος.
Έλληνες, αναβάλουν την δράση για το μέλλον το αόριστο. Δεν παίρνουν θέση. Υπονοούν πολλά, δεν πράττουν. Λένε, λόγια.
Ανασύρουν τους προγόνους τους. Τους αρχαίους. Τους παππούδες, τους μπαμπάδες, τις κληρονομιές. Μην τους πουν ότι τα βρήκαν έτοιμα. Ακόμα χειρότερα, φίλε μου. Όπως τα βρήκες τα διαιωνίζεις, απαράλλαχτα. Ζεις με και για το ένδοξό σου παρελθόν. Κι αν ήτανε και ένδοξο, εδώ που τα λέμε.
Δεν τα βρήκες έτοιμα, γιατί στη ζωή ποτέ κανείς δεν βρίσκει έτοιμο παρά έναν δρόμο ανηφορικό. Η ζωή είναι σκληρή για όλους. Αν την ζεις, αν την νιώθεις, αν βλέπεις στο τέλος της, απ΄ την αρχή τον θάνατο και την επίγνωση αυτή, σιγά που θα την δεις και κατηφόρα, ή ίσιωμα, ανέβαινε και σκάσε, δεν περισσεύει οξυγόνο για τους αληθινούς αγωνιστές. Μη μιλάς και μην κουνιέσαι δείξε σοβαρότητα, πούλεγε κι ο κυρ-Γιώργος. Όσο πιο διαφορετικός τόσο πιο άνισος.
Αλλά εσύ είσαι ίδιος, γαλουχημένος με το «θα», όχι του αποθανόντος, το «θα» του μέσου Έλληνα που προτιμάει να λέει απ΄ το να πράττει.
Και κάποιοι ανάμεσα σε όλους, κάποιοι πιστέψανε ότι τους πρέπει «α», «α-θανασία». Κάποιοι απ΄αυτούς τους φαντασιαζόμενους ότι θα μείνουν στην ιστορία ως γνήσια τέκνα μιας δυναστείας. Τι πληκτικό, ο γιος ενός πατέρα που ήταν άστατος, μπερμπάντης και γαμιάς, να θέλει να «ανατρέψει» τάχα το καλούπι…
Και να προσπαθεί με λόγια… είναι άδικο βέβαια που αυτόν φωτογραφίζω, αλλά αυτός πήγε και έγινε η κορυφή, τι να του κάνω; Προσπαθεί λοιπόν με λόγια να αποδείξει γιατί δεν κάνει έργα. Είναι άδικο γιατί πολλοί Έλληνες, το ίδιο κάνουν.
Ο «από Δευτέρα», ο «από Σεπτέμβρη», ο «μετά τις γιορτές», ο «θα τα πούμε, κάποια ώρα».
Όλοι, απαξάπαντες οι Έλληνες που επιλέγουν να αναβάλουν από αμηχανία, από τεμπελιά, από φόβο να μην χέσουν και φτουρήσουν. Οι μίζεροι του «θα». Όταν έρχεται η ώρα που σφίγγουνε τα έξωθεν λουριά –τώρα είναι οι εταίροι και η οικονομική πραγματικότητα, άλλες φορές είναι άλλα, ποικίλα και καθημερινά-. Όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι «πάρε μια απόφαση καλό μου», θε, δε θε, χε… πούλεγε κι ο Βέγγος που είχε πάντα άγχος γιατί είχε τσίπα… «πάρε ΘΕ-ΣΗ», «Πάρε την ευθύνη της ζωής σου στα δικά σου χέρια», «απάντησε ναι ή ου». Τότε που στερεύουνε τα «θα», τότε αρχίζει το μελό. Και το φτηνό θέατρο.
Πόσα βουρκωμένα μάτια δεν είδα στις κάμερες, στο περιστήλιο της Βουλής;….
Ρε, ποιος σας είπε ότι χρειαζόμαστε λογίδρια και αναπολήσεις και ανεστραμμένα βλέμματα και κομπιάσματα και το ύφος της μετανοούσας Μαγδαλήνής;
Η εποχή είναι εποχή για σκέτη λογιστική. Και με εξοργίζουν οι πολιτικοί μας άνδρες και οι γυναίκες και όσοι άνδρες και γυναίκες, καταφεύγουν επειδή τίποτα-δεν-έκαναν , επειδή δεν μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδάρων άχυρα, να μας λένε για αποθαμένους τους προγόνους, για τα τάχα ιδανικά που παρέλαβαν και που δεν θέλουν να προδώσουν, να μας μιλάνε για «πατρίδα», για «έθνος», για την καλή τους τη γενιά που συνεχίζουν.
Κύριε και κυρία πολιτικάντη, κύριε και κυρία συμπολίτη μου. Το «θα», το «τόχω στα υπόψη μου», όπως κι η αντιπέρα όχθη, το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», το «τίνος είσαι εσύ», και όλα τα περασμένα μεγαλεία σου διηγόντάς τα, μην κλαίς. Παριστάνοντας μάλιστα ότι τάχα έχεις σκύψει στην σεμνότητα και στην οδύνη που μου προξενεί η ασάφεια, η αβεβαιότητα, η εξάρτηση από τα μη-έργα σου που με οδηγούν να ξενυχτάω για να ακούσω τα μη-λόγια σου τα κούφια.
To whom it may concern.
(Βαρέθηκα να βλέπω τις πλάτες των χαρτοπαιχτών μες το ντουμάνι της υπόγειας λέσχης τους που μου λένε με τον τρόπο τους «κάτσε, κάτσε, μου φέρνεις γούρι, μια γύρα ακόμα και βγαίνω». Βαρέθηκα και αηδίασα).
Το τώρα μου χάνω, αν εσείς πιστεύετε ότι θα μείνετε στην ιστορία αθάνατοι θα μείνετε σε μένα, στη συνείδηση μου σαν βασανιστές του τώρα.
(επικαλείται ένας ακόμα Καραγκιόζης τη στιγμή που γράφω από την τιβι τον Ρίτσο…. Μάθαμε λέει να κουβεντιάζουμε ήρεμα κι απλά. Μάλλον δεν καταλαβαίνω Ελληνικά…)
Βασανιστές του τώρα μου, της γλώσσας μου φονιάδες
Πώς λένε «ναι» και «όχι», στα Κινέζικα;
Τσιν, τσαν, τσον, λέει ο λαός…
Δεν έλεγα τίποτα άλλο, η γκαντέμω;
Θα αποκτήσουμε όπου νάναι κινέζικους μισθούς, κινέζικα ανθρώπινα δικαιώματα, κίτρινο τύπο έχουμε, οκ, το κίτρινο του μίσους τόχουμε και είμαστε έτοιμοι…
Έχουμε και ΚΚΕ που χρόνια τώρα οραματίζεται την εθνική μας μοναξιά μακριά από τα μονοπώλια…
Τι άλλο θέλουμε; Όλα τάχουμε. Μας έδωσαν μας έδωσαν μια νύχτα στους Κινέζους.
(η Αμερική χρωστάει στην Κίνα, η Ευρώπη μας σιχάθηκε, να παίρνουμε και να ξαναζητάμε και να την κατηγορούμε για τα ΔΙΚΑ ΜΑΣ λάθη –γιατί δεν μας το τράβηξε το αυτάκι όταν είμασταν κακά παιδιά, ε; -. Η Ευρώπη ακόμα κι αν μας ήθελε για παραλία, ακόμα κι αν φοβόταν μόνο μήπως την κολλήσουμε –και γιατί όχι δηλαδή;- μας πετάει κατά Κίνα, κατά Κατάρ, κατά Ινδία, κατά Ρωσία μεριά. Εκεί είναι οι καινούργιοι τοκογλύφοι. )
Τσιν τσαν τσον
Χτύπα τα πόδια σου Κινέζα
για να μην κόψει η μαγιονέζα
Ό,τι κι αν ειπώθηκε για τα γεγονότα της παρέλασης, ένα με προβληματίζει: έπρεπε, στους Ελληνες, να μας βάλουν το χέρι στην τσέπη μας για να σταματήσουμε να «γιορτάζουμε» χειροκροτώντας ένοπλους;
Και τι γιορτάζαμε δηλαδή; Έναν πόλεμο που αποφάσισαν άλλοι για μας. Και που τελικά «τον χάσαμε». Γιατί τι κερδίσαμε; Μια Βάρκιζα, έναν γέρο Παπανδρέου, πολλούς Παπανδρέου, έναν Καραμανλή, πολλούς Καραμανλήδες, έναν Μητσοτάκη, πολλούς Μητσοτάκηδες.
Κερδίσαμε ένα Εμφύλιο, μετά, κερδίσαμε δηλαδή μια φαγωμάρα, δεν εννοώ ότι κέρδισε κάποιος…
Χάσαμε κόσμο απ΄όλες τις μεριές, ανθρώπινες ζωές. Χάσαμε.
Και πολύ περισσότερο απ΄ όλα, το «ναι» και το «όχι», σημαίνουν «θα» και «ίσως», έτσι κι αλλιώς. Έχουμε χάσει και τη γλώσσα. Και χωρίς γλώσσα, ό,τι και να πεις είσαι χαμένος. Μουγγός και άπατρις.
‘Mε παθολογική πάχυνση των στεφανιαίων αρτηριών ένας στους έξι εφήβους’.
Δεν ξέρω αν ξέρετε τι σημαίνει, αυτή η από τα «ψιλά» είδηση…
Ο καθένας που δεν είναι ειδικός, ξέρει που οφείλεται. Στην κακή διατροφή, και στον κακό ύπνο. Ξημέρωμα, ξεφορτώνουν τα πούλμαν, παιδάκια. Και μέχρι το απόγεμα, (το βράδυ ίσως;) τρέφονται από τα περίπτερα με σκουπίδια συσκευασμένα σε πολύχρωμα χαρτιά.
Νύχτες, βλέπω μικρά παιδιά να καταναλώνουν ατελείωτους φραπέδες στα καφενεία και στα μπαρ της συμφοράς. Μέρες τώρα βλέπω παιδιά να τριγυρνάνε στη γειτονιά μου χωρίς βιβλία και να ποζάρουνε στα κινητά.
Μια νύχτα πριν από χρόνια είχα βρεθεί σε ένα άθλιο μπουζουκτσίδικο, από κείνα τα τεράστια στην Ιερά οδό και είχα δει παιδιά –του Δημοτικού- να κοιμούνται στην αγκαλιά των θεριακλήδων γονέων που είχαν έρθει από την επαρχία γι αυτό το λόγο. Και όταν ο ζεν-πρεμιέ, υποτιθέμενος τραγουδιστής, βγήκε στη σκηνή, μία ορδή από έφηβα κοριτσάκια, στήσανε ουρά για να φωτογραφηθούν μαζί του, κανονική ουρά, σαν νάταν προσκύνημα… και πληροφορήθηκα ότι ήταν πενταήμερες όλα αυτά τα ανήλικα, που είχαν έρθει από την επαρχία με τους καθηγητές τους γι αυτό το λόγο!
Βλέπω τα παιδιά με μια ηλεκτρονική συσκευή συνέχεια κολλημένη επάνω τους. (κινητό, τάμπλετ κ.ο.κ). φαντάζομαι την υπόλοιπη ζωή τους στο σπίτι, μπροστά σε μια οθόνη (τηλεόραση, υπολογιστή).
Ξέρω, ότι ξυπνάνε νωρίς, ότι κοιμούνται αργά, ότι τρώνε τροφή από το περίπτερο, μες το λίπος, τη ζάχαρη και το αλάτι, ότι πίνουν καφέδες (δεν μιλάω ούτε για το αλκοόλ, ούτε για το τσιγάρο, ούτε για ναρκωτικά). Ότι δεν γυμνάζονται, ότι δέχονται ακτινοβολία από συσκευές, άπειρη (και ότι ο e πρωθυπουργός μας τους ετοιμάζει κι άλλη για μετά, καταργώντας με ελαφρά, τα τυπωμένα βιβλία).
Διαισθάνομαι ότι στα σπίτια τους κυριαρχεί ο φόβος για το αύριο, ότι οι γονείς τους τσακώνονται μπροστά σε λογαριασμούς. Ότι οι παππούδες τους τρέχουν με τάπερ και μπαστούνια αλλά δεν προλαβαίνουν…
Ξέρω ότι κανείς δεν ασχολείται μαζί τους, με τις κοσμογονικές αλλαγές που γίνονται μέσα τους και γύρω τους, σε μια ηλικία που –κανονικά- θάπρεπε να ανακαλύπτουν τον έρωτα, το σώμα τους και τα ταλέντα τους, που θάπρεπε να σχεδιάζουν με ορμή και φαντασία το μέλλον τους. Κανείς δεν είναι δίπλα τους και κανείς δεν είναι που να μην τους φρενάρει άτσαλα…
Αλλά και πιο «συμφεροντολογικά» σκεπτόμενη, όταν σκληραίνουν οι αρτηρίες των εφήβων και αποκτάνε τα παιδάκια την αρρώστια των γερόντων, φαντάζομαι ότι θα σκληρύνουν και οι ευαισθησίες τους, τα όράματά τους, η ομορφιά τους. Και δεν θέλω αλήθεια να σκεφτώ τη συνέχεια.
Κάποτε είχα γράψει ότι είναι ασύλληπτα φοβερό ότι μπορεί οι έφηβοι να αυτοκτονούν. Μπορεί και να ακούστηκα, αφού προλάβαμε να τους σκοτώσουμε, να αρρωστήσουμε
την εφηβεία των παιδιών.
ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΘΡΗΝΟΣ
Με παπάδες και καντήλια
ανεμίζουν τα μαντήλια
τα παιδιά να καλοπιάσουν
τις ντροπές τους να σκεπάσουν
Ετσι φέρεται ο τόπος
σ’Αλβανούς μα και σε ντόπιους
να του φτιάξουν λέει τη χώρα
μέσα σε ολίγην ώρα
Τέτοια έργα και ημέρες!
Και υψώνουν στους αιθέρες
σκάβουνε βαθιά τη γης
βάζουν κάμερες ολκής
Για να βλέπουνε καλύτερα
και της ψυχής μας τα καλύτερα
και για ν’ ακούνε πιο καλά
των σωθικών τα βογγητά
Σκόνη, θραύσματα κι αέρας
φορτωμένος σαν πατέρας
που το δάχτυλο υψώνει
κι απαιτεί και σε μαλώνει
Στην νεόφτωχη Ελλάδα
πλάϊ στην ψόφια αγελάδα
η καινούργια Αντουανέττα
τάζει το γιαούρτι αβέρτα
Διαλαλεί για τη γιορτή,
δέκα ευρώ μονάχα αυτή
με το τραμ και το μετρό
με κακό ψυχρό καιρό
Θα στηθεί να περιμένει
ούτε και να υπομένει
φόρους, τέλη περαιώσεις
και λογαριασμό με δόσεις
Καλατράβα, παντεσπάνι
κινητό και ποιος μας πιάνει
πως το λέγαν και παλιά
κάπως σαν «εληά-εληά»
Μα και το εβδομηνταένα
είχαμε πάλι αρένα
και άρτον και θεάματα
και όλα τα καλά τα πράματα
Να και τώρα οι ευγενείς
που παράγει αυτή η γης
κι ας μην έχουν τέτοιο αίμα
έχουν πράσινο το στέμμα
Και παρά τον Καλατράβα
δεν τους φτάνει η Ελλάδα
και τραβούν στην ξενητιά
για γαμήλια προικιά
Σε αψίδες θριαμβικές
στήνουνε τρελές γιορτές
μ΄εκλεκτούς τους καλεσμένους
από την αριστερά βγαλμένους
Καλατράβα, παντεπσάνι
κινητό και ποιος μας πιάνει
το έλλειμμα δεν είν΄λακούβα
να βουλώσουνε στη ζούλα
Αθήνα, Ιούλιος 2004
Σημείωση, σημερινή: παραμονές Ολυμπιακών, τότε, με τα έργα ημιτελή ακόμα, με το χρέος να αρχίζει να παίρνει πρώτη βράση. Παίρνοντας κι εγώ μια βράση, κλεισμένη στο μαγαζί που δούλευα τότε. Απ΄ έξω έσκαβαν την παλιά άσφαλτο, έστρωναν πίσσα, μέρα μεσημέρι, με 40 βαθμούς, στο παρά ένα, ως συνήθως. Αδύνατον να μπει άνθρωπος στο μαγαζί, αδύνατον να δεις τι γινόταν έξω. Ο θόρυβος εκκωφαντικός, ο καπνός, η σκόνη και τα θραύσματα μαζί και η φρέσκια πίσσα έμπαιναν από παντού. Αλλά υπήρχε «όραμα», το Euro το ποδοσφαιρικό και η νίκη του έθνους, οι τελετές με τους παίκτες και τους παπάδες στο Καλλιμάρμαρο, οι πολυτελείς γάμοι των κυβερνητών, εφάμιλλοι βασιλικών, τα καινούργια μέσα συγκοινωνίας που θα μας οδηγούσαν στο μέλλον, ή σε μια παρόμοια ρητορική. Και η καινούργια Αντουανέτα που ετοίμαζε θεάματα. Τότε γράφτηκε το παραπάνω.