Γιώργου Σεφέρη, Μέρες

[Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου

«… Βλέπεις υπάρχουν πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια πίσω μου που μου παρέχουν το υλικό για να γνωρίσω κάποιον εαυτό που πρέπει να έχω. Θα σου έλεγα πολλά πάνω σ΄ αυτά. Ίσως να τα ξέρεις. Πάντως δεν είναι τώρα καιρός. Η αγάπη μου (ξέχασε για μια στιγμή το αντικείμενό της) δεν είναι μόνη, πηγαίνει αδελφωμένη με ένα χρέος. Ένα χρέος κάπως ακαθόριστο στη λογική, μα που το αισθάνομαι με ακρίβεια και που είναι κάθε άλλο από ερωτικό. Αν μου έλεγαν και αν μ΄ έπειθαν απολύτως πως δεν μπορώ να κάνω τίποτα, ξέρω καλά πως δεν θα μπορούσα να αγαπήσω τίποτα. Έχω αναπτυχθεί σε συνάρτηση με την αγάπη. Αυτό είναι το ζώδιό μου. Δηλαδή το μεγάλο και βασικό και βαθύτερο πρόβλημα μέσα μου είναι το πρόβλημα της αγάπης. Η στάση μου απέναντι στον κόσμο είναι μία στάση αγάπης ή μη αγάπης. ΄Ισως  γι΄ αυτό αισθάνθηκα πάντα την ανάγκη  κάποιου κοντά μου – που κατά κανόνα μου έλειψε».]

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΘΟΛΟΓΕΙ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ, ΜΠΑΣΤΑΣ-ΠΛΕΣΣΑΣ, 1995

Θεός να σγχωρνάει τ΄αποθαμένα΄ς …

 

ευχες για τα δεκαs

 

Αγαπημένοι μου περαστικοί, μόνιμοι και παροδικοί. Μας εύχομαι να είμαστε μαζί –δεν είναι ωραία τα ταξίδια με παρέα;-. Να μιλάμε έτσι, απλά και ήσυχα, ν΄ ακούμε μέσα μας τις μουσικές των λόγων που μας έφεραν εδώ.

Τα λόγια, ανήμπορα τις πιο πολλές φορές, η δύναμη του χρήματος, του αίματος θα μας ξεπερνάει πάντα, και είναι κρίμα γιατί είναι και τα δύο απαραίτητα, παράλληλα, αλλιώς δεν ζεις.

Αλλά η ελευθερία του λόγου, είναι, πάντα, εκεί που έχουμε κι από τα δύο, που δεν αιμορραγούμε που δεν αγωνιούμε για μιας στιγμής ανάσα.

Γι΄αυτό και δεν μπορώ παρά να ευχηθώ υγεία και ευημερία, τόση, που να βάζουμε και  έναν άλλον σε μια στιγμή από τον ελεύθερό μας χρόνο, κι εκεί, μαζί, να δημιουργούμε κάτι.

Δυο λέξεις που να αλλάζουν τη ζωή. Να ξέρεις πως στο σύμπαν κάπου σε καταλαβαίνουν.

Υποκλίνομαι για σένα

Ο Διονύσης στη σκηνή

«έκλεισε» μια εποχή δηλώνοντας σχεδόν εξηνταπέντε –ετών- .

Μπαίνει άραγε στην τρίτη ηλικία η εποχή που ζωντάνεψε στη σκηνή;

Μεγάλη κουβέντα και μεγάλα τραγούδια, οι στίχοι που έχουν γίνει ένα με την καθημερινότητα

«με ποιους θα πας και ποιους θ΄αφήσεις»

«δυο-δυο τα κορίτσια»

«με αεροπλάνα και βαπόρια»

«τα όνειρά σου μην τα λες…»

«γεια σου Σταύρο και κυρ-Σταύρο…»

Πόσα λόγια δεν φύτεψε στην καθημερινότητά μας! Πόσο πήρε και μετάπλασε τη σκέψη από τα συννεφάκια της ομιλίας, πόσες κουβέντες δεν άρπαξε από καφενεία, από κερκίδες –δεν τον φαντάζομαι εκεί, στων γηπέδων, αλλά όμως και εκεί…

Και σε διαδηλώσεις,  όχι πίσω απ΄το τζάμι.

Και εκεί

Και τώρα πάνω στη σκηνή με το άγριο ροκ, αγέραστο στο μάτι του

Ανάμεσα από τραγούδια να λέει τα πιο ωραία παραμύθια από  μια ζωή γεμάτη που παρόλα αυτά σου δίνει σίγουρα την αίσθηση πως δεν την χόρτασε όπως θα ήθελε – η γνήσια διαφορά δυναμικού ανάμεσα αλήθειας και ονείρου που γεννάει το έργο τέχνης, δεν γίνεται αλλιώς …

Και να εξομολογείται

Την αμφιβολία του: «μ΄αγαπάς;», ρωτάει.

Τις αμαρτίες και τις αδυναμίες του, σαν παππούς αλλά και ώρες-ώρες έφηβος που ζητάει συνεσταλμένα άδεια εξόδου…

Στη σκηνή ο Διονύσης που αγαπάμε να μισούμε και αντίστροφα που αγαπάμε και  μισούμε γι΄ αυτό τον στραβό μας το γυαλό.

Γιατί στραβά κι εμείς μαζί του αρμενίσαμε, για κείνα τα στραβά τραγουδάει και για τον ίδιο λόγο τον αποκαθηλώσαμε άπειρες φορές

Γιατί ο Διονύσης  μιλάει για μας

«εμείς οι εκδρομείς», αλλά και εμείς οι μπερδεμένοι ανάμεσα στο ροκ, το ρεμπέτικο, το δεκαπεντασύλλαβο, τον Ντύλαν και τον Χριστιανόπουλο…..

Κι εκείνα τα λόγια του Αντρέα Καραντώνη που τον ονόμασε τόσο  νωρίς  μέγιστο ποιητή

Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος που να έχω διαβάσει όλα τα ποιήματά του, και όλα να τα ξέρω και να μπορώ να ακούω από μέσα μου.

Πολύ τον κατηγορήσαμε κατά καιρούς τον Διονύση πότε για τόνα και  πότε για τάλλο –αντί να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας- και πολύ τον αντιπαθήσαμε που μας τόλεγε τραγουδιστά. Και άπειρα κουτσομπολιά, ειδικά από τους ομότεχνούς του ακούστηκαν.

Και από μας,το κοινό, σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα καλλιτέχνη “αλλού ο παπάς αλλού τα ράσα του”.

Αλλά όταν ακούγονται τα τραγούδια αφέονταί του οι αμαρτίες. Αλλωστε τόπε κι ο Σεφέρης, για το ρίσκο να σηκώνει κανείς τις βαριές πέτρες…

Το στοίχημα να μιλήσει της κάθε μιας γενιάς μου φάνηκε κερδισμένο,μάλλον σε πολλές γενιές θα μιλάει, αλλά επειδή κι ο ίδιος είχε καταγράψει το “χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε τί σου χρωστάω τί μου χρωστάς”, οι τιμές στο Παλλάς είναι αδικαιολόγητα ακριβές για όλες τις γενιές.

ΜΟΥ ΤΟ ΄ΠΑΝΕ ΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

                                  

Δεν έχω να σας δώσω δώρα

φοράω ένα σανδάλι από σανίδια, ένα μόνο

και δεν θυμάμαι τίποτα

ούτε τα ονόματά σας

ούτε τις ευχές

Δεν έχω να σας δώσω δώρα

γιατί η χαρά που κάποτε τρυγούσατε καρπούς

έγινε μίσος

καθώς ποτέ δεν έφτανα ψηλά, καθώς  οι καρποί δεν έφταναν ποτέ 

τους στρέψατε ο ένας προς τον άλλον.

Ισως και να ήταν πιο πολλοί, ποιος ξέρει τώρα…

Το θέμα είναι πως κανένα φίδι δεν σας ψιθύρισε λόγια κακά λόγια στ΄αυτί

εγώ όλα αυτά τα ακούω βερεσέ

άλλωστε ποιος μιλάει πια τοις μετρητοίς;

Να μην με παίρνετε στα σοβαρά

να μην σας παίρνω και εγώ νερό

Έτσι δεν είναι πιο καλά;

Αυτά είπε το κομμένο έλατο

Καθώς στεκόταν απούλητο και αμίλητο στη μέση-μέση της πλατείας…

το τελευταίο  δέντρο μιας σοδιάς καλής.

Το μάζεψε ο γύφτος, λίγα ευρώ χαμένα…

Για κείνον σημασία θα είχε μονάχα αν είχε πουληθεί….

μοναδική θρησκεία του ήταν από πάντα η περιπλάνηση,

της μιας βραδιάς η ζεστή κλίνη.

Το πήγε στο τσαντίρι

και το κάψανε όλοι μαζί

απλώσανε τα χέρια τους τα τσιγγανόπουλα και χάρηκαν λιγάκι, μπορεί και να χόρεψε και μια γριά ζωσμένη κόκκινο ζωνάρι.

Και τρίζοντας μέσα στη φωτιά

έδωσε και πήρε ένα δώρο

Καλύτερα να καίγεται σε τσαντιριού φωτιά

παρά να είναι σε σαλόνι χωρίς ρίζα

(Κυκλοφορεί ελεύθερο και στο τελευταίο ΒΑΚΧΙΚΟΝ)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Με χτυπάνε εκεί που δεν είμαι.

Συμβαίνει να μου σηκώνουν το χέρι απ΄ το τραπέζι

να δουν αν είμαι από κάτω.

Συμβαίνει ν΄ανοίγω δρόμο

σε κάποιον που τρέχει να με βρει.

Συμβαίνει να με ανάβουν

για να με ψάξουν στο σκοτάδι.

Αν και μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα

δεν μπορούν να με πυροβολήσουν.

—-

Πάρις Τεφερίτσι

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΛΒΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Εισαγωγή-μετάφραση Ρομέο Τσολάκου

εκδόσεις ΡΟΕΣ, 2008

επιστημονική φαντασία ντεκαπέ

Το άκουσα σήμερα μέσα σε λεωφορείο.

«Με συγχωρείτε, να πάω προς τα πίσω να πιάνει το κινητό μου»

ROSE

 

Το λίγο από τα μάτια

καταργεί

τα αγκάθια στις κλωστές

και μεγαλώνει

όλες τις τρύπες στις βελόνες

Τρεμουλιαστό μικρό σκοτάδι,

τετράγωνος ελλειπτικός ιστός,

τα χέρια διαπέρασαν

με προσοχή να μην τον σπάσουν

τα δάχτυλα μετρούσαν

στιγμές και ιστία, ανά δύο

χτύπησε το ρολόι την ώρα του

σαν παλαμάκια στον αέρα

εκεί που συναντήθηκαν και έσπασαν μαζί

οι δείκτες του το ρόδι

Το επισκεπτήριο τελειώνει

 

 

photo j. koudelka

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΣΕ ΒΑΣΙΚΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

Κάτω από ζέστη κίτρινη,

το μπλε κοιτάει αδιάφορα τα άσπρα χρόνια.

Σπασμένα λόγια αιμορραγούν

ποιήματα μέσα στα σεντόνια.

για πόσες λέξεις κάνουν 2 φωτογραφίες;

Δείτε τις interactive φωτό.

Η ιστορία, μια γενιά μετά.

 

http://www.nytimes.com/interactive/2009/11/09/world/europe/20091109-berlinwallthennow.html